The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

ΕΝΑ ΦΩΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Σαν σήμερα γεννήθηκε η Ελένη Παπαδάκη, το φωτεινό πλάσμα που έμελε να φύγει με φρικτό τρόπο, πληρώνοντας το μίσος που κουβαλούσε ο εμφύλιος, στερώντας τον κόσμο από θεϊκές παραστάσεις που θα γίνονταν κοινωνοί όσοι περίμεναν να την ξαναδούν να ερμηνεύει με τον δικό της, εκπληκτικό τρόπο.

Δίνω τον λόγο στον Πολύβιο Μαρσάν για να μας μεταφέρει νοερά στην τελευταία της θεατρική παράσταση «Εκάβη».

Η πανηγυρική έναρξη των παραστάσεων της ΙΓ΄χειμερινής περιόδου 1943-1944 άρχισε στις 13 Δεκεμβρίου 1943 με την Εκάβη. Οι παραστάσεις δόθηκαν στην κεντρική σκηνή και όχι στο Ηρώδειο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται σε πολλά συγγράμματα. Παραβρέθηκαν οι Αρχές Κατοχής, ανώτεροι Γερμανοί στρατιωτικοί, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου με επι κεφαλής τον Ιωάννη Ρ’αλλη και πλήθος ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.
   Η Νέλλη Μαρσέλλου προ ετών μού είχε διηγηθεί ότι την ημέρα της πρώτης πίσω από την αυλαία επικρατούσε εκνευρισμός και αγωνία, και η Ελένη με δυνατό χτυποκάρδι περίμενε τα τελευταία λόγια που έλεγε στο μακρύ πρόλογο το φάντασμα του Πολύδωρου, για να κάμει την εμφάνισή της. Δεν ήταν μόνον ο φόβος και το τρακ της πρεμιέρας που δημιούργησαν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στα παρασκήνια. Ήταν πολλά μυθεύματα, συκοφαντίες και προπάντων εχθρότητες που περιτριγύριζαν τότε την Παπαδάκη, διαδόσεις ότι θα γίνονταν ταραχές στην αίθουσα και ότι η παράσταση θα κατέληγε σ’ ένα μεγάλο φιάσκο.
   Από τις πρώτες σκηνές το παίξιμό της και η απόδοση του κειμένου είχαν μια απίθανη ένταση, ένα συνεχές ανέβασμα, τόσο δυνατό, ώστε ο Σικελιανός που παρακολουθούσε την παράσταση διερωτάτο:
   «Μα, πώς αρχίζει έτσι η Παπαδάκη, πού θα φθάσει;;»
   Γιατί η Ελένη άρχισε την απαγγελία της σε τόνο ψηλό, με φωνή δυνατή και έπρεπε στη συνέχεια του κειμένου όλο και να ανεβαίνει φωνητικά και υποκριτικά. Γοήτεψε το ακροατήριο, όπως και τον Άγγελο Σικελιανό, από την πρώτη στιγμή. «Στην μουσικότητά της οφείλεται ο άθλος που πέτυχε στην Εκάβη», έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης. «Ήταν ολόκληρη η ερμηνεία της ένα τραγούδι, μια μουσική ερμηνεία,που σπάνια τις χάρηκε το ελληνικό θέατρο, η δημιουργία της ήταν μια εξαίσια ολοκλήρωση από ηθοποιία, μουσική και όρχηση. Το ζευγάρωμα των τριών τεχνών που ζητούσαν οι αρχαίοι Έλληνες».

Με τα φωνητικά χαρίσματα της Παπαδάκη ασχολήθηκαν στις κριτικές τους και οι δύο κορυφαίες μουσικοκριτικοί του τότε αθηναϊκού τύπου, η Σπανούδη και η Λαλαούνη: «Τον υπέροχο θρήνο της αρχαίας τραγικής ηρωίδας δόξασε η Ελένη Παπαδάκη με όλο το μεγαλείο και την πληρότητα μιας συνειδητοποιημένης, όσο και αυθόρμητης δημιουργίας. Οι μακρόσυρτες τραγικές κραυγές  της στάθηκαν μια αποκάλυψη.Συγκλόνισαν με τις δραματικότατες μεταπτώσεις τους όλους χωρίς εξαίρεση. Η Ελένη Παπαδάκη θάμβωσε τον κόσμο σαν ένας συγκεντρωτικός φακός. Ο λόγος της, λαξευμένος υπέροχα, χρωματισμένος, αντηχούσε σαν φλογερός ορείχαλκος, ένας λόγος πολύρρυθμος, διονυσιακός...»
  
Μια μεγάλη «μικρή στιγμή» από την ερμηνεία της περιγράφει παραστατικότατα η Μαρία Αμαριώτου, δείχνοντας την επεξεργασία ως την πιο παραμικρή λεπτομέρεια της Ελένης Παπαδάκη στο στήσιμο του ρόλου:
   «... Μια νοερή ζυγαριά λες και κρατεί μπροστά της και τη γεμίζει από τη μια μεριά με τις χαμένες ευτυχίες..., τι θα βάλει στην άλλη μεριά ή πραγματικότητα; Σ’ αυτήν η Ελένη αφήνει να πέσει του Ευριπίδη η απάντηση, βαριά σαν μολύβι,φορτωμένη την απογοήτευση και την πίκρα όλων των γελασμένων ανθρώπων... Κανένας ρητορισμός και καμιά έμφαση... Μια λέξη, έτσι που την είπε η Ελένη Παπαδάκη, είναι το φοβερό κενό, το απέραντο και απόλυτο μηδέν, το απαρηγόρητο εκείνο «τίποτα», το «μηδέν» του αρχαίου κειμένου. Η κάθε κίνηση των χειλιών, όλη η μιμική του προσώπου, το βλέμμα, της φωνής το άδειο χρώμα,όλα στάζουν την πίκρα τόσο έντονα... Καθώς άκουγες εκείνο το «τίποτα» λεςκαι άδειαζε ο κόσμος του αδύνατου ανθρώπου και βούλιαζε μέσα του συνόνειρος και συνέλπιδος».

Οι διθυρμβικές κριτικές δεν έχουν τελειωμό... ο θρίαμβος υπήρξε μοναδικός, ηχηρός. Τόσος που ξύπνησε όλους τους δαίμονες της ζήλειας, της μικρότητας, του φθόνου και της εκδίκησης. Μιας σκοτεινιάς που μας στέρησε πρώιμα το φως της.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου