The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ
Μέρος β΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Η πρώτη νύχτα στην Τήνο έδωσε τη σκυτάλη σε μια φωτεινή μέρα, με τον δυνατό αέρα πάντα να μας συντροφεύει. Η πρώτη εξόρμηση, σύμφωνα με τις μελέτες που προηγήθηκαν, με τις πορείες φωτισμένες με χρωματιστό μελάνι πάνω στο αντίγραφο του χάρτη του νησιού θα είναι σχετικά μικρή, επειδή «σήμερα γάμος γίνεται...» με το απαραίτητο γλέντι-φαγοπότι, η δικαιολογία μας να έρθουμε ως εδώ.

Η Τήνος με την πρώτη ματιά δίνει την εντύπωση ενός τυπικού, ξερικού κυκλαδίτικου νησιού. Το γυμνό τοπίο, γεμάτο πέτρες, λιγοστό ξεραμένο χώμα και θάμνους τελείως ξερούς, κατακίτρινους σαν στάχυα από την ανυδρία, σε πολλά σημεία άγριο και μοναχικό, με τις πεζούλες (εδώ τις λένε σκάλες) πανταχού παρούσες (πόσος κόπος, αλήθεια να δημιουργηθούν...)  εγκαταλειμένες εδώ και χρόνια, μ’ ανατριχιάζει.
Ο φίλος μας κατάγεται από τη Μάνη και σχολιάζει: «Κι εγώ που νόμιζα ότι η Μάνη είναι ξερότοπος...»
Σκέπτομαι ότι τούτος ο τόπος τυράννισε πολύ τους ανθρώπους του για αιώνες, παραμένοντας αφιλόξενος κι ανυπάκουος, ανυπότακτος στις μύριες τους προσπάθειες να τον ημερέψουν και να τον κάνουν να καρπίσει, μέχρι που η Παναγιά τους λυπήθηκε, πήγε να βρει την Πελαγία στον ύπνο της, αποφάσισε να κάνει γνωστό το νησί με την θαυματουργή Της εικόνα και να το σώσει μια και καλή.
Μικροί οικισμοί, πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο, μεγάλες χέρσες εκτάσεις, με κάνουν ν’ αναρρωτιέμαι πόση αντοχή είχαν τα γαϊδουράκια του παρελθόντος για να καταφέρνουν να φέρνουν σ’ επαφή τους ανθρώπους στα ατελείωτα χρόνια που, ή θα πήγαινες με τα πόδια για να γκρεμοτσακιστείς ή θα γκρεμοτσακιζόσουν μαζί με το υπομονετικό ζωντανό- όταν δεν πείσμωνε...

Κατευθυνόμαστε στην παλιά πρωτεύουσα, το Ξώμπουργκο. Ένας βράχος πέτρινος, σκληρός και αφιλόξενος υψώνεται μπροστά μας, να τρομάζει από μόνος του τον εχθρό. Το μοναδικό, ιδιαίτερο κάστρο, σχεδόν αόρατο σήμερα, μετά την ολική του ανατίναξη από τους Τούρκους, αμέσως μετά την κατάκτηση του νησιού, είχε κτιστεί στα ριζά του βράχου για πρώτη φορά στα 1207 από τους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζη, κυβερνήτες του νησιού για 183 χρόνια.
Φανταστείτε: το νησί έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1715! (η Ρόδος το 1522, η Κύπρος το 1571, η Κρήτη στα 1669).
Έπεσαν πρώτα τα σπουδαία κι αυτό το άσημο τότε, το χωρίς γεωγραφική σημασία, έπεσε πολύ αργότερα και πάλι, μετά από προδοσία ( πολλοί κάνουν λόγο για συμφωνία, αλλά είναι κάτι που θα ψάξω στο μέλλον ).




Η καθολική εκκλησία της Ιεράς Καρδίας του Ιησού, εκεί στα ριζά του βράχου, χτισμένη στα 1724 από τους Ιησουϊτες, ήταν αφιερωμένη αρχικά στην Αγία Σοφία. Στα 1895, όταν έγιναν σοβαρές επισκευές από τους Ιησουϊτες μοναχούς, πήρε το σημερινό της όνομα.
Είναι μια ωραία έκπληξη και με αφορμή το όνομα, το μυαλό μου πέταξε για λίγο στο Παρίσι, στην φημισμένη, κατάλευκη, τεράστια Ιερά Καρδία (Sacre Coeur) που δεσπόζει στ λόφο της Μονμάρτρης. Ετούτη εδώ είναι μικρή και ταπεινή, δαρμένη από τους αέρηδες του Αιγαίου και λησμονημένη από τους πολλούς.
Το άγαλμα του Ιησού, πάνω από το Ηρώο των Πεσόντων Ελλήνων καθολικών κατά τους δύο παγκοσμίους πολέμους, στο προαύλιο, έργο του μεγάλου Τηνιακού γλύπτη Ιωάννη Φιλιππότη το 1950, κερδίζει τις πρώτες εντυπώσεις και βγάζουμε τις απαραίτητες φωτογραφίες.
Η εκκλησία, ανοιχτή για όσους θέλουν να εισέλθουν, ήσυχη, διακοσμημένη με τον τρόπο των καθολικών, αλλά και με κάποιες εξαιρετικά ωραίες εικόνες, τελείως ασυνήθιστης τεχνοτροπίας, είναι μια όαση ηρεμίας. Δεν χορταίνω να τη βλέπω και να κοιτώ εναλλάξ τις εικόνες του Ιησού και της Παναγίας, που αναδίνουν γλυκύτητα και τρυφερότητα.



Στη συνέχεια επισκεφτόμαστε την Βώλακα. Ένα πανέμορφο χωριό, φιλόξενο, φιλότεχνο, διαφορετικό από όλα τα άλλα, με ένα λιλιπούτειο λαογραφικό μουσείο, που το κρατά ανοιχτό η θέληση και το πείσμα κάποιων γυναικών του χωριού, με στίχους καταξιωμένων ποιητών μας χαραγμένους πάνω σε εξωτερικούς τοίχους σπιτιών, ένα έξοχο υπαίθριο θέατρο-κόσμημα και το συναρπαστικό, μοναδικό φαινόμενο σ’ όλο τον κόσμο των στρογγυλών γρανιτένιων βράχων (αυτοί οι «βώλοι» έδωσαν το όνομά τους στο χωριό) σε διάφορα μεγέθη να σε αφήνει άναυδο.
Η απλότητα των κατοίκων, η γνήσια διάθεση εξυπηρέτησης και φιλοξενίας έχει εδώ το σπίτι της. Δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει το νησί, αλλά η Βώλαξ θα μείνει ζηλότυπα φυλαγμένη στην καρδιά μου, αφού κατάφερε να την κάνει να βροντήξει.



Καθώς σταμάτησα σε μια άκρη να διαβάσω ένα ποίημα, άκουσα ένα ζευγάρι Γάλλων να αναρρωτιέται τι γράφουν ετούτοι εδώ στους τοίχους, με γράμματα μικρών παιδιών, τακτικά και όμορφα. Τους εξήγησα τι έβλεπαν, τους διάβασα εκείνο το συγκεκριμένο, τους είπα ότι πολλά από αυτά τα ποιήματα έχουν μελοποιηθεί και η έκπληξή τους, ανακατεμένη με τον θαυμασμό στα μάτια τους, μ’ έκανε να αισθανθώ ψηλότερη, υπερήφανη.



Είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας που σε σηκώνει ψηλά, που διώχνει μακριά τη λάσπη της ευτέλειας και της κακομοιριάς. Ναι, φτάνουν λίγοι στίχοι του Ελύτη, του Γκάτσου, του Βρεττάκου, γραμμένοι με παιδικά γράμματα στους τοίχους των σπιτιών ενός «μικρού, μέγα» τόπου, φτάνει η μελωδία που έρχεται απρόσκλητη και επιθυμητή συνοδός στα χείλη σου, για να σε κάνουν να θυμηθείς  ότι «θεμέλιά σου τα βουνά», το Αιγαίο, ο ήλιος και η μαγική ελιά.  



Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Μέρος α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou





Πριν την εξιστόρηση των συμβάντων κατά την μυθική Αργοναυτική εκστρατεία, θα πούμε τους λόγους που την επέβαλαν στον ήρωα και αρχηγό της, τον Ιάσονα.
Ο Ιάσων, γιός του Αίσονα, μεγάλωσε κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα. Κι αυτό έγινε για την ασφάλειά του, για να μείνει ζωντανός, μακριά από τον καταπατητή του θρόνου του πατέρα του, τον Πελία. Ο Πίνδαρος βάζει τον Ιάσονα να λέει:
«Μόλις γεννήθηκα, οι γονείς μου, επειδή φοβούνταν την αγριότητα του υφαρπαστού Πελίου, είπαν πως πέθανα και με πένθησαν. Οι γυναίκες έκαναν να βουϊξει το παλάτι από τα μοιρολόγια τους και τη νύχτα με τύλιξαν κρυφά σε πορφυρές φασκιές και με πήγαν στον απόγονο του Κρόνου, τον Κένταυρο Χείρωνα... Μορφωμένος στη σχολή του, θρεμμένος από τις αγνές κόρες του, έρχομαι από το άντρο, όπου, μαζί μ’ αυτόν, κατοικούν η Φιλύρα και η Χαρικλώ. Έγινα είκοσι χρονών ζώντας μαζί τους και ποτέ, ούτε πράξη ούτε λόγος ταπεινωτικός δε με ατίμασαν».

Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη παράδοση, ο Ιάσων συνάντησε για πρώτη φορά τον Πελία, όταν πήγε να παρακολουθήσει τη θυσία που προσέφερε ο Πελίας στον Ποσειδώνα. Υποχρεωμένος να περάσει τον ποταμό Άναυρο, έβγαλε τα σανδάλια του, αλλά μετά φόρεσε μόνο το δεξί, λησμονώντας το αριστερό.
Ο Πελίας τον είδε μονσάνδαλο και τρόμαξε. Πριν από καιρό, επιθυμώντας να μάθει τι τού επεφύλασσε το μέλλον, είχε απευθυνθεί στο μαντείο των Δελφών και η απάντηση ήταν:
«Να αποφύγεις, όσο μπορείς, τη συνάντηση με τον θνητό που, ξένος και πολίτης συγχρόνως, θα κατέβη από τα βουνά και θα εισέλθει μονοσάνδαλος στην Ιωλκό».
Ο Πίνδαρος μας εξηγεί ότι ο Ιάσων μόλις έφθασε στην Ιωλκό, άρχισε να εκφωνεί λόγους στους συμπολίτες του, ενώ έμεινε  με τους γονείς του. Σνάντησε τον Πελία μια εβδομάδα αργότερα και δεν δίστασε να αξιώσει τον θρόνο, υποσχόμενος να αφήσει στον Πελία τα μεγάλα κοπάδια και τα χωράφια που είχε κιόλας οικειοποιηθεί.
Ο Πελίας δέχθηκε υπό έναν όρο:
«Θα κάμω αυτό που μου ζητάς, μα , κοίταξε, είμαι σχεδόν γέρος. Σύ, αντίθετα, είσαι στο άνθος της ηλικίας σου, έχεις όλη τη δύναμη που δίνει το νέο αίμα. Εσύ, λοιπόν, μπορείς καλύτερα από μένα να καταπραϋνεις τους χθόνιους θεούς. Η σκιά του Φρίξου με διέταξε να πάω στη χώρα που βασιλεύει ο Αιήτης, να πάρω τα λείψανά του και να τα φέρω εδώ, μαζί ε το χρυσόμαλλο κριάρι, πάνω στο οποίο διέσχισε τις θάλασσες για να γλυτώσει από τον κατατρεγμό της σκληρής μητρυιάς του. Αυτά με διέταξε η οργισμένη σκιά του μέσα από όνειρο. Εγώ ρώτησα το μαντείο της Κασταλίας, να μου πει αν πρέπει να υπακούσω κι αυτό μου είπε ότι δεν πρέπει να χάσω καιρό, αλλά να σού ετοιμάσω ένα πλοίο και να σε παρακαλέσω να αναλάβεις αυτή την εκστρατεία. Μη διστάσεις, λοιπόν, σε παρακαλώ, να εξοφλήσεις το χρέος μου, και σού υπόσχομαι να σού δώσω, μόλις γυρίσεις, το θρόνο. Μάρτυράς μου ας είναι ο Ζεύς, από τον οποίο καταγόμαστε και οι δύο».




Τι ήταν, όμως, αυτό το χρυσόμαλλο κριάρι και είχε τόση αξία;
Ο Ποσειδώνας ήταν ερωτευμένος με την Θεοφανώ, την κόρη του Βισάλτου. Επειδή η κόρη ήταν πανέμορφη, ένα πλήθος μνηστήρων την ενοχλούσε διαρκώς, όποτε εμφανιζόταν. Ο θεός της θάλασσας αποφάσισε να την απαλλάξει από την παρουσία τους και την οδήγησε σε ένα μακρινό νησί.
Οι μνηστήρες δεν το έβαλαν κάτω. Επέμειναν μέχρι που βρήκαν το νησί και κατέπλευσαν όλοι μαζί. Βρίσκοντας ένα τεραστιο πλήθος ζώων- ήταν οι κάτοικοι που ο ζηλόφθονος θεός είχε μεταμορφώσει σε ζώα- άρχισαν να τα σκοτώνουν.
Τότε, ο Ποσειδώνας μεταμόρφωσε τους μνηστήρες σε λύκους, την Θεοφανώ σε αμνάδα και τον εαυτό του σε κριάρι. Έτσι, ενώθηκε μαζί της. Ο καρπός τους ήταν ένα θαυμάσιο χρυσόμαλλο κριάρι.
Πάνω σ’ αυτό μεταφέρθηκαν ο Φρίξος και η Έλλη για να γλυτώσουν. Η Έλλη έπεσε κατά λάθος στη θάλασσα, που από τότε λέγεται Ελλήσποντος και ο Φρίξος έφτασε ασφαλής στην Κολχίδα. Ο βασιλιάς του τόπου, ο Αιήτης, τον δέχθηκε με χαρά και τον πάντρεψε με την κόρη του Χαλκιόπη.
Ο Φρίξος θυσίασε τον κριό στον Φύξιο Δία( αυτόν που διευκολύνει τη φυγή) και παρέδωσε το χρυσό του δέρμα στον Αιήτη. Εκείνος με τη σειρά του το κρέμασε σε μια βελανιδιά, μέσα σ’ ένα δάσος αφιερωμένο στον Άρη και άφησε τον Δράκο που δεν κοιμόταν ποτέ να το φυλάει.

Αυτό το πολύτιμο δέρας, λοιπόν, έπρεπε να φέρει ο Ιάσων στον Πελία για να πάρει το θρόνο που δικαιωματικά τού ανήκε.





Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΛΟΦΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΟΘΗΚΗΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Στην περιοχή του Κεραμεικού  είχε σχηματισθεί ένας μεγάλος λόφος από στάχτη, την οποία σώρευαν στο σημείο αυτό τα συγκεντρωμένα στην περιοχή εργαστήρια σαπωνοποιίας.Λόγω της καλής φήμης του αθηναϊκού σαπουνιού έβγαινε από τα σύνορα της χώρας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η παραγωγή.
Ο λόφος, λοιπόν, της Σταχτοθήκης, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στα βυζαντινά χρόνια, αν και δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς.
Προς το τέλος της οθωμανικής κατοχής(δεύτερο μισό του 18ου αιώνα) δημιουργήθηκε και δεύτερος λόφος, κοντά στην περιοχή της Παλιάς Βουλής, αν και υπάρχουν διαφωνίες ότι αυτός είναι ο τρίτος.
Η ονομασία Σταχτοθήκη, πάντως, αφορά τόσο τον λόφο των απορριμμάτων των σαπωνοποιίων όσο και την περιοχή Διπύλου-Κεραμεικού. Η στάχτη αυτή άρχισε να απομακρύνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα, αποκαλύπτοντας τα αρχαία μνημεία που έκρυβε και, συγχρόνως, προστάτευε.
Ο ένας λοφίσκος, ο μεγαλύτερος, λειτουργούσε και σαν εξέδρα, όταν οι Αρχές της πόλης υποδέχονταν ξένους επισήμους που έρχονταν μέσω Πειραιά.
Κατά τη αρχαιότητα, στις δύο πλευρές του δρόμου που άρχιζε από το Δίπυλο και οδηγούσε στην Ακαδημία, οι Αθηναίοι έθαβαν τους νεκρούς των πολέμων. Μια πλατεία είχε διαμορφωθεί όπου συγκετνρώνονταν οι πολίτες στις εκδηλώσεις τιμής των νεκρών. Ο Περικλής, το 430πΧ. εξεφώνησε εκεί  τον Επιτάφιο, για να τιμήσει τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Αιώνες αργότερα, με το αρχαίο νεκροταφείο σκεπασμένο και αφημένο στη λήθη, υποδέχτηκαν κάπου εκεί τον Όθωνα κατά την επίσημη άφιξή του στην Αθήνα (1 Δεκεμβρίου 1834), ενώ στον ίδιο λόφο ο Άγγελος Γέροντας(Φιλικός, αγωνιστής στην Επανάσταση, δήμαρχος Αθηνών το 1837 και το 1840, παππούς του Δημήτρη Καμπούρογλου από την κόρη του Μαριάννα) προσφώνησε τους νεονύμφους Όθωνα και Αμαλία όταν έφθασαν στην Αθήνα (2 Φεβρουαρίου 1837). Ο γάμος είχε γίνει τον προηγούμενο Νοέμβριο στο Όλντενμπουργκ, αλλά οι Αθηναίοι το έμαθαν αρκετά αργότερα (τα ΜΜΕ της εποχής, βλέπετε, δεν φημίζονταν για την ταχύτητα).  Μαθήτριες της Σχολής Χίλλ έψαλαν τον ύμνο που είχε συνθέσει ο Αλ.Ραγκαβής, μελοποιημένον από τον αρχιμουσικό Acher, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Ραγκαβής στα απομνημονεύματά του.
Μια μαθήτρια της Χίλλ πρόσφερε στην Αμαλία ένα μποκέτο από άνθη ροδιάς-σύμφωνα με το αθηναϊκό έθιμο του γάμου.
Στον Κεραμεικό, επίσης, υποδέχτηκαν ο δήμαρχος και πλήθος κόσμου και τον Γεώργιο Α΄, καθώς ερχόταν από τον Πειραιά. Ο δήμαρχος του παρέδωσε σε ασημένιο δίσκο, συμβολικά, δύο κλειδιά: ένα της Ακρόπολης και ένα της πόλης των Αθηνών.
Ο Γεώργιος Α΄ συνέχισε μετά για την πλατεία Ομονοίας, και από εκεί, μέσω Αιόλου και Ερμού έφθασε στη Μητρόπολη, όπου τελέστηκε ιερά δοξολογία, για να καταλήξει τέλος στα Ανάκτορα.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ
Μέρος α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Με αφορμή ένα γάμο βρέθηκα στο Ιερό Νησί για κάτι παραπάνω από μία εβδομάδα.
Συντροφιά με όλων των ειδών τους αέρηδες το γύρισα, το γεύτηκα, το μύρισα και μαγεύτηκα. Στις ενότητες που θα ακολουθήσουν θα προσπαθήσω να σας παρασύρω, να σας πείσω να πάτε εκεί και να κάνετε τη δική σας εξερεύνηση, αφού τα μάτια της ψυχής μας είναι αλλοιώτικα.

Φτάσαμε με ένα τέταρτο καθυστέρηση, επειδή στο πέλαγος λυσσομανούσαν οι βόρειοι και οι βορειοανατολικοί άνεμοι, δυνατοί, να απειλούν να δέσουν τα πλοία στα λιμάνια και να κυκλοφορούν μόνοι τους, κύριοι κι αφέντες του Αιγαίου. Η δραμαμίνη έκανε το θαύμα που ανέμενα και κατέβηκα στη στεριά χωρίς προβλήματα...
Ήταν πρωί ακόμη, τα δωμάτιά μας δεν ήταν διαθέσιμα και ξεκινήσαμε για μια πρώτη ματιά στη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού, με τον αέρα να σφυρίζει στ’ αυτιά μου, να μού ανακατεύει τα μαλλιά, να με υποχρεώνει να φορέσω ένα τζίν ζακετάκι. Είναι βίαιος και κρύος, αλλά παραδόξως μ’ ευχαριστεί αφού δεν ιδρώνω, κι ας αγκομαχώ, ας δυσκολεύομαι να περπατήσω. Βάδην μετ’ εμποδίων.

Η χάρη Της είναι άδεια- εννοώ τη γνωστή εκκλησία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας-τα σκαλοπάτια της ελεύθερα, επιβλητικά και στρωμένα με κατακόκκινα χαλιά-μοκέτες, και καταφέρνουμε να προσκυνήσουμε χωρίς να περιμένουμε στην,συνήθως, ατελείωτη ουρά. Μυρωδιά θυμιάματος γαργαλά τη μύτη μου, θρησκευτικές μελωδίες ακούγονται από το εσωτερικό του ναού. Γίνεται μια ευχαρηστήρια λειτουργία, μοιράζεται άρτος.
Είναι μια σπάνια ευκαιρία να δω με άνεση το εσωτερικό του ναού, χωρίς να νοιώθω χέρια να με σπρώχνουν για να βρεθώ έξω, πριν το καταλάβω. Και το απολαμβάνω πραγματικά.
Κοιτώ την θαυματουργή εικόνα, η οποία βρέθηκε το 1823, κάθε άλλο παρά ευδιάκριτη από τα μυριάδες τάματα που φέρει, αφήνοντας δύο κενά στο πρόσωπό Της και στο πρόσωπο του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Την έχουν τοποθετήσει σ’ ένα επιβλητικό μαρμάρινο προσκυνητάρι, μπαίνοντας αριστερά. Είναι σπασμένη στα δύο από την αξίνα του εργάτη κατά την εύρεσή της και τραυματισμένη από μια παλιά πυρκαγιά. Τίποτε απ’ αυτά δεν μειώνει τη μεγαλοπρέπεια και το δέος που αισθάνεται κάθε πιστός που πλησιάζει. Η παράδοση θέλει να είναι έργο των χειρών του Αποστόλου Λουκά, αλλά για μένα δεν έχει καμία απολύτως σημασία ποιός την δημιούργησε.
Ολόκληρος ο ναός είναι κατάμεστος από τα τάματα, καμιά γωνιά δεν είναι άδεια και το τέμπλο, εκπληκτικής τέχνης ξυλόγλυπτο με χρυσές λεπτομέρειες, σχεδόν δεν φαίνεται, καθώς τα μάτια γυροφέρνουν λαίμαργα ένα γύρο, αδυνατώντας να εστιάσουν κάπου συγκεκριμένα.

Συνέχεια έχει μια πρώτη εξερεύνηση στο κέντρο της Χώρας και στις γειτονιές της λεγόμενης «παλιάς πόλης», που δεν με ικανοποιεί- δεν βλέπω τίποτε το ιδιαίτερο.
Καθόμαστε για μεσημεριανό σ’ ένα ταβερνάκι που ο ταξιδιωτικός οδηγός μας συστήνει ως το καλύτερο. Μόνο γραφικό είναι, στην αρχή ενός υπερβολικά στενού, πλακόστρωτου δρομίσκου, γεμάτου ταβερνάκια, που κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να στήσουν κάποια λιλιπούτεια τραπεζάκια έξω, στο δρόμο.
Ακόμη και σ’ αυτό το στενάκι ο αέρας ορμά με φόρα και έχει αντιρρήσεις ως προς το αν η σερβιτόρα πρέπει ή όχι να στρώσει εκείνο το χάρτινο τραπεζομάντηλο. Της το παίρνει και το κάνει σημαία για λίγο. Εκείνη αγανακτεί κι εμείς γελάμε...
Διαλέξαμε όλοι κάτι διαφορετικό, αλλά κανείς δεν έμεινε ενθουσιασμένος ( αχ, αυτή η μετριότητα...).

Επιστροφή στο ξενοδοχείο για ύπνο κατά βούληση και ραντεβού το απόγευμα, χαλαρά, χωρίς να πούμε συγκεκριμένη ώρα.
Εγώ ετοιμάζομαι ν’ανοίξω το λάπτοπ. Ο αέρας μ’εκδικείται που τον αψηφώ και το «σήμα» είναι τόσο αδύναμο, ώστε αναγκάζομαι να το κλείσω. Μισοξαπλώνω, παίρνω στα χέρια μου το βιβλίο που έφερα μαζί μου(Κονφιτεόρ, του Ζάουμε Καμπρέ) και το ανοίγω:
«Μέχρι χθές το βράδυ, περπατώντας στους βρεγμένους δρόμους της Βαλκάρκα, δεν είχα καταλάβει ότι το να γεννηθώ σ’ εκείνη την οικογένεια ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος».
Η πρώτη πρόταση, η πρώτη τελεία. Υπακούοντας σε δικές μου, ανεξερεύνητες συνήθειες, έβαλα τον σελιδοδείκτη εκεί, στην πρώτη σελίδα, έκλεισα το βιβλίο και μετά τα μάτια μου. Ναι, εγώ που δεν κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια, εγώ που πάντα δουλεύω τα μεσημέρια- όπως και τώρα- κοιμήθηκα και ξύπνησα από τις φωνές του φίλου μας που ήρθε να μας πει ότι ένας άλλος φίλος ήταν καθ’ όδόν να μας συναντήσει. Ποτέ μη λες ποτέ. Το ξέρω, δεν το ξέρω;