The world I love:my novels, my favorite themes
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ
ΜΕΡΟΣ Β΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου


Ο Πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν στο πρώτο σημαντικό του μήνυμα στον αμερικανικό λαό τον Μάρτιο του 1861 ανακοινώνει ότι η δουλεία είναι προσωρινή. Θα συνέχιζε να ιφίσταται όπου ήταν νομοθετημένη, αλλά θα απαγορευόταν η περαιτέρω εξάπλωσή της.
Οι νότιες πολιτείες- που θυμίζω ότι δεν τον ψήφισαν- εξεγείρονται, μιλούν για απόσχιση, πράγμα που οι βόρειες δεν το ανέχονται. Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που ο νότος μιλά για «αποχωρισμό», αλλά τα λόγια του Λίνκολν, του «προαγωγού της συμβίωσης με τους νέγρους» βάζει τα καύσιμα για τη φωτιά που μέλλει ν’ ανάψει. Σχηματίζουν δική τουε κυβέρνηση και το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια γίνεται η πρωτεύουσά τους.
Οι νότιες πολιτείες ήταν οικονομικά αυτάρκεις, αν και κουβαλούσαν στους ώμους τους έναν κόσμο που παρήκμαζε σ’ όλον τον κόσμο και χανόταν ( το καθεστώς της δουλείας). Και ο Λίνκλν τους δυσκόλευε.
Ένα μήνα αργότερα, τον Απρίλιο του 1861 ξεσπά ο Αμερικανικός Εμφύλιος, ο πόλεμος Βορείων και Νοτίων.
Η ωμή αλήθεια είναι ότι ο Λίνκολν αποφάσισε να μιλήσει για κατάργηση τη δουλείας όταν η Συνομοσπονδία των Νοτίων απευθύνθηκε στην Αγγλία και τη Γαλλία ζητώντας ενίσχυση, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι υφαντουργίες αυτών των χωρών ήταν οι αποδέκτριες της δικής τους βαμβακοπαραγωγής.
Ο Λίνκολν, όμως, προβάλλοντας έστω και θολά το όραμα της απελευθέρωσης των δούλων, κερδίζει ολόκληρη την Ευρώπη. Οι εφημερίδες ξεχειλίζουν από άρθρα συμπάθειας προς τους πολιτισμένους Βόρειους, μιλώντας συγχρόνως για τις φρικτές καταστάσεις που ζουν οι δούλοι στον Νότο. Στον βορρά των βιοτεχνιών και των βιομηχανιών ζουν και εργάζονται μαύροι. Μαύροι που θεωρούνται κατώτεροι των λευκών, μαύροι που είναι θύματα φυλετικών διακρίσεων και οικονομικής εκμετάλλευσης. Το μόνο που τους διαχωρίζει από τους μαύρους του Νότου είναι ότι δεν ζουν μέσα στην κόλαση. Ζουν στον προθάλαμό της επειδή λογίζονται πολίτες- έστω δεύτερης ή τρίτης διαλογής...
Δεν αργεί να συγκροτηθεί στην Βόρεια Αμερική κίνημα για την χειραφέτηση των μαύρων. Κι ενώ οι μαχητικοί πολέμιοι της δουλείας πολλαπλασιάζονται και φωνάζουν, το Κογκρέσο και ο Λίνκολν  γίνονται όλο και πιο διστακτικοί.

Ο Gregory J.W Urwin, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Temple, γράφει:
«Ο Λίνκολν που στην αρχή του Εμφυλίου αποσαφήνισε ότι σκόπευε να αποκαταστήσει την Ένωση χωρίς να τερματίσει τη δουλεία, άρχισε να το ξανασκέφτεται το καλοκαίρι του 1862. Η χειραφέτηση θα στερούσε από τον Νότο το εργατικό του δυναμικό. Η προοπτική μιας εξέγερσης των δούλων ίσως ανάγκαζε την Συνομοσπονδία να μετακινήσει στρατεύματα από τα πεδία των μαχών, στα μετόπισθεν».
Τον Ιούλιο του 1862, λοιπόν, το Κογκρέσο επέτρεψε την απελευθέρωση εκείνων των δούλων, των οποίων οι αφέντες τάσσονταν υπέρ της Συνομοσπονδίας.

Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι-ως έναν βαθμό- ο Λίνκολν έκανε τον πόλεμο μόνος του. Το Κογκρέσο δεν έδωσε την έγκρισή του σε καμία στρατιωτική ή πολιτική του πρωτοβουλία. Ο πρόεδρος άνοιξε τα δημόσια ταμεία για να αντιμετωπίσει τα έξοδα του πολέμου, χωρίς την έγκριση των οικονομικών υπηρεσιών και οι αρχηγοί των στρατευμάτων δεν ήταν άξιοι, με εξαίρεση τον επιλεγμένον από τον ίδιο, Οδυσσέα Γκράντ.
Στο μυαλό του ο πρόεδρος Λίνκολν είχε, όχι την απελευθέρωση των σκλάβων, αλλά την συντριβή της ανταρσίας του Νότου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι με τον διαχωρισμό θα διαλυόταν η Αμερική.
Γράφει ο ίδιος σε επιστολή με ημερομηνία 22 Αυγούστου 1862:
«Ο υπέρτατος στόχος είναι να σώσουμε την Ένωση, όχι να διατηρήσουμε ή να καταργήσουμε τη δουλεία. Εάν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να ελευθερώσω κανένα δούλο, θα το έκανα. Εάν χρειαζόταν να τους ελευθερώσω όλους για να τη σώσω, θα το έκανα. Εάν έπρεπε να ελευθερώσω μερικούς, θα το έκανα».

Τον Σεπτέμβριο του 1862, ο Λίνκολν με την ιδιότητα του αρχηγού του στρατού, αποφάσισε την κατάργηση της δουλείας σε όσες πολιτείες δεν θα κατέθεταν τα όπλα μέχρι την πρωτοχρονιά του 1863. Κανείς δεν υπάκουσε και ο πρόεδρος/στρατάρχης υπέγραψε το περίφημο Διάταγμα για την χειραφέτηση των μαύρων ακριβώς την 1η Ιανουαρίου 1863, τονίζοντας ότι ήταν «στρατιωτική αναγκαιότητα επιβεβλημένη από πολιτειακούς λόγους και όχι ανθρωπιστικούς».
Οι μαύροι δραπετεύουν από τον Νότο. Σε διάστημα λίγων μόνο μηνών, ο Γκράντ πλαισιώνεται από μια στρατιά ενός εκατομμυρίου μαύρων και λευκών μαχητών, υποχρεώνοντας τον στρατηγό Λη να υποκύψει.

Ο Λίνκολν διακινδυνεύει την επανεκλογή του το 1864(κερδίζει με 55%), με τον εμφύλιο να βράζει ακόμη και τους Βορείους να υπερτερούν και με μια σκληρότατη αντιπολίτευση που ανησυχεί «μήπως η απελευθέρωση των εγχρώμων εξασθενίσει τους δεσμούς (των λευκών) με την Εκκλησία». Η ανησυχία προερχόταν από τις φήμες ότι οι μαύροι θα κατελάμβαναν την Εκκλησία, την ώρα που οι μεγαλοτραπεζίτες μιλούσαν για κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης των μεγαλοκτηματιών του Νότου. 
Στην ομιλία μετά τη δεύτερη εκλογή του (4 Μαρτίου 1865) δίνει μηνύματα ομόνοιας, λέγοντας ότι δεν τρέφει κακίες για κανέναν, ότι ζητεί ευσπλαχνία για όλους και ότι αυτό που επιθυμεί πάνω απ’ όλα είναι «ειρήνη ανάμεσά μας».
Στις 9 Απριλίου 1865 σ’ ένα μικρό χωριό της Βιρτζίνια υπογράφεται η παράδοση των Νοτίων.
Η κατάθεση των όπλων έλαβε χώρα τον επόμενο μήνα. Εκείνη τη χρονιά(1865) η απαγόρευση της δουλείας μπήκε ως άρθρο και στην τροποποίηση του Συντάγματος. Αλλά ο Αβραάμ Λίνκολν δεν τα πρόλαβε.
Λίγες μόνο μέρες μετά την υπογραφή παράδοσης και ένα σχεδόν μήνα μετά την βαρυσήμαντη «ενωτική» ομιλία του, στις 14 Απριλίου 1865, ο πρόεδρος Λίνκολν βρίσκεται στο θέατρο Φόρντ της Ουάσινγκτον. Ο Τζον Γουϊλκς Μπούθ, ένας ηθοποιός και φανατικός υποστηρικτής των Νοτίων τον πυροβολεί στοχεύοντας το κεφάλι του και φωνάζοντας « Sic simper tyrannis!» (Έτσι πάντα στους τυράννους!, Έτσι πεθαίνει η τυραννία).
Ο Μπούθ διαφεύγει, αλλά εντοπίζεται δώδεκα μέρες αργότερα σε μια φάρμα, όπου και εκτελείται. Εκτός από αυτόν εκτελέστηκαν άλλα τέσσερα άτομα, που αποδείχτηκε ότι ήταν συνεργάτες και μέλη σπείρας. Βάσει αστυνομικών καταθέσεων, τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών στοιχείων, πολλοί Αμερικανοί ιστορικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω σπείρα χρηματοδοτήθηκε από τραπεζίτες και μεγαλοκτηματίες- τους μεγάλους εχθρούς του Λίνκολν.

Ο Πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν άφησε την τελευταία του πνοή νωρίς το πρωί της επομένης (15 Απριλίου). Θα έμενε για πάντα ένας θρύλος. Ένας θρύλος-παράδειγμα μιας ατσάλινης και απαρέκκλητης από τον στόχο του πορείας, ένας θρύλος που στηρίζει τα θεμέλια της λειτουργίας και της οργάνωσης του αμερικανικού κράτους.





Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ (1809-1865)
Ο Πρόεδρος της Ελευθερίας
Μέρος Α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Διαλέγω τον συγκεκριμένον από όλους τους Προέδρους της Αμερικής, επειδή είναι εκείνος που έθεσε τα θεμέλια να σταματήσει η εκμετάλλευση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο στο βαθμό της σκλαβιάς- της εξουσίας πάνω στην ίδια του την υπόσταση και τη ζωή.

Ο Αβραάμ Λίνκολν γεννήθηκε σε μια καλύβα του χωριού Χότζβιλ του Κεντάκυ. Ο πατέρας του Τόμας ήταν μικροκαλλιεργητής και η βαθύτατα θρησκευόμενη μητέρα του Νάνσυ πέθανε όταν ο Αβραάμ, τρίτο κατά σειρά παιδί της οικογένειας, και το μόνο που επέζησε, ήταν 8 ετών. Ο θάνατος της μητέρας του σημαδεύει για πάντα τον Αβραάμ, αλλά στέκεται τυχερός. Ο πατέρας του, έχοντας μετακινηθεί στην Ιντιάνα, όπου κατέλαβε μια λωρίδα γόνιμης γης- μια πολύ συνηθισμένη πρακτική εκείνων των χρόνων- και χρίζοντας τον μοναδικό του γιό βοηθό, ξαναπαντρεύεται την χήρα Σάρα Μπους Τζόνστον, η οποία είχε τρία παιδιά.
Η Σάρα, αυτή η αγράμματη γυναίκα, είναι εκείνη που θα γίνει φάρος ζωής για τον Αβραάμ, ο οποίος θαυμάζει τον ντόμπρο χαρακτήρα της. Η Σάρα πιέζει τον Αβραάμ «να μάθει να γράφει, να διαβάζει και να μετρά», πιέσεις εντελώς έξω από τα συνηθισμένα της εποχής. Κι εκείνος μαγεύεται, όπως δηλώνει πολύ αργότερα.
Η Βίβλος, ο «Ροβινσών Κρούσος» και οι «Μύθοι του Αισώπου» θα γίνουν «τα τρία πρώτα από τα πιο πολυαγαπημένα βιβλία» που διάβασε. Για να τα αποκτήσει, έπρεπε να βαδίζει κάθε φορά περίπου οκτώ ώρες, μέχρι να φτάσει σε κάποιον ταχυδρομικό σταθμό, όπου υπήρχαν εφημερίδες, έντυπα και βιβλία, φερμένα από τις μεγάλες πόλεις.
Τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του περνούν σε απόλυτη μοναξιά. Γίνεται πανύψηλος και σκελετώδης, η φωνή του είναι βροντερή και η ματιά του σκληρή και υποψιασμένη. Αποκτά προσωπική αντίληψη για την κοινωνία και τους ανθρώπους, καθώς μετακομίζει στο Νιού Σάλεμ. Θα εργαστεί για να ζήσει ως ταχυδρόμος, νυχτοφύλακας σε αποθήκη, για να ανοίξει τελικά ένα δικό του χώρο όπου «ο καθένας μπορεί να βρεί το κάθε τι». Έτσι έγραφε η ταμπέλα του μαγαζιού. Του μαγαζιού που έδωσε άλλου είδους μαθήματα στον νεαρό Αβραάμ: μαθήματα επικοινωνίας με τον κόσμο, παρακολούθηση της ζωής και των προβλημάτων τους που είχε ως επακόλουθο να δίνει συμβουλές για την επίλυσή τους και να φτάσει στο σημείο να χωρίζει διαδίκους, έτοιμους να σκοτωθούν για ένα κομμάτι στέρφας γης.
Το 1830, εγκατεστημένος στην Νέα Ορλεάνη, κατατάσσεται στον στρατό και φθάνει μέχρι τον βαθμό του λοχαγού. Στα 1832 βρίσκεται επι κεφαλής ενός ψευτοπολέμου με μια τοπική φυλή Ινδιάνων, σπρωγμένος από τον κόσμο. Ήταν αφορμή να κάνει κάποιες γνωριμίες με πρόσωπα οικονομικής και πολιτικής επιρροής. Είναι αυτοί που τον προτρέπουν να στραφεί στην πολιτική, αν και ορισμένοι θα το μετανιώσουν πικρά στη συνέχεια.
Ο Αβραάμ Λίνκολν γίνεται μέλος του συντηρητικού κόμματος των Γουϊγκς και ερχόμενος σε επαφή με την άρχουσα τάξη της Πολιτείας, αρχίζει να διαμορφώνει σκέψεις για τους μαύρους και το καθεστώς δουλείας. Η ματιά του είναι περισσότερο οικονομική, παρά ηθική (πιστεύει ότι ένας ελεύθερος εργάτης αποδίδει καλύτερα από έναν σκλάβο). Ωστόσο, όταν αποφασίζει να εκφράσει τις σκέψεις του στο κόμμα, αντιμετωπίζει εχθρότητα.
Είναι η ώρα της απόφασης να μελετήσει νομικά, ώστε να καταφέρει να παρουσιάσει στα δικαστήρια «το απάνθρωπο πρόβλημα της δουλείας».
Το 1834 καταφέρνει και εκλέγεται μέλος της Βουλής του Ιλλινόϊς- μια θέση που θα την κρατήσει για έξι χρόνια.
Το 1837 εμφανίζεται σε επιτροπή δικαστών, πολιτευτών και μεγαλοκτηματιών- έχοντας αποκτήσει νομικές γνώσεις μελετώντας επί ενάμιση χρόνο δώδεκα ώρε ημερησίως νομικά βιβλία και δικαστικά πρακτικά, για να λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος ως νομικός. Όλοι στρέφονται εναντίον του, αλλά είναι αδύνατον να αγνοήσουν την ευφράδεια, τις γνώσεις και την φιλοσοφημένη σκέψη του. Το αποτέλεσμα είναι να αποκτήσει την άδεια και να προσληφθεί σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο του Ιλλινόϊς. Νιώθει υπέροχα, ερωτευμένος όπως είναι με την Άνι Τάτλεντζ. Η ευτυχία κρατά λίγο, αφού η Άνι πεθαίνει από τύφο.
Ο Αβραάμ δίνει πλέον όλη του την ενέργεια στην πολιτική και το 1844 γίνεται αρχηγός του κόμματος των Γουϊγκς, αν και δεν είναι ικανοποιημένος με την γενικότερη στάση που κρατά το κόμμα.  Στο μεταξύ έχει παντρευτεί (1842) την Μαίρη Τόντ, μια νεαρή με δυνατό ταπεραμέντο, υψηλές ιδέες και κοινωνικά ενδιαφέροντα, που τον σπρώχνει ακόμη περισσότερο στην πολιτική και την απόκτηση υψηλών κρατικών αξιωμάτων.
Έτσι, το 1846 κάνει ένα τεράστιο βήμα: εκλέγεται στο Κογκρέσο, αν και δεν καταφέρνει να διακριθεί. Εκείνη τη χρονιά τάσσεται εναντίον του Μεξικανο-Αμερικανικού Πολέμου, δημιουργεί πολλούς εχθρούς, υποστηρίζει έναν αντίπαλο του κόμματός του για Πρόεδρο, ενώ είναι πια ο μόνιμος συνήγορος υπεράσπισης των μικροαγροτών, που τους έσερναν στα δικαστήρια οι μεγαλοκτηματίες, κατηγορώντας τους για καταπάτηση της γης τους.
Ένα χρόνο αργότερα εκλέγεται βουλευτής, αλλά το χάσμα με το κόμμα του μεγαλώνει.

Το 1854 λαμβάνει χώρα ένας συμβιβασμός μεταξύ των πολιτειών Κάνσας και Νεμπράσκα. Από εκείνη τη στιγμή η κα΄θε μια πολιτεία θα είχε την δυνατότητα να επιτρέπει τη δουλεία. Στο Ιλινόϊς προκλήθηκε αναταραχή, το κόμμα των Γουϊγκς διασπάστηκε και ένα νέο κόμμα έκανε την εμφάνισή του- αυτό των Ρεμπουμπλικανών. Ο Λίνκολν γίνεται αμέσως μέλος του, κόβοντας μια για πάντα τους δεσμούς με το κόμμα που είχε ηγηθεί. Δριμύτατος, εκφωνεί πύρινους λόγους κατά της δουλείας, προσελκύοντας τα πλήθη και αναδεικνύεται ως μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. 
Ήδη από το 1852 έχει εκδοθεί το βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου «Η καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά», ασκώντας τεράστια επίδραση στην διαμόρφωση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Ήταν η πρώτη φορά που παρουσιάζονταν οι μαύροι σκλάβοι ως άνθρωποι με βαθιά αισθήματα, έντιμοι και καλοί οικογενιάρχες. Μια πραγματική γροθιά στο στομάχι, με πωλήσεις εξωπραγματικές για τα δεδομένα εκείνων των χρόνων.
Το 1857, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι Αφροαμερικανοί δεν είναι πολίτες και δεν έχουν κληρονομικά δικαιώματα, ο Λίνκολν δεν δίστασε να το αντικρούσει. Υποστήριξε ότι, ναι μεν οι μαύροι δεν ήταν ίσοι με τους λευκούς, αλλά τόνιζε το γεγονός ότι οι Πατέρες του Έθνους είχαν διακηρύξει πως όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με κάποια αναφαίρετα δικαιώματα και κατέβηκε ως υποψήφιος για την έδρα της Πολιτείας στην Γερουσία, έχοντας αντίπαλο τον Στήβ Ντάγκλας.
Ήταν ένας αγώνας χωρίς προηγούμενο. Μέχρι τότε, οι προεκλογικοί τόνοι στο Ιλινόϊς ήταν ήπιοι. Ο Λίνκολν τους παραβίασε ορμητικά και επιτέθηκε στον Ντάγκλας, στο Ανώτατο Δικαστήριο και στον ίδιο τον Πρόεδρο Μπιουκάναν, κατηγορώντας τους ότι «προάγουν τη δουλεία». Στο κατηγορώ του εκείνο, πρόσθεσε και μια φράση που έμεινε ως σύμβολο τόσο για τους έγχρωμους όσο και για τους λευκούς: «Σπίτι διχασμένο δεν μπορεί να επιβιώσει. Μαύροι και λευκοί πρέπει να συμβιώσουν, αλλιώς η Αμερική δεν θα επιζήσει».
Η πρώτη πρόταση έκανε το γύρο της Αμερικής και ο Λίνκολν, αναπτερωμένος πρόσθετε συνεχώς κι άλλο λάδι: «εκείνοι που αρνούνται την ελευθερία στους άλλους δεν την δικαιούνται οι ίδιοι», «όταν ακούω κάποιον να συμπαθεί τη δουλεία, έχω μεγάλη διάθεση να δω πώς θα περνούσε εκείνος ως δούλος».
Έγινε τόσο γνωστός, ώστε παρακίνησε μια ομάδα επιχειρηματιών να τον προωθήσει για υποψήφιο των Ρεμπουμπλκανών στην Προεδρία στις εκλογές της 6ης Νοεμβρίου 1860. Και εθριάμβευσε, παρά το γεγονός ότι κανείς Νότιος δεν τον ψήφισε.






Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Γ΄(1913-1977)
Ένας κοσμικός και δη πολιτικός κληρικός
Μέρος β΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Το 1962 ο Μακάριος πραγματοποιεί ένα επίσημο ταξίδι στην Ουάσινγκτον και συνομιλεί με τον Αμερικανό Πρόεδρο Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ για θέματ οικονομικής ανάπτυξης της Κύπρου. Σε ερώτηση δημοσιογράφων αν εγκατέλειψε το θέμα της ένωσης με την Ελλάδα, απάντησε ότι έπρεπε να γίνουν ορισμένες θυσίες...  Επιστρέφοντας, με παράκαμψη την Αθήνα και παρουσία του βασιλέως Παύλου στο αεροδρόμιο, ο Μακάριος έδωσε την αναμενόμενη συνέντευξη τύπου στους Έλληνες δημοσιογράφους, λέγοντας... «η δοθείσα δια των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου λύσις εις το Κυπριακόν δεν ήτο εκείνη δια την οποίαν διεξήχθη ο αγών. Ήτο, όμως, η μόνη εφικτή... Η εν Ελλάδι διατύπωσις αντιρρήσεων δια την δοθείσαν λύσιν σημαίνει εν τινι μέτρω, προσπάθειαν αντλήσεως κομματικών ωφελημάτων».
Ο Αρχιεπίσκοπος τηρεί μια περίεργη στάση και θέση: είναι νομικά και διπλωματικά υποχρεωμένος να εργασττεί στα πλαίσια της σύστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά οι Ελληνοκύπριοι αναμένουν με κάποιο τρόπο την ένωση με την Ελλάδα, την οποία επιθυμούν διακαώς. Συνεχίζουν να τον εκλέγουν επειδή τους δίνει ελπίδες, λέγοντας ότι αυτή η κατάσταση ανεξαρτησίας είναι παροδική και έχει στόχο την σταδιακή ένωση με την Ελλάδα...
Στην απέναντι πλευρά, οι Τουρκοκύπριοι είναι σχετικά ικανοποιημένοι, χωρίς να είναι και πεπεισμένοι για την καλή πίστη του Μακαρίου και των υπουργών του για την τήρηση της συμφωνίας περί ανεξαρτησίας του νησιού. Κι αυτή η δυσπιστία, δεν άργησε να οδηγήσει στην πλήρη αδυναμία συνεργασίας των δύο κοινοτήτων, οι οποίες έφεραν στρατιωτικές εντάσεις το 1963 και εχθροπραξίες τον Αύγουστο του 1964. Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας ακολούθησαν το κλίμα της Κύπρου, καταλήγοντας στους διωγμούς εναντίον της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης το 1964.

Τον Μάρτιο του 1970 η Κύπρος συγκλονίζεται από την απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου και τα όσα έρχονται στο φως, σχετικά με σχέδιο πραξικοπήματος από τη χούντα των συνταγματαρχών της Ελλάδας και τους Ελληνοκύπριους συνεργάτες τους. Από την αρχή της χρονιάς εκείνης υπήρχε μια έντονη δραστηριότητα της οργάνωσης «Εθνικό Μέτωπο», που είχε ιδρυθεί στην Κύπρο το 1969 και έκρυβε στα σπλάχνα της την ΚΥΠ της ελληνικής χούντας. Ένα σχόλιο του ρωσικού ΤΑΣ ανέφερε ότι: «Η ένταση της εγκληματικής δραστηριότητας ενάντια στο Κυπριακό κράτος δεν είναι καθόλου τυχαία. Αποτελεί συστατικό στοιχείο ενός γενικού σχεδίου «διευθέτησης» του κυπριακού ζητήματος, με στρατιωτικά μέσα, μιας διευθέτησης που έχει καλλιεργηθεί...»
Τα πρόσωπα που αποκαλύφθηκαν πίσω από την απόπειρα δολοφονίας ήταν οκτώ: ο Π.Γεωρκάτζης- ένα σκαιώδες πρόσωπο με διασυνδέσεις και με τη χούντα και με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ο διοικητής των δυνάμεων καταδρομών στην Κύπρο, αντισυνταγματάρχης Δ. Παπαποστόλου και έξι Ελληνοκύπριοι, μεταξύ των οποίων και δύο αστυνομικοί.
Την ίδια ημέρα της απόπειρας(8 Μαρτίου 1970) το γερμανικό περιοδικό Σπήγκελ αποκάλυπτε σχέδιο της ελληνικής χούντας με κωδική ονομασία ΕΡΜΗΣ, το οποίο προέβλεπε τρία στάδια: πτώση του Μακαρίου, διαχωρισμό του ελληνικού και του τουρκικού πληθυσμού, και προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα.

Το καυτό καλοκαίρι του 1974 εκδηλώνεται το πραξικόπημα(15 Ιουλίου), και ενώ όλοι τον θεωρούν νεκρό, ο Μακάριος καταφέρνει να σώσει τη ζωή του, καταφεύγοντας πρώτα σε ένα μοναστήρι του όρους Τρόοδος και συνεχίζοντας για την Πάφο. Από εκεί προβαίνει σε ανακοίνωση:
«Ελληνικέ Κυπριακέ λαέ! Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν».
Το πραξικόπημα εκτελέστηκε με εντολή του Δημητρίου Ιωαννίδη, του ισχυρού άνδρα της στρατιωτικής χούντας των Αθηνών, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη κάτω από ποιές συνθήκες πίεσης και από ποιούς έλαβε αυτή την απόφαση, διακινδυνεύοντας την άμεση αντίδραση της Τουρκίας. Ο Ιωαννίδης προκάλεσε αίσθηση με δήλωσή του στους αξιωματούχους των ΗΠΑ και την Αμερικανική Πρεσβεία τους στην Αθήνα λέγοντας: «Κύριοι, μας εξαπατήσατε», μετά την απόφαση της Τουρκίας για αεροπορική απόβαση στην Κύπρο.
Βεβαίως, η ετοιμότητα της Τουρκίας και η ταχύτητα της λήψης μιας τέτοιας απόφασης είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτη, αφήνοντας να διαφαίνεται μια εξαιρετική και βαθιά γνώση των εξελίξεων από την πλευρά τους και, επομένως, ενός έτοιμου σχεδίου δράσης.

Ο Μακάριος διαφεύγει και φθάνει στο Λονδίνο, όπου συναντά τον πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον τον Ιούλιο του 1974, ζητώντας του να μεταφέρει τον Μπουλέντ Ετζεβίτ «Ποιά μέτρα μπορούν να ληφθούν. Είναι κατά των συμφερόντων της Τουρκίας η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα» και φεύγει για την Αμερική, προκειμένου να βρεθεί στην έδρα του ΟΗΕ και να εκθέσει την όλη κατάσταση.
Από το βήμα του ΟΗΕ, στις 19 Ιουλίου, ο Μακάριος εξαπολύει ένα δριμύτατο κατηγορητήριο εναντίον της ελληνικής χούντας για «εισβολή στην Κύπρο». Κατηγορεί ευθέως τον Ιωαννίδη για το πραξικόπημα με ιθύνοντες Έλληνες αξιωματικούς, αποκαλύπτει τους πρότερους φόβους τους για όσα έγιναν και κατηγορεί την Ελλάδα της χούντας ως πλήρως υπεύθυνη για την ανατροπή του και την παραβίαση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Κύπρου, αναφέροντας ότι όσα συνέβησαν επηρεάζουν και τους Τουρκοκύπριους.
Ο Τούρκος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ Οσμάν Ολτσάϊ είπε ότι η Τουρκία επενέβη μετά την εισβολή της Ελλάδας.
Λίγες ώρες αργότερα, από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου έμενε, ο Μακάριος θα παρακολουθήσει έντρομος στην τηλεόραση μια αρμάδα τουρκικών πολεμικών πλοίων να αποπλέει από την Μερσίνα...
Τον Δεκέμβριο του 1974 ο Μακάριος αποφασίζει να επιστρέφει στην ματωμένη Κύπρο, όπου τον υποδέχονται θερμότατα.

Η Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς (Φεβρ. 1977), όμως, το προσωπικό του Βατερλώ, όπως χαρακτηρίστηκε, θεωρήθηκε μέγα σφάλμα- το τρίτο κατά σειρά που του προσάπτουν οι επικριτές του- αφού με αυτή την τραγική συμφωνία αποδέχτηκε την διζωνική δικοινωτική ομοσπονδία, χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Ο Γλαύκος Κληρίδης παραιτείται, όχι μόνο από τη θέση του διαπραγματευτή, αλλά και από εκείνη του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Υποστηρίζεται ότι ο Μακάριος συνειδητοποίησε το λάθος του ελάχιστες μέρες πριν τον αιφνίδιο θάνατό του (3 Αυγούστου 1977) από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η βαρυσήμαντη και τελευταία ομιλία του (20 Ιουλίου 1977), διάρκειας περίπου δέκα λεπτών, διατίθεται στο διαδίκτυο για όσους ενδιαφέρονται να την ακούσουν. 
Ήταν μόλις 64 ετών.



Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΥΠΡΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Γ΄(1913-1977)
Ένας κοσμικός και δη πολιτικός κληρικός
Μέρος Α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Ο Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος, όπως ήταν το κοσμικό όνομα του κατόπιν Αρχιεπισκόπου και αρχηγού κράτους, γεννήθηκε στο χωριό Παναγιά της επαρχίας Πάφου, ουσιαστικά ορφανός από μητέρα, αφού την έχασε σε πολύ μικρή ηλικία.
«Δεν θυμάμαι πολύ καλά τη μητέρα μου. Πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρός. Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της. Εκείνο τον καιρό οι φτωχοί και κυρίως αυτοί που ζούσαν στα βουνά της Κύπρου δεν έβγαζαν φωτογραφίες. Το μόνο που θυμάμαι για τη μητέρα μου, ήταν η μέρα που αρρώστησε. Ο γιατρός χρησιμοποιούσε το ίδιο φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Φαντάζομαι ότι θα ήταν ασπιρίνη. Έδωσε και στη μητέρα μου ένα χάπι και εκείνη ύστερα από λίγο πέθανε», είπε ο ίδιος.
Ο πατέρας του ήταν βοσκός και ο Μιχαήλ τον βοηθούσε, ενώ παράλληλα πήγαινε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού, από το οποίο αποφοίτησε το 1926. Εκείνη την ίδια χρονιά έγινε δεκτός ως δόκιμος μοναχός στο μοναστήρι του Κύκκου, πάνω στα όρη του Τρόοδος, παρακολουθώντας και τα πρώτα γυμνασιακά του μαθήματα.
Το 1933 κέρδισε υποτροφία από το μοναστήρι και συνέχισε από την τετάρτη γυμνασίου  στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, υπηρετώντας συγχρόνως τον ηγούμενο Χρυσόστομο.
Ανάμεσα στα καθήκοντα του νεαρού Μιχαήλη ήταν να φτιάχνει τους καφέδες των πατέρων και των επισκεπτών του μοναστηριού. Ο ηγούμενος τον έδερνε συνεχώς, επειδή ο Μιχαήλης εξακολουθούσε να ξυρίζει τα γένεια του... Ωστόσο, ο νεαρός δόκιμος είχε μεγάλη έφεση στη λογοτεχνία, στη φιλοσοφία, στα αρχαία ελληνικά και στα γαλλικά. Η πρόοδός του ήταν τόση, ώστε σε ηλικία 19 ετών του ανέθεσαν την διεύθυνση της σχολής του Κύκκου.
Μια διαμάχη μεταξύ της σχολής του Κύκκου με την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου είχε σαν αποτέλεσμα να μη χειροτονηθεί διάκονος μόλις αποφοίτησε, αλλά τον Αύγουστο του 1938. Τότε τού δόθηκε το όνομα Μακάριος Κυκκώτης.
Επιθυμώντας να συνεχίσει τις σπουδές του, κερδίζει υποτροφία και μεταβαίνει στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, έχοντας πάντα πλάι του τους πιστούς του συντρόφους: τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Γκαίτε, τον Ουγκώ, να του διευρύνουν το πνεύμα.
Αποφοίτησε με άριστα το 1942, εν μέσω κατοχής. Δεν έφυγε, αλλά αναμείχθηκε στην αντίσταση, υπηρετώντας ως διάκονος στο Ναό της Αγίας Ειρήνης∙ παράλληλα συνδέθηκε με εξόριστους Κύπριους εθνικιστές, οι οποίοι τον επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό στις μετέπειτα απόψεις του για την τύχη της Κύπρου.
Μετά την απελευθέρωση χειροτονήθηκε στην Αθήνα πρεσβύτερος και χρίστηκε αμέσως Αρχιμανδίτης από τον Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα.
Τον Σεπτέμβριο του 1946 κέρδισε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για ανώτερες θεολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Εκεί γνώρισε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηναγόρα και άρχισε να απολαμβάνει πραγματικά τη ζωή στην Αμερική.
«Αποφάσισα να μείνω 5 χρόνια και όχι 3, όπως είχε αρχικά κανονιστεί. Δεν πέρασαν όμως ούτε δύο χρόνια, όταν έλαβα τηλεγράφημα από την Κύπρο, όπου με πληροφορούσαν, πως οι κάτοικοι της περιοχής θέλουν να με εκλέξουν επίσκοπο για το θρόνο της Πάφου. Τρομοκρατήθηκα. Δεν ήθελα να φύγω από την Αμερική, ούτε να γυρίσω στην Κύπρο», ανέφερε σε κάποια του συνέντευξη.
Παρ’ όλα αυτά, την επόμενη χρονιά έλαβε μέρος στις εκλογές των Μητροπολιτών, ενώ βρισκόταν ακόμη στη Βοστώνη, και τον Απρίλιο του 1948 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου, σε ηλικία μόλις 35 ετών.
Από αυτή τη θέση έδειξε έντονη θρησκευτική, πατριωτική και κοινωνική δραστηριότητα. Ίδρυσε φιλανθρωπικά ιδρύματα στη Λάρνακα και τη Λεμεσσό, οργάνωσε το Γραφείο Εθναρχίας και εξέδωσε το περιοδικό Ελληνική Κύπρος. Σιγά σιγά έγινε ο στενότερος συνεργάτης του ηλικιωμένου αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Β΄.

Η στροφή στην πολιτική δράση έγινε την 3η Οκτωβρίου 1948, όταν εκφώνησε στην Λευκωσία την πρώτη του πολιτική ομιλία στο Παγκύπριο Ενωτικό Συλλαλητήριο. Ήταν ένα δριμύτατο κατηγορητήριο εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών και ένα κάλεσμα αφύπνισης των Ελληνοκυπρίων σε έναν αγώνα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Το 1949 εισηγήθηκε τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος, για να καταδειχτεί η θέληση του Κυπριακού λαού να ενωθεί με την Μητέρα Ελλάδα. Οι Άγγλοι αρνήθηκαν, αλλά η Εθναρχία το έκανε πράξη. Το τεράστιο ποσοστό του 96% τάχθηκε υπέρ της ένωσης, μια μεγάλη νίκη και ικανοποίηση για τον Μακάριο.
Τον Ιούνιο του 1950 ο Μακάριος Β΄πέθανε και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς ο  Μακάριος Γ΄ ήταν ο νέος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου. Η ενθρόνιση έλαβε χώρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία. Ο πρώην βοσκός Μιχαήλης Μούσκος, ο τωρινός Μακάριος Γ΄, στα 37 του χρόνια, ήταν ο νεότερος Αρχιεπίσκοπος στην ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας της Κύπρου. Πολύ σύντομα, εκλέχτηκε ο διάδοχός του Άνθιμος Μαχαιριώτης.
Ο Μακάριος ήταν πλέον και θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός του νησιού.

Οι κάκιστες σχέσεις του με τις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου- που τότε διοικούσαν την Κύπρο- είχαν ως αποτέλεσμα να εξοριστεί (μαζί με τους Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, παπα-Σταύρο Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπο Ιωαννίδη) στις Σεϋχέλλες  από τον Απρίλιο του 1956 μέχρι τα μέσα Απριλίου 1957.
Όπως προκύπτει από πρόσφατα αποχαρακτηρισμένα απόρρητα έγγραφα, η βρετανική κυβέρνηση σχεδίαζε να εξορίσει τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες, τρείς μήνες πριν την κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών στην Κύπρο, καταδεικνύοντας τον εξ αρχής τορπιλισμό της προσπάθειας από μέρους τους.
Έγγραφα του τότε Υπουργείου Αποικιών, τα οποία αφορούν γεγονότα των πρώην βρετανικών αποικιών, όπως η Κύπρος, οι Σεϋχέλλες, η Κένυα και η Μαλαισία, αποκαλύπτουν τον σχεδιασμό του εξορισμού του Μακαρίου, λίγο μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ τον Απρίλιο του 1955, με τη συνεργασία του τότε Κυβερνήτη των Σεϋχελλών Ουίλλιαμ Αντίς.
Πιο συγκεκριμένα, στην επιστολή που εστάλη στον Αντίς αναφέρεται ότι:
«οι Σεϋχέλλες πιθανόν να είναι τόπος φιλοξενίας ενός διακεκριμένου επισκέπτη από την Κύπρο που θα κρατηθεί παρά τη θέλησή του και ότι χρειάζεται αλλαγή της νομοθεσίας ώστε ο όρος «πολιτικοί κατάδικοι» να αντικατασταθεί με τον πιο «δόκιμο» όρο «πρόσωπα που απελάθηκαν από την Κύπρο».
Ακόμη, λόγω των φημών ότι κάποιο ελληνικό υποβρύχιο θα επεδίωκε την απελευθέρωση του Μακαρίου από την εξορία, πολεμικά πλοία του βασιλικού βρετανικού ναυτικού βρίσκονταν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα στον Ινδικό Ωκεανό για να την εμποδίσουν.
Μέχρι πριν λίγο καιρό, υπήρχε η αντίληψη ότι αυτά τα ντοκουμέντα ήταν χαμένα. Αποκαλύφθηκε, όμως, ότι μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της κάθε μιας από τις παραπάνω αποικίες, τα έγγραφα στέλλονταν προς φύλαξη στο Λονδίνο.

Η Ελλάδα στάθηκε δίπλα στον Μακάριο και προσέφυγε πέντε φορές στον ΟΗΕ με μοναδικό αίτημα την αυτοδιάθεση της νήσου (18/8/1954, 22/7/1955, 13/3/1956, 15/7/1956 και 15/8/1959- οι τρεις τελευταίες επί πρωθυπουργίας Κων/νου Καραμανλή) χωρίς να γίνει τίποτε, αφού πάντα οι συνομιλίες ναυαγούσαν, τα προτεινόμενα από πλευράς των Άγγλων δεν ήταν ποτέ αρεστά στον Μακάριο.
Οι προσφυγές των ετών 1954-1956 είχαν κυρίαρχο σύνθημα την λέξη «Ένωση» από το στόμα του ίδιου του Μακάριου. Οι δύο λαοί συμπαρατάσσονταν κατεβαίνοντας σε πορείες, τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις στέκονταν δίπλα στον Εθνάρχη (τίτλος με τον οποίο έγινε γνωστός από το 1953), πηγαίνοντας κόντρα στην ισχυρή σύμμαχο Αγγλία και διαταράσσοντας σοβαρά την πάντα επιφανειακή συμμαχία με την Τουρκία.
Και, ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, ο Μακάριος, έχοντας επιστρέψει από την εξορία το 1957, αιφνιδιάζει τους πάντες την 23η Σεπτεμβρίου 1958, ημέρα που δημοσιεύεται στον ημερήσιο αθηναϊκό τύπο η συνέντευξη, την οποία είχε δώσει  στην Αγγλίδα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος Μπάρμπαρα Κάσλ την 16η Σεπτεμβρίου, δηλώνοντας:
«Εισηγούμαι όπως μετά από μίαν καθωρισμένην περίοδον αυτοδιακυβερνήσεως η Κύπρος καταστή μία ανεξάρτητος χώρα, μη συνδεομένη με την Ελλάδα ή την Τουρκίαν».
Στην Αθήνα πέφτει η είδηση με τη δύναμη του κεραυνού, αφήνοντας άφωνους όλους τους πολιτικούς και το παλάτι. Ο Γεώργιος Παπανδρέου που ήταν στην αντιπολίτευση δήλωσε: «Πρόκειται περί εθνικής συμφοράς»!
Και ο Μακάριος  του απάντησε:  «Ποίο θα είναι το μέλλον μιας ανεξάρτητης Κύπρου αφορά τον Κυπριακόν λαόν».
Ο αθηναϊκός τύπος στη συνέχεια καυτηριάζει τον Μακάριο, θεωρεί την πράξη του ανάρμοστη, του θυμίζει τα όσα φρικτά είχαν υποστεί οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, εξ αιτίας του Κυπριακού ζητήματος- τα λεγόμενα Σεπτεμβριανά.
Ο Μακάριος, ο οποίος δέχεται να παρουσιαστεί στο παλάτι και να εξηγήσει τη στάση του, λέει ότι οι δηλώσεις του ήταν απόλυτα σύμφωνες με τη νέα απόρρητη γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης! Στη συνέχεια, μένει για ένα διάστημα στην Αθήνα εκφωνώντας λόγους υπέρ της ανεξαρτησίας της Κύπρου.
Ωστόσο, ο ιεράρχης πολιτικός ψεύδεται. Το γνωρίζουμε από δύο πηγές: από τα αρχεία του δικού μας Υπουργείου Εξωτερικών και από τα βρετανικά, έως πρότινος απόρρητα, έγγραφα του Γραφείου των Αποικιών στο Λονδίνο.
Ο κυβερνήτης της Κύπρου Σερ Χιού Φούτ, ενημερώνοντας το Γραφείο Αποικιών στο Λονδίνο, μετά από συνάντηση/ενημέρωση στην έδρα του(Κύπρος) με την Μπάρμπαρα Κας, έγραφε:
«Ο Μακάριος θα υποστηρίξει μιαν ανεξάρτητη Κύπρο και θα αποκηρύξει την ένωση. Ο Καραμανλής, όταν τού το είπε η Κάσλ, έδειξε κατενθουσιασμένος και δήλωσε ότι σε μια τέτοια περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση θα ανακοίνωνε αμέσως την υποστήριξή της».
Τα δικά μας αρχεία δείχνουν ότι η Κάσλ ζήτησε ακρόαση και είδε τον Έλληνα πρωθυπουργό, αμέσως μετά τη συνάντησή της με τον Μακάριο. Ο Καραμανλής της απάντησε ότι «η Ελλάς ουδέν διεκδικεί υπέρ εαυτής. Υποστηρίζει δι’ όλων των δυνάμεών της το αίτημα του Αρχιεπισκόπου περί ανεξαρτησίας».
Ως πεπειραμένος πολιτικός δεν δείχνει καμία έκπληξη. Καλύπτει τον Μακάριο σαν να ήταν κιόλας ενήμερος, και, ναι, πρέπει να νιώθει μια μικρή ανακούφιση. Τα πράγματα είχαν οδηγηθεί σε πολύ άσχημους δρόμους με το σχέδιο Μακ Μίλλαν, την αδιαλλαξία των Άγγλων και την εμπλοκή των Τούρκων. Η διχοτόμιση της Κύπρου έστεκε ως πέλεκυς πάνω από τα κεφάλια των Κυπρίων.
Τρείς μέρες αργότερα(19/9) ο πρωθυπουργός θα συναντηθεί με τον Μακάριο στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Μακάριος τον ενημερώνει.
«πρότασις αυτοδιαθέσεως δεν θα είχεν εφέτος ελπίδας επιτυχίας και δια τούτο προβάλλομεν την λύσιν της ανεξαρτησίας».
Και στη συνέχεια ομιλεί περί της συνεντεύξεως που έδωσε στην Μπάρμπαρα Κάσλ. Αυτό που τον απασχολούσε, όμως, ήταν η ουδέτερη στάση των Αμερικανών και έκανε επίθεση στον Καραμανλή, κατηγορώντας τον για πλημμελή άσκηση... καθηκόντων. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πρότεινε να βγει η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ, θεωρώντας αυτή την επικίνδυνη τακτική καλύτερη για την Κύπρο. Ο Καραμανλής, έκπληκτος, πρώτα αμύνθηκε, αναφέροντας όλες τις επίσημες ενέργειες της Κυβέρνησης και μετά αρνήθηκε σταθερά να βάλει την Ελλάδα σε κίνδυνο.
Ο Μακάριος ήταν πολύ πιεσμένος και ήδη αντιδρούσε με λάθος τρόπο. Αντί να συζητήσει τη νέα του στάση και τα αποτελέσματα που μπορούσε να φέρει, τα είπε σε δημόσια συνέντευξη αιφνιδίως. Η Αγγλία και η Τουρκία διεφώνησαν πλήρως μ’αυτή την πρόταση.
Τα δύσκολα είχαν αρχίσει και ο Εθνάρχης έδειχνε ότι δεν ήταν ικανός να περάσει το τέστ της διπλωματίας, της υπομονής και της πολιτικής.

Μετά την Συμφωνία της Ζυρίχης είχαν σειρά οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία στο Λονδίνο (19/2/1959), με την απαραίτητη παρουσία του Μακαρίου, ο οποίος φαινόταν σύμφωνος. Σκοπός η ανεξαρτησία της Κύπρου.
Η γνώμη του άλλαξε λίγες μέρες πριν την καθορισμένη ημερομηνία (μόλις την 13/2), ενώ μια μέρα αργότερα(14/2) δήλωσε στην ελληνική κυβέρνηση ότι όλα βαδίζουν ομαλά. Την 15/2, ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο, υπαναχώρησε, ζητώντας να γίνουν αλλαγές στο προβλεπόμενο νέο σύνταγμα. Οι αλλαγές δεν έγιναν δεκτές και ο Μακάριος υπέγραψε την αρχική συμφωνία(18/2), επιστρέφοντας ως θριαμβευτής στην Κύπρο την 1η Μαρτίου 1959. Βγαίνοντας από το αεροπλάνο στη Λευκωσία αναφώνησε: «Νενικήκαμεν!»

Η Κύπρος, πράγματι, το 1960 ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη και ο Μακάριος έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν ήδη μια αναγνωρισμένη και ισχυρή προσωπικότητα, σεβαστή από Έλληνες, Τούρκους και Άραβες. Συμμετείχε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, αποκτώντας διεθνή αναγνώριση και εξακολουθώντας να ενδύεται ως Αρχιεπίσκοπος- ασκώντας, δηλαδή, διπλή εξουσία.



Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΝΟΣΤΡΑΔΑΜΟΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Επιστήμονας ή τσαρλατάνος, οι αλλοπρόσαλες και ακαταλαβίστικες «προφητείες» του απασχολούν εκατομμύρια ανθρώπους ακόμη και σήμερα, πέντε αιώνες αργότερα από το πέρασμά του στη γη.
Θα προσπαθήσω να σας τον γνωρίσω και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας με γνώμονα τη λογική.
Πριν σας πω ο,τιδήποτε γι’ αυτόν, θα κάνω μια αναφορά στις «προφητείες» που αφορούν, κατά τους μελετητές του, το 2017 και την Ελλάδα μας...

Προβλέπονται και πλημμύρες και ξηρασία. Θα πέσουν κεραυνοί, λοιμοί (Τοσκάνη) και θα γίνουν συγκρούσεις(Ρεμς,  Λονδίνο).
«Η αρρενωπή γυναίκα (Μέρκελ ή Λαγκάρντ) θα ασκήσει πίεση στον βορρά.
Θα δημιουργήσει δυσφορία σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Δύο αποτυχίες (αδυναμία επίλυσης οικονομικής κρίσης τόσο στην Ελλάδα, όσο και παγκόσμια) θα την θέσουν σε τέτοια έλλειψη ισορροπίας,
ώστε ζωή και θάνατος θα ισχυροποιήσουν τους ανατολικούς ευρωπαίους(Ρώσοι)»

Κι αφού θα πεθάνουν μερικά εκατομμύρια, «ο κόσμος γίνεται μικρότερος, οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στα ουράνια και για πολύ καιρό οι χώρες θα ζήσουν εν ειρήνη.
Ένας χρόνος είναι φίλοι μου, ας κάνουμε υπομονή: όσοι επιζήσουν, θα... ζήσουν!

Ας δούμε τι λέει για τον έρμο τόπο μας στο 5ο βιβλίο του:

« Η Κόρη του Φωτός (Ελλάς)  από τους φίλους της θα καταδικαστεί.
Ότι, τάχα, το σκότος στην Παλιά Γη(Ευρώπη) έχει φέρει.
Θα την βρίζουν και θα την χτυπούν, θα λένε ότι αυτή φταίει.
Αλλά σύντομα θα καταλάβουν το λάθος τους»( όταν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες βρεθούν στην ίδια θέση).

«Στις Κυκλάδες, στην Πείρινθο και στην Λάρισα,
Στην Σπάρτη και ολόκληρη την Πελοπόννησο,
Ένας τρομερός λιμός, μια μάστιγα από ψεύτικη σκόνη,
Εννιά μήνες θα διαρκέσει δίνοντας μορφή σε όλα».
(Οι ερμηνευτές λένε ότι μια ψευδής πείνα, διάρκειας 9 μηνών, θα κάνει τους συμπολίτες μας περισσότερο ανθρώπινους και συμπονετικούς, καταφέρνοντας στο τέλος να μας ενώσει- ελπίζω να εννοείται εδώ και η αφύπνιση!)

Άφησα τελευταίο το καλύτερο τετράστιχο, αυτό που οι ερμηνευτές λένε ότι η Ελλάδα θα γίνει ξανά δυνατή, ικανή να εκμεταλλεύεται τον πλούτο της για τον εαυτό της. Μαζί μας, και όλοι οι καταπιεσμένοι, ως τώρα, λαοί.

«Οι καταπιεσμένοι αφέντες θα γίνουν.
Γιατί ο Θεός την σειρά αλλάζει.
Το φως της, τον κόσμο ξανά θα φέξει
Και τότε, όλοι τους θα θυμηθούν ποιά είναι Αυτή».

Ο Μισέλ ντε Νοστρεντάμ(1503-1566) γεννήθηκε στο Σαν Ρεμί της Προβηγκίας, στη νότια Γαλλία, ένας από τα δέκα παιδιά της οικογένειας. Η μεριά του πατέρα του ήταν αρχικά Εβραίοι, αλλά γύρω στα 1455 ασπάσθηκαν τον καθολικισμό.
Στα 15 του χρόνια, ο Μισέλ μπήκε στο πανεπιστήμιο της Αβινιόν για περαιτέρω σπουδές. Λόγω της πανώλης που έκανε την απαίσια εμφάνισή της ένα χρόνο μετά, αναγκάστηκε να φύγει. Επί οκτώ συναπτά έτη ταξίδευε στην γαλλική ύπαιθρο και μελετούσε τα βότανα και τη χρήση τους στις θεραπείες.
Το 1529 μπήκε στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ και σπούδασε ιατρική. Η χειρωνακτική εργασία που επιτελούσε προηγουμένως είχε αρνητικά αποτελέσματα και τον απέπεμψαν. Ο Μισέλ, απτόητος, συνέχισε να ασχολείται με τα βότανα και κατάφρε να γίνει γνωστός για την δημιουργία του «χαπιού από ρόδο», που προστάτευε από την πανώλη! (στην πραγματικότητα, η δυνατή του μυρωδιά –έπρεπε να πιπιλίζεις το χάπι για πολλή ώρα- έδιωχνε τους υπαίτιους της ασθένειας, τους ποντικούς)
Το 1531 παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Τρία χρόνια αργότερα έχασε σύζυγο και παιδιά από την βουβωνική πανώλη που θέριζε. Συνέχισε μόνος την περιπλάνησή του στη Γαλλία , ίσως και στην Ιταλία.
 Παντρεύτηκε ξανά το 1547 την πλούσια χήρα Αν Πονσάρντ στο Σαλόν ντε Προβάνς, όπου εξακολουθεί να σώζεται η κατοικία του. Με την Άν απέκτησε τρεις γιούς και τρείς κόρες.

Ο αποκρυφισμός δεν άργησε να τον... επισκεφθεί. Το 1550, ακολουθώντας τον συρμό, έγραψε ένα αλμανάκ, βάζοντας για πρώτη φορά την υπογραφή «Νοστράδαμους», δηλαδή, την λατινική απόδοση του ονόματός του. Λόγω της μεγάλης επιτυχίας, συνέχισε να γράφει αλμανάκ και όλα τα  επόμενα χρόνια μέχρι τον θάνατό του. Πηγές αναφέρουν ότι σε όλα αυτά τα αλμανάκ περιέχονται πάνω απο 6.338 προφητείες.
Πολύ σύντομα, λοιπόν, ευγενείς και επιφανείς προσωπικότητες άρχισαν να του ζητούν συμβουλές και ωροσκόπια.
Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς άρχισε να γράφει το βιβλίο με τα περίπου χίλια τετράστιχα, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των προφητειών του, οι οποίες τον έκαναν διάσημο.
Αντιλαμβανόμενος τον φανατικό θρησκευτικό κοινό που υπήρχε γύρω του, επινόησε την αλληγορική γραφή, τα λογοπαίγνια και ένα πλήθος γλωσσών(αρχαία ελληνικά, ιταλικά, λατινικά και προβενσάλ).
Ο πρώτος τόμος του βιβλίου «οι προφητείες» εξεδόθη τελικά το 1555, ο δεύτερος το 1557 και ο τρίτος το 1558 και έγιναν δεκτά με ποικίλες αντιδράσεις. Κάποιοι έλεγαν ότι ο Νοστράδαμος υπηρετούσε τον Σατανά, ότι ήταν απατεώνας, τρελός, ενώ κάποιοι άλλοι (ελίτ της εποχής) θεωρούσαν τα τετράστιχα θεόπνευστα, άρα και αληθινά.
Η Αικατερίνη των Μεδίκων ήταν από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του και τον διόρισε Σύμβουλο και επίσημο βασιλικό γιατρό.
Υπέφερε από ουρική αθρίτιδα που εξελίχθηκε σε άσχημο οίδημα(ποδάγρα) και τον δυσκόλευε στις μετακινήσεις του. Ήταν και ο λόγος του θανάτου του.
Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του εξεδόθησαν τα Άπαντα των προφητειών- αυτό που σώζεται ως τις μέρες μας.

Μελέτες δείχνουν ότι ένα μεγάλο τμήμα των «προφητειών» του Νοστράδαμου είναι παράφραση διαφόρων αρχαίων εσχατολογικών προφητειών, βασισμένες κυριότατα στην Βίβλο, ανακατεμένες με ιστορικά γεγονότα και οιωνούς, τα οποία προέβαλε εντέχνως στο μέλλον-χωρίς ημερομηνίες...
Δεν δίστασε να αντιγράψει στα γαλλικά το Βιβλίο των Θαυμάτων του 1522, που ήταν γραμμένο στα λατινικά και να το ιδιοποιηθεί, ενώ άντλησε πληθώρα πληροφοριών από τον Μιχαήλ Ψελλό (για τους δαίμονες) και τον Ιάμβλιχο (για την μαγεία των Ασσυρίων και των Χαλδαίων), κάτι που διαπιστώθηκε μόλις τον 17ο αιώνα...
Τα περισσότερα τετράστιχα αφορούν καταστροφές, λιμούς, σεισμούς, πλημμύρες, πολέμους και δολοφονίες και τα περισσότερα είναι γραμμένα με τρόπο που να επιδέχονται πολλές ερμηνείες.
Ωστόσο, υπάρχουν και κάποια ιδιαίτερα ακριβή:
«Στο έτος 1727 ο βασιλιάς της Περσίας θα νικηθεί από αυτούς από την Αίγυπτο»
(εκείνη τη χρονιά οι Οθωμανοί- κύριοι της Αιγύπτου τότε- νίκησαν τους Πέρσες).

Τσαρλατάνος ή όχι, ο Μισέλ ντε Νοστρεντάμ ήταν ένας πανέξυπνος άνδρας, αφού ολόκληρη η υφήλιος σε τακτά ή και άτακτα χρονικά διαστήματα, ρίχνει το βλέμμα της στα τετράστιχά του, πολλές φορές αφού έχουν συμβεί κάποια σημαντικά γεγονότα, για να εξηγήσει ένα δυσερμήνευτο τετράστιχο, ένα ήξεις αφίξεις του δικού μας μαντείου των Δελφών.



Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ(1885-1961)
Μια άσβεστη φλόγα
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Τελειώνοντας το αφιέρωμα στην Τραπεζούντα, επέλεξα  να σας μιλήσω για έναν πραγματικά αξιόλογο άνθρωπο που έφτασε να θεωρείται ως «μεγάλο τέκνο του Πόντου» και είναι συνώνυμο της ανώτερης Ελληνικής ψυχής.

Γεννήθηκε στο χωριό Τσίτη της Αργυρούπολης, αλλά έχασε τη μητέρα του πολύ μικρός. Έτσι, Μεγάλωσε με τη φροντίδα της γιαγιάς του, τελείωσε με άριστα το γυμνάσιο της Τραπεζούντας και στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Χειρουργός και Μαιευτικός πλέον, συνέχισε στο Παρίσι, ειδικεύτηκε στην Ωτορινολαρυγγολογία και στην Οφθαλμολογία και επέστρεψε στην πατρίδα του το 1910.
Ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα της Φιλοπτώχου Αδελφότητος (εκείνα τα χρόνια οι Αδελφότητες είχαν σπουδαία δράση για τους αδύναμους), συμμετέχοντας  συγχρόνως  άλλες φιλανθρωπικές οργανώσεις.
Με το ξέσπασμα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε με την σύζυγο και το πρώτο τους παιδί από τη Τραπεζούντα και, περνώντας τα σύνορα, κατέφυγε στο παραλιακό λιμάνι Βατούμ της Ρωσίας για να αποφύγει την τουρκική στράτευση και εργάστηκε ως στρατιωτικός ιατρός. Επέστρεψε για λίγο, όταν οι Ρώσοι εισέβαλαν στον Πόντο, εξακολουθώντας να έχει την θέση του στρατιωτικού ιατρού, αλλά το 1918, όταν οι Ρώσοι αποχώρησαν από την Τραπεζούντα, υποχρεώθηκε να επιστρέψει και πάλι στο Βατούμ. Εκεί, πρωτοεξέδωσε την εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος», κάτι που επανέλαβε αρκετά αργότερα στη Θεσσαλονίκη, συγκροτώντας μαζί με άλλους (Βασίλειος Ιωαννίδης, Ν. Λεοντίδης κλπ) το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου και παίρνοντας τη θέση του Αντιπροέδρου. Αναφέρει ο ίδιος :
«Όταν εγκαθιδρύσαμε την Πολιτική Οργάνωση της Ανεξαρτησίας του Πόντου, υπήρχε απόλυτη ανάγκη εφημερίδας. Ο «Αργοναύτης» διέκοψε την έκδοσή του προ πολλού. Αγοράσαμε τυπογραφείο και εκδώσαμε την εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος», όργανο των Ποντιακών Οργανώσεων».

Το 1920 τον βρήκε στην Κωνσταντινούπολη να εργάζεται σε διάφορα νοσοκομεία.
Στα πλαίσια του συνεχούς του αγώνα για την ανεξαρτησία του Πόντου, ταξίδεψε από την Κωσνταντινούπολη στην Αθήνα ως επίσημος απεσταλμένος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου και συναντά τον Ελευθ. Βενιζέλο. Έφυγε με την πικρή γεύση της απογοήτευσης που είχαν τα λόγια του συνομιλητή του: «ο πόθος των Ποντίων δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί».
Δεν έμελε να μείνει για πολύ στην πολυφίλητη Πόλη. Το 1922, με τον ξεριζωμό, παίρνει την οικογένειά του και πηγαίνει στην Θεσσαλονίκη. Ρίχνεται αμέσως στον αγώνα της κοινωνικής προσφοράς, εργαζόμενος στο προσφυγικό νοσοκομείο και συνεραζόμενους με διάφορους φορείς για την παροχή βοήθειας στους χιλιάδες των προσφύγων που ζήτησαν καταφύγιο στη Νύφη του Βορρά μας.
Στις Δημοτικές εκλογές του 1925 βγήκε δημοτικός σύμβουλος, πρώτος σε ψήφους, και στην πρώτη συνεδρίαση εκλέγεται Πρόεδρός του.
Το 1927 ιδρύθηκε στην Αθήνα η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, ένα επιστημονικό σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, από ομάδα Ποντίων διανοουμένων, παραγόντων της δημόσιας ζωής και υπό την αποφσιστική σκέπη και ηγεσία του τελευταίου Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χύσανθου Φιλιππίδη (μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος), εμπνευστής της οποίας ήταν ο Θεοφυλάκτου.

Το 1928, ο Πρωθυπουργός Ελευθ. Βενιζέλος πρότεινε στον Λεωνίδα Ιασωνίδη να αναλάβει το Υπουργείο Θράκης, που τότε περιλάμβανε τον Έβρο, τη Ροδόπη, την Ξάνθη, την Καβάλα και τη Δράμα. Ο Ιασωνίδης πρότεινε τον Θεοφυλάκτου, επειδή γνώριζε πολλά για τον προσφυγικό ελληνισμό, και ο Βενιζέλος δέχτηκε.
Εμεινε στον υπουργικό θώκο για δέκα μήνες ( 13/7/1928-7/6/1929), περιμένοντας, αφού έχει εκθέσει γραπτώς τις προτάσεις του στον Πρωθυπουργό για:  ανάγκη εκλογής εκπροσώπων των νομών, ενοποίηση των κρατικών εξουσιών, δημόσια εκπαίδευση, πρόνοια και περίθαλψη υπό την τοπική αυτοδιοίκηση, ανάπτυξη παραμεθορίων περιοχών με τη δημιουργία σχολείων, εκκλησιών, νοσοκομείων και συγκοινωνιακών έργων. Ο Βενιζέλος τον απογοητεύει για δεύτερη φορά και όταν η υπομονή του εξαντλείται, υποβάλλει την παραίτησή του, ζητώντας από την κυβέρνηση ή να δώσει αρμοδιότητες στο υπουργείο ή να το κλείσει. Εκείνος δεν επιθυμούσε να είναι αργόμισθος...
Την επόμενη χρονιά έβαλε υποψηφιότητα για Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, χωρίς να ενταχθεί σε κάποιο κόμμα. Τις έχασε.
Το 1933 ίδρυσε την «Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης». Σύμφωνα με τα πρακτικά της, στα τέλη Νοεμβρίου 1936 ο Θεοφυλάκτου κατέθεσε πρόταση να γίνονται στη Λέσχη οργανωμένες διαλέξεις, εν είδη Λαϊκού Πανεπιστημίου. Η άσβεστη πνευματική και μορφωτική της δράση είχε ως αποτέλεσμα να συμπορεύεται η Λέσχη με το πρωτοπόρο, ανήσυχο και προοδευτικό Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
Όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Κώστας Αποστολίδης, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν και μνήμην του Θεοφυλάκτου(πενήντα χρόνια από τον θάνατό του) το 2011, «Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, εμβληματικές μορφές της επιστήμης, σφυρηλάτησαν μια ισότιμη, δημιουργική σχέση με την Εύξεινο Λέσχη».

Στην κατοχή, ακάματος και με άσβεστη τη φλόγα της καρδιάς του, μετέτρεψε την Εύξεινο Λέσχη σε κέντρο προστασίας των αναξιοπαθούντων Ποντίων, περιέτρεχε στις συνοικίες παρέχοντας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βοήθησε με συσσίτια τους πρόσφυγες και τα εγκαταλειμένα παιδιά της Καλαμαριάς, ενισχύοντας το έργο του Ερυθρού Σταυρού.
Στα «Χρονικά του Πόντου», τεύχος Μαϊου-Ιουνίου 1946, από τις εκδόσεις Αργοναύται-Κομνηνοί της Αθήνας υπάρχει το παρακάτω κείμενο:
«Το 1944 είναι η χρονιά των ωδίνων. Είναι το έτος της Εθνικής Αντίστασης της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και της φιλοτιμότερης ψυχικής ανάτασης, που φτάνει στις κορυφές της αυτοθυσίας. Ο Κισαμπατζάκ επισκέπτεται τον πρόεδρο της Οργάνωσης (Θεοφύλακτο Θεοφυλάκτου) σπίτι του και του θέτει το ερώτημα, αν έκαμε καλά που μπήκε στα τάγματα ασφαλείας, προβάλλοντας το περίστροφο στο μέτωπο του Προέδρου. Ο Θεοφυλάκτου διατήρησε την ολύμπια αταραξία λέγοντάς του πως «δεν βλέπει τίποτε το καλό σε μια αδελφοκτονία».
Τελευταίο το έργο, πρωτοβουλία και εισήγηση, η ίδρυση της Στέγης Απόρου Φοιτητού το 1958, ένα έργο πνοής, βοήθεια στην απόκτηση της Γνώσης.

Συνέγραψε αρκετά έργα, με σπουδαιότερο το βιογραφικό του «Γύρω από την άσβεστη φλόγα».
 «Ο πατέρας μου ανήκε στη γενιά που έμαθε να δημιουργεί μόνη της. Δεν μιλούσε πολύ. Όπως μου έλεγε, σε κάθε μετακίνηση κοιτούσε να παίρνουν πάντοτε μαζί τους τα κοσμήματα της μητέρας μου και τα ιατρικά του εργαλεία», αναφέρει σε συνέντευξή της η ενενηντάχρονη κόρη του Άννα Θεοφυλάκτου.

Κι εγώ, ζώντας στους χαλεπούς καιρούς μας, ταράζομαι βαθιά όταν σκέπτομαι: Εμείς, μέσα από τα δικά τους έργα, βλέπουμε ήρωες, άντρες που λείπουν σήμερα. Στα δικά τους μάτια, όλα όσα έκαναν με άσβεστη φλόγα, ήταν απλά το καθήκον τους.