The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΚΡΗΤΙΚΟ
ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Τελευταίο κείμενο της χρονιάς, και πρώτο της νέας. Το 2017 είναι «έτος Καζαντζάκη» κι εγώ βιάζομαι να το προλάβω...
Τι να πρωτοπώ για τούτον τον γίγαντα, που και μόνη η προσπάθεια μίμησης της ελάχιστης δικής του προσφοράς/προσπάθειας φαντάζει ηράκλειος άθλος;

Θα αρχίσω με ένα απόσπασμα της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, του εκπληκτικού του ποιήματος, του ικανού να φέρει δάκρυα ακόμη και στα μάτια του αρχαίου δημιουργού της, του Ομήρου, με την υπόσχεση να σας μεταφέρω κάθε Σάββατο από ένα δικό του πόνημα.
Γιατί με την Οδύσσεια; Επειδή οι ζωές μας είναι άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγάλες οδύσσειες. Επειδή θέλω να εξοβελίσουμε τα μαύρα σύννεφα που δυσκολεύουν την αναπνοή μας, επειδή- ως Ελληνίδα- θέλω να βλέπω πάντοτε τον ήλιο κατάματα, πλαισιωμένο από το γαλάζιο του ουρανού μας, που ενώνεται με το γαλάζιο της θάλασσάς μας και γίνονται ένα.
Επειδή το όνειρο που έχω είναι φωτεινό και καταγάλανο για όλους.

«Η Ελένη στέναξε, απ’ την ομορφιά του κόσμου λαβωμένη∙ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το νυχτοδροσοβόλι,
θαμποκοιμόντα αντίκρα το βουνό στο απόλιγο φεγγάρι κι ο γκιώνης στάλαζε μες στις ελιές σταξιά σταξιά το θρήνο.
Την ώρα αυτή συκώνουντα οι νεκροί, δέναν τα κόκκαλά τους με λουροπέτσια και σκοινιά σφιχτά, μη σκορπιστούν στο αγέρι,
γλυκιά η βραδιά, φεγγάρι λιγοστό, δροσοφυσάει το αγιάζι
κι αρχίζει πάλε το αγριοπάλεμα στ’ ακρόγιαλα της Τροίας.
Ίσκιοι τα παλικάρια χύνουνται να φαν τους άλλους ίσκιους, άχνα δε βγάνουν τ’ άσπρα χείλια τους, και τα κοντάρια ανοίγουν
βαθιές πληγές αναίματες, κουφές, σα να ξεσκίζουν αγέρα.
Και μια θεά με μάτια κίτρινα, μια ολάσπρη κουκουβάγια, σε ξέρακα κουφάλα μουλωχτή, με το χουχούτισμά της
κουκί κουκί μετράει το ασκέρι της, κουκί κουκί τη νύχτα.
Συνεπαρμένη η μαρμαρόλαιμη τη μοναξιά γρικούσε
Να περπατάει στ’ αχνά μεσάνυχτα με τ’ απαλά ποδάρια,και σούρνα οι λαμπηδόνες κι οι σκορπιοί τη βελουδένια ουρά της.
Κρυφοστενάζει η περδικόστηθη, τα χνουδωτά της μάτια μες στη δροσάτη σιγαλιά βυθάει, στη νύχτα τ’ αρμενίζει∙
ίσκιοι σηκώνουνται στα φρένα της, γλυκές φωνές, κεφάλια παλικαριών πού στου άγιου κόρφου της την άχνα λιγωθήκαν∙ και μακρινά σμαράγδια ακρόγιαλα κι ερωτικές αγκάλες.
Και συλλογάται λαχταρίζοντας, κι ο κόρφος της αχνίζει,
πόσους ανθούς και δε μυρίστηκε, περβόλια και δεν μπήκε, και θα σαπούν τα χείλια της στη γης, δεν θα προφτάσει, Θέ μου,
όλη του κόσμου τη χαρά να πιεί στα δυό μικρά χεράκια».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου