The world I love:my novels, my favorite themes
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019


ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ ( 1867-1936)
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ένας πολύ σημαντικός Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε πρωτοπόρος όχι μόνο της ιταλικής, αλλά και της διεθνούς θεατρικής συγγραφής. Ανθρωποκεντρικός και ρεαλιστής, καταξιώθηκε με τα διαχρονικά του έργα, τα οποία εξακολουθούν να γοητεύουν ως σήμερα.
Προσωπικά, κάθε φορά που διαβάζω ένα δικό του έργο, ανακαλύπτω διαφορετικά πράγματα!

Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας, τον αρχαίο Ακράγαντα, από αστική οικογένεια, ιδιοκτήτες κτημάτων και ορυχείων θείου. Το όνειρο του πατέρα του να τον δει διάδοχο στις κερδοφόρες επιχειρήσεις του ναυαγεί γρήγορα, αφού ο νεαρός Λουϊζτι δείχνει μεγάλη φιλομάθεια και κλίση στα γράμματα.
Αρχικά σκόπευε να γίνει φιλόλογος και διαλεκτολόγος, γι’ αυτό πήγε στο Παρίσι και μετά στη Βόννη, αλλά από το 1889 αρχίζει να δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Ρώμης μικρά λυρικά ποιήματα, ρομαντικά και ευαίσθητα, εμπνευσμένα από τα Ρωμαϊκά ελεγεία του Γκαίτε, τα οποία μετέφρασε στα ιταλικά, αλλά και τα πρώτα του πεζογραφήματα. Το μυθιστόρημά του «Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ» το 1904 τον έκανε γνωστό, αλλά η παγκόσμια φήμη του προήλθε από τα θεατρικά του έργα.
Ο γάμος του με την Αντονιέττα Πορτουλάνο, κόρη πλούσιου εμπόρου, κανονίζεται από τον πατέρα του. Ωστόσο, η οικονομική κατάρρευση του ορυχείου θείου λίγα χρόνια αργότερα (είχαν επενδύσει σ’ αυτό ο πατέρας, ο πεθερός και η γυναίκα του), έφερε τον Λουίτζι στα όρια της φτώχειας, αναγκάζοντάς τον να γράφει για να ζει. Ταυτόχρονα δέχτηκε τη θέση δασκάλου Ιταλικών σε ένα κολλέγιο της Ρώμης για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του, αλλά η μανία καταδίωξης και η υστερική ζήλεια της συζύγου του, η οποία θα έμενε τα επόμενα σαράντα χρόνια έγκλειστη σε ειδικό θεραπευτήριο, μαύρισαν στην κυριολεξία τη ζωή του. Μόνο φως η συγγραφή.
Ο Μεγάλος Πόλεμος ξεσπά, ο γιος του αιχμαλωτίζεται και ο δημιουργικός νους του Λουϊτζι στρέφεται στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, στη μελέτη κειμένων από ψυχολόγους και στην συγγραφή δοκιμιακών μελετών. Τα θεατρικά έργα γεννήθηκαν σύντομα και εντελώς διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Ο Πιραντέλλο εισάγει το «μετά-θέατρο» ή «θέατρο εν θεάτρω», έργα σκληρά και ρεαλιστικά, περίπλοκα και απόλυτα αληθινά, κείμενα που εμφανίζονται σαν καθρέφτες και αντιπαρατίθενται με τους θεατές, ταυτίζονται μαζί του. Πρόκειται για μια θαυμάσιας έμπνευσης τεχνική από την εποχή του Σαίξπηρ, που ο Πιραντέλλο την ζωντανεύει μοναδικά(αντιπροσωπευτικό έργο το «Έξι πρόσωπα αναζητούν συγγραφέα» το 1921).
Διευθύνει το δικό του θέατρο (Teatro d’ Arte), αλλά ο φασισμός εισβάλλει στην Ιταλία και ο Πιραντέλλο σαν πνεύμα αδάμαστο και «άνθρωπος του κόσμου» θεωρείται επικίνδυνο στοιχείο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μόνιμα ελεγχόμενος και παρακολουθούμενος από την αστυνομία του Μουσολίνι. Επτά χρόνια μετά, αδυνατεί να το λειτουργήσει.
Ωστόσο, εξακολουθεί να δημιουργεί. Δύο χρόνια αργότερα (1930) ανεβάζει το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε!» και καταπλήσσει, αφού καταφέρνει να κάνει τους ηθοποιούς να φθάσουν σε έξι ή επτά επίπεδα ρόλων, και θεάτρων εν μέσω άλλων θεάτρων. Η επιτυχία οδηγεί στο βραβείο Νόμπελ το 1934.
Όπως μόνος πάλεψε, μόνος έσβησε στη Ρώμη το 1936 σε ηλικία εξήντα εννέα ετών.




Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019


ΖΑΚ ΛΑΚΑΡΙΕΡ(1925-2005)
Ένας μεγάλος φιλέλληνας
Της Dimitra Papanastasopoulou




Ο Ζακ Λακαριέρ υπήρξε ένας ένθερμος φιλέλληνας με όλη τη σημασία της λέξης, από τους κυριότερους συντελεστές της προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας στην Γαλλία. Λάτρης της αρχαίας, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, την ανέδειξε στο εξωτερικό με τον καλύτερο τρόπο. Στα έργα του εισχώρησε βαθιά στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής από πολλαπλές πλευρές (ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές). Η Γαλλική Ακαδημία τον βράβευσε για το σύνολο του έργου του.

Γεννήθηκε στην Λιμόζ της Γαλλίας και σπούδασε ηθική φιλοσοφία, κλασσική λογοτεχνία, ινδική φιλοσοφία, νομικά και φιλολογία.
Το 1947, ενώ ήταν φοιτητής της κλασσικής φιλολογίας, επισκέφθηκε την Ελλάδα ως συμμετέχων στην παράσταση «Πέρσες» του Αισχύλου στο θέατρο της Επιδαύρου. Επηρεάζεται βαθιά από αυτή την εμπειρία, η ελληνική φιλοξενία τού μένει αλησμόντη και αποκαλεί την πατρίδα μας «αποκάλυψη» της ζωής του.
Τρία χρόνια αργότερα θα ξεκινήσει με τα πόδια από την Γαλλία με προορισμό την Ινδία. Ωστόσο, τελικά θα τον κερδίσει η Ελλάδα μας, στην οποία θα ζήσει επί πολλά χρόνια, περισσότερο στην Κρήτη, στην Ύδρα και στην Πάτμο.
Επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, διάβασε Πρεβελάκη και μετέφρασε τον Ηρόδοτο, ενώ συγχρόνως εξέδωσε μυθιστορήματα, ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, βιβλία τέχνης. Είναι πολυγραφότατος.
Θα επιστρέψει στην Γαλλία το 1967, όταν στην Ελλάδα επικρατεί η Χούντα.
Το 1976 εκδόθηκε στη Γαλλία «Το ελληνικό καλοκαίρι», ένα οδοιπορικό στην αρχαία και νεότερη Ελλάδα, με περιπλανήσεις στον μύθο, στην ιστορία και στις ελληνκές παραδόσεις.
Στο βιβλίο του «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» ο Λακαριέρ μιλάει για όσα αγάπησε στην Ελλάδα (Σολωμό, Ελύτη, Σεφέρη, Γκάτσο, Καζαντζάκη, μέχρι για γλυκά κουταλιού!), ενώ μετέφρασε στην γαλλική γλώσσα πλειάδα Ελλήνων συγγραφέων, όπως τους Πρεβελάκη, Αλεξάνδρου, Τσίρκα,Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Λαμπαδαρίδου-Πόθου και άλλους.

(ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ:
Παλαιά ελληνική παράδοση που ελπίζω να μην έχει τελείως χαθεί: προσφέρουν στον επισκέπτη, είτε τον περίμεναν είτε όχι, τόσο στα καλά σπίτια όσο και στα πιο ταπεινά καλυβάκια, ένα γλυκό, ένα γλύκισμα φτιαγμένο από την κυρία του σπιτιού, συνήθως από σταφύλι, σύκο ή περγαμόντο. Το σερβίρουν πάνω σ’ ένα δίσκο μαζί με ένα μεγάλο ποτήρι νερό και ένα κουταλάκι, απ’ όπου πήρε και τ’ όνομά του: γλυκό του κουταλιού. Τίποτα το ιδιαίτερο ή το εξωτικό σ’ αυτό, έξω από το γεγονός ότι αυτό το τυπικό του καλωσορίσματος συνοδεύεται πάντα από ένα πλατύ χαμόγελο της οικοδέσποινας. Ζακ Λακαρριέρ: "Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας")

Συγκλονισμένος από τους ήχους της ελληνικής γλώσσας, δήλωσε:
«...Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα πού ήταν για μένα αρμονική αλλά ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα -μητέρα των εννοιών μας- μου απεκάλυπτε έναν αγνώριστο πρόγονο που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα ‘χω χαμένα όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ, ότι αληθινός μου πατέρας, αληθινή μάννα μου, δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Η τελευταία επίσκεψη του Ζακ Λακαριέρ στην Ελλάδα έγινε στην Τήνο, για μια τιμητική εκδήλωση προς τιμήν του.
Η ζωή του τέλειωσε ξαφνικά στο Παρίσι, μετά από επιπλοκές μιας χειρουργικής επέμβασης στο γόνατο τον Σεπτέμβριο του 2005. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη του σκορπίστηκε στο αγαπημένο του Αιγαίο Πέλαγος, ανοιχτά των Σπετσών, τον Νοέμβριο του 2005.






Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019


ΦΡΙΝΤΑ ΚΑΛΟ
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou


Το 1938 βρίσκει την Φρίντα και τον Ριβέρα στο Μεξικό. Ο Αντρέ Μπρετόν ταξιδεύει εκεί, τους γνωρίζει, εντυπωσιάζεται από τους πίνακε της Φρίντας και την καλεί να λάβει μέρος σε μια έκθεση σουρρεαλιστών στο Παρίσι- την μία από τις τρεις της ζωής της. Οι έντονα χρωματισμένοι πίνακές της, επηρεασμένοι από τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στο Μεξικό,και ανακλώντας τον προσωπικό της πόνο  με ένα απόλυτα ιδιαίτερο στύλ, την κάνουν γνωστή για πρώτη φορά εκτός συνόρων και τα μακριά φουστάνια της που κρύβουν το πρόβλημα του ποδιού της γίνονται σύμβολά της.
Η σχέση με τον Ριβέρα σκοντάφτει ξανά, η παρουσία και  παράλληλη σχέση με τον Νίκολας Μάρεη που γνώρισε στη Νέα Υόρκη οδηγούν στο διαζύγιο,ένα γεγονός που την κάνει να αμφιταλαντεύται για καιρό  και που το εμφανίζει στο έργο της «οι δύο Φρίντες». Τελικά, μόλις το 1940 θα χωρίσει και με τον Μάρεη και θα ξαναπαντρευτεί τον Ριβέρα.

«Το πληγωμένο ελάφι» είναι ένας αριστουργηματικός πίνακας που δημιουργήθηκε μετά από μια αποτυχημένη επέμβαση στη σπονδυλική στήλη της Φρίντας το 1946. Οι πόνοι στη μέση της ήταν αφόρητοι κι έτσι αποφάσισε να μπει άλλη μια φορά στο χειρουργείο( συνολικά χειρουργήθηκε πάνω από τριάντα φορές). Η παταγώδης αποτυχία την καθήλωσε στο κρεβάτι για έναν ολόκληρο χρόνο και ετούτος ο πίνακας αποτελεί την προσωπική της κάθαρση τόσο από τον ψυχολογικό όσο και από τον σωματικό πόνο που αισθάνεται.
Η Φρίντα Κάλο απεικονίζει τον εαυτό της σαν βαριά τραυματισμένο από βέλη ελάφι. Από τις πληγές ρέει αίμα. Τα βέλη συμβολίζουν τις επεμβάσεις που άφησαν ανοιχτές πληγές στο σώμα της. Η επιλογή του ζώου οφείλεται στο αγαπημένο της κατοικίδιο, τον Γκρανίτζο, ένα πραγματικό ελάφι.
Κάτω αριστερά έγραψε τη λέξη «Κάρμα», εκφράζοντας τη βαθιά της λύπη για το ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα της.
Ωστόσο, δν κρατά τον πίνακα, αλλά τον χαρίζει την ίδια χρονιά στους φιλους της Λίνα και Αρκάντι Μπόϊτλερ ως γαμήλιο δώρο, σημειώνοντας :
«Σας χαρίζω ένα πορτρέτο μου για να με έχετε κοντά σας τις μέρες και τις νύχτες που δν θα είμαι εκεί».
Λίγο αργότερα θα χάσει το δεξί της πόδι ως το γόνατο, λόγω γάγγραινας.

Το 1954 αρρωσταίνει με πνευμονία, αγνοεί τους γιατρούς και κατεβαίνει με το αναπηρικό καροτσάκι της σε διαδήλωση εναντίον της ανατροπής του Προέδρου της Γουατεμάλας από τη ΣΙΑ.
Έκλεισε για πάντα τα μάτια της στις 13 Ιουλίου 1954.
Έγραψε :
«Συνήθιζα να πιστεύω ότι ήμουν ο πιο παράξενος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ύστερα σκέφτηκα ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι στον κόσμο, πρέπει να υπάρχει κάποιος σαν κι εμένα που να νιώθει περίεργος και ατελής με τους ίδιους τρόπους που το νιώθω κι εγώ. Φανταζόμουν εκείνη τη γυναίκα και φαντάζομαι ότι πρέπει να είναι εκεί έξω, σκεπτόμενη εμένα επίσης. Ελπίζω αν είσαι εκεί έξω και διαβάζεις αυτό, να ξέρεις ότι, ναι, είναι αλήθεια πως είμαι εδώ και είμαι το ίδιο περίεργη με εσένα».




ΦΡΙΝΤΑ ΚΑΛΟ (1907-1954)
(Μαγκνταλένα Κάρμεν Φρίδα Κάλο  Καλδερόν)
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο λόγος για μια απόλυτα ιδιαίτερη και εμβληματική γυναικεία περσόνα, γνωστή τόσο για τη δύναμη της ζωγραφικής της, όσο και την αντίστοιχη απεριόριστη της ψυχής της.
Γεννήθηκε από πατέρα Γερμανοεβραίο φωτογράφο και μητέρα Ισπανομεξικάνα στο Κογιοακάν της πόλης του Μεξικού. Μόλις εξάχρονο παιδάκι προσεβλήθη από πολυομελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να είναι μικρότερο και ημιπαράλυτο. Τα παιδιά της γειτονιάς τη φώναζαν «κουτσοφρίντα».
Παρακολούθησε την Escola Preparatoria όπου είδε για πρώτη φορά τον μετέπειτα σύζυγό της, τον τοιχογράφο Ντιέγκο Ριβέρα που ζωγράφιζε τότε τους τοίχους της σχολής.
Στα δεκαοχτώ της χρόνια, ενώ επέβαινε σε ένα λεωφορείο, εκείνο συγκρούστηκε με ένα τραμ και η ζωή της άλλαξε για πάντα. Υποχρεώθηκε σε μεγάλο αριθμό εγχειρήσεων, ο αφόρητος πόνος έγινε μόνιμος σύντροφος και στερήθηκε την δυνατότητα να φέρει στον κόσμο παιδιά.
Αναρρώνοντας από το ατύχημα, ένα χρόνο αργότερα, ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής. Με τους γονείς της να αδυνατούν να τη στηρίξουν οικονομικά στις σπουδές της, άρχισε να εικονογραφεί βιβλία ιατρικής. Τρία χρόνια αργότερα(1929) έδειξε κάποια έργα της στον Ντιέγκο Ριβέρα. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκαν.
Τα έργα του ζευγαριού ήταν απόλυτα αντίθετα. Ο Ριβέρα αντλούσε τα θέματά του από το Μεξικό της προκολομβιανής εποχής, ενώ η Φρίντα παρέμεινε πιστή στην mexicanidad, την μεξικάνικη κουλτούρα που γνώριζε άνθιση εκείνη την εποχή. Πολλοί πίνακές της είναι αφιερωμένοι στην Παναγία, σαν ευχαριστία για την πραγματοποίηση μιας ευχής.
Με τον Ριβέρα να είναι ήδη αναγνωρισμένος ζωγράφος και με ζήτηση στην Αμερική, το ζευγάρι μετακόμισε πρώτα στο Σαν Φρανσίσκο και μετά στο Ντιτρόϊτ. Εκεί η Φρίντα απέβαλε και η θλίψη της αποτυπώνεται έντονα στους πίνακες «Αποβολή στο Ντιτρόϊτ» και «Νοσοκομείο Χένρι Φορντ».
Κατά τη διάρκεια της ζωής της η Φρίντα ήταν κυρίως γνωστή ως σύζυγος του Ριβερα και όχι ως ζωγράφος. Η σχέση του ζευγαριού διαταράσσεται σοβαρά με τον ερχομό του 1937, μετά από ένα δύσκολο ταξίδι στη Νέα Υόρκη και την επάνοδό τους στο Μεξικό. Και τότε, ο εξόριστος και κυνηγημένος επί δέκα χρόνια από τον Στάλιν Λέον Τρότσκι φθάνει με τη σύζυγό του στο Μεξικό και γίνεται δεκτός από τον Ριβέρα και άλλους τροτσκιστές. Τον φιλοξενούν στο «Γαλάζιο Σπίτι» και οι ζωές τους αναστατώνονται.
Ανάμεσα στη Φρίντα και στον Λέοντα αναπτύσσεται ένας θυελλώδης έρωτας, ένα πάθος ασύλληπτης δύναμης. Ο Λέων δίνει μυστικά ραντεβού στη Φρίντα, κρύβεται μαζί της πίσω από έναν θάμνο, βάζει ραβασάκια στο βιβλίο που εκείνη διαβάζει. Ζουν πυρετικά, αδιαφορώντας για τον περίγυρο και τις φήμες που τους αποκαλούν «εραστές του Κογιοακάν». Τέλος στον έρωτά τους βάζει μετά από έξι μήνες η δολοφονία του Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ.
Όλο αυτό το διάστημα, με κυρίαρχο τον έρωτα, η Φρίντα ζωγραφίζει, περνά μια γόνιμη και σημαντική για την τέχνη και τη ζωή της περίοδο. Μετά τις ατελείωτες εγχειρήσεις και τους αφόρητους πόνους, η νέα γυναικα διψά για ζωή, δημιουργία και έρωτα, και η ζωή της τα παρέχει όλα μαζί.
Ο Λεονάρδο Παδούρα στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», περιγράφει υπέροχα τον έρωτά του με τη Φρίντα Κάλο:
«Η δίνη των αισθήσεων, στην οποία είχε πέσει, απαιτούσε μια διέξοδο την οποία άρχισε να κυνηγάει με σφοδρότητα. Αν και η σωματική κατάσταση της ζωγράφου επέβαλλε τον φραγμό της παραμόρφωσης που απαιτούσε από αυτήν να χρησιμοποιεί ορθοπεδικούς κορσέδες κι ένα μπαστούνι για να βοηθάει το πιο προβληματικό από τα πόδια της, ίσως ακριβώς εξαιτίας εκείνων των περιορισμών η γυναίκα αυτή βίωνε το σεξ και την αισθησιακότητα με τρόπο επιθετικό, εκρηκτικό, και, όταν ο Λίεφ Νταβίντοβιτς έμαθε ότι η ελεύθερη ηθική της τής είχε επιτρέψει να ικανοποιήσει τον πόθο της ακόμα και σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις, το διαστραμμένο ζιζάνιο του ανδρισμού είχε ξεχυθεί σε ωμές σκέψεις και σε μια λαχτάρα πιο ασυγκράτητη από όσες είχε νιώσει στα νιάτα του ή την εποχή που ήταν ο παντοδύναμος κομισάριος, όταν τόσες συντρόφισσές τους στον αγώνα του είχαν προσφέρει μια αλληλέγγυα διέξοδο στις συσσωρευμένες εντάσεις και θέρμες του.
Μέσα από τα ερωτικά ποιήματα και γράμματα που έκρυβε στις σελίδες των βιβλίων που συνήθιζε να συστήνει στη Φρίντα, οι εκκλήσεις του Λίεφ Νταβίντοβιτς απαιτούσαν ήδη την κορύφωση σε κάτι συγκεκριμένο. Η φωτιά που τον έσπρωχνε έκαιγε με τόσο ένταση που είχε καταφέρει να τον κάνει να ξεπεράσει τον φόβο ότι η Ναταλία θα υποπτευόταν τις ερωτοτροπίες του. 
Κι εκείνη τη νύχτα του γλεντιού, όταν ο Ντιέγκο, η Ναταλία, οι φίλοι που είχαν ακολουθήσει στον περίπατο και οι γραμματείς μπήκαν στο κτίριο όπου βρισκόταν κάποια από τις τοιχογραφίες του Ριβέρα, αυτός έκανε πως έμεινε λίγο πίσω και, χωρίς να μεσολαβήσουν λόγια, έσπρωξε τη Φρίντα πάνω στον τοίχο της πρόσοψης και τη φίλησε στα χείλη, ενώ ταυτόχρονα από ανάσα σε ανάσα της επαναλάμβανε πόσο την ήθελε.
Εκείνη τη στιγμή ο Λίεφ Νταβίντοβιτς ριχνόταν με πλήρη επίγνωση στο πηγάδι της τρέλας και έθετε σε κίνδυνο ό,τι ήταν σημαντικό στη ζωή του: όμως το έπραξε ευτυχισμένος, περήφανος, παράτολμος και χωρίς το παραμικρό αίσθημα ενοχής, θα έλεγε στον εαυτό του μετά, πεισμένος ότι στο κάτω κάτω άξιζε τον κόπο να ξοδέψει σε εκείνο το όργιο των αισθήσεων τα καλύτερα φυσίγγια των τελευταίων πυρομαχικών του ανδρισμού του».

Η Φρίντα θεωρήθηκε ύποπτη για τη δολοφονία του Τρότσκι και ανακρίθηκε επί διήμερον. Ο Τρότσκι τής είχε ζητήσει όλα του τα γράμματα και τα σημειώματα, και τα έκαψε, εξαφανίζοντας κάθε πειστήριο του έρωτά τους.


Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018


ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΑΛΙΕΝΤΕ
Μέρος β΄
Η προσχεδιασμένη πτώση
Της Dimitra Papanastasopoulou




Η προεδρία του Σαλβαδόρ Αλιέντε κράτησε μόνο τρία χρόνια. Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, όπως δείχνουν τα προσβάσιμα πλέον αρχεία της CIA, άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή το τριπλό σχέδιο της ανατροπής: εμπόδιση της νίκης με προπαγάνδα εναντίον του, οικονομική καταστροφή της χώρας και το σπουδαιότερο, η σχεδίαση του πραξικοπήματος για την ανατροπή του, αν τα δυο προηγούμενα αποτύγχαναν.
Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν τότε ο Ρίτσαρντ Νίξον, διευθυντής της CIA  ο Ρίτσαρντ Χέλμς και σύμβουλος της εθνικής ασφάλειας ο Χένρυ Κίσσιντζερ. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν πολύ πριν πραγματοποιηθούν οι εκλογές που θα έφερναν στην εξουσία τον Αλιέντε για να «πάρουν τα μέτρα τους». Τον είχαν ήδη εμποδίσει τρεις φορές να πάρει την εξουσία(1952, 1958 και 1964) χρηματοδοτώντας τους αντιπάλους του (βλ. βιβλίο του Τσόμσκι Secrets, lies and Democracy). Με τον ψυχρό πόλεμο στις δόξες του, το χάσιμο των αμερικανικών συμφερόντων στα επίπεδα εκμετάλλευσης χαλκού, αποτελούσε μεγάλο κίνδυνο. Και η παρουσία του Αλιέντε και του προγράμματός του όδευε προς τα εκεί. Άρα, έπρεπε να τον σταματήσουν.

“Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να παραμένουμε αδρανείς και να παρακολουθούμε μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική, εξαιτίας της ανευθυνότητας του λαού της”, πρέσβευε τον Ιούνιο του 1970 ο Χένρι Κίσσιντζερ, δυο μόλις μήνες πριν τις εκλογές που ανέδειξαν τον Αλιέντε πρόεδρο της Χιλής.

Η οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Χιλή διακόπηκε, το ίδιο συνέβη και από τους Διεθνείς Χρηματοδοτικούς Οργανισμούς, κατόπιν της αμερικανικής πίεσης. Ο πληθωρισμός στη Χιλή εκτοξεύτηκε, το κόστος ζωής το ίδιο, διάφορα προϊόντα έπαψαν να εμφανίζονται στην αγορά. Ένα ακόμη μεγάλο χτύπημα ήρθε από την πτώση στην τιμή του χαλκού, με αποτέλεσμα μια μείωση εσόδων ύψους 240 εκ. το χρόνο.
Απεργίες και διαδηλώσεις εμφανίστηκαν από το τέλος του 1971, ενώ τον Οκτώβριο του 1972 η απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών, με τη στήριξη της CIA, παραλύει τη χώρα, τη στιγμή που άρχισαν να εμφανίζονται και παραστρατιωτικές οργανώσεις, εντείνοντας το κλίμα τρομοκρατίας. Ο Αλιέντε αντέδρασε προχωρώντας σε έναν ανασχηματισμό, τοποθετώντας αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων τον στρατηγό Πράτς.
Ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος του Αλιέντε. Οι μήνες κύλισαν γρήγορα και εφιαλτικά μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1973. Ο κόσμος δίνει στον Αλιέντε 44%, δείχνοντάς του έμπρακτα την εμπιστοσύνη του. Στις 29 Ιουνίου εκδηλώθηκε μια πρώτη απόπειρα πραξικοπήματος από ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων, αλλά ο στρατηγός Πράτς το κατέπνιξε εύκολα. Σε λιγότερο από δύο μήνες, ο στρατηγός Πράτς, αρκετά αποδυναμωμένος από τις προδοσίες του στρατεύματος, καταγγέλλει νέο σχεδιασμό πραξικοπήματος και παραιτείται. Τα καθήκοντά του αναλαμβάνει ο Αουγκούστο Πινοσέτ- το μοιραίο λάθος του Αλιέντε.
Το πραξικόπημα έγινε και πέτυχε, το «τρίτο πρόγραμμα» απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο Αλιέντε έπεσε νεκρός από το δικό του χέρι, αφού εκφωνήσει τον δραματικό τελευταίο λόγο του.

«... το μόνο πράγμα που απομένει για μένα είναι να πω στους εργάτες: δεν πρόκειται να παραιτηθώ! Ευρισκόμενος σε μια ιστορική μετάβαση, θα πληρώσω την πίστη του λαού με τη ζωή μου. Και τους λέω ότι είμαι βέβαιος ότι οι σπόροι που έχουμε φυτέψει στην καλή συνείδηση των χιλιάδων και χιλιάδων Χιλιανών δεν θα μείνουν συρρικνωμένοι για πάντα.
   Έχουν δύναμη και θα είναι σε θέση να μας εξουσιάζουν, αλλά οι κοινωνικές διεργασίες δεν μπορεί να εμποδιστούν ούτε από το έγκλημα ούτε από τη δύναμη. Η ιστορία είναι δική μας, και οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία.
... Απευθύνομαι στον άντρα της Χιλής, τον εργάτη, τον αγρότη, το διανοούμενο, εκείνον που πρόκειται να διωχθεί, γιατί στη χώρα μας ο φασισμός είναι ήδη παρών εδώ και πολλές ώρες – σε τρομοκρατικές επιθέσεις, σε ανατινάξεις γεφυρών, σε διακοπές σιδηροδρομικών γραμμών, σε καταστροφές αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενόψει της σιωπής όσων είχαν την υποχρέωση να δράσουν. Ήταν υποχρεωμένοι. Η ιστορία θα τους κρίνει.
...Εργάτες της χώρας μου, έχω πίστη στη Χιλή και το πεπρωμένο της. Άλλοι άνδρες θα ξεπεράσουν αυτή τη σκοτεινή και πικρή στιγμή προδοσίας που προσπαθεί να επικρατήσει. Να πηγαίνετε προς τα εμπρός γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, οι μεγάλες λεωφόροι θα ανοίξουν και πάλι και οι ελεύθεροι άνθρωποι θα περπατούν μέσα από αυτές για να χτίσουν μια καλύτερη κοινωνία.
Ζήτω η Χιλή! Ζήτω οι άνθρωποι! Ζήτω οι εργαζόμενοι!»

Και η κόλαση επιτέθηκε στη Χιλή:

“Ήταν 11 Σεπτεμβρίου. Αεροπλάνα που έχουν εκτραπεί από τη φυσιολογική αποστολή τους, οδηγημένα από πιλότους αποφασισμένους για όλα, χυμούν στην καρδιά της μεγαλούπολης, με στόχο να γκρεμίσουν τα σύμβολα ενός πολιτικού συστήματος που τούτοι οι πιλότοι απεχθάνονται. Πολύ γρήγορα ακούγονται εκρήξεις, προσόψεις κτηρίων γίνονται κομμάτια, ακολουθούν καταρρεύσεις μέσα σε έναν διαβολικό πάταγο, επιζώντες θάβονται κάτω απ' τα ερείπια, το τοπίο γεμίζει χαλάσματα» θα γράψει ένας δημοσιογράφος.








Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018


ΜΑΡΚΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ ΒΡΟΥΤΟΣ (85- 42π.Χ.)
Ένας αμφιλεγόμενος άνδρας
Της Dimitra Papanastasopoulou




Τον ξέρετε όλοι τον Βρούτο. Η ύπαρξή του στιγματίστηκε από τα λόγια του Ιουλίου Καίσαρα όταν πέθαινε κάτω και από το δικό του σπαθί: «Κι εσύ, τέκνον, Βρούτε;» Λόγια πικρίας που άφησαν το υπονοούμενο μιας προδοσίας να πλανάται στο χρόνο και την ιστορία.
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, αν και οι αιώνες που κύλησαν αδιαφόρησαν για την έντιμη πράξη του Βρούτου, και σύμφωνη με τα πιστεύω του.
Ο Βρούτος καταγόταν από τον σχεδόν μυθικό Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο, εκείνον που έδιωξε τον βασιλιά Ταρκύνιο τον Υπερήφανο πριν 450 χρόνια, εγκαθιδρύοντας το αβασίλευτο πολίτευμα της Ρώμης και φονεύοντας τους δυο γιους του επειδή είχαν αναμειχθεί σε συνωμοσία για την επαναφορά της βασιλείας.
Μητέρα του ήταν η Σερβιλία έλκυε την καταγωγή της από τον Σερβίλιο Αχάλα, εκείνο που μαχαίρωσε στην αγορά τον Σπόριο Μαίλιο, επειδή προετοίμαζς τυραννίδα.
Ο Βρούτος κουβαλούσε στους σκληραγωγημένους ώμους του μια μεγάλη δημοκρατική παράδοση, την οποία πίστευε και τιμούσε. Ήταν ένας μορφωμένος άνδρας, έχοντας σπουδάσει λατινική ρητορική και ελληνική φιλοσοφία.

Όταν ξέσπασε εμφύλιος μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου, οι πάντες πίστευαν ότι ο Βρούτος θα πάρει το μέρος του Καίσαρα, εφ’ όσον ο Πομπήιος θεωρείτο υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του. Εξέπληξε τους πάντες όταν ακολούθησε τον Πομπήιο, χωρίς ποτέ να του απευθύνει τον λόγο, επειδή θεωρούσε ντροπή να μιλά με τον δολοφόνο του πατέρα του.
Ο Ιούλιος Καίσαρ, από την άλλη πλευρά, μαθαίνοντας την πράξη του Βρούτου, έδωσε εντολή να μην τον σκοτώσει κανείς. Ο λόγος ήταν πως πίστευε ότι ο Βρούτος ήταν δικό του παιδί. Ένα γεγονός που γεννούσε στον Καίσαρα ευγενικά αισθήματα, αλλά γέμιζε ντροπή, η πιθανότητα να είναι αλήθεια, τον Βρούτο.
Ο παράνομος δεσμός του Καίσαρα και της Σερβιλίας ήταν πασίγνωστος. Το μαρτρούν ο Σουητώνιος, ο Αππιανός και ο Πλούταρχος.
 Ο Βρούτος ανέβαινε σταθερά στην πολιτική αρένα της Ρώμης, γνωστός για τη σοβαρότητα και την αρετή του. Ο Καίσαρας τον ευνοούσε πάντα, έχοντας υπ’ όψιν του να τον κάνει διάδοχό του (Πλούταρχος), αλλά ο Βρούτος δεν υποχώρησε ποτέ από τα δημοκρατικά του πιστεύω. Έτσι, όταν όλα έδειχναν τη στροφή προς τη μοναρχία, όχι μόνο πήρε μέρος στη συνωμοσία, δηλώνοντας ότι το χρέος του ήταν «αμύνειν και προαποθνήσκειν της ελευθερίας» αλλά χτύπησε και ο ίδιος τον Καίσαρα- τον καταπατητή της δημοκρατίας.



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018


ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΓΟΥΙΛΛΕΛΜΟ ΑΛΙΕΝΤΕ ΓΚΟΣΣΕΝΣ (1908-1973)
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Μετά την αναφορά στον Αουγκούστο Πινοσέτ, σειρά έχει το αντίπαλον δέος- ο δημοκράτης και σοσιαλιστής προηγούμενος Πρόεδρος της Χιλής, ο  οραματιστής Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Γεννήθηκε στο Βολπαράϊσο από μεγαλοαστούς και σπούδασε ιατρική στο Σαντιάγο, ωστόσο ασχολήθηκε με την πολιτική, αναπτύσσοντας μαρξιστική δράση και συμβάλλοντας στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής.
Από το 1937 ως το 1941 διετέλεσε Υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση του Πέδρο Αγκίρρε Σέντρα. Το 1952 υπέβαλε την υποψηφιότητα του για την Προεδρία, έχοντας την αρωγή του Κομμουνιστικού Κόμματος- τότε σε παρανομία. Αυτό κόστισε τη διαγραφή του από το Σοσιαλιστικό κόμμα και την αποτυχία του στις εκλογές. Επανήλθε έξι χρόνια αργότερα, έχοντας και τους κομμουνιστές(πλέον νομίμους) και τους σοσιαλιστές, αλλά απέτυχε και πάλι.
Το πεπρωμένο τον περίμενε το 1970, στα 62 του χρόνια, όταν η Χιλή διεξήγαγε τις πιο κρίσιμες προεδρικές της εκλογές. Ο Αλιέντε κατέβαινε με σύμπραξη σοσιαλιστών, κομμουνιστών και ριζοσπατών καθολικών. Όλοι αγωνιούσαν, διερωτώμενοι αν μια μετάβαση σε μια αριστερή κυβέρνηση θα μπορούσε να γίνει ειρηνικά, αφού ο. Αλιέντε έβγαζε πύρινους λόγους, υποσχόμενος αγροτική μεταρρύθμιση σε βάρος της μεγάλης ιδιοκτησίας και εθνικοποίηση όλων των ξένων τραπεζών και επιχειρήσεων (ανάμεσά τους τεράστιες αμερικανικές επενδύσεις στα σημαντικότατα ορυχεία χαλκού).
Η προεκλογική περίοδος ήταν εξαιρετικά πολωμένη και στοίχισε τη ζωή έξι ανθρώπων, τη στιγμή που η ελίτ φυγάδευε πανικόβλητη τα κεφάλαιά της στο εξωτερικό.
Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι, καθώς η νίκη του Αλιέντε γινόταν φανερή. Δύο μέρες πριν την εκλογή του, μια ακροδεξιά συμμορία τραυμάτισε θανάσιμα τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Ρενέ Σνάϊντερ, μετά τη δήλωσή του ότι ο στρατός θα σεβόταν την επιλογή του Κογκρέσου και δεν θα επέτρεπε κανενός είδους πραξικόπημα.
Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε βγήκε θριαμβευτικά νικητής την 24η Οκτωβρίου 1970. Στην πρώτη του ομιλία είπε:

«Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτλεούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει τη χώρα στον Σοσιαλισμό».

Η ορκωμοσία του άθεου και γνωστού τέκτονα, που παρά όλα αυτά είχε μεγάλες συμπάθειες στους κόλπους του καθολικισμού, έγινε  στον καθεδρικό ναό του Σαντιάγο την 3η Νοεμβρίου. Ένα μήνα αργότερα, ο νέος πρόεδρος ανακοίνωνε την εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού και των ξένων τραπεζών. Η αντίστροφη μέτρηση, υπόγεια προς το παρόν, είχε αρχίσει.
Σειρά είχαν οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις, η ανακατανομή εκατομμυρίων στρεμάτων γης σε ακτήμονες, οι αυξήσεις μισθών στις ένοπλες δυνάμεις, ενώ παράλληλα άρχιζε η συνεργασία με την Κίνα και την Κούβα. Η αντιπαράθεση με την Αμερική ήταν πασίδηλη και οι σχέσεις των δύο χωρών ψυχράνθηκαν. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Νίξον, αποφασισμένος να τον ανατρέψει, είπε χαρακτηριστικά:

«Με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή, έχουμε στη Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία, όλη (η Λατινική Αμερική) θα γίνει κόκκινη».

Δύο χρόνια αργότερα(1972) ο πληθωρισμός κάλπαζε στη Χιλή, η μεσαία τάξη πληττόταν άσχημα, οι φορτηγατζήδες απήργησαν και δεν μετέφεραν τρόφιμα. Περιέργως, η δημοτικότητα του Αλιέντε αυξανόταν, ίσως επειδή ο κόσμος αντιλαμβανόταν ότι η Αμερική έκανε ό,τι μπορούσε για να «στραγγαλίσει» τον Πρόεδρό τους.
Το πραξικόμημα του Ιουνίου 1973 απέτυχε. Ο στρατηγός Πράτς συμβούλεψε τον Πρόεδρο να δώσει όπλα στο λαό, ο Αλιέντε αρνήθηκε, λέγοντας :
«Όχι. Αυτή η επανάσταση θα γίνει χωρίς σταγόνα αίμα. Βασίζεται σε ειρηνικές αξίες και όχι στη βία».

Το τέλος πλησιάζει, η πρώτη μοιραία και λανθασμένη κίνηση πραγματοποιείται: Ο Αλιέντε, δίνει τη θέση του πιστού Πράτς στον Αουγκούστο Πινοσέτ...
Όταν ξημερώσει η 11η Σεπτεμβρίου 1973, όλα θα τελειώσουν. Το νήμα της ζωής του Σαλβαδόρ Αλιέντε θα κοπεί από το ίδιο του το χέρι, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Δεν θα δει την απίστευτη κατάλυση της δημοκρατίας, δεν θα ζήσει τις αμέτρητες στυγνές δολοφονίες που θα ματώσουν το χώμα της Χιλής.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018


ΑΟΥΓΚΟΥΣΤΟ ΧΟΣΕ ΡΑΜΟΝ ΠΙΝΟΣΕΤ ΟΥΓΚΑΡΤΕ (1915-2006)
Ο αιμοσταγής δράκος της Χιλής
Μέρος Α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Το άκουσμα του ονόματος του στυγνού δικτάτορα φέρνει πάντα στον νου μου τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη πότε μελαγχολική και πότε όμοια με ουρλιαχτό να τραγουδά την «Μπαλάντα του οπερατέρ»:

«Στο Σαντιάγο, στης σφαγής τα χρόνια,
πέσαν πολλοί και πού να βρεις ονόματα
και με μια λέξη να ποιά είναι η Χιλή
κάποιος που ταινία γυρίζει τη σκηνή του φόνου του.
.....
Είδα τη δουλειά των στρατιωτών, το μακέλεμα
είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν
το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο για να σωθεί
και τα ντουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους
......
Είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα παιδιά
και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς»
(Στίχοι: Συνθέτης: Θάνος Μικρούτσικος)

Οι ποιητές βρίσκουν τις λέξεις που εκφράζουν καίρια τα αισθήματα, ακουμπούν και καίνε τις καρδιές και είναι αυτές οι φωτιές που κάνουν τα πλήθη να επαναστατούν και να ορθώνουν το ανάστημά τους σε κάθε μορφή τυραννίας.
Ας δούμε ποιός ήταν.

Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1915 στο Βολπαράϊσο της Χιλής, απόγονος Γάλλων εποίκων του προηγούμενου αιώνα, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, μεγαλώνοντας σε μεσοαστικό περιβάλλον. Σε ηλικία 18 ετών έγινε δεκτός στην Στρατιωτική Ακαδημία της Χιλής και τέσσερα χρόνια αργότερα αποφοίτησε με τον βαθμό του Υπολοχαγού, με στόχο να γίνει στρατιωτικός καριέρα.
Το πετυχαίνει με τη βοήθεια ανώτατων σπουδών σε στρατιωτικές σχολές (Σχολή Πεζικού, Ακαδημία Πολέμου, Ακαδημία Εθνικής Άμυνας) και ξεχωρίζει ανάμεσα στους συμμαθητές του. Το 1948, ενώ διευθύνειένα στρατόπεδο συγκέντρωσης Χιλιανών κομμουνιστών, γνωρίζει τον μαρξιστή βουλευτή Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο οποίος επισκέπτεται επισήμως το στρατόπεδο κι αυτή η πρώτη τους συνάντηση είναι σφοδρή, αν και κανείς από τους δυο δεν μπορεί να μαντέψει την ζοφερότητα του μέλλοντος.
Με το προσωπείο του διανοούμενου, εξασφαλίζει το 1954 τη θέση του καθηγητή στην Ακαδημία Πολέμου και την αποστολή του στις ΗΠΑ ως μέλος της στρατιωτικής αντιπροσωπείας της πατρίδας του δύο χρόνια αργότερα, ενώ συγχρόνως γράφει πέντε βιβλία πάνω σε θέματα πολέμου και πολιτικής. Λαμπερός και πετυχημένος, το 1968 είναι πλέον ταξίαρχος. Η ζωή παίζει άλλο ένα παιγνίδι δύο χρόνια αργότερα: ο Αλιέντε εκλέγεται Πρόεδρος της Χιλής και προάγει τον στρατηγό Πινοσέτ στη θέση του επί κεφαλής της φρουράς του Σαντιάγο. Τρία χρόνια αργότερα, παίζεται η τρίτη πράξη της τραγικής κωμωδίας: ο Αλιέντε επιβραβεύει τον Πινοσέτ για την αφοσίωσή του προάγοντάς τον σε αντιστράτηγο των ενόπλων δυνάμεων της χώρας (23 Αυγούστου 1973).
Είναι η κατάλληλη στιγμή για τον Πινοσέτ. Με τον λαό στους δρόμους να ζητά μεταρρυθμίσεις και την οικονομία της Χιλής να βρίσκεται στο ναδίρ, με την ουσιαστική βοήθεια των Αμερικανών(επειδή κυρίως η εθνικοποίηση των πλούσιων μεταλλείων του νησιού είχε βλάψει τα συμφέρροντα των πολυεθνικών τους εταιριών) ο πανίσχυρος στρατιωτικός, μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα από την τοποθέτησή του στη θέση του Αντιστρατήγου, στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, προβαίνει σε πραξικόπημα.
Τα ξημερώματα, με σύνθημα που ακουγόταν στα ραδιόφωνα «Βρέχει στο Σαντιάγο», ο στρατός πολιορκούσε και η αεροπορία βομβάρδιζε το προεδρικό μέγαρο και ο εγκλωβισμένος εκεί Αλιέντε, αντέχει μια ολόκληρη ημέρα. Στο τέλος εκείνης της δραματικής αντιμετώπισης, αντιλαμβανόμενος ότι έχει προδοθεί απ’ όλους, αυτοκτονεί (πολλοί υποστηρίζουν ότι δολοφονήθηκε, αλλά θα το δούμε στην δική του αναφορά) στο γραφείο του. Οι πύλες της κόλασης έχουν ανοίξει.
Ο Πινοσέτ αρχικά διατηρεί τον τίτλο του Αρχιστρατήγου της Χούντας των Τεσσάρων( Στρατός, Αεροπορία και Αστυνομία), για να συγκεντρώσει πολύ σύντομα την εξουσία στα δικά του χέρια και μόνον.

Φίλες και φίλοι, στο Β΄μέρος του αφιερώματος θα δούμε τα τραγικά γεγονότα που αιματοκύλησαν το νησί κι υποχρέωσαν τον ήλιο να κρυφτεί για να μη βλέπει.






Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

ΡΟΖΑ ΠΑΡΚΣ (1913-2005)
«Κουράτηκα να υποχωρώ...»
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η κυρία Πάρκς υπήρξε μια μαύρη Αφροαμερικανίδα, μια φτωχή μοδίστρα, ένα άτομο χωρίς καμία πολιτική δύναμη, εντελώς άγνωστη και ασήμαντη. Κι όμως. Με μια της άρνηση, με ένα «όχι» πέρασε στην αθανασία της φυλής της. Μάλιστα, το σταθερό και ακλόνητο «όχι» της προκάλεσε έναν «σεισμό» στην Αμερική και είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν οι Αφροαμερικανοί, οι μαύροι- σκλάβοι ως τότε στον αμερικανικό νότο- ίσα δικαιώματα με τους λευκούς.

Η Ρόζα Λουϊζα Μακώλεη γεννήθηκε στο Τάσκετζι της Αλαμπάμα από πατέρα ξυλουργό και μητέρα δασκάλα. Ήταν ένα αδύναμο, κοντό κορίτσι με προβλήματα υγείας. Όταν οι γονείς της χώρισαν, μετακόμισε με τη μητέρα της στο Πάϊν Λέβελ, λίγο έξω από την πρωτεύουσα Μοντγκόμερυ. Εκεί έζησε σε μια φάρμα με τους γονείς της μητέρας της και τον μικρότερο αδελφό της Σιλβέστερ. Ήταν όλοι μέλη της Αφρικανικής Μεθοδικής Επισκοπικής Εκκλησίας που είχε ιδρυθεί έναν αιώνα νωρίτερα από ελεύθερους μαύρους της Φιλαδέλφεια, Πενσυλβάνια.
Δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει τις σπουδές της μετά τα δεκατρία της χρόνια, επειδή έπρεπε να φροντίσει τους παπούδες και την άρρωστη μητέρα της, μεγαλώνοντας στον αμερικανικό νότο του ρατσισμού, δεχόμενη πολλές σκληρές σωματικές επιθέσεις από τους λευκούς συμμαθητές της (στο δημοτικό...), αντιδρώντας πάντα όσο μπορούσε. Άξιο προσοχής, λοιπόν, ότι από μικρό παιδί δεν δεχόταν την ανισότητα, την πονούσε η ύπαρξη ενός λευκού και ενός μαύρου κόσμου με την άβυσσο ανάμεσά τους.
Το 1932 παντρεύτηκε τον κουρέα Ρέημοντ Πάρκς και τελείωσε το γυμνάσιο μετά από δική του επιμονή. Έντεκα χρόνια αργότερα προσχώρησε στο Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων και εκλέχτηκε γραμματέας. Τον καιρό του συμβάντος εργαζόταν ως μοδίστρα σε ένα πολυκατάστημα.


Την 1η Δεκεμβρίου 1955 είπε «όχι» όταν ο λευκός οδηγός του λεωφορείου στο οποίο επέβαινε, την διέταξε να σηκωθεί από τη θέση της, μια θέση ειδικά για «έγχρωμους», επειδή επιβιβάστηκε ένας λευκός και οι θέσεις  για τους «λευκούς» ήταν κατειλημένες.  Ήταν ο ίδιος οδηγός που, πίσω στα 1943 την είχε αφήσει στη βροχή, χωρίς να περιμένει να επιβιβαστεί- έχοντας πρώτα βγάλει εισιτήριο ανεβαίνοντας από την πόρτα δίπλα του- από την πίσω πόρτα, σύμφωνα με τον ισχύοντα απαράδεκτο νόμο.  Και η Πάρκς ένιωσε το αίμα της να συγκεντρώνεται όλο στο κεφάλι της, αποφασισμένη να αντιδράσει. «Έπρεπε να μάθω μια για πάντα ποιά ήταν τα δικαιώματά μου σαν άνθρωπος και σαν πολίτης», είπε λίγους μήνες αργότερα σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο.  
Ο νόμος έλεγε ότι δεν επιτρεπόταν να σηκωθεί κανείς από τη θέση του και να την παραχωρήσει σ’ έναν όρθιο λευκό, αλλά εκεί, στο Μοντγκόμερυ, τον καταπατούσαν. Το φαντάζεστε; Η Πάρκς δεν έκανε τίποτε παράνομο, κι όμως η άρνησή της θεωρήθηκε «καταπάτηση του νόμου»...
Μη θεωρήσετε ότι δεν τής κόστισε- το αντίθετο: συνελήφθη άμεσα- ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο και κάλεσε την αστυνομία-, έχασε τη δουλειά της, ο σύζυγός της έμεινε άνεργος επίσης, και δεχόταν απειλές για τη ζωή της επί πολλά χρόνια.
Τέσσερις μέρες αργότερα (5 Δεκεμβρίου) δικάστηκε. Όλοι οι μαύροι κάτοικοι μποϋκοτάρισαν τα λεωφορεία( ήταν και οι κύριοι επιβάτες τους) όχι μόνον εκείνη την ημέρα, αλλά και τις επόμενες 381 ημέρες, φέρνοντας την εταιρία των λεωφορείων σε οικονομική κρίση.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κίγκ έγραφε τον επόμενο χρόνο, αναφερόμενος στην Πάρκς:
«Πράγματι, κανείς δεν αντιλαμβάνεται την πράξη της κ. Πάρκς, εκτός αν συνειδητοποιήσει ότι τελικά η κούπα της υπομονής ξεχειλίζει και ο άνθρωπος φωνάζει: δεν αντέχω άλλο».
Η Ρόζα Πάρκς αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Ντιτρόϊτ, να βρει με κόπο άλλη δουλειά, συνεχίζοντας τον αγώνα για τα ίσα δικαιώματα και την κατάργηση του ρατσισμού.
Οι αγώνες της επιβραβεύθηκαν μετά το 1979.

Ήταν η νίκη του ενός στους πολλούς, μια νίκη του ανίσχυρου Δαβίδ εναντίον του πανίσχυρου Γολιάθ, μια νίκη που πάντα εμπνέει τους μικρούς όλου του κόσμου και να τους ενώνει. Όλοι κάνουν υπομονή, μα μέχρις ενός σημείου. Μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και να φωνάξει: ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ. Και τότε, ακόμη και μια απειροελάχιστη σπίθα είναι ικανή να προκαλέσει μια τεράστια πυρκαγιά!




Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ (1882- 1941)
Μια ασθενική, ανθεκτική φιγούρα
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ένα αφιέρωμα στην Βιρτζίνια Γούλφ, την γυναίκα συγγραφέα που το όνομά της φιγουράρει δίπλα στα γιγαντιαία των Προύστ και Τζόϋς (οι τρεις τους, γράφει ο Άρης Μπερλής είναι οι μεγάλοι καινοτόμοι, αυτοί που άνοιξαν νέους δρόμους στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα των αρχών του 20ού αιώνα), δεν μπορεί να είναι σύντομο, ακόμη κι αν δεν γίνει αναφορά σε πολλά γεγονότα της απόλυτα ταραγμένης ζωής της. Γι’ αυτό, συγχωρήστε το μεγάλο μου άρθρο, αν και σας βεβαιώ ότι θα αναφερθώ μόνο στα σπουδιαότερα.

Η Αντελίν Βιρτζίνια Στήβεν γεννήθηκε στο παγωμένο Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1882. Οι γονείς της, Σερ Λέσλι Στήβεν και Τζούλια Πρίνσεπ Τζάκσον Ντακγουωρθ είχαν παιδιά και από τους προηγούμενους γάμους τους. Ο Σερ Λέσλι, αριστοκράτης από οικογένεια με παράδοση στα γράμματα, ήταν εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Κόρνχιλ και συντάκτης του Λεξικού Εθνικής Βιογραφίας. Ωστόσο, επρόκειτο για μια οικογένεια με βεβαρυμένο παρελθόν στις ψυχικές διαταραχές, ιδιαίτερα στη σχιζοφρένεια και τη βαριά κατάθλιψη.
Η Βιρτζίνια, ένα χαρούμενο και γελαστό κοριτσάκι, γρήγορα μετατράπηκε σε μια νευρική κοπελίτσα, κατακλυσμένη από φόβους και αδυναμία να βρίσκεται σε θορυβώδη χώρο. Ακόμη και στις οικογενειακές διακοπές τα φοβικά συναισθήματα εξακολουθούσαν και μια απεγνωσμένη λύπη που θέριευε, την έκανε να αισθάνεται δυστυχής και απομονωμένη από όλους.
Η κακοποίηση που δέχτηκε από τους δύο αδελφούς της, αρχής γενομένης στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, χειροτέρεψε τα πράγματα και η ανορεξία εισέβαλε στη ζωή της.
Παρ’ όλα αυτά, ο πατέρας της  ασχολήθηκε προσωπικά με τη μόρφωσή της στα πρώτα χρόνια, μέχρι να φοιτήσει στο γυναικείο παράρτηα του Κίγκ’ς Κόλλετζ για να μάθει ιστορία, αρχαία ελληνικά και λατινικά.
Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της στα 13 της χρόνια γίνεται αφορμή για την πρώτη της νευρική κατάρρευση. Δύο χρόνια αργότερα θα πεθάνει η ετεροθαλής αδελφή της Στέλλα(1897), ενώ  ο θάνατος του πατέρα της το 1904 θ προκαλέσει όχι μόνο τη δεύτερη νευρική κρίση, αλλά και την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας της, πηδώντας από ένα παράθυρο του σπιτιού τους.
Η νεαρή Βιρτζίνια ζούσε περισσότερο στο σκοτάδι παρά στο φως, κι όμως, η λογοτεχνική της δυνατότητα και έκφραση βρήκε τον τρόπο να τη σώσει από τον κόσμο των ημικρανιών, των αϋπνιών και της ανορεξίας- έκανε το θαύμα της μπορούμε να πούμε.
Ένα μεγάλο ταξίδι με τα αδέλφια της το 1906 στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και την Εύβοια, θα καταλήξει τραγικά, καθώς ο αδελφός της Τόμπυ πεθαίνει στον γυρισμό από τυφοειδή πυρετό.
Το βαθύ της ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία- ίσως ενστικτωδώς να την ωθούσε στη ζωή- την έσπρωξε να σχετιστεί με μια πρωτοεμφανιζόμενη τότε (περίπου 1907)ομάδα λογίων φοιτητών, την γνωστή ως Ομάδα Μπλούμσμπερι. Ανάμεσα σ’ αυτούς θα γνωρίσει και τον μέλλοντα σύζυγο της- τον φύλακα άγγελο της ζωής της- τον Λέοναρντ Γούλφ, τον άνθρωπο που θα την στηρίζει ως το τέλος της ζωής της, εκείνον που την έπεισε να γράψει. Παντρεύονται το 1912 και φεύγουν για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, σε ένα παρατεταμένο ταξίδι μέλιτος. Ένα ταξίδι πλατωνικών νεονύμφων, αφού η Βιρτζίνια αδυνατεί να έχει μια φυσιολογική ερωτική ζωή.
Μόλις ένα χρόνο αργότερα, η Βιρτζίνια θα καταρρεύσει και παίρνοντας Βερονάλ, θα κάνει την δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας. Η κρίση θα κρατήσει δύο ολόκληρα χρόνια, κατά τα οποία ο Λέοναρντ θα είναι πάντα φρουρός και προστάτης. Η Βιρτζίνια θα κινδυνέψει σοβαρά, αφού θα ζυγίζει μόνον 28 κιλά ...
Έτσι, όταν όλα αυτά περνούν, το ζεύγος Γούλφ αποφασίζει να μετακομίσει από το θορυβώδες Λονδίνο στο ήσυχο Ρίτσμοντ, όπου ανοίγουν ένα δικό τους τυπογραφείο, ελπίζοντας στη θετική του επίδραση.  Και η Βιρτζίνια αρχίζει δειλά, αλλά σταθερά να γράφει, ενώ παράλληλα ο εκδοτικός τους οίκος μεγαλώνει και εκδίδει- εκτός από τα βιβλία της Βιρτζίνια- μεγάλους και σημαντικούς συγγραφείς.
Το 1922 γνωρίζει σε φιλικό δείπνο την κόρη του βαρώνου Σάκβιλ, την Βίτα. Είναι μια καθοριστική γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ερωτικό πάθος μετά από τρία χρόνια φιλίας, με την Βιρτζίνια να το ανακαλύπτει για πρώτη φορά. Δεν θα κρατήσει πολύ και ο χωρισμός θα ρίξει την ευαίσθητη Βιρτζίνια σε κατάθλιψη. Το πολύ γνωστό βιβλίο της «Ορλάντο» γράφηκε πάνω σ’ αυτή τη σχέση.

Η εύθραυστη, σχετικά ήρεμη ζωή της, διαταράσσεται ξανά με την έναρξη του Β΄Π.Π. Σε βομβαρδισμό του Λονδίνου καταστρέφεται το σπίτι και ο εκδοτικός οίκος τους. Ο φόβος καταλύει το πνεύμα της Βιρτζίνιας. Η πιθανότητα να καταληφθεί η Αγγλία από τους Γερμανούς την γεμίζει αγωνία, αφού, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα κινδυνέψει η ζωή του Λέοναρντ(είναι Εβραίος). Αυτές οι ψυχολογικές πιέσεις την αδυνατίζουν και την καταβάλλουν όλο και περισσότερο. Τον χειμώνα του 1941, στα 59 της χρόνια, παθαίνει άλλη μία –μοιραία αυτή τη φορά- νευρική κατάρρευση. Η κατάθλιψη, η ανορεξία, οι παραισθήσεις επιστρέφουν δυνατότερες από ποτέ.
Στις 28 Μαρτίου 1941 η Βιρτζίνια βγήκε από το σπίτι, αφήνοντας δύο σημειώματα:ένα για την αδελφή της και ένα για τον σύζυγό της. Αν και ήταν σαφής- πήγαινε να αυτοκτονήσει- ήταν αγνοούμενη επί τρεις εβδομάδες. Τότε βρέθηκαν το καπέλο και το μπαστούνι της σε μια όχθη του Ούζ.
Τρία μικρά παιδιά θ ανακαλύψουν τυχαία το πτώμα της στις 19 Απριλίου. Οι πέτρες που είχε γεμίσει τις τσέπες των ρούχων της την διευκόλυναν και μετά, οι περισσότερες, γλίστρησαν και έπεσαν στα θολά νερά του ποταμού. Κάποιες λίγες, παρέμειναν ως αυτόπτεις μάρτυρες, σιωπηλοί για πάντα.

«Κάθε μυστικό της ψυχής του συγγραφέα, κάθε εμπειρία της ζωής του, κάθε ποιότητα του μυαλού του είναι γραμμένα κατά μεγάλο βαθμό στο έργο του»


Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ ΚΑΙ ΜΥΚΗΝΕΣ
Όταν ο μύθος έγινε ιστορία
Μέρος Α΄
Η ανακάλυψη των Μυκηνών
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε ότι ο Σλήμαν με την στάση της απόκρυψης των ευρημάτων του στην Τροία, ήρθε σε ρήξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πονηρά σκεπτόμενος, απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση προσφέροντας τον θησαυρό με αντάλλαγμα να του δοθεί άδεια ανασκαφής στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών. Πήρε την πολυπόθητη άδεια, με τον όρο να παρακολουθείται το έργο του από τις αρμόδιες αρχές και, με τον Παυσανία ανα χείρας, άρχισε να περιφέρεται στον χώρο.

Το 1876 ανακάλυψε τον πρώτο περίβολο και τους γνωστούς λακκοειδείς τάφους πίσω από την Πύλη των Λεόντων. Εκατοντάδες ευρήματα ήρθαν στο φως και θάμπωσαν ξανά τον κόσμο, όπως η περίφημη χρυσή ταφική μάσκα που αποδόθηκε στον Αγαμέμνονα, 19 σκελετοί και σαράντα κιλά χρυσά κτερίσματα. Ο Σλήμαν αναφωνεί : «Βρήκα τους σκελετούς του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας, του Ευρυμέδοντα και των μελών της οικογένειας του Πέλοπα!»

Και, φυσικά, σπεύδει να τηλεγραφήσει στον βασιλιά Γεώργιο Α΄:
 «...Εύρον εντός των Τάφων μεγάλους θησαυρούς αρχαϊκών αντικειμένων εκ καθαρού χρυσού. Οι θησαυροί ούτοι αρκούν και μόνον να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείον, που θα είναι το αξιολογώτερον του κόσμου. Και το οποίον ανά τους αιώνας θα ελκύει εις Ελλάδαν χιλιάδας ξένους από όλας τας χώρας…»

Για άλλη μια φορά είχε «χτυπήσει» σωστά, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν απλοί μύθοι, αλλά υπήρχε ιστορία σ’ εκείνους τους τόπους. Ως το τέλος της ζωής του (26 Δεκεμβρίου 1890) πίστευε ότι είχε πράγματι ανακαλύψει τους τάφους των Ατρειδών.
Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε χρόνια αργότερα, ο λαμπερός, χρυσός θησαυρός, ήταν  για άλλη μια φορά ( όπως και στην Τροία) άνθρακας: όσα ανακάλυψε ο Σλήμαν ανήκαν σε άρχοντες που έζησαν τουλάχιστον 300 με 400 χρόνια νωρίτερα από τους Ατρείδες...

Τα ευρήματα των Μυκηνών στεγάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, στην ειδική Μυκηναϊκή Αίθουσα.