The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Της Dimitra Papanastasopoulou









Στο δεύτερο μέρος της ενότητας αυτής θα ασχοληθούμε με το έργο Ικέτιδες του Αισχύλου και τον μύθο των Δαναϊδων.
Ο τραγικός μας ποιητής σ’ αυτό το έργο έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του για να αναπτύξει ένα πλούσιο φάσμα στοχασμών με σημείο αναφοράς τον αιγυπτιακό πολιτισμό και με τα κοινά του σημεία με την ελληνική πνευματική πραγματικότητα.

Η προϊστορία του δράματος βρίσκεται ενσωματωμένη στην υπόθεση του έργου, δεδομένου τού ότι στο πρόσφατο παρελθόν εντοπίζεται η αιτία της ανατιπαράθεσης των δυνάμεων που επικρατούν στο έργο. Η δράση εκτυλίσσεται στο Άργος, όπου οι κόρες του Δαναού, συνοδευόμενες από τον πατέρα τους, έχουν αφιχθεί ως ικέτιδες, ζητώντας άσυλο από τον τοπικό βασιλιά Πελασγό.
Οι πενήντα Αιγύπτιες πριγκίπισσες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους, προκειμένου να αποφύγουν έναν αποτρόπαιο γάμο: οι εξάδελφοί τους, οι γιοί του Αιγύπτου, επιθυμούν να τις νυμφευθούν, σχεδόν δια της βίας.
Οι φυγάδες εκθέτουν στον Πελασγό το πρόβλημά τους και την αιτία του εκπατρισμού τους. Όσο ο διάλογος προχωρεί, τόσο εμφανέστερη γίνεται η αμηχανία του Αργίτη βασιλιά, ο οποίος βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να πάρει μια απόφαση, που πολύ θα ήθελε να αποφύγει.
«Ουκ εύκριτον το κρίμα. Μη μ’αιρού κριτήν».
Ως οικοδεσπότης οφείλει, βέβαια, να προστατεύσει τους ικέτες του, αλλά θέλει πρώτα να απαλλαγεί από τις αμφιβολίες του. Και να ποιές είναι αυτές:

-είναι η φυγή των πριγκιπισσών νόμιμη, δηλαδή, σύμφωνη με τους νόμους της πατρίδας τους;
-αν αποφασιστεί από την πλευρά του Άργους η προστασία τους, θα έχει αποτέλεσμα γι’ αυτές χωρίς να προκαλέσει προβλήματα στο Άργος;
-μήπως η απέχθεια των Δαναϊδων γι’αυτόν τον γάμο δεν είναι σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση;
-αν το Άργος καταλήξει σε πόλεμο με την Αίγυπτο, είναι πρέπον και σωστό να χυθεί αργίτικο αίμα για χάρη αυτών των κοριτσιών;

Αυτό που ενδιαφέρει να δούμε σ’ αυτήν την τραγωδία, χωρίς να ξεφύγουμε από το πεδίο της πολιτισμικής παραλληλίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο φωτίζονται οι διαφορές και οι ομοιότητες ανάμεσα στις Αιγύπτιες Ικέτιδες και στον αργίτικο λαό. Και, εν όψει αυτής της σύγκρουσης, να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο Δαναός και οι κόρες του είναι συγχρόνως Αιγύπτιοι και Έλληνες, αφού κατάγονται από την γενιά της Ιούς, της Αργείας ιέρειας.
Ξεκινώντας από τις διαφορές που επισημαίνονται από τον ίδιο τον δραματικό λόγο, παρατηρούμε πως είναι φυσικής τάξης, δηλαδή, διαφορές που ανάγονται στην φυσιολογία των φυλών και στην εν γένει εμφάνιση των ικετών.
Ο ίδιος ο Δαναός ομολογεί ότι η φύση έχει πλάσει τον λαό του με διαφορετικά χαρακτηριστικά, ότι ο Νείλος και ο Ίναχος δεν τρέφουν ίδια φύλα:
«ουχ ομόστολος φύσις μορφής».
Από την πλευρά του Πελασγού, έχουμε την παραδοχή πως αυτός ο όμιλος των ικετών φοράει ρούχα και εξαρτήματα ανοίκεια για τους Έλληνες. Η πολυτελής εμφάνισή τους είναι «ανελληνόστολος», πρόκειται για ξένους και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πάνω σ’ αυτό. Πόσο ξένοι, όμως, είναι αυτοί οι άνθρωποι, αφού είναι απόγονοι της Ιούς;
Στον μακροσκελή διάλογο τους βασιλιά με τους ικέτες του, ο Αισχύλος δεν παύει να υπογραμμίζει τις πολιτισμικές ομοιότητες ανάμεσα στους δύο λαούς. Αρχής γενομένης του θρησκευτικού άξονα, ακούμε τις ξένες γυναίκες να επικαλούνται τον αμερόληπτο Δία, ο οποίος εποπτεύει τον αγώνα των ικετών, ως κοινό γεννήτορα των δύο φυλών:
«αμφοτέροις ομαίμων ταδ’ επισκοπεί Ζεύς ετερορρεπής».
Έχουμε, όμως, κι άλλο ένα σημαντικό σημεείο αναφοράς. Προστάτες και προστατευόμενοι αναφέρονται στο ίδιο περίπου αξιακό σύστημα, επικαλούμενοι τις ίδιες ηθικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αξίες. Δηλαδή, οι ιδέες και οι αρχές που αφορούν την δικαιοσύνη, οι πρακτικές(κατ’ έθος), τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των ικετών, ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και η ευσέβεια, συμπίπτουν, η θεματική της πολιτισμικής συγγένειας αναπτύσσεται σύμφωνα με έναν κώδικα που ισχύει και στις δύο πλευρές.

Οι ικέτιδες αναφέρουν πρώτα-πρώτα ότι είναι Αργείες στην καταγωγή, «σπέρμα της γόνιμης βοός» και ο Πελασγός, όταν ακούει τα σχετικά με το γεννεαλογικό τους δένδρο δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να παραδεχθεί ότι οι δεσμοί τους με τη χώρα του είναι υπαρκτές
«τήσδε κοινωνείς χθονός τ’αρχαίον».
Οι ικέτιδες συνεχίζουν και επικαλούνται την αργεία «φιλία πρόγονον γυναίκα», χάρη στην οποία απέκτησαν συγγενικούς δεσμούς και με την ελληνική γη και με τον Δία. Επομένως, οι Αργείοι δεν θα μπορέσουν αβασάνιστα να αρνηθούν την προστασία τους σ’ αυτές που είναι ομοαίματες, αφού μια τέτοια άρνηση θα ήταν διπλό έγκλημα, σε επίπεδο εθνικό και «διεθνές».
Η άρνηση ασυλίας σε έναν ικέτη ήταν μια ανόσια πράξη, αλλά η άρνηση ασυλίας σε συγγενή αποτελούσε μια πράξη διπλα΄αξιοκατάκριτη και εχοχική, μαρτρώντας όχι μόνον ασέβεια έναντι του Ικέσιου Δία, αλλά και έναντι των δεσμών αίματος.
Κι εδώ, που κάποιος θα περίμενε το τέλος του σκεπτικισμού, μπαίνει στη μέση η «ιχνογράφηση» της ηθικής φυσιογνωμίας των μνηστήρων, οι οποίοι περιγράφονται με τα πιο σκοτεινά χρώματα: γένος καταραμένο, αδηφάγο, που ποτέ δεν χορταίνει τον πόλεμο, αληθινά τέρατα, ύπουλοι, με βρώμικη ψυχή- σαν τα κοράκια, που δεν νοιάζονται καθόλου για τους βωμούς, επηρμένοι, αδιάντροπα σκυλιά που αγνοούν εντελώς τους θεούς.
Όλος αυτός ο συρφετός, αναφέρεται, όμως, σε συγγενείς, τόσο των Δαναϊδων, όσο και των Αργείων, εφ’ όσον εκείνοι δέχτηκαν την κοινή τους καταγωγή...
Αν οι πενήντα άνδρες εκφράζουν βίαια τις ερωτικές ή κοινωνικές τους διεκδικήσεις, οι ανάλογες γυναίκες εκφράζουν παρόμοια το μίσος τους για τον γάμο. Οι ακραίες στάσεις, οι αβυσσαλέες αντιθέσεις που μας παρουσιάζει η τραγωδία, δεν στοχεύουν ποτέ στην απκάλυψη των πολιτισμικών διαφορών μεταξύ των λαών, αλλά των υπαρξιακών διαφορών που πυροδοτούν την σύγκρουση του ήρωα με τον κόσμο του.
Έτσι, η αντίθεση ανάμεσα στις Δαναϊδες και τους Αιγυπτιάδες επαναλαμβάνεται ανάλογα και στην περίπτωση του Ιππολύτου και της Φαίδρας, του Φιλοκτήτη και του Οδυσσέα, του Προμηθέα και του Δία κλπ.

Τελικά, θα προσφερθεί φιλοξενία στις Δαναϊδες και ο ιστορικός Ηρόδοτος θα μνημονεύσει και θα εξυμνήσει την θέσπιση εορτών αφιερωμένων στη Δήμητρα από τις Δαναϊδες στην Πελοπόννησο, καθώς και στην ίδρυση ενός ναού, αφιερωμένου στην Αθηνά στο νησί της Ρόδου, όπυ έκαναν μια στάση, καθώς ταξίδευαν για το Άργος, πράξεις ευσέβειας και φιλίας, τιμής στον ελληνικό πολιτισμό.


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Ο ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΚΛΙΜΤ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΣΤΟΚΛΕΤ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Το αρχιτεκτονικό αυτό αριστούργημα, έργο του Γιόζεφ Χόφμαν, μέγιστη έκφραση του βιεννέζικου «στίλκγουντ» και ένα από τα πιο σημαντικά δείγματα του κινήματος της «Απόσχισης»(sezession) σ’ ολόκληρη την Ευρώπη,  βρίσκεται στις Βρυξέλλες.
Ο ιδιοκτήτης, Άντολφ Στόκλετ, ήταν ένας μεγιστάνας της βιομηχανίας του άνθρακα και παθιασμένος συλλέκτης έργων τέχνης. Ο Στόκλετ είχε ζήσει παλιότερα στην Βιέννη και όταν το 1904 κληρονόμησε μια τεράστια περιουσία, αποφάσισε να χτίσει ένα σπίτι στην λεωφόρο Ντε Τερβιερέν, τέτοιο που να αντιπροσωπεύει απόλυτα το εκλεπτυσμένο στύλ της ζωής του.
Ο αρχιτέκτονας που επιλέγει, ο Γιόζεφ Χόφμαν, με το «Βιεννέζικο Εργαστήρι» του πραγματοποιεί το όνειρο της ζωής του, σχεδιάζοντας ένα οίκημα, στο οποίο κάθε χώρος, επιφάνεια ή έπιπλο θα είναι πλήρως ενσωματωμένο και αρμονικό με το σύνολο και έχοντας πλήρη ελευθερία κινήσεων, και για τα σχέδια και για τα χρήματα, από την πλευρά του Στόκλετ.
Το αποτέλεσμα υπήρξε εκθαμβωτικό: ένα εκπληκτικό, βυζαντινού τύπου αριστούργημα, οι εσωτερικοί χώροι του οποίου χαρίζουν μια ανεπανάλληπτη αισθητική εμπειρία.
Χάρη στη χρήση μελετημένων και πολύτιμων υλικών, αλλά και την σκηνοθετική φροντίδα κάθε λεπτομέρειας, το μέγαρο Στόκλετ αποτέλεσε το μέγιστο ιδεώδες όλων των Βιεννέζων καλλιτεχνών και των πατρώνων τους.




Ο Γκούσταβ Κλίμτ καλείται με τη σειρά του να ζωγραφίσει. Ο χώρος που επιλέγει είναι εκείνος της μεγάλης ασπρόμαυρης τραπεζαρίας των είκοσι ατόμων ( λευκά μάρμαρα στους τοίχους με κάποιες μαύρες φυσικές πινελιές, μικρά ασπρόμαυρα πλακάκια στο δάπεδο, ένα τεράστιο μαύρο χαλί, ένα παραλληλόγραμμο σκούρο καφέ γυαλιστερό τραπέζι και μαύρες σερματινες καρέκλες με χρυσά καρφιά) και η παράσταση που σχεδιάζει είναι ένα τεράστιο ψηφιδωτό που καλύπτει τις τρείς πλευρές/τοίχους της τραπεζαρίας και το οποίο βαφτίζει ζωφόρο και καλύπτει 14 μέτρα.
Στους δύο παράλληλους και μακρόστενους τοίχους, το ψηφιδωτό αποτελείται από μια ροή μπλεγμένων φυτικών σχεδίων, όπου η παράιτηση από κάθε νατουραλισμό είναι απόλυτη.  Στο κέντρο του ενός από τους δύο τοίχους παρουσιάζεται ένα χρυσαφένιο «δέντρο της ζωής» και δεξιά και αριστερά του ανθρώπινες φιγούρες, υφασμένες και χαμένες μέσα στα διακοσμητικά στοιχεία, ωστόσο ορατές. Αριστερά υπάρχει μια γυναικεία μορφή, την οποία ονομάζει «προσδοκία» ενώ στην δεξιά διακρίνεται ο «εναγκαλισμός» ή «εκπλήρωση», η μορφή ενός ζευγαριού που έχει απολαύσει την ένωσή του, με τα κλαδιά του δέντρου της ζωής να τους φτάνουν και να τους διαπερνούν. Μακάρια γαλήνη και πληρότητα αποπνέει το αγκάλιασμά τους, τα κεφάλια τους μόλις που διακρίνονται, η μισή μορφή της γυναίκας που βλέπουμε μας φανερώνει την ευτυχία και την πλήρη παράδοση στον αγαπημένο της.




Ο σημαντικός ζωγράφος καταφέρνει να μεταμορφώσει με την μοναδική τεχνική του έναν κοινό χώρο  σε ένα φωτεινό και απαστράπτον αριστούργημα, σε ένα ζωντανό χώρο τέχνης. Με την τρίτη διάσταση να απουσιάζει επίτηδες, τα κορμιά των εραστών μοιάζουν με ένα, ενώ το αραβούργημα που δημιουργεί στα ρούχα και ο «παντεπτόπτης οφθαλμός» που βρίσκεται διάσπαρτος στον χώρο, μεγαλώνουν την μυστικιστική ένωση του ζευγαριού και μας μεταφέρουν σ’ έναν επίγειο παράδεισο, με ανατολίτικες αναφορές και μοτίβα, ικανοποιώντας τον Στόκλετ που είχε αδυναμία στην τέχνη της Ανατολής.
Τα υλικά που χρησιμοποίησε είναι μάρμαρο, ενθέματα χρυσού, σμάλτου και ημιπολύτιμοι λίθοι.

Η κατασκευή του μεγάρου ξεκίνησε το 1905 και αποπερατώθηκε το 1911. Ο Κλίμτ δημιούργησε τη ζωφόρο μεταξύ 1905-1909.
Βασισμένος στο μοτίβο της «εκπλήρωσης», θα δημιουργήσει το αριστούργημα που έμεινε συνώνυμο του ονόματός του μετά τον θάνατό τους (και ως τις μέρες μας), το μοναδικό «φιλί».









Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Η γυναικεία παρουσία δεν έλειψε ποτέ από τις μυθολογίες των λαών, αφού από την όποια θέση της συμμετείχε στο παιγνίδι των πραγματικών δυνάμεων, έστω παραμένοντας στην αφάνεια, λειτουργώντας ως αίτιο ή πρόσχημα μιας ανδρικής πράξης. Έτσι, η παρουσία τη γυναίκας στην λογοτεχνία της αρχαιότητας δεν αγνοείται, αλλά προβάλλεται μέσω ορισμένων μορφών, που συνδέονται άμεσα με την σταθεροποίηση των δρσμών ανάμεσα στις δύο χώρες.

Εμείς από εδώ θα περιοριστούμε στις μαρτυρίες της ελληνικής δραματουργίας και της ιστορικής πραγματείας του Ηρόδοτου, με σκοπό να εξετάσουμε την πολιτισμική αξία που αντιπροσωπεύουν τρείς συγκεκριμένες γυναικείες περιπέτειες, με διπλό γεωγραφικό σκηνικό- την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Θα ιδούμε τις περιπέτειες της Ιούς, των Δαναϊδων και της Ελένης.
Η Ιώ εμφανίζεται στον Προμηθέα Δεσμώτη και οι Δαναϊδες στις Ικέτιδες του Αισχύλου, ενώ η Ελένη εμφανίζεται στο ομώνυμο δράμα του Ευρυπίδη.
Ο Ηρόδοτος, μγάλος θαυμαστής του Αιγυπτιακού πολιτισμού, εκθέτει με λεπτομέρειες την αιγυπτιακη εκδοχή της μοιραίας γυναίκας της Σπάρτης, ενώ κάνει σποραδικά, αλλά εύγλωττα, νύξεις στους απογόνους της Ιούς και στη γενιά του Δαναού.

Αν και οι παραπάνω γυναικείες φιγούρες δεν είναι ταυτόσημες, παρουσιάζουν αρκετά κοινά σημεία με την έννοια ότι στη ζωή της καθεμιάς υπάρχουν κοινά στοιχεία:
-όλες έχουν ζήσει και στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο
-το ταξίδι τους (από την Ελλάδα στην Αίγυπτο ή αντίθετα) είναι αποτέλεσμα φυγής και μάλιστα εσπευσμένης
-η φυγή συνδέεται στενά με το ερωτικό πάθος ενός αρσενικού(θεού ή θνητού)
-ο έρωτας σε όλες τις περιπτώσεις εμφανίζεται ως αθέμιτος ή άτιμος, ενώ στερείται αμοιβαιότητας.

Μετά από τα παραπάνω, θα προσπαθήσουμε να επισημάνουμε τους τρόπους μέσω των οποίων ο τραγικός και ο ιστορικός λόγος υπογραμμίζουν τις συγγένειες αίματος και τις πολιτισμικές συγγένειες των δύο λαών, μέσα από τις ιστορίες αυτών των γυναικών.

Αρχίζουμε με την φοβερή περιπλάνηση της Ιούς, χωρίς την οποία δεν θα είχε προκύψει η περιπέτεια των Δαναϊδων(σύμφωνα, φυσικά, με τους μύθους).
Κυνηγημένη από τον έρωτα του Δία, αλλά και από τη ζήλεια της Ήρας, η Αργεία ιέρεια θα μεταμορφωθεί σε αγελάδα, με μεσολάβηση της Ήρας. Μόνο, που αυτό το τέχνασμα δεν απαλλάσσει την Ιώ από το πάθος του Δία, που την πλησιάζει για να ενωθεί μαζί της, παίρνοντας τη μορφή ενός ταύρου.
Η Ήρα, δεν αρκέστηκε να μεταμορφώσει την Ιώ σε αγελάδα∙ φρόντισε να εξαπολύσει εναντίον της και τον οίστρο, το φρικτό έντομο που κυνηγά το θύμα του ανηλεώς, υποχρεώνοντάς την να τρέχει διαρκώς για να αποφύγει τα δεινά του τσιμπήματα.
Η Ιώ τρέχει ως τρελή, διασχίζει χώρες χωρίς την δυνατότητα να σταματήσει, να πάρει ανάσα, να ξεκουραστεί. Ο Αισχύλος, στον Προμηθέα Δεσμώτη, παρουσιάζει πολύ εκφραστικά την αξιοθρήνητη κατάστασή της, ακόμη και την στιγμή που συνδιαλέγεται με τον Προμηθέα.




«Ποιά χώρα; Τι έθνος; Ποιός τάχα είναι αυτός που τον βλέπω σ’ αυτό τον γκρεμνό καρφωτό να τον δέρνουνε τέτοιες φουρτούνες; Σαν τι κρίμα πλερώνεις μ’ αυτή την ποινή, που κακοθανατάς; Πε μου, ω, πε μου, σε ποιά χώρα γης να πλανήθηκα η μαύρη;
Αχ! Αχ! Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος... να το, του Αργού το φάντασμα του γίγαντα∙ βόηθα θεέ! Τον βλέπω, να ο βοσκός με μύρια μάτια πού’ρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης, μ’απ΄’τον κάτω κόσμο βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά στην άμμο του γιαλού την άθλια νησιτικιά.
Και το σουραύλι του βαριά σφυρίζει ένα σκοπό που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει. Αλίμονό μου αλί! Πού πάλι με τραβούν οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί; Σε τι με βρήκες να’φταιξα, του Κρόνου γιέ, σε τί; Και μες σε τέτοιες συμφορές μ’ έζεψες, οϊμέ, κι έτσι με τυραννάς τη μαύρη με άγριας τρέλας σκιάξιμο έξω νού;
Φωτιά ρίξε και κάψε με, ή χώσε με στη γης, δώσε με στα θεριά του πέλαου να με φάν, μα μη αποστρέψεις θε μου, τις ευχές μου∙ με σώνει όσοι με γύμνασαν μακροπαραδαρμοί, και να μην ξέρω πού  τέλος θα βρουν οι συμφορές μου.
Ακούεις της βοϊδοκέρατης παρθένας τη φωνή;» (Απόδοση Γρυπάρη, στ. 566-589)


Η περιπλανώμενη ιέρεια θα απαλλαγεί από το μαρτύριο και θα καταφέρει να γεννήσει τον θεϊκό γιό της Έπαφο, όταν φτάσει στην χώρα των Αιγυπτίων. Η νέα πατρίδα θα της προσφέρει την ειρήνη και την ανάπαυση, ενώ ο Έπαφος θα ενωθεί με την Αιγυπτία Μέμφιδα και θα γεννήσουν την Λιβύη και τον Βήλο. Ο Βήλος θα γεννήσει με τη σειρά του τον Δαναό και τον Αίγυπτο.
Οι Δαναϊδες και οι Αιγυπτιάδες, η ιστορία των οποίων αποτελεί το έναυσμα των Ικέτιδων, είναι αντίστοιχα οι κόρες και οι γιοί των δύο αδελφών, δισέγγονων της Ιούς.

Όταν η Ιώ συναντά τον τιμωρημένο Προμηθέα στην αισχύλια τραγωδία, του ζητά να της αποκαλύψει το πεπρωμένο της κι εκείνος της απαντά ότι ο δρόμος της θα τερματιστεί στην Αίγυπτο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο τιτάνας της δίνει γενικές, γεωγραφικές πληροφορίες για την χώρα του Νείλου, αλλά δεν λέει λέξη για τον αιγυπτιακό λαό. Είναι χρήσιμο να κρατήσουμε αυτό το γεωγραφικό στοιχείο, όχι επειδή είναι κατατοπιστικό και πρακτικό, αλλά επειδή φανερώνει τον σεβασμό του Αισχύλου για την Αίγυπτο, την σχεδόν ευλάβειά του για το ιερό της ποτάμι της αφθονίας, τον Νείλο που τη διασχίζει.
Βάζει, λοιπόν, στο στόμα του Προμηθέα «ένα σημείο όπου πάνω απ’ τα βουνά της Βύβλου, χύνει ο Νείλος τα ιερά και σωτήρια νερά του», δηλαδή, η Ιώ θα απαλλαγεί από τα βάσανά της σε μια πόλη χτισμένη στην όχθη αυτού του ευεργετικού ποταμού.
Και ο ακριβής τόπος τελικά εντοπίζεται στον ιερό τοπίο της Κανόβου, ενός ιερού τόπου για τους αρχαίους Έλληνες, πράγμα καθόλου τυχαίο ή αυθαίρετο.
Ο Αισχύλος δεν μας δίνει περισσότερες λεπτομέρειες, επειδή η μνεία της χώρας θα γίνει αργότερα, στις Ικέτιδες.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα με την ιστορία των Δαναϊδων!


 



Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΑΛΚΟΝ ΣΚΟΤ
Μέρος Γ΄
Αποστολή Terra Nova
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Στην σημερινή ανάρτηση θα παρακολουθήσουμε την δεύτερη πολύ σπουδαία και δραματική αποστολή του Σκότ, που σημαδεύτηκε  από τον θάνατό του.

Στο Ενημερωτικό Δελτίο για την αποστολή, ο Σκότ δήλωνε ότι κύριος στόχος της ήταν «... να φτάσει στον Νότιο Πόλο και να εξασφαλίσει για την Βρετανική Αυτοκρατορία την τιμή αυτού του επιτεύγματος...», με τον Μάρκχαμ να παρατηρεί ότι ο Σκότ είχε καταληφθεί από την μανία του Πόλου.
Ο Σκότ ξεκίνησε ενθουσιασμένος για να λάβει ένα τηλεγράφημα, ενώ βρισκόταν στην Μελβούρνη τον Οκτώβριο του 1910, από τον Ρόαλντ Άμουνδσεν, τον διάσημο Νορβηγό εξερευνητή, ήδη γνωστόν για την επιτυχημένη του διάσχιση του Βορειοδυτικού Περάσματος, που τον πληροφορούσε για τα σχέδιά του για τον Νότιο Πόλο.
Πριν λάβει το τηλεγράφημα, ο Σκότ είχε την δυνατότητα να καθορίζει την αποστολή, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του, χωρίς περιορισμούς. Όσο για τις μεταφορές, είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει μια μικτή στρατηγική, με τη χρησιμοποίηση και σκυλιών και αλόγων, αλλά και μηχανοκίνητων και χειροκίνητων ελκήθρων.
Δεν είχε ιδέα για τις όποιες δυνατότητες των αλόγων, αλλά η φαινομενικά επιτυχημένη χρήση τους από τον Σάκλετον (σε προηγούμενη δική του αποστολή) τον έπεισαν και τα συμπεριέλαβε. Ο ειδικός στους σκύλους Σεσίλ Μίαρς είχε πάει στη Σιβηρία για να επιλέξει τα πλέον κατάλληλα ζώα και ο Σκότ του είχε πει να αγοράσει και Μαντσουριανά πόνι. Ωστόσο, ο Μίαρς δεν γνώριζε τίποτε για την αγορά αλόγων και όσα αγόρασε έμελε να αποδειχθούν κακή αγορά. Ο ίδιος ο Σκότ ταξίδεψε στην Γαλλία και στην Νορβηγία για να αγοράσει μηχανοκίνητα έλκηθρα, ενώ προσέλαβε και τον Μπέρναρντ Ντέη, που ήταν μέλος στην αποστολή του Σάκλετον και ειδικός στο θέμα των ελκήθρων.

Μια σειρά από ατυχίες δυσχέραιναν τις εργασίες και μείωσαν τις δυνατότητες της αποστολής για σωστότερη προετοιμασία ως προς την πολική πορεία τους.
-Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από τη Νέα Ζηλανδία για την Ανταρκτική, το πλοίο  Terra Nova παγιδεύτηκε για 20 ολόκληρες μέρες στον πάγο, ένα πολύ μεγάλο διάστημα, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος προετοιμασίας πριν την έλευση του ανταρκτικού χειμώνα.
-Ένα από τα μηχανοκίνητα έλκηθρα χάθηκε κατά την εκφόρτωσή του από το πλοίο, εφ’ όσον ο θαλάσσιος πάγος υποχώρησε από το βάρος του και το έστειλε στον πάτο.
-Η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών και τα ακατάλληλα πόνι επηρέασαν τον αρχικό εφοδιασμό και, αναγκαστικά, το βασικό απόθεμα, στο οποίο θα γινόταν ο ανεφοδιασμός της αποστολής (one ton depot) όπου είχε αποθηκευθεί ένας τόνος προμηθειών, βρισκόταν 35 μίλια βορειότερα από την προγραμματισμένη θέση του. Ο Λώρενς Όατς, υπεύθυνος των πόνι, συμβούλευσε τον Σκότ να σκοτώσουν μερικά πόνι για τροφή, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
«Κύριε, φοβάμαι ότι θα μετανοιώσετε που δεν ακολουθήσατε τη συμβουλή μου», ήταν η καταγεγραμένη προφητική απάντηση του Όατς.
Έξι πόνι έχασαν τη ζωή τους σ΄αυτό το ταξίδι. Με την επιστροφή τους στη βάση, η αποστολή έλαβε γνώση για την παρουσία του Άμουνδσεν που είχε κατασκηνώσει με το πλήρωμα και τα σκυλιά του στον Κόλπο των Φαλαινών, 200 μίλια ανατολικώτερα.

Ο Σκότ δεν τροποποίησε το πρόγραμμά του, γράφοντας «... το σωστό, καθώς και η σοφώτερη διαδρομή, είναι για μας να προχωρήσουμε ακριβώς σαν αυτό να μην είχε συμβεί...» (σαν να μην υπήρχε αντίπαλος).
Αναγνώριζε ότι η εμπειρία των Νορβηγών ήταν μεγαλύτερη, ότι η δική τους βάση ήταν πιο κοντά στον Πόλο, ότι οι Νορβηγοί υπερτερούσαν στην οδήγηση ελκήθρων με σκυλιά, αλλά ο Σκότ θεωρούσε ότι είχε πλεονέκτημα το ταξίδι σε μια γνωστή διαδρομή (είχε βρεθεί εκεί με τον Σάκλετον). Και μετά από μια επιτυχημένη αποστολή στο ακρωτήριο Κρόϊζιερ για εξασφάλιση αυγών αυτοκρατορικών πιγκουϊνων κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σημειώνει «... είμαι βέβαιος ότι είναι τόσο κοντά στην τελειότητα όσο η εμπειρία μπορεί να κατευθυνει...»

Η πορεία 4 ανδρών για τον Νότο ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου 1911 με τον Σκότ να μη δίνει σαφείς οδηγίες στους εναπομείναντες άνδρες για τη χρήση των σκυλιών. Καθώς οι διαδοχικές ομάδες υποστήριξης ολοκλήρωναν την αποστολή τους και επέστρεφαν στη βάση, η ομάδα του Νότου μειωνόταν σταθερά.




(Η πράσινη γραμμή δείχνει την πορεία της ομάδας του Σκότ και η κόκκινη του Άμουνδσεν)




Στις 4 Ιανουαρίου 1912, οι δύο τελευταίες ομάδες των τεσσάρων είχαν φτάσει στο γεωγραφικό πλάτος 87◦ 34΄S. Ο Σκότ ανακοίνωσε την απόφασή του: πέντε άνδρες θα συνέχιζαν, ενώ τρείς θα επέστρεφαν στη βάση. Η επιλεγμένη ομάδα έφτασε στον Πόλο στις 17 Ιανουαρίου 1912, για να διαπιστώσει ότι ο Άμουνδσεν είχε φτάσει πρώτος, πέντε ολόκληρες εβδομάδες νωρίτερα...
«Το χειρότερο συνέβη... όλα τα όνειρα της ημέρας χάθηκαν... Μεγαλοδύναμε! Απαίσιο μέρος...», γράφει ο Σκότ στο ημερολόγιό του.
Δύο μέρες αργότερα, η αποκαρδιωμένη ομάδα ξεκίνησε να επιστρέψει στη βάση της, διασχίζοντας 800 μίλια. Παρά τις άσχημες καιρικές συνθήκες, η ομάδα προχωρούσε και διένυσε τα πρώτα 300 μίλια μέχρι την 7η Φεβρουαρίου. Στη  συνέχεια έπρεπε να κατεβούν τον παγετώνα Μπίαρντμορ, αλλά η φυσική κατάσταση του Έβανς ήταν άσχημη (μια πτώση του τρείς μέρες νωρίτερα τον είχε αφήσει σχεδόν ανίκανο να συνεχίσει) και δέκα μέρες αργότερα, την 17η Φεβρουαρίου, μια νέα πτώση στάθηκε μοιραία. Ο Έβανς άφησε την τελευταία του πνοή στους πρόποδες του παγετώνα.
Στα μισά της διαδρομής, οι προοπτικές επιβίωσης της ομάδας δεν ήταν καλές. Αντιμετώπιζαν πείνα και εξάντληση, κρυοπαγήματα και φωτοκερατίτιδα λόγω των επιδεινούμενων καιρικών συνθηκών. Την 16η Μαρτίου, ο Όατς, υποφέροντας από ένα παλιό πολεμικό τραύμα, που δεν του επέτρεπε πλέον να περπατήσει, βγήκε από τη σκηνή λέγοντας «απλώς πηγαίνω έξω και μπορεί να λείψω λίγο», βαδίζοντας εν γνώσει του προς τον βέβαιο θάνατό του.
Οι εναπομείναντες συνέχισαν την πορεία τους και μετά από τρείς μέρες κατασκήνωσαν 11 μίλια μακριά από το one ton depot. Όταν ξύπνησαν, μια σφοδρότατη χιονοθύελλα τους εμπόδισε να κινηθούν. Τις επόμενες εννέα φρικτές μέρες τα αποθέματα της τροφής τους εξαντλήθηκαν, τα δάχτυλά τους πάγωσαν, το φως ήταν ελάχιστο και η θύελλα συνέχιζε να μαίνεται έξω από τη σκηνή τους, αδιαφορώντας για το δράμα των τριών ανδρών.
Απελπισμένος ο Σκότ, γράφει στο ημερολόγιο: «Τελευταία καταχώρηση. Για τ’ όνομα του Θεού, φροντίστε τους ανθρώπους μας...», έχοντας αφήσει γράμματα για τη μητέρα του Γουίλσον, τη μητέρα του Μπόουερς, για αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους, για τη μητέρα και τη σύζυγό του, και ένα «Μήνυμα προς το Κοινό», υπερασπιζόμενος την αποστολή.

«... αν είχαμε ζήσει, θα είχα να διηγηθώ μια ιστορία για την τόλμη, την αντοχή και το θάρρος των συντρόφων μου που θα συγκινούσε την καρδιά κάθε Άγγλου...»

Ο Σκότ πέθανε στις 29 ή στις 30 Μαρτίου 1912. Οι θέσεις των πτωμάτων στην σκηνή, όταν ανακαλύφθηκαν οκτώ μήνες αργότερα από την υπόλοιπη αποστολή, υποδεικνύουν ότι ο Σκότ πέθανε τελευταίος.
Το ημερολόγιό του ήρθε στο φως εκατό χρόνια αργότερα(2012).