The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΑΓΓΛΙΑ- ΜΠΕΡΜΙΑΜ
Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Από την Dimitra Papanastasopoulou




Ακολουθούμε τον μεγάλο μας ταξιδευτή ανασαίνοντας τον αέρα που εκείνος ανάσανε, βλέποντας με τα μάτια της καρδιάς όσα εκείνος είδε και κατέγραψε. Τούτη τη φορά πήγε στο Μπέρμινχαμ- Μπέρμιαμ το ονομάζει. Να τι είδαν τα μάτια του και τι σκέψεις γέννησε ο νους του:

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί τη Δευτέρα, πήρα πάλι τους δρόμους. Ευτυχώς, ο ήλιος είχε σήμερα εξαφανιστεί∙ κατέβαινε η ομίχλη πηχτή, πασάλειβε τους τοίχους, έκρυβε τις ασκήμιες, όλα έγιναν πάλι μυθικά σύμβολα, υπερβόρεια, και τα μάτια των ανθρώπων γυάλιζαν μέσα στην ασάλευτη πάχνη. Για έναν που γεννήθηκε στις χώρες του ξαδιάντροπου ήλιου, που όλα τα γυμνώνει ανήλεα, η μέρα τούτη η πεπλοφόρα ήταν γιομάτη διακριτική ευγένεια και μυστήριο.
   Μπουλούκια εργάτες και εργάτριες, τυλιγμένοι ομίχλη, τρέχαν, κρατώντας ένα μικρό πακετάκι στο χέρι, το φαϊ τους, και χάνουνταν σε πανύψηλες, ολόμαυρες πόρτες. Ένα πικρό φραντσέζικο τραγούδι του 12ου αιώνα αβέβαινε σα μοιρολόϊ μέσα απ’ τις φάμπρικες κι έσφιγγε την καρδιά του ανθρώπου:

Πάντα μεταξωτά πανιά θα υφαίνουμε.
και πάντα θα’ μστε ντυμένοι με κουρέλια.
Πάντα στη μαύρη φτώχεια θα σαπίζουμε
και θα πεθαίνουμε της πείνας πάντα!

   Γυρίζω από φάμπρικα σε φάμπρικα κι ολοένα η καρδιά μου σφίγγεται. Η «Χαρούμενη Αγγλία» έχασε τη χαρά της, πήρε φόρα ο τροχός, κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει.Πάει πια η απλοϊκή πατριαρχική οργάνωση του Μεσαίωνα που σμίγαν οι τεχνίτες σε συντεχνίες και δούλευαν. Οι φάμπρικες ολοένα θεριεύουν, εξαφανίζουν τις συντεχνίες, η φτώχεια πλακώνει. Ολοένα οι λίγοι, οι κεφαλαιούχοι εργοδότες, εκμεταλλεύουνται τους πολλούς, τους εργάτες.
   Παράλληλα ο πληθυσμός της Αγγλίας αυξαίνει,νέες αγορές ανοίγουνται, τελειοποιούνται οι μηχανές,έχουν ανάγκη τώρα από πολύ αφθονότερες ύλες, παραμερίζουνται τ’ ανθρώπινα χέρια και στη θέση τους μπαίνουν ο ατμός κι αργότερα μια άλλη όλο μυστήριο δύναμη, ο ηλεχτρισμός. Συνάμα,τα μέσα της μεταφοράς τελειοποιούνται∙ αντί άλογα και κάρα,έχουμε σιδηροδρόμους κι αυτοκίνητα, αντί ιστιοφόρα, βαπόρια. Οι πολιτείες καταβροχθίζουν τα χωριά, οι χωριάτες ολοένα εξαφανίζουνται.
   Οι παλιές θεωρίες των συντεχνιών και του μερκαντιλισμού παραμερίζουνται, καθένας ελεύτερος, χωρίς κρατικήν επέμβαση, μπορεί να παράγει ό,τι θέλει, όσο θέλει, αφού πάντα βρίσκει αγορές να πλασάρει την παραγωγή του. Ιδρύουνται Τράπεζες, σχηματίζουνται τεράστιες περιουσίες, οι νέοι βιομήχανοι πλούτισαν κι υποσκελίζουν τους παλιούς ευγενείς γαιοχτήμονες, αλλάζει η όψη της Αγγλίας∙ δεν είναι πια πράσινη σαν τη χλόη, είναι μαύρη σαν το κάρβουνο.
   Οι μηχανές θριαμβεύουν, ο άνθρωπος του 19ου αιώνα, ενθουσιασμένος με τους νέους σιδερένιους σκλάβους, ρίχνεται πια ασυγκράτητος, με παράφορες ελπίδες, με απλοϊκή αισιοδοξία στην κατάχτηση της ύλης. Οι νεώτεροι άνθρωποι θαρρούν πως τούτος είναι ο ασφαλέστερος δρόμος να καταχτήσουν την ευτυχία∙ κι οι πιο εκλεχτοί, πως τούτος είναι ο ασφαλέστερος δρόμος να καταχτήσουν το πνέμα.
   Ο άνθρωπος- κι αυτό είναι το οικόσημο της ευγένειάς του- θα μάχεται αιώνια ν’ αντικαταστήσει τους απάνθρωπους φυσικούς νόμους με τους νόμους της καρδιάς του. Έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και ομοίωσή του- τη διακιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω από την επιθυμία του ανθρώπου. Η ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους- την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή.
   Όμως, ο άνθρωπος μάχεται ενάντια στους φυσικούς νόμους, δεν υπογράφει, δεν καταδέχεται, ο κόσμος του φαίνεται-και είναι- κατώτερος από την καρδιά του και θέλει να φτιάσει κόσμο δικό του, αντάξιό του.
   Οι φρόνιμοι κι οι βολεμένοι αντιστέκουνται. «Καλά είμαστε βολεμένοι», φωνάζουν, «καλός είναι ο κόσμος, μην τον χαλνάτε!» Μα πότε καταδέχτηκε η φλόγα που καίει τα σωθικά του ανθρώπου ν’ ακούσει τη φωνή τους; Η φλόγα αυτή δεν είναι βολεμένη ποτέ. Ο Οδοιπόρος, που οδοιπορεί μέσα στην ανθρωπότητα, βιάζεται∙ πεινάει, διψάει κι αγναντεύει πλάνους δροσερούς αντικαθρεφτισμούς στην έρημο- τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία- και βιάζεται.

   Ανυπομονεί να φτάσει∙ τ’ αλογα που τον τραβούσαν ως τώρα τού φάνηκαν πως σούρνονταν ανυπόφορα αργά, κι αυτός, είπαμε, βιάζεται. Κι έφτιασε καινούρια ατσαλένια αλόγατα που διαπερνούν γοργά τη στεριά, τη θάλασσα, τον αγέρα. Οι στεριές κι οι θάλασσες μίκραιναν, τυλίχτηκε η υδρόγεια σφαίρα μέσα σε πυκνά κι αόρατα σύρματα, όπου χύνεται αστραπή η σκέψη του ανθρώπου.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου