The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ- Αδερφοφάδες
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Προχωρώντας το βιβλίο, γίνεται όλο και δυσκολότερο να διαλέξω ένα κομμάτι. Όλα μου αρέσουν, όλα θέλω να σας τα μεταφέρω- όλα δείχνουν το μεγαλείο της γραφής του. Ας είναι. Εδώ ας σταθώ, όπως είπε ο ποιητής...

  
   Ο Βάσος έσκυψε το κεφάλι, έπεσε σε λογισμούς∙ θυμήθηκε το σπίτι του, θυμήθηκε τις τέσσερεις αδερφάδες του, που έμεναν στο ράφι ανύπαντρες∙ χρόνια και χρόνια δούλευε μαραγκός να μαζέψει λίγα λεφτά να τις παντρέψει∙δούλευε, δούλευε, τι κατάφερε; Μεροδούλι μεροφάι, τίποτα δεν περίσσευε. Κι ήταν τέσσερεις, τον κοίταζαν στα μάτια πικραμένες, όλο παράπονο. Η πρώτη, η Αριστέα, είχε πια μαραθεί∙έπεσαν τα στήθια της, αφού του κάκου περίμεναν, τόσα χρόνια, ένα χάδι να στυλωθούν∙χόντρυναν οι τρίχες στο απανωχείλι της, την πείραζαν κεφαλόπονοι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κι είχε γίνει κακιά, όλο νεύρα. Κάποτε, χωρίς λόγο, την έπαιρναν τα κλάματα,έπεφτε κάτω και σκλήριζε. Ο πατέρας πέθανε γρήγορα, δεν πρόφτασε να την παντρέψει∙κι ο Βάσος ήταν μικρός, δούλευε σ’ ένα μαραγκούδικο, βιάζουνταν να γίνει μάστορας, να βγάλει λεφτά,να την προικίσει, μα δεν το αξιώθηκε∙κι η Αριστέα τώρα τον καταριόταν, τον φώναζε ανάξιο κι αναίσθητο, ρίχνουνταν με τα νύχια της και τον γρατσούνιζε και ξεσπούσε σε θρήνο. Η δεύτερη, η Καλλιρόη, ολημέρα στον αργαλειό, ύφαινε τα προυκιά της∙είχε λιώσει, τα μάγουλά της βούλιαξαν, άρχισε κι αυτή να βγάζει μουστάκι, πρόβαινε το δειλινό στο κατώφλι, στολισμένη, πουδραρισμένη, μα κανένας δε γύριζε να τη δει∙και τρύπωνε πάλι μέσα, έμπαινε στον αργαλειό και ύφαινε τα προυκιά της. Η τρίτη, η Τασούλα, ήταν έξυπνη, καμωματού, το στήθος της όρθιο, τα μάτια της γαρίδα και κοίταζε τους άντρες∙αυτή ξεπόρτιζε, είχε φιλενάδες κι είχε βάλει στο μάτι ποιόν να πάρει,έναν αγαθούλη ψιλικατζή, τον Αριστειδάκη, και πηγαινόρχουνταν μπροστά από το μαγαζάκι του και κουνούσε τους γοφούς της. «Δεν τη φοβούμαι αυτή» συλλογίζουνταν ο Βάσος «δεν περιμένει να’ρθουν να την πάρουν∙παίρνει αυτή με το σπαθί της. Κι η τέταρτη, η Δροσούλα, είναι ακόμα μικρή, πάσει στο σκολειό, θα γίνει, λέει, δασκάλα. Δεν τη φοβούμαι κι αυτή∙ τις μεγάλες συλλογιέμαι∙πρέπει να μαζέψω λεφτά, να τις παντρέψω, να μην έχω το κρίμα τους στο λαιμό μου. Πρέπει, πρέπει... Να προφτάσω κι εγώ τη γυναίκα που αγαπώ, να μην τη χάσω∙ πώς να παντρευτώ, Θεέ μου, πώς να παντρευτώ πριν τις παντρέψω και τις τέσσερεις;»
   Αναστέναξε∙σήκωσε το κεφάλι, είδε μπροστά του το δεμένο αντάρτη∙ είχε κι αυτός σκυμμένο κάτω το κεφάλι και συλλογίζουνταν.
   Έκαμε να του δώσει μιαν κλοτσιά, να τον βρίσει, να τον φτύσει, να ξεσκάσει∙μα ευτύς το μετάνοιωσε∙η καρδιά του θαρρείς κι είχε μαλακώσει.
   -Ε, φουκαρά, είπε, φτωχός είσαι και συ σαν και μένα∙παλεύεις κι εσύ, κακομοίρη, και δεν ξέρεις ποιός σού φταίει∙μα μπάς και ξέρω κι εγώ; Ο Θεός έδωκε στους φτωχούς τα μάτια μονάχα για στολίδι.
   -Εγώ, σύντροφε, είπε ο νέος, αρχίζω και βλέπω∙δεν καλοξεδιακρίνω ακ΄μα, μα αρχίζω και βλέπω. Θα δεις και συ- πώς σε λένε, με το καλό;
   -Βάσο, από τη Σάμο∙ μαραγκός.
   -Εμένα, Γιάννη, από το Βόλο.
   -Έχεις αδερφάδες;
   -Όχι, δόξα σοι ο Θεός∙είμαι μοναχογιός και μοναχοπαίδι∙ο κύρης μου πέθανε από το πιοτό, κι η μάνα μου, για να με θρέψει, ξενοδούλευε, έκανε μπουγάδες στα πλούσια σπίτια∙τώρα πιάστηκε, δεν μπορεί να σαλέψει. Κάθε μέρα βάζει έναν συγγενή της και μού γράφει, κι η καρδιά μου σκίζεται όταν διαβάζω τα γράμματά της. «Υπομονή, υπομονή, μάνα» της αποκρίνουμαι «εσένα και μόνο συλλογιέμαι, γρήγορα θα γυρίσω».
   Αναστέναξε.
   -Πότε; Μουρμούρισε∙ πότε; Μπορεί και να μην την ξαναδώ∙ να, σήμερα παρά τρίχα, Βάσο, να με σκοτώσεις.
   Ο Βάσος κοκκίνησε, έκαμε να μιλήσει- μα τι να πει; Πώς να το πει; Το μυαλό του είχε σαστίσει∙έβλεπε τη γριά μάνα του παιδιού, την παράλυτη, έβλεπε τις τέσσερεις αδερφάδες, τις ανύπαντρες, έβλεπε τα τέσσερα ροζωμένα χέρια πού τα’ χε φάει η δουλειά, χωρίς όφελος, μούγκρισε, αγριεύτηκε. Και χωρίς να ξέρει τι κάνει, πετάχτηκε απάνω, φόρεσε τις αρβύλες του, έσκυψε στο δεμένο αντάρτη, του’λυσε τα χέρια.
   -Άντε στο διάολο, του φώναξε, φεύγα! 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου