The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ-ΣΟΥΝΙΟ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Το αφιέρωμα στους πιο σημαντικούς ναούς της αρχαιότητας, κλείνει με το αριστούργημα  που ατενίζει το Αιγαίο, από την απόκρημνη και βραχώδη άκρη του Σουνίου, ένα μεγαλειώδες αφιέρωμα στο ναό της θάλασσας, τον Ποσειδώνα, τον διεκδικητή της προστασίας της αρχαίας Αθήνας.
Ένας βράχος ύψους 60 μέτρων στο νοτιότερο άκρο της αττικής χερσονήσου, εκεί από όπου φεύγουν τα πλοία ή αυτό που βλέπουν όταν πλησιάζουν. Είναι ο βράχος όπου στεκόταν ο Αιγέας, αναμένοντας με αγωνία την επιστροφή του Θησέα από την μινωική δοκιμασία, ο βράχος από τον οποίο έπεσε απελπισμένος αντικρίζοντας τα πλανερά μαύρα πανιά, δίνοντας το όνομά του στο πέλαγος.

Πρώτη αναφορά του ονόματος και της τοποθεσίας  έχουμε από τον Όμηρο στην Οδύσσεια(Γ, 278), όπου μιλώντας για τον Μενέλαο, στη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής από την Τροία, σταμάτησε εκεί στο Σούνιον ιερόν, για να θάψει τον καπετάνιο του πλοίου του, τον Φρόντη.
Η ύπαρξη των γιγαντιαίων κούρων που βρέθηκαν (τρείς εξ αυτών βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών), μαρτυρά την ύπαρξη ιερού από την αρχαϊκή περίοδο. Την ίδια εποχή εκτιμάται ότι χτίστηκε, χαμηλότερα και σε γειτονικό λόφο, ο ναός της Αθηνάς Σουνιάδας.
Ο πρώτος ναός του Ποσειδώνα ήταν πώρινος και άρχισε να κατασκευάζεται στις αρχές του 5ου π.Χ. αι. Δεν έμελε να τελειώσει, αλλά να καταστραφεί εντελώς από τους Πέρσες, στους Μηδικούς Πολέμους. Το 444 π.Χ. οι Αθηναίοι άρχισαν να χτίζουν έναν νέο ναό, ενώ φρόντισαν για την οχύρωση του βράχου όταν ξεκίνησε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Τα τείχη περιέκλειαν κυκλικά τον χώρο σε περιφέρεια 500 μέτρων και σε αποστάσεις 20 μέτρων υπήρχαν πύργοι.

Η κορυφή του λόφου ισοπεδώθηκε για να χτιστεί ο ναός που ήταν δωρικός περίπτερος, με έξι κίονες στις στενές πλευρές και δεκατρείς στις μακριές, δύο κίονες μεταξύ παραστάδων σε πρόδομο και οσπισθόδομο, κατασκευασμένος εξ ολοκλήρου από κατάλευκο μάρμαρο. Το μήκος του ναού ήταν 31,12 και το πλάτος 13,47 μέτρα.Είχε πρόναο και σηκό, όπου βρισκόταν και το άγαλμα του θεού, ενώ στον οπισθόδομο φυλάσονταν τα αφιερώματα και το ποσειδωνιακό χρήμα από τα μεταλλεία του Λαυρίου.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναού είναι η έλλειψη εσωτερικής κιονοστοιχίας στον σηκό. Το ύψος των κιόνων είναι 6,12 μέτρα και φέρουν μόνο 16 ραβδώσεις, αντί για το σύνηθες 20(με τον ίδιο τρόπο είναι κατασκευασμένοι και οι κίονες στο ναό της Αφαίας). Αυτό συνέβη λόγω της μαλακής υφής του μαρμάρου και τις αντίξοες συνθήκες της περιοχής.
Πάνω στα κιονόκρανα στηριζόταν το επιστήλιο, οι μετόπες και τα τρίγλυφα. Καμία από τις μετόπες  δεν έφερε διακόσμηση. Ανάγλυφες παραστάσεις υπήρχαν μόνον στον εσωτερικό χώρο, ο οποίος σχηματιζόταν ανάμεσα στην είσοδο του προνάου και την εξωτερική κιονοστοιχία, καταλαβάνοντας και τους τέσσερις τοίχους. Τα γλυπτά ήταν κατασκευασμένα από παριανό μάρμαρο και τα θέματά τους ήταν η Γιγαντομαχία, η Κενταυρομαχία και οι άθλοι του Θησέα (Τα σωζόμενα ανάγλυφα μπορεί κανείς να τα δει στο μουσείο του Λαυρίου).
Γλυπτή διακόσμηση έφεραν και τα αετώματα, από τα οποία σώζεται μόνον μια ακέφαλη γυναικεία, καθιστή μορφή.
Η κατασκευαστική του ομοιότητα με τον ναό του Ηφαίστου(Θησείο) στην Αγορά των Αθηνών δηλώνει ότι οι δύο ναοί φτιάχτηκαν από τον ίδιο, άγνωστο αρχιτέκτονα.

Ο αρχαίος οικισμός ήταν παράλιος στα δυτικά και οι Σουνιείς ανήκαν στην Λεοντίδα φυλή (μετά το 200π.Χ. ανήκαν στην Ατταλίδα). Γύρω στα 265 π.Χ. ο Πάτροκλος, ναύαρχος του Πτολεμαίου Λυγίδου, οχύρωσε και την σημερινή νησίσα Πάτροκλος με ισχυρό φρούριο. Αυτό, αποδόθηκε αργότερα(229π.Χ.) στους Αθηναίους.
Περνώντας ο Παυσανίας τον 2ομ.Χ. αι., τότε που το ιερό είχε παρακμάσει, θεώρησε εσφαλμένα ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά. Κι αυτή η πλάνη συνεχίστηκε μέχρι το 1900, όταν η ανεύρεση επιγραφών οδήγησε στο σωστό συμπέρασμα: ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα.
Ήταν πολλοί οι περιηγητές του 17ου αιώνα που επισκέφθηκαν τον ναό του Ποσειδώνα, μένοντας εκστατικοί με τα υπέροχα ηλιοβασιλέματα και τους ορθούς ακόμη κίονες. Το ακρωτήριο του Σουνίου εκείνη την εποχή, ακριβώς, λόγω της ύπαρξης του ναού, αποκαλούνταν :Καβοκολώνες.

Το 1762 ναυάγησε στην περιοχή του Σουνίου ο Άγγλος ποιητής Ουίλλιαμ Φάλκονερ,  ταξιδεύοντας από τη Βενετία προς την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Την εμπειρία του την κατέγραψε στην γνωστότατη τριλογία με τίτλο Το ναυάγιο που έτυχε μεγάλης αναγνώρισης και επιτυχίας στην εποχή της.
Η πρώτη επιστημονική ανασκαφή έγινε το 1884 από τον αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Ντόρπφελντ, ο οποίος εργαζόταν για το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο- πανίσχυρο οικονομικά τότε. Συνέχισε συστηματικά ο Έλληνας Βαλέριος Στάης(1897-1913) με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρίας, ανασκάπτοντας το ιερό, το τείχος και τον αρχαίο οικισμό, ενώ είχαν προηγηθεί επεμβάσεις για την αναστύλωση του ναού.

Η εικόνα που αντικρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε την δεκαετία του 1950 υπό τον αρχαιολόγο Αναστάσιο Ορλάνδο. Μια πιο ολοκληρωμένη διαμόρφωση του ευρύτερου χώρου έγινε στα 2011-2013, με τρόπο που να γίνεται αντιληπτός στον κάθε επισκέπτη ο σύνθετος και σημαντικός ρόλος του Σουνίου για την αρχαία πόλη των Αθηνών.

Το μνημείο, έστω και με πολλούς από τους κίονές του  πεσμένους, έστω και λεηλατημένο, όπως  τόσα άλλα, εξακολουθεί και υψώνει στον καταγάλανο ουρανό μας την ανυπέρβλητη λευκότητά του, την ενεργειακή του ιερότητα και γαλήνη, γεμίζοντας τις ψυχές μας με δέος. Η ενατένιση στο Αιγαίο είναι πάντα η ίδια, η μορφή της περιπλάνησης, της εξερεύνησης και της μάθησης, του πλατιάσματος του νου στα μυστικά που περιμένουν πέρα από εκεί που σταματά να βλέπει το γυμνό μας μάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου