The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ, ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου



Άλλο ένα δυνατό απόσπασμα από το βαθυστόχαστο έργο του μεγάλου μας Κρητικού:


Η λάμπα είχε χαμηλώσει, δε θα’χε πια πετρέλαιο, η κάφτρα του φιτιλιού τσίριξε.Το κελί σκοτείνιασε∙ μονάχα το καντήλι έκαιγε ακόμα ομπρός στο κόνισμα του Αγίου Κωσταντίνου του Πυροβάτη, και φώτιζε τα πόδια που χόρευαν κι από κάτω τ’ αναμμένα κάρβουνα.
   Ο παπα-Γιάνναρος το κοίταξε, στερελωθηκε η καρδιά του∙ ξαφνικά, εκεί που το κοίταζε, ένα βάρος σηκώθηκε από το στήθος του∙ αλάφρωσε∙ γέλασε:
   -Πυροβάτης είσαι και του λόγου σου, αδελφέ Νικόδημε, είπε και του’δειξε το κόνισμα∙ καβούρια είμαστε όλοι μας απάνω στη θράκα και τραγουδούμε. Τραγουδούμε ή κλαίμε; Δεν καταλαβαίνω. Εσύ το λες φως, εγώ το λέω κάρβουνο αναμμένο∙ το ίδιο κάνει.
   Μα ο νέος μάζεψε τα φρύδια∙ περίμενε απάντηση, κι ο παπα-Γιάνναρος, έτσι τού φάνηκε, έπαιζε μαζί του.
   -Δεν είσαι καλός, γελάστηκε ο καλόγερος, δεν είσαι καλός, παπα-Γιάνναρε, δε λυπάσαι τους ανθρώπους.
   Ο παπα-Γιάνναρος θύμωσε.
   -Έ, νεαρέ, ποιό θαρρείς πώς είναι το ανώτατο αγαθό- η καλοσύνη;
   -Ναι, η καλοσύνη.
   -Όχι, η λευτεριά. Ή, πιο σωστά: ο αγώνας για τη λευτεριά.
   -Όχι η αγάπη;
   Ο παπα-Γιάνναρος κόμπιασε.
   -Όχι, έκαμε τέλος∙ ο αγώνας για τη λευτεριά.
   -Γιατί λοιπόν κηρύχνεις: Αγάπη! Αγάπη!
   -Η αγάπη είναι η αρχή, δεν είναι το τέλος. Φωνάζω: Αγάπη! Αγάπη! Γιατί ο λαός από κει πρέπει να κινήσει∙ μα όταν μιλώ μονάχος μου ή με το Θεό, δε λέω Αγάπη! Λέω: Αγώνας για τη λευτεριά!
   -Να λευτερωθείς κι από την αγάπη;
   Ο παπα-Γιάνναρος δίστασε πάλι∙ το αίμα ανέβηκε στα μελίγγια του
   -Μη με ρωτάς! Φώναξε.
   Μα ντράπηκε που δεν τολμούσε ν’αποκριθεί, αποκρίθηκε:
   -Κι από την αγάπη... είπε σιγά.
   Ο καλόγερος ανατρίχιασε, τρόμαξε.
   -Μα τότε, τι τη θες τη λευτεριά; Τι σκοπό;
   -Η λευτεριά, αποκρίθηκε ο παπα-Γιάνναρος κι η φωνή του έτρεμε, η λευτεριά δεν έχει σκοπό. Μήτε βρίσκεται στη γης ετούτη∙ στη γης βρίσκεται μονάχα ο αγώνας για τη λευτεριά. Αγωνιζόμαστε για τ’ άφταστα, και γι’ αυτό ο άνθρωπος έπαψε να’ ναι ζώο. Μα φτάνει πιά! Είπες, είπες, φτάνει!  Παράκλητος, Λένιν, Χριστός ξυπόλητος, Χριστός αρχηγός στους αντάρτες, μπερδεμένα πράματα, δε βρίσκει άκρα ο νους μου.
   -Μήτε η καρδιά;
   -Άσ’ την καρδιά τη σουσουράδα, μην την ανακατεύεις στις δύσκολες δουλειές∙ αυτή πάντα πάει κόντρα στο νου, κι όποιος την ακολουθάει πρέπει να’χει κότσια γερά, κι εγώ δεν έχω.
   Σώπασε. Και σε λίγο:
   -Όλα αυτά, είπε τέλος, θα τ’αναφέρω στο Θεό∙ να δούμε τι θα πει κι αυτός.
   -Εγώ, έκαμε ο καλόγερος, τού τ’ανάφερα∙ είναι σύμφωνος.
   -Ο Θεός ζυγιάζει ξέχωρα την κάθε ψυχή και σε καθεμιά δίνει την απόκριση που θα τη σώσει∙ να δούμε τι θα πει και σε μένα, τον παπα-Γιάνναρο. Όταν θα βρω κι εγώ το δρόμο μου, ορκίζομαι, θα τον πάω ως την άκρα.
   -Ως τη λευτεριά! Είπε ο καλόγερος πειραχτικά.
   -Ως τη λευτεριά, έκανε ο παπα-Γιάνναρος κι ένιωσε πάλι τον ιδρώτα να τρέχει από το κούτελό του. Θέλω να πω: ως το θάνατο!
   Ο καλόγερος βλεφάρισε κατά την πόρτα.
   -Θα φύγω, είπε.
   Ο παπα-Γιάνναρος τον κοίταξε∙ τα μάτια του γυάλιζαν μεγάλα, κατάμπλαβα, στο μεσόφωτο∙ είχε απιθώσει το ζερβό χέρι του στην πληγή, θα πονούσε. Ο παπα-Γιάνναρος ένιωσε πάλι τρυφεράδα, συμπόνοια, θαυμασμό για τον νεαρό μπροστά του πυροβάτη. «Ετούτος, ετούτος» συλλογίστηκε «έπρεπε να’ναι ο γιός μου, όχι  άλλος». 
   -Πού θα πας;
   -Δεν ξέρω∙ όπου με βγάλει η στράτα.
   -Σε διώχνουν απ’ τα μοναστήρια, σε διώχνουν από τα βουνά, σε κυνηγούν στον κάμπο- πού θα πας;
   - Έχω ένα κάστρο άπαρτο, γέροντα∙ εκεί μέσα κατοικώ.
   -Ποιό κάστρο;
   -Το Χριστό.
   Ο παπα-Γιάνναρος κοκκίνησε∙ ντράπηκε που ρώτησε ποιό’ταν το κάστρο∙ σα να’χε ξεχάσει το Χριστό.
   -Πρέπει, λοιπόν, να φοβούμαι; Έκαμε ο καλόγερος γελαστός κι άπλωσε το χέρι στο μάνταλο της πόρτας.
   -Όχι, αποκρίθηκε ο παπα-Γιάνναρος.

   Έσκυψε ο νέος, φίλησε το χέρι του παπα-Γιάνναρου, άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου