The world I love:my novels, my favorite themes

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

 

Η ΦΩΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


 


Την στιγμή που ο κόσμος πληροφορείται την δολοφονία του νεοεκλεγέντος Προέδρου του σπαρασσόμενου από εμφύλιο πόλεμο Λιβάνου, η Λιντά πληροφορείται τον αναπάντεχο και τραγικό θάνατο του αγαπημένου της και βυθίζεται σε βαριά κατάθλιψη.

Ο Φιλίπ την μεταφέρει στη Γαλλία και προσπαθεί με ιατρική φροντίδα και με την δύναμη της αγάπης του να επουλώσει τα τραύματά της.

Η ιστορία της οικογένειας της Λιντά, μαζί μ’ εκείνη της Συρίας και του Λιβάνου, είναι συναρπαστική, εξωπραγματική, όπως ακριβώς η αληθινή ζωή.

Ένα ατίθασο πνεύμα, ένας φλογερός, απαγορευμένος έρωτας και ένας δραματικός εμφύλιος σπαραγμός καθορίζουν την πορεία της ύπαρξής της. Η δίψα και η χαρά της ζωής εναλλάσσονται με το φάσμα του πολέμου και του θανάτου. Το άρωμα της ευημερίας και του κοσμοπολιτισμού παρασύρει και σαγηνεύει, ενώ την ίδια στιγμή η στιφή μυρωδιά του θανάτου κόβει την ανάσα.

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που ξεδιπλώνει αριστοτεχνικά την πορεία μιας γυναίκας η οποία έχασε τα πάντα, αλλά το πάθος και η δύναμη για τη ζωή την κράτησαν ζωντανή.

 

ΠΑΛΑΙΟΙ ΛΟΓΑΡΙΣΜΟΙ


 

Τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικοί αιώνες, τρεις διαφορετικοί κόσμοι.

 


Η Βασιλεία Γερανίου είναι μια νέα και ανεξάρτητη γυναίκα του 20ού αιώνα. Η ήσυχη και προγραμματισμένη ζωή της συνταράσσεται από την εμφάνιση ενός άνδρα, κλεισμένου στα μυστικά του. Η Τζόντι Βίνεη είναι ένα φτωχοκόριτσο που οι απάνθρωπες συνθήκες του Λονδίνου του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα οδηγούν στην εξαθλίωση. Η ομορφιά είναι το μοναδικό της όπλο που πρέπει να μάθει να το χρησιμοποιεί σωστά. Η Γουάν Φεν είναι μια αξιοσέβαστη Κινέζα της ανώτερης τάξης του 16ου αιώνα. Βαθύ μίσος και κακή κρίση την απομακρύνουν από το περιβάλλον της και την οδηγούν στο τελευταίο κοινωνικό σκαλοπάτι.

 

Τι σχέση έχουν μεταξύ τους αυτές οι γυναίκες και πόσο οι συνθήκες και η στάση ζωής της Τζόντι και της Γουάν Φεν επηρεάζουν τη ζωή της Βασιλείας;

 

Ένα ξεχωριστό, άκρως γοητευτικό μυθιστόρημα με απρόσμενες ανατροπές, μια συναρπαστική γραφή, άλλοτε λυρική, άλλοτε σκληρή και άλλοτε ωμή, μας παρασύρει σ’ ένα αλησμόνητο ταξίδι.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

 

ΝΕΛΣΟΝ ΡΟΛΙΛΑΛΑ ΜΑΝΤΕΛΑ (1918-2013)

(Είναι) Μακρύς ο δρόμος για την ελευθερία)

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Ενώ ο Νέλσον Μαντέλα βρίσκεται στη φυλακή, τον Ιούλιο του 1963, σε μια επιδρομή της αστυνομίας, βρέθηκαν έγγραφα του Δόρατος του Έθνους, με αναφορές στο όνομά του. Μια νέα δίκη άρχισε τον Οκτώβριο, κατηγορώντας τον για σαμποτάζ και συνωμοσία βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης. Ο Νέλσον και άλλοι πέντε κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τα σαμποτάζ και αρνήθηκαν τις θεωρίες περί συνωμοσίας, χρησιμοποιώντας την δίκη ως μέσον διάδοσης των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Ο Νέλσον μιλούσε επί τρεις ώρες, λέγοντας « είμαι έτοιμος να πεθάνω». Παρά το γενονός ότι απαγορευόταν, όλες οι εφημερίδες ανέφεραν τα λόγια του. Η δίκη προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον, κλήσεις για την αθώωσή του ήρθαν από τα Ηνωμένα Έθνη και το Διεθνές Κίνημα Ειρήνης.

Στις 12 Ιουνίου 1964 ο Νέλσον Μαντέλα βρέθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες. Η κατηγορούσα αρχή πρότεινε την θανατική ποινή, αλλά ο δικαστής τον καταδίκασε σε ισόβια.

Οι έξι κατηγορούμενοι (ο Μαντέλα και οι άλλοι πέντε) μεταφέρθηκαν στις φυλακές του Robben Island και παρέμειναν εκεί τα επόμενα δέκα οκτώ χρόνια. Το κελί του Νέλσον ήταν 2,1 Χ 2,4μ. Ήταν υγρό, τσιμεντένιο και είχε ένα αχυρόστρωμα, ένα σκαμνί κι έναν τενεκεδένιο σκουπιδοτενεκέ. Οι έξι τους έσπαζαν καθημερινά βράχια και τα μετέτρεπαν σε χαλίκια. Έναν χρόνο μετά, τους έστειλαν σε λατομείο ασβέστη. Η χρήση γυαλιών ηλίου απαγορευόταν και η λάμψη του ασβέστη προκάλεσε μόνιμες βλάβες στα μάτια του Νέλσον. Πολλές φορές τον έκλειναν στην απομόνωση, με την κατηγορία ότι έβρισκαν λαθραία αποκόμματα εφημερίδων στα χαρτιά του (οι εφημερίδες απαγορεύονταν).

Παρ’ όλες αυτές τις κακουχίες, είχε το σθένος να ασχολείται τα βράδια με το μεταπτυχιακό του.

Η μητέρα του πέθανε το 1968 και ο πρώτος του γιος το 1969. Δεν τού επέτρεψαν να πάει στις κηδείες τους. Η Γουίνι ήταν φυλακισμένη τον περισσότερο καιρό με χίλιες δύο προφάσεις, επομένως ήταν αδύνατον να τον επισκεφθεί. Ακόμη κι όταν αποφυλακίστηκε το 1977, αναγκάστηκε να μείνει δια της βίας στο Μπράντφορντ, ώστε να μην καταστεί δυνατόν να τον επισκεφθεί.

Οι συνθήκες της φυλακής βελτιώθηκαν μετά το 1967. Τους έδωσαν μακριά παντελόνια (ως τότε φορούσαν κοντά) και η τροφή καλυτέρεψε. Ο Νέλσον έπρεπε να περιμένει ως το 1975 για να καταφέρει να δέχεται επιστολές και επισκέψεις. Τότε ξεκίνησε να γράφει και την αυτοβιογραφία του, την οποία έστειλε λαθραία στο Λονδίνο.  Στάθηκε άτυχος και οι δεσμοφύλακες βρήκαν κάποιες σελίδες, με αποτέλεσμα να σταματήσει το μεταπτυχιακό του για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Και τότε, η ακαταπόνητη ψυχή του στράφηκε στην κηπουρική.

Στις 31 Μαρτίου 1982, μαζί με τους Σισούλου, Μλάμπα και Μλαγκένι μεταφέρθηκε στις φυλακές Πόλσμορ στο Κέηπ Τάουν. Τρία χρόνια αργότερα υποβλήθηκε σε επέμβαση προστάτη και όταν επέστρεψε στη φυλακή, τον οδήγησαν σε ένα μοναχικό κελί. Εκείνος, άρχισε τις προσπάθειες για μια συνάντηση μεταξύ κυβέρνησης και Εθνικού Κογκρέσου.

(Γελώ όταν σκέφτομαι τις θυμωμένες αντιδράσεις των Αρχών, κάθε φορά που τον πίεζαν ψυχολογικά κι εκείνος αντιδρούσε σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό).

Τον Αύγουστο του 1988 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με φυματίωση. Μετά τη θεραπεία, τον οδήγησαν στην φυλακή Βίκτορ Βέρστερ κοντά στο Πάαρλ, για τους επόμενους δεκατέσσερις μήνες.

Ύστερα από τρεις αποτυχημένες προσφορές αποφυλάκισης (λόγω διεθνούς πίεσης), ο Νέλσον Μαντέλα αποφυλακίσθηκε την Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 1990, τέσσερις μήνες μετά την αποφυλάκιση των φίλων του, και αφοσιώθηκε στις συνεννοήσεις για το τέλος της λευκής κυβέρνησης μειονότητας. Την επόμενη χρονιά διαδέχτηκε τον καλό του φίλο Όλιβερ Τάμπο εκλεγόμενος Πρόεδρος του Εθνικού Κογκρέσου.

Το 1993 κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης και στα τέλη του Απριλίου 1994 ψήφισε για πρώτη φορά στη ζωή του. Ήταν 76 ετών.

Στις 10 Μαου 1994 αναδείχθηκε πρώτος μαύρος εκλεγμένος Πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής. Το 1999, κρατώντας την υπόσχεσή του, παραιτήθηκε και συνέχισε να εργάζεται στο Ίδρυμα Νέλσον Μαντέλα.

Πέθανε στο σπίτι του στο Γιοχάννεσμπουργκ στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

 

ΝΕΛΣΟΝ ΡΟΛΙΛΑΛΑ ΜΑΝΤΕΛΑ (1918-2013)

(Είναι) Μακρύς ο δρόμος για την ελευθερία)

Μέρος Α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Εμφανίζονται μερικές φορές- καθόλου συχνά- κάποιοι άνθρωποι που οι φωτεινές τους ψυχές έχουν την ικανότητα να μας τραβούν όλους από τα λασπόνερα, να μας οδηγούν σε ανώτερες σφαίρες, να μας μεταμορφώνουν σε πραγματικά, φωτεινά πνευματικά όντα. Ένας από αυτούς τους σπάνιους άνδρες ήταν και ο Νέλσον Μαντέλα. Ας μάθουμε λίγα πράγματα γι’ αυτή την ανυποχώρητη, πεισματάρικη ψυχή.

 

Ήταν δισέγγονος βασιλιά της φυλής Τεμπού και το όνομα της οικογενειακής του φατρίας ήταν Μαντίμπα. Στα επτά του χρόνια τον έστειλαν στο σχολείο και η δασκάλα του τον ονόμασε Νέλσον- ένα χριστιανικό όνομα. Γράφει ο ίδιος: «Κανείς από την οικογένειά μου δεν πήγε στο σχολείο… Την πρώτη μέρα που πήγα εγώ, η δασκάλα μου, Miss Mdingane, έδωσε σε όλους μας ένα αγγλικό όνομα. Αυτό ήταν το έθιμο εκείνον τον καιρό για μας τους Αφρικανούς, προφανώς λόγω της βρετανικής προκατάληψης της εκπαίδευσής μας».

Δύο χρόνια αργότερα πέθανε ο πατέρας του. Πολύ αργότερα, ο Νέλσον θα έλεγε ότι από εκείνον (τον πατέρα του) κληρονόμησε μια «επαναστατική υπερηφάνεια» και μια «ξεροκέφαλη αίσθηση δικαίου». Ίσως ναι, ίσως όχι, μιας και το μεσαίο του όνομα-Ρολιλάλα- σημαίνει εκείνον που δημιουργεί φασαρίες και προβλήματα, τον ταραχοποιό.

Στα 16 του πήρε μέρος σε μια παραδοσιακή τελετή ενηλικίωσης και τού δόθηκε το όνομα Νταλιμπούγκα.

Αν και έπαιρνε ευρωπαϊκή μόρφωση, τον ενδιέφερε πολύ η αφρικανική κουλτούρα. Σπούδασε ανθρωπολογία και πολιτικές επιστήμες.

Με το ξέσπασμα του Β΄Π.Π. πήρε μέρος σ’ ένα μποϊκοτάζ για την ποιότητα του φαγητού τού πανεπιστημίου Fort Hare στο οποίο φοιτούσε και αποβλήθηκε. Δεν επέστρεψε ποτέ εκεί.

Πήγε στο Γιοχάννεσμπουργκ τον Απρίλιο του 1941 κι έπιασε δουλειά ως νυχτερινός φύλακας στα Βασιλικά Ορυχεία, «βλέποντας για πρώτη φορά τον καπιταλισμό εν δράσει», αλλά απολύθηκε όταν ο προϊστάμενός του ενημερώθηκε για ό,τι είχε συμβεί στο Fort Hare.

Τότε γνώρισε τον Ουώλτερ Σισούλου, ο οποίος μεσολάβησε για να βρει δουλειά σε μια νομική εταιρία που ανήκε σ’ έναν φιλελεύθερο Εβραίο. Μέσω των νέων συναδέλφων του μπήκε στους κύκλους του Κομμουνιστικού Κόμματος, εντυπωσιασμένος από το πολυποίκιλο μάζεμα Αφρικανών, Ευρωπαίων, Ινδών και Εγχρώμων, και την ίση αντιμετώπισή τους. Ο ίδιος δεν έγινε μέλος του Κ.Κ. επειδή πρέσβευε την αθεα κι εκείνος ήταν χριστιανός, κι επειδή κατάλαβε ότι ο αγώνας των Αφρικανών βασιζόταν στο γένος τους και όχι στις κοινωνικές κάστες.

Γράφηκε στο πανεπιστήμιο της Ν. Αφρικής σ’ ένα πρόγραμμα αλληλογραφίας και επέλεξε να μείνει  γειτονιά εργατών ορυχείων διαφόρων φυλών.

Το 1943 πήρε το ΒΑ, αποφασισμένος ν’ ακολουθήσει πολιτική καριέρα, ως δικηγόρος, επειδή «αισθανόταν ότι ήταν αδύνατον να κάνει κάτι άλλο».

Σπουδάζοντας Νομική στο πανεπιστήμιο Witwatersrand ήταν ο μόνος μαύρος Αφρικανός φοιτητής και ήρθε αντιμέτωπος με τον ρατσισμό. Μπήκε ορμητικά στην πολιτική, επηρεάστηκε από τον Σισούλου, γνώρισε τον Λεμπέντε, και πίστευε ακράδαντα ότι οι μαύροι Αφρικανοί έπρεπε να γίνουν απόλυτα ανεξάρτητοι, να παλέψουν για να παίρνουν εκείνοι τις πολιτικές αποφάσεις.

Τον Οκτώβριο του 1944 παντρεύτηκε την Έβελιν Μάσε και απέκτησε έναν γιο και μια κόρη (πέθανε μετά από εννέα μήνες από μηνυγγίτιδα). Ο Λεμπέντε πέθανε το 1947 και ο Νέλσον προωθήθηκε στην ηγεσία του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου Νεότητας (ANCYL), με τη βούληση να απομακρύνει τους κομμουνιστές, θεωρώντας ότι τα πιστεύω τους ήταν αντι-αφρικανικά.

Το 1948 ξεκίνησε δραματικά το απαρτχάϊντ. Ο Νέλσον Μαντέλα και το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο δρουν άμεσα εναντίον των μέτρων με απεργίες και μποϊκοτάζ, ακολουθούμενοι από τους Ινδούς.

Το μυαλό του βρίσκεται στη δράση, στους δρομους, με αποτέλεσμα να αποτύχει τρεις φορές στις εξετάσεις του πανεπιστημίου.

Φυλακίστηκε και δικάστηκε τον Ιούνιο του 1952 και έγινε γνωστός στην Νότιο Αφρική. Οι οπαδοί του πολλαπλασιάστηκαν. Έμεινε στη φυλακή εννέα μήνες, μαζί με τον Σισούλου και τον Νταντού.

Τον επόμενο χρόνο, μαζί με τον Τάμπο, άνοιξε μια νομική εταιρία στο Γιοχάννεσμπουργκ, την μοναδική από Αφρικανούς, και ασχολήθηκαν με υποθέσεις αστυνομικής βίας. Δεν άργησαν να γίνουν στόχοι των Αρχών και να τους αφαιρεθεί η άδεια άσκησης επαγγέλματος.

Η σχέση με την Έβελιν ήταν πλέον άσχημη, εκείνη τον κατηγορούσε για μοιχεία. Υπήρχαν φήμες ότι ο Νέλσον είχε νόθο παιδί. Η μητέρα του γύρισε στο χωριό τους για να μην ακούει τίποτε, η Έβελιν πήγε με τους Ιεχωβάδες και απέρριψε την ενασχόληση του Νέλσον με την πολιτική, ενώ γέννησε μια κόρη το 1954.

Ο ως τότε οπαδός των ειρηνικών διαμαρτυριών Νέλσον Μαντέλα, αναγνώρισε τον Φεβρουάριο του 1955 ότι η βία ήταν ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούν από το απαρτχάϊντ.

Οι Αρχές τού απαγόρευσαν να κυκλοφορεί στο Γιοχάννεσμπουργκ τον Μάρτιο του 1956 και η Έβελιν τον εγκατέλειψε, παίρνοντας μαζί της τα παιδιά.

Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς ο Νέλσον συνελλήφθη για «εσχάτη προδοσία». Τον Φεβρουάριο του 1958 δόθηκε άδεια να γίνει δίκη, άρχισε τον Αύγουστο στην Πραιτώρια και τον Οκτώβριο οι κατηγορίες αποσύρθηκαν.

Το διαζύγιο με την Έβελιν βγήκε τον Μάρτιο 1958, αλλά ο Νέλσον είχε ήδη γνωρίσει την Γουίνι Μαντικιζέλα και την παντρεύτηκε εκείνη την ίδια χρονιά.

Τον Μάρτιο του 1960 φυλακίστηκε για πέντε μήνες, σε μια φυλακή της Πραιτώρια με άθλιες συνθήκες, με απαγόρευση κάθε είδους επαφής- ακόμη και με τον δικηγόρο του.

Το πρώτο του μέλημα μετά την αποφυλάκιση ήταν να οργανώσει ένα Παν-αφρικανικό Συνέδριο στο Νατάλ (Μάρτιος 1961), ταξιδεύοντας ιγκόγνιτο. Ο Τύπος τον αποκαλεί Black Pimpernel, μια αναφορά στο επιτυχημένο θεατρικό έργο της βαρώνης Emma Orczy «The scarlet Pimpernel» του 1905. (Το πίμπερνελ είναι ένα περιφρονημένο φυτό- το δικό μας περδικούλι ή περδικάκι- που φυτρώνει παντού, κρατώντας κρυφές τις αξιοθαύμαστες ιδιότητές του. Ο ήρωας του θεατρικού, έχοντας ως σήμα κατατεθέν μια απεικόνιση του φυτού, έκρυβε την παραγματική του προσωπικότητα και δράση, ενώ φαινομενικά ήταν ένας αδιάφορος για όλα ευγενής).

Εμπνεόμενος από τον Φιντέλ Κάστρο, ίδρυσε με τον Σισούλου και τον Σλόβο το «Δόρυ του έθνους» (Spear of the Nation), έγινε μέλος του Κ.Κ. και της Κεντρικής Επιτροπής και συνέχισε να κρύβεται.

Πάντα κρυφά, το 1962 ταξίδεψε για να παρακολουθήσει το Παν-αφρικανικό Συνέδριο για την Ελευθερία στην Αντίς Αμπέμπα, και συνέχισε επισκεπτόμενος την Τυνησία, την Αίγυπτο, την Ταγκανίκα, το Μαρόκο, το Μαλί, την Γουϊνέα, τη Σιέρα Λεόνε, τη Λιμπερία και τη Σενεγάλη. Τελευταίος σταθμός το Λονδίνο, όπου συνάντησε πολιτικούς, δημοσιογράφους και ακτιβιστές που υποστήριζαν σθεναρά την κατάργηση του απαρτχάϊντ. Πριν επιστρέψει στη βάση του, παρέμεινε στην Αιθιοπία για δύο μήνες, παρακολουθώντας τις τακτικές του αντάρτικου πολέμου.

Η επιστροφή σήμαινε σύλληψη (5 Αυγούστου 1962) και φυλάκιση στις φυλακές του Γιοχάννεσμπουργκ, με την κατηγορία της φυγής από τη χώρα χωρίς άδεια. Σύντομα μεταφέρθηκε στο άθλιο περιβάλλον των φυλακών της Πραιτώρια, αλλά με ψυχικό σθένος αντιστάθηκε: άρχισε μαθήματα δι’ αλληλογραφίας με το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου για να λάβει το Bachelor in Law. Η δίκη ξεκίνησε τον Οκτώβριο, αλλά διακόπηκε διότι ο Νέλσον εμφανίστηκε φορώντας ένα παραδοσιακό καρός, έναν μανδύα από δέρμα αρνιού, αρνήθηκε να καλέσει μάρτυρες και έστρεψε την ένστασή του σε πολιτικό λόγο. Τελικά, βρέθηκε ένοχος, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση και βγήκε από την αίθουσα του δικαστηρίου τραγουδώντας το «Nkosi Sikelel’ i Afrika», έναν χριστιανικό ύμνο του 1897.

 

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

 

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘30

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou


 


Ανήσυχο πνεύμα ο Γιώργος Θεοτοκάς, βρέθηκε στο κέντρο των αναζητήσεων της γενιάς του '30 και του διαλόγου περί «ελληνικότητας». Οι δραματικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις σε ελληνικό και διεθνές πεδίο (μεταξική δικτατορία, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος, ψυχροπολεμική περίοδος) σφράγισαν την πνευματική του πορεία και καθόρισαν τις θέσεις και τις απόψεις του. Πολέμιος κάθε ολοκληρωτισμού, προέβαλλε πάντα τις ακλόνητες θέσεις του περί προσωπικής ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ υποστήριξε σθεναρά τον κεντρώο πολιτικό χώρο.

Με τα δοκίμιά του ο συγγραφέας κατάφερε να διαμορφώσει ένα ευλύγιστο, εναργές και απλό γράψιμο, με όργανο μια εκπληκτικά στρωτή δημοτική. Όμως, ο ίδιος προτιμούσε τα μυθιστορήματα. Μιλάμε για το αστικό μυθιστόρημα εποχής, το βασισμένο στη θεματική διάρθρωση του υλικού, στη δημιουργία χαρακτήρων και στην αιτιατή πλοκή. Επηρεάστηκε από τους Σταντάλ, Μπαλζάκ, Φλομπέρ και Τολστόι, αλλά όχι από τους συγχρόνους του Προυστ, Τζόις, Γουλφ, Κάφκα και Μούζιλ, όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Αράγης στα έργα του «Γιώργος Θεοτοκάς. Παρουσίαση-Ανθολόγηση» και Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)

 

Διαπιστώνοντας το τέλμα στα ελληνικά πνευματικά δρώμενα και την δεσποτεία της παλιάς γενιάς των διανοουμένων δυσφορεί αφάνταστα. Είναι ο κατ΄ εξοχήν εκφραστής της νέας γενιάς που ασφυκτιά από τον θανατηφόρο δεσποτισμό των παλιών. Γι’ αυτό, συγκεντρώνει γύρω του τα πιο ευπρεπή και μορφωμένα στρώματα της ελληνικής νεότητας και τίθεται με την πολυεπίπεδη πνευματική παρουσία του, ηγέτης της προσπάθειας για την αναγέννηση του τόπου.

Διακήρυξε, όπως εύστοχα επισημαίνει ο μεγάλος μας κριτικός Αντρέας Καραντώνης, ότι ο νεοελληνικός χαρακτήρας, σαν χαρακτήρας έθνους ζωντανού, δεν μπορεί να είναι μονόπλευρος και σταματημένος σε πάγια χαρακτηριστικά, αλλά μια πολύχρωμη σύνθεση από πολλές διαφορετικές τάσεις, παραδόσεις και προσωπικότητες. Σε κάθε του βήμα ήταν έκδηλη η διαύγεια του ύφους, η καθαρότητα των συλλογισμών και η κριτική ματιά του.

Τη συγγραφική του τεχνοτροπία και την πνευματική του οξυδέρκεια αποτυπώνει με ξεχωριστή ενάργεια στο πρωτοποριακό για την εποχή του έργο «Αργώ». Είναι μια σπουδαία πεζογραφική σύλληψη από τις πιο εμπνευσμένες της γενιάς του’30, μέσα από την οποία, όπως σχολιάζει ο Σπύρος Πλασκοβίτης: «Ο Θεoτοκάς θέλησε να αγκαλιάσει ολάκερη την ιδεολογική και ηθική μετάβαση του νεοελληνικού αστισμού, από τη μονοκρατορία της Μεγάλης Ιδέας, ως την παροπλισμένη δημοκρατία του μεσοπολέμου».

Ο Γιώργος Θεοτοκάς επιχειρεί για πρώτη φορά μια συστηματική προσπάθεια ψυχολογικής αποτύπωσης όλων των τύπων που εκφράζουν την νεοελληνική πραγματικότητα και έτσι προσφέρει μια εξαιρετική τοιχογραφία της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Με τις άχραντες ηθικά μορφές στην «Αργώ», δημιουργεί ένα μυθιστόρημα υψηλής πνευματικής και πολιτισμικής αγωγής. Μέσα από την «Αργώ» ο αναγνώστης, όπως σημειώνει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, «ανασαίνει σε μια πνευματική ατμόσφαιρα».

Κι επειδή η «Αργώ» είναι τόσο σημαντική, κι επειδή επιθυμώ να γνωρίσετε και μια άλλη πλευρά του Γιώργου Θεοτοκά, σας μεταφέρω ένα μικρό κομμάτι, γραμμένο από την μικρότερη αδελφή του.

 

«Στον λόφο του Χριστού, στην Πρίγκιπο, σ’ ένα πευκόφυτο δάσος, υπήρχε ένα μοναστήρι που, στον 20ό αιώνα, είχε ξεφύγει από τον αρχικό προορισμό του. Μαζί με τρία-τέσσερα νεότερα κτίσματα, είχε γίνει τόπος παραθερισμού. Δίπλα στην εκκλησία ήταν ένα νεκροταφείο, παρατημένο από καιρό. Σ’ ένα από τα «παιδικά» διηγήματά του ο Γιώργος περιγράφει τα τρελά παιχνίδια της παρέας του ανάμεσα στους τάφους: “Ξέραμε απ’ έξω την τοποθεσία όλων σχεδόν των τάφων και τους νεκρούς τούς λέγαμε με τα μικρά τους ονόματα. Σε κείνην τη γωνιά καθότανε η Μελπομένη, δίπλα της η Ευγενία, παρακάτω ήταν ο Αναστάσιος, στην αντικρινή γωνιά ο Γεράσιμος. Ξέραμε απάνω-κάτω και την ηλικία του καθενός. Πηδούσαμε απάνω από τα μνήματα, σκαρφαλώναμε στους τοίχους και στους κορμούς των κυπαρισσιών, κυλιόμασταν στα χορτάρια, αναστατώναμε τον κόσμο των νεκρών με τα τρεξίματα, τις φωνές μας, τα γέλια μας και καμιά φορά τα κλάματά μας, όταν γινότανε καβγάς”(Ο κήπος με τα κυπαρίσσια,1937).

Σ’ εκείνη την ηλικία, η διαφορά ανάμεσα στον Γιώργο και σε εμένα ήταν μεγάλη, έξι ολόκληρα χρόνια. Ετσι, τα αγόρια δεν με καταδέχονταν. Οπως έγραφε ο Γιώργος, “υπήρχαν κάτι πολύ μικρά κοριτσάκια που μας ακολουθούσαν με πολύ κόπο… και που δεν τα θεωρούσαμε μέλη της συντροφιάς”.

Παρότι οι αναμνήσεις μου από κείνα τα χρόνια είναι αμυδρές, θυμάμαι θα ήταν το 1917, τον Γιώργο στη Χάλκη, να πηδά από τα κεραμίδια της εκκλησιάς της μικρής μονής του Αρσενίου, να με αρπάζει από το χέρι και να με τραβολογά στο δάσος, για να μην τον μαρτυρήσω στον πατέρα Κωνστάντιο, που τον είχε αντιληφθεί. Ο τελευταίος επρόκειτο να εμπνεύσει στον Γιώργο τον Παπασίδερο της Αργώς, τον πιο δυνατό, όπως πίστευε, τύπο του μυθιστορήματος».

 

Βασικό μέλημα σε όλα τα έργα του Γιώργου Θεοτοκά που παρουσιάζουν μια αδιαίρετη ενότητα είναι η ελληνική διάρκεια, το μέλλον και η πορεία του ελληνισμού, ως σπουδαίας πνευματικής και πολιτισμικής δομής της ανθρωπότητας.

Πρέσβευε ότι «το γνήσιο ελληνικό πνεύμα, που παραδόθηκε ναρκωμένο και καταχωνιασμένο κάτω από τις στοίβες νεκρού δασκαλισμού, μπορούσε να απελευθερωθεί και να συμβάλλει σε μια άνθηση της ελληνικής σκέψης και των ελληνικών γραμμάτων».

Όπως σημειώνει και ο ίδιος στα πρωτοπόρα δοκίμιά του «Αναζητώ ένα ορισμένο είδος ανθρωπιάς, όχι στατικό, αλλά δυναμικό, ικανό να ανανεώνεται, να αναπροσαρμόζεται και να δημιουργεί χωρίς τελειωμό». Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό και έχοντας δεχθεί επηρεασμούς από τα πιο πρωτοπόρα αισθητικά ρεύματα της Ευρώπης, κόμιζε πάντα στα πνευματικά του βήματα τη φρεσκάδα της πρωτοπορίας, χωρίς όμως ποτέ να αλλοτριώσει την ελληνικότητά του, για την οποία πάσχιζε μια ζωή.

Κατάφερε να μπολιάσει την νεοελληνική πνευματική πραγματικότητα με νοοτροπία ευρωπαϊκή και οραματίστηκε την αναγέννηση του ελληνισμού, ως μελλοντικού καθοδηγητή της Ευρώπης. Μέσα από αυτή τη στάση του, όπως σημείωσε ο Χρήστος Λαμπράκης, «εξέφρασε το πρότυπο του ευρωπαίου διανοουμένου, που γνώριζε την αλληλεξάρτηση όλων των φαινομένων και γι’ αυτό ζητούσε να αποκτήσει γενική καλλιέργεια».

Οι ρηξικέλευθες θέσεις που πήρε για τον ρόλο και την ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων επέφεραν σωρεία άδικων και κακόβουλων επιθέσεων, εκείνος όμως κράτησε μια αξιοπρεπή στάση και δεν στράφηκε εναντίον κανενός.

Υπήρξε αναμφίβολα μία από τις λαμπρότερες και πολυεπίπεδες φυσιογνωμίες των ελληνικών γραμμάτων την περίοδο του μεσοπολέμου. Διάνοιξε νέους ορίζοντες στη νεοελληνική γραμματεία και αναδείχτηκε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της γενιάς του ’30.

Ο Π. Σπανδωνίδης δίνοντας επιγραμματικά το πνευματικό στίγμα του Θεοτοκά γράφει: «Η όλη παρουσία του Θεοτοκά στη διασκεπτική περιοχή, μας δίνει ένα μυαλό οπλισμένο με βαθιά καλλιέργεια και φανερωμένο σε γεωμετρικές αναλογίες, μεγάλης στερεότητας. Παρουσιάζει ένα πνεύμα φωτεινό και διαυγές, αλλά ακόμη συνθετικό και βαθύ, όχι διάχυτο και αυθόρμητο, αλλά δημοσιογραφικό».

 

Τα τέλη της δεκαετίας του 1950 σηματοδότησαν μια ουσιαστική καμπή στην πνευματική του πορεία, που είχε να κάνει με τη στροφή του προς το χριστιανισμό και, κυρίως, την ορθοδοξία, στροφή που ίσως ήταν σχετική με τον θάνατο της γυναίκας του το 1959. Αυτή πάντως η στροφή δεν αλλοίωσε την εικόνα της συνολικής πνευματικής του πορείας. Κατηγορώντας τη Δύση ότι έχει απολέσει το αξιακό της υπόβαθρο, υποστήριξε την επιστροφή στις αξίες μέσω της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας, επικρίνοντας ταυτόχρονα και την ελληνική κοινωνία για την αντίστοιχη απώλεια αξιών, και την Εκκλησία για την αδυναμία της να εκσυγχρονίσει την ορθόδοξη παράδοση.)

 

Πολυγραφότατος, εκτός από τα έργα που αναφέρθηκαν στο α΄ μέρος του αφιερώματος, έγραψε και τα παρακάτω:

Οι Καμπάνες, Προβλήματα του καιρού μας, Πνευματική Πορεία,

Εθνική κρίση, Αναζητώντας τη διαύγεια (Δοκίμια για τη νεότερη ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία), Στοχασμοί και θέσεις (Πολιτικά κείμενα, 2 τόμοι)

Επίσης τα θεατρικά: Το γεφύρι της Άρτας,Όνειρο του Δωδεκάμερου, Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας, Συναπάντημα στην Πεντέλη, Το τίμημα της λευτεριάς, Αλκιβιάδης, Ο τελευταίος πόλεμος, Λάκκαινα, Σκληρές ρίζες, Η άκρη του δρόμου.

Τα ταξιδιωτικά (από τα πολλά ταξίδια του): Δοκίμιο για την Αμερική, Ταξίδι στη Μέση Ανατολή και στο Άγιον Όρος, Ταξίδια: Περσία, Ρουμανία, Σοβιετική Ένωση (σημ. Ρωδία), Βουλγαρία.

Έγραψε ακόμη: Ώρες Αργίας, Ημερολόγιο της «Αργώς» και του «Δαιμονίου», Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Στοχασμοί και Θέσεις, Πολιτικά Κείμενα:1925-1949 και 1950-1966, 2 τόμοι, Η Ορθοδοξία στον Καιρό Μας, Μια Αλληλογραφία.

 

 

 

 

 

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘30

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ (27 Αυγούστου 1906- 30 Οκτωβρίου 1966)

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou


 


Ο Γιώργος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε για δύο χρόνια στην Σχολή Ζαμαρία και κατόπιν στο Ελληνογαλλικό Λύκειο. Ο πατέρας του Μιχαήλ ήταν δικηγόρος και η μητέρα του Ανδρονίκη Νομικού είχε καταγωγή από τα Νένητα της Χίου.

Εκδήλωσε νωρίς την έφεσή του στα Γράμματα και, μαθητής ακόμα, έδωσε διαλέξεις σχετικές με την ιστορία του δημοτικισμού και το έργο του Διονυσίου Σολωμού.

Η καταστροφή του 1922 έφερε την οικογένεια Θεοτοκά στην Αθήνα. Ο Γιώργος Θεοτοκάς γράφηκε στην Νομική του Πανεπιστημίου των Αθηνών το ίδιο έτος. Δείχνοντας ήδη έφεση στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα, εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της δημοτικιστικής οργάνωσης Φοιτητική Συντροφιά το 1925, παραμένοντας πιστός υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας σε όλη του τη ζωή. Από εκείνα τα χρόνια εξέφρασε την αμφισβήτησή του για τις πνευματικές αξίες της εποχής του και πρόταξε την ανάγκη για αλλαγή και αναγέννηση της νεοελληνικής νοοτροπίας και κουλτούρας. Στα τέλη Αυγούστου 1925 δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα Νέα Χίος με τίτλο Η κοινωνική σημασία του έργου του Ψυχάρη.

Με το ίδιο περιεχόμενο έδωσε διάλεξη και προσφώνησε τον Ψυχάρη σε τιμητική εκδήλωση προς τιμήν του στην αίθουσα της Εταιρείας Κοινωνικών Επιστημών τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Παράλληλα αρθρογραφούσε στην ομώνυμη εφημερίδα της Φοιτητικής Συντροφιάς με θέματα από το γλωσσικό ζήτημα και τη λογοτεχνία, έως το οκογενειακό δίκαιο. Αυτή η τόσο έντονη δράση- επαναστατική και ανατρεπτική για τα τότε δεδομένα- παρ’ ολίγον να του κοστίσει αποβολή από το Πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Αποφοίτησε στο τέλος του 1926 και αμέσως μετά (Ιανουάριος 1927) αναχώρησε για το Παρίσι, με σκοπό να κάνει ελεύθερες σπουδές πάνω στα νομικά, την ιστορία και την φιλοσοφία. Έναν χρόνο αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο. Εκεί μελέτησε το αγγλικό δίκαιο, την αγγλική φιλολογία και παρακολούθησε μαθήματα ιστορίας και πολιτισμού. Τότε, έχοντας διαμορφώσει τις ιδέες του, έγραψε το πρώτο του δοκίμιο, το Ελεύθερο Πνεύμα, το οποίο έμελε να θεωρηθεί αργότερα ως το μανιφέστο της Γενιάς του Τριάντα.

Επέστρεψε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1929, δημοσίευσε το βιβλίο του με το ψευδώνυμο Ορέστης Διγενής και άρχισε να εργάζεται ως δικηγόρος, ενώ παράλληλα δημοσίευε κείμενά του στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της πόλης( εφημερίδα Πρωϊα, Εργασία, περιοδικά Νέα Εστία, Κύκλος).

Το 1931 εξέδωσε το Ώρες Αργίας, το 1932 το δοκίμιο Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα και το 1933 το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Αργώ.

Μετά την εγκαθίδρυση της Μεταξικής δικτατορίας (Αύγουστος 1936) διέκοψε τη συνεργασία του με τα Νέα Γράμματα και άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, ενώ κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος τού Αργώ. Το 1937 εξέδωσε τα διήγηματα Ευριπίδης Πεντοζάλης και άλλες Ιστορίες, το 1938 το μυθιστόρημα Το Δαιμόνιο (την επόμενη χρονιά η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε με το Βραβείο Πεζογραφίας γι’ αυτό) και το 1940 το Λεωνής.

Το πνευματικό του έργο διακόπηκε λόγω της έναρξης του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (Οκτώβριος 1940). Ο Γιώργος Θεοτοκάς κατατάχτηκε εθελοντικά και πολέμησε στην Αλβανία. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο έγραψε τα θεατρικά Πέφτει το βράδυ (1941), Αντάρα στ’ Ανάπλι (1942), Το Γεφύρι της Άρτας (1942) και Το κάστρο της Ωριάς (1944)

 

Τον Οκτώβριο του 1944 συνάντησε τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος του ζήτησε να αναλάβει όποια δημόσια θέση επιθυμούσε. Ο Θεοτοκάς αρκέστηκε να συντάξει ένα Υπομνημα για την κατάσταση των πνευμάτων στην Αθήνα το Φθινόπωρο του 1944 και αρνήθηκε την πρόταση.

Λίγους μόνο μήνες αργότερα, με την ολιγόμηνη Κυβέρνηση Πλαστήρα ( Ιανουάριος- Απρίλιος 1945) να παίρνει την αιματοβαμένη σκυτάλη μετά τα Δεκεμβριανά, ο Γιώργος Θεοτοκάς δέχτηκε την πρόταση του Καθηγητή και Υφυπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Άμαντου, να αναλάβει την Διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου που βρισκόταν υπό διάλυση.

Σημειώνει ο ίδιος: «Η τιμητική πρόταση έπαιρνε το χαρακτήρα μιας, ας πούμε, πνευματικής στρατολογίας, σε ώρες εθνικής κρίσης. Σωστό βέβαια θα ήταν να αρνηθεί κανείς. Μα η κατάσταση εκείνη εξασκούσε επάνω μου μια ιδιαίτερη έλξη. Μου φάνηκε πως ήταν μια στιγμή εξαιρετικά επικίνδυνη, όμως δημιουργική, μια στιγμή όπου δεν θα έπρεπε να περιοριστεί κανείς σε μια ομαλή διοικητική ανασυγκρότηση μα να προσπαθήσει να φέρει μέσα στο Ίδρυμα ένα πνεύμα πιο νέο, πιο ζωηρό, πιο εναρμονισμένο με τις πνευματικές ανάγκες και επιταγές του αιώνα. Με τέτοια διάθεση δέχθηκα την πρόταση του Κωνσταντίνου Άμαντου, ξέροντας βέβαια καλά πως οι προσπάθειες του είδους αυτού απαιτούν μεγάλες προθεσμίες, πως μια διετία θα ήταν το ελάχιστο χρονικό όριο για να “χτιστούνε μονάχα τα θεμέλια”».

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο που ανέλαβε υπηρεσία στις 16 Φεβρουαρίου του 1945 είχε ως εξής:

Πρόεδρος Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος, αντιπρόεδρος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μέλη Κλ. Καρθαίος, Θ. Συναδινός, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Κατσίμπαλης, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας και, αυτεπαγγέλτως, Π. Εξαρχάκης, Γ. Διευθυντής του Δημ. Λογιστικού, Κυβερνητικός Επίτροπος Μιχ. Μαντούδης, διευθυντής Γραμμάτων και Θεάτρου του υπουργείου Παιδείας, και γενικός διευθυντής Γιώργος Θεοτοκάς.

Την καλλιτεχνική επιτροπή αποτελούσαν ο διευθυντής του δραματολογίου Άγγελος Τερζάκης, οι δυο σκηνοθέτες του θεάτρου Σωκράτης Καραντινός και Πέλος Κατσέλης, τρεις λόγιοι λαμβανόμενοι έξωθεν (Λέων Κουκούλας, Πέτρος Χάρης και Μιχ. Ροδάς).

Να σημειωθεί ότι η διοίκηση αυτή, με τα πολλά χαρισματικά άτομα, χαρακτηρίστηκε από υπεύθυνα χείλη Εαμοκομμουνιστική και αντεθνική και πολεμήθηκε άγρια!

Δίνεται εδώ κάποια έμφαση γιατί όσες(όσοι) δεν έζησαν την ταραγμένη εκείνη εποχή, είναι αδύνατο να φαντασθούν τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου τον Φεβρουάριο του 1945. Σε ένα κτήριο τρυπημένο από οβίδες, με τον πέλεκυ της διακοπής πληρωμών αν καθυστερούσαν ν’ ανεβάσουν κάποια παράσταση, στην ατμόσφαιρα του Εθνικού Θεάτρου επικρατούσε η ευερέθιστη περιπάθεια που διακρίνει τους ανθρώπους του θεάτρου σε όλες τις εκδηλώσεις τους.

 

«Πώς θα έβαζε κανείς τους ανθρώπους αυτούς να συνεργαστούν πάλι αρμονικά για έναν κοινό πνευματικό σκοπό;» αναρωτιέται ο Γιώργος Θεοτοκάς στις σημειώσεις του για την πρώτη μεταπολεμική περίοδο του Εθνικού Θεάτρου. «Από την αρχή της προσπάθειάς μας βρεθήκαμε ριγμένοι σε μια πυρετική εργασία, που δεν σταμάτησε ποτέ και που την προσδιόριζε, κατά πρώτο λόγο η αδυσώπητη οικονομική ανάγκη. Νομίζω, όμως πως δεν χάσαμε τον πνευματικό προσανατολισμό μας».

Ανάμεσα στα θύματα των Δεκεμβριανών ήταν και η μεγάλη ηθοποιός και τραγωδός Ελένη Παπαδάκη. Ο Γιώργος Θεοτοκάς θα γράψει το μυθιστόρημα Ασθενείς και Οδοιπόροι το 1950, ζωγραφίζοντας με τον δικό του τρόπο τον θάνατό της.

Εκείνη τη χρονιά (1945) προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλλά δεν το κέρδισε.

Τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη την βυζαντινολόγο Ναυσικά Στεργίου.

Στην δεύτερη θητεία του στο Εθνικό Θέατρο (1952-1953) ταξίδεψε στις ΗΠΑ με πρόσκληση του State Department, στα πλαίσια τού προγράμματος μορφωτικών ανταλλαγών Smith-Mundt που στόχευε στην βελτίωση της εικόνας της Αμερικής εν μέσω Ψυχρού Πολέμου.

Το 1960 επισκέφθηκε την Αίγυπτο, το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος. Την επόμενη χρονιά ταξίδεψε στον Λίβανο και τη Συρία, το 1962 στην Ρουμανία, τη Σοβιετική Ένωση (σήμερα Ρωσία) και στην Περσία (σήμερα Ιράν).

Τον Σεπτέμβριο του 1963 συμμετείχε μαζί με τον Ευάγγελο Παπανούτσο στην Υποεπιτροπή Παιδείας του κόμματος της Ενώσεως Κέντρου, η οποία συνέταξε ένα πλήρες σχέδιο για το εκπαιδευτικό σύστημα σε περίπτωση που το κόμμα κέρδιζε τις εκλογές.

Το 1964 διορίστηκε Πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

Θα χάσει την σύζυγό του από καρκίνο το 1959 και θα στραφεί στη θρησκεία. Το 1966 θα ξαναπαντρευτεί, αυτή τη φορά με την ποιήτρια Κοραλία Ανδρεάδη, αλλά θα υποκύψει την ίδια χρονιά από καρκίνο στο συκώτι.

Ένα ελεύθερο πνεύμα είχε εκκλείψει.

 

 

 

 

 

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

 

ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Μέρος δ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Μέσα στη σύγχυση των γεγονότων που περιγράψαμε στο προηγούμενο άρθρο, το φθινόπωρο του 1829 η αγγλική ηγεσία πίστεψε ότι η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτη. Γι’ αυτό πρότεινε την εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Οι Ρώσοι υιοθέτησαν αυτή τη στάση, επειδή η όποια αντίρρηση ή επιφύλαξη θα υποβάθμιζε τον ρόλο τους στον καταναγκασμό των Τούρκων να δεχθούν τους όρους της Τριμερούς.

(Σ’ αυτό το σημείο προκύπτουν κάποια ερωτήματα: Γιατί δεν αξίωσαν οι Ρώσοι να περιληφθεί στο νέο κράτος η Κρήτη, που από το 1821 βρισκόταν σε αδιάκοπο πόλεμο με Τούρκους και Άραβες και είχε υποστεί τόσες συμφορές; Γιατί δεν αξίωσαν να περιληφθεί η Σάμος που είχε μείνει ελεύθερο και απάτητο κάστρο; Μια λογική απάντηση είναι ότι είχε πάψει να ενδιαφέρεται για την ελληνική υπόθεση, στρέφοντας την προσοχή της στην Κωνσταντινούπολη, επιζητώντας, μετά τον πόλεμο, συμφιλίωση με τους Τούρκους και ανάπτυξη στενών σχέσεων. Ο διοικητής των τουρκικών στρατευμάτων, Χαλήλ Πασάς, ορίστηκε έκτακτος απεσταλμένος στην Αγία Πετρούπολη και στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ο κόμης Ορλώφ. Στόχος των Ρώσων ήταν να υποκαταστήσουν τους Αγγλογάλλους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να αναλάβουν εκείνοι την κηδεμονία της Πύλης).

Οι Γάλλοι συμφώνησαν πρόθυμα επειδή αυτή η λύση ευνοούσε τα δικά τους συμφέροντα, ενώ συγχρόνως μπορούσαν να φανούν ευχάριστοι στους Άγγλους, εξασφαλίζοντας την ανοχή τους στην επιχείρηση για την κατάκτηση της Αλγερίας. (Το πρόσχημα ήταν η δράση των Αλγερινών πειρατών στη δυτική Μεσόγειο, γεγονός που ζημίωνε τη γαλλική ναυσιπλοϊα. Ο γαλλικός στόλος είχε αποκλείσει τις ακτές της Αλγερίας από το 1827). Ταυτόχρονα είχαν πετύχει την υπόσχεση των Άγγλων να ανατεθεί στη Γαλλία η προστασία των Κθολικών στην Ελλάδα, δηλαδή την ανανέωση των παλιών προνομίων των Γάλλων βασιλέων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η Γαλλία θα αποκτούσε νόμιμο πολιτικό προγεφύρωμα στην Ελλάδα και δικαίωμα επεμβάσεων στα εσωτερικά του νέου κράτους.

Όσο για τους Τούρκους, προσπαθούσαν να χάσουν το δυνατό λιγότερο έδαφος. Πάντως, όλοι τους, δρούσαν ερήμην των Ελλήνων…

Με το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830 οριστικοποιήθηαν τα σύνορα του νέου κράτους(βόρεια σύνορα από τιςεκβολές του Αχελώου ως τις εκβολές του Σπερχειού). Ακολούθησε μια διετία κρίσεων, αναστατώσεων και ανακατατάξεων- στην Ελλάδα δολοφονία Καποδίστρια και επιλογή του Όθωνα, στην Ευρώπη κατάληψη της Αλγερίας από τους Γάλλους, επανάσταση του Ιουλίου, εξεγέρσεις στο Βέλγιο και την Πολωνία. Στην Αγγλία ο φιλελεύθερος Λόρδος Palmerston διαδέχτηκε τον Wellington, στη Γαλλία ο Talleyrand τον La Ferronnays.

Όλα είχαν ωριμάσει για μια νέα τριμερή συμφωνία. Στις 9 Ιουλίου 1832 υπογράφηκε στο Λονδίνο η συνθήκη «οριστικού συμβιβασμού μεταξύ των Τριών Δυνάμεων και της Πύλης για το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Τα ηπειρωτικά σύνορα επανέρχονταν στην παλιά γραμμή (συμφωνημένη από το 1829 στον Πόρο), δηλαδή μεταξύ Αμβρακικού και Παγασητικού. Τα νησιά δεν περιλαμβάνουν τη Σάμο, την Κρήτη και τη Χίο.

Ο ελληνισμός αποκτούσε πλέον μια εθνική εστία, όσο μικρή κι ανίσχυρη κι αν ήταν. Στάθηκε τυχερός και κέρδισε την ανεξαρτησία του λόγω των διεθνών συγκυριών, επειδή σε μια συγκεκριμένη στιγμή τα συμφέροντα των μεγάλων ταυτίστηκαν. Από εκεί και στο εξής, χρειαζόταν όλη του η υπομονή, η καρτερία και οι θυσίες, τα ποτάμια του αίματος που θα κυλούσαν για να φτάσει στο σήμερα.

 

Με το σημερινό άρθρο τελειώνει το μεγάλο μου αφιέρωμα στην Επανάσταση του 1821. Προσπάθησα να ρίξω λίγο φως σε σπουδαία γεγονότα, τόσο της αρχής, όσο και του τέλους.

Εύχομαι σε όλες και όλους να είστε καλά, με την ευχή να διαφυλάττουμε πάντα την ελευθερία τούτης της μικρής πατρίδας. Αυτή μας έλαχε, όπως λέει ο ποιητής και «σαν αυτή πιο όμορφη δεν είδα».