The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΑΛΚΟΝ ΣΚΟΤ(1868-1912)
Ο μεγάλος εξερευνητής
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Μέρος Α΄




Πολλές φορές στο παρελθόν, μέσα από διαβάσματα ή ταινίες, θαύμασα το έργο και τη θέληση αυτού του ανθρώπου να ανακαλύπτει το νέο, αδιαφορώντας για τον όποιο κίνδυνο ελόχευε. Αυτός είναι και ο λόγος που θα ξεδιπλώσω σε μερικές συνέχειες τον ίδιο και το εξερευνητικό έργο του και θα σας αφήσω να αποφασίσετε εσείς κατά πόσο ήταν ικανός ή όχι- ένα θέμα που προέκυψε από τα τέλη της δεκαετίας και μετά, σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του στον αφιλόξενο Νότιο Πόλο.

Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκότ ήταν ο πρωτότοκος γιός, τρίτος στη σειρά από τα συνολικά έξι παιδιά του Τζόν έντουαρντ Σκότ και της Χάνα Κάμινγκ, που ζούσαν στο Στόουκ Ντάμερελ, κοντά στο Ντέβενπορτ του Ντέβον.
Ο Τζών Έντουαρντ ήταν ζυθοποιός και συνάμα δικαστής, ωστόσο υπήρχε ναυτική και στρατιωτική παράδοση στην οικογένεια, εφ’ όσον ο παππούς του Ρόμπερτ, από την πλευρά του πατέρα του και τέσσερις θείοι του είχαν υπηρετήσει ή στο στρατό ή στο ναυτικό. Το ζυθοποιείο, δημιούργημα του παππού, βρισκόταν στο Πλίμουθ και ο πατέρας του Ρόμπερτ το πούλησε για να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή στην οικογένειά του.
Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, τόσο ο Ρόμπερτ, όσο και ο αδελφός του Άρτσιμπαλντ προορίζονταν για καρριέρα στις ένοπλες δυνάμεις. Έτσι, ο Ρόμπερτ πήγε σε ένα τοπικό σχολείο για τέσσερα χρόνια και μετά γράφηκε στο Stubbington House School στο Χάμσαϊρ, ένα προπαρασκευαστικό σχολείο για να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στη ναυτική εκπαίδευση στο πλοίο HMS BRITANNIA στο Ντάρτμάουθ. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει την ναυτική του σταδιοδρομία σε ηλικία 13 ετών(1881) από τη θέση του Δοκίμου.
Δύο χρόνια αργότερα η εκπαίδευση στο πλοίο τελείωσε και ο Δόκιμος Αξιωματικός Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1883) άρχισε να εργάζεται στο πλοίο HMS BOADICEA, την ναυαρχίδα της μοίρας Κέηπ, το οποίο έφευγε για την Αφρική.
Ο Ρόμπερτ εργάστηκε κατόπιν σε μια σειρά πλοίων. Σε κάποιο από τα ταξίδια του στις Ανατολικές Ινδίες, στα νησιά Κίτς, γνώρισε τον Κλέμενς Μάρκχαμ, ο οποίος ήταν τότε γραμματέας της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας, και που επηρέασε βαθιά τον Ρόμπερτ για την τροπή της καρριέρας του. Ο Μάρκχαμ εντυπωσιάστηκε από την ικανότητα, τον ενθουσιασμό και την ευστροφία του Ρόμπερτ και τού μίλησε για τα εξερευνητικά ταξίδια στους Πόλους.
Ωστόσο, ο Ρόμπερτ συνέχισε την εκπαίδευσή του, έγινε Σημαιοφόρος το 1888 και την επόμενη χρονιά Ανθυποπλοίαρχος. Το 1891 έκανε αίτηση και κατατάχθηκε στο πλοίο HMS VERNON, όπου για δύο χρόνια έκανε σεμινάρια πάνω στις τορπίλες.
Ο Ρόμπερτ ανέβαινε στην ιεραρχία κανονικά, αλλά ο ιστορικός Ρόλαντ Χάντφορντ αναφέρει ότι το όνομα του Σκότ είναι εξαφανισμένο από τα ναυτικά αρχεία από τα μέσα Αυγούστου 1889 μέχρι το τέλος Μαρτίου 1890, υπαινισσόμενος την ερωτική σχέση του με μια παντρεμένη Αμερικανίδα(σκάνδαλο για την εποχή) και ότι οι αξιωματικοί του ναυτικού θέλησαν να την «θάψουν». Ο ίδιος ο βιογράφος του Ρόμπερτ, ο Ντέϊβιντ Κρέην, παραδέχεται το κενό, αλλά το μειώνει σε μόνο 11 εβδομάδες, χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει τα αίτια, αλλά απορρίπτει την υπόθεση της κάλυψης από τους λοιπούς αξιωματικούς με το σκεπτικό ότι ο Σκοτ κάθε άλλο παρά σημαντικός ήταν εκείνον τον καιρό ενώ συγχρόνως δεν είχε ιδιαίτερες διασυνδέσεις με τους υψηλά ισταμένους. 
Ήταν το 1894 που ο Ρόμπερτ έμαθε ότι η οικογένειά του είχε χρεοκοπήσει, υποχρεώνοντας τον πατέρα του να εργασθεί ως διευθυντής σε κάποιο ζυθοποιείο στο Σέπτον Μάλετ, στο Σόμερσετ. Ο Τζων Έντουαρντ Σκοτ πέθανε τρία χρόνια αργότερα( στα 66 του χρόνια) από καρδιακό νόσημα και ο Ρόμπερτ με τον Άρτσιμπαλντ ανέλαβαν τη συντήρηση της μητέρας και των αδελφών τους.
Ο Άρτσιμπαλντ, όμως, που είχε αφήσει τον στρατό για μια καλοπληρωμένη δουλειά στις αποικίες, πέθανε το φθινόπωρο του 1898 από τυφοειδή πυρετό, αφήνοντας μόνο προστάτη της οικογένειας τον Ρόμπερτ, ο οποίος προσπαθούσε να βρει τρόπο να αυξήσει το εισόδημά του, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.Την επόμενη χρονιά είχε μια τυχαία συνάντηση με τον Κλέμενς Μάρκχαμ –τότε Πρόεδρο της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας- και έμαθε από εκείνον για την επικείμενη αποστολή στην Ανταρκτική, με το  DISCOVERY που θα γινόταν υπό την αιγίδα της Εταιρίας.
Ο Ρόμπερτ θεώρησε ότι η συμμετοχή του σ’ εκείνη την αποστολή θα συνέβαλε τα μέγιστα στην ναυτική του καριέρα και αποφάσισε να επισκεφθεί τον Μάρκχαμ στο σπίτι του και να του ζητήσει να ηγηθεί της αποστολής.

Για εκείνη την πρώτη αποστολή (1901-1904) θα μιλήσουμε την επόμενη εβδομάδα. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά!

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

ΣΩΚΡΑΤΗΣ (469-399 π.Χ.)
Ανήρ πάντων σοφώτερος
Της Dimitra Papanastasopoulou






Ένα μικρό, επετειακό αφιέρωμα στον μεγάλο φιλόσοφο της  πόλης των Αθηνών, τον Σωκράτη, μια σημαίνουσα φυσιογνωμία του παγκοσμίου πνεύματος, που λέγεται ότι γεννήθηκε  στις  4 τρέχοντος μηνός το 470 ή το 469 π.Χ.  είναι το θέμα μας.

Τον έφεραν στον κόσμο ο Σωφρόνιος, που είχε μαρμαροτριβείο, και η Φαιναρέτη.
Το Μαντείο των Δελφών έδωσε τον εξής χρησμό, όταν ρωτήθηκε ποιός ήταν ο σοφώτερος άνθρωπος της αρχαιότητας: Σοφός Σοφοκλής, σοφώτερος Ευριπίδης, ανδρών απάντων Σωκράτης σοφώτερος. Μια διάκριση, που μεγαλύτερη δεν έγινε ποτέ σε άλλον άνδρα.
Αν εξαιρέσουμε τις περιόδους που κληθηκε να πολεμήσει για την αγαπημένη του πόλη, ο Σωκράτης δεν άφησε ποτέ την Αθήνα, δεν ταξίδεψε ποτέ.
Στην ουσία, δεν ασκούσε κανένα βιοποριστικό επάγγελμα, αν και στην αρχή φέρεται, σύμφωνα με τον Πορφύριο, να ασχολήθηκε με την γλυπτική, την οποία γρήγορα εγκατέλειψε «χάριν παιδείας», όπως γράφει ο Λουκιανός.

Ήταν μόλις 17 ετών όταν γνώρισε τον φιλόσοφο Αρχέλαο, ο οποίος του μετέδωσε το πάθος για την φιλοσοφία και τον έπεισε να ασχοληθεί μ’ αυτή. Ο Σωκράτης το έκανε πράξη και, μέσα από τα γραπτά του Πλάτωνα( Απολογία), μας φανερώνει ότι θεωρεί την φιλοσοφία ως θεία εντολή. Δήλωνε επίσης ότι μια εσωτερική φωνή τον εμπόδιζε να πράττει ό,τι δεν ήταν σωστό- αυτή η φωνή ήταν το «δαιμόνιο».
Περιδιάβαινε στην Αγορά και τους άλλους δημόσιους χώρους, συζητώντας και φιλοσοφώντας, πάντοτε συνοδεία πολλών πιστών οπαδών του, υποφέροντας, σύμφωνα με πολλούς, από τη σκληρότητα της γυναίκας του, της ξακουστής Ξανθίππης και, ίσως, μετανοιώνοντας που αποφάσισε σε μεγάλη ηλικία να νυμφευθεί.

Η βασική μέθοδός του ήταν η μαιευτική, σε συνδυασμό με την ειρωνία. Ονομάστηκε έτσι γιατί, όπως η μαία φέρνει στον κόσμο το παιδί, έτσι και όποιος παίρνει τον ρόλο της συνείδησης, εξάγει από τον συνομιλητή του την αλήθεια.
Ο Σωκράτης προσποιούνταν ότι είχε πλήρη άγνοια για το θέμα της συζήτησης και με ερωτήσεις και απαντήσεις δημιουργούσε ένα πνεύμα διαλόγου. Ο συνομιλητής του, απαντώντας στις ερωτήσεις, έφθανε σε ένα συμπέρασμα από μόνος του.
Χρησιμοποιούσε, όμως, και την διαλεκτική. Τότε, άφηνε τον συνομιλητή του να εκφράσει την άποψή του, θεωρώντας αρχικά ότι ήταν ολοκληρωμένη. Στη συνέχεια, με ερωτήσεις και απαντήσεις, έδειχνε με απλοϊκά παραδείγματα τις ακραίες συνέπειες αυτής της θεωρίας, αποδεικνύοντας την σαθρότητα των επιχειρημάτων. Ο συνομιλητής ανακάλυπτε στο τέλος νέα συμπεράσματα και νέες προσεγγίσεις για το υπό εξέταση θέμα.

Δεν έγραψε ούτε μια λέξη. Την διδασκαλία του μας τη μετέφερε ο Πλάτων.
Ανάμεσα στα πολλά γνωμικά και αποφθέγματά του, διαλέγω ένα:

«Η παιδεία, όπως η εύφορη γη, φέρνει όλα τα αγαθά».


Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ο ΛΟΚΙ ΣΕ ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ
(ξανά)
Της Dimitra Papanastasopoulou






Νορβηγικής μυθολογίας συνέχεια, με τον θεό Λόκι να βρίσκεται για άλλη μια φορά, έρμαιος των πράξεών του. Πάντως, ως εκ θαύματος, φαίνεται πάντα να βρίσκει μια λύση και να γλυτώνει από την οργή των άλλων θεών.

Τρείς από τους θεούς, ο Όντιν, ο Λόκι και ο Άεγκιρ, αποφασίζουν να γυρίσουν όλο τον κόσμο περπατώντας. Κάποια στιγμή βρέθηκαν πάνω σε τόσο αφιλόξενα βουνά, άγρια κι απότομα, όπου δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, ούτε κ’αν άγρια θηρία. Όλοι τους πεινούσαν, αλλά ο Όντιν εξακολουθούσε να βαδίζει με δύναμη, αντίθετα με τους άλλους δύο που έκαναν μεγάλη προσπάθεια να μείνουν όρθιοι.
Και, να, ξεπροβάλλει μπροστά τους, ξαφνικά, ένα κοπάδι από άγριους ταύρους. Ο Όντιν χωρις να χάσει χρόνο πέταξε το ακόντιό του και σκότωσε έναν ταύρο. Ο Λόκι με τον Άεγκιρ τον έγδαραν και άναψαν μια φωτιά για να τον ψήσουν.
Η ώρα περνούσε, η φωτιά κρατιόταν αναμμένη, αλλά το κρέας εξακολουθούσε να μένει ωμό. Οι θεοί δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε, ώσπου ακούστηκε ένα σαρδόνιο γέλιο από ψηλά. Ένας τεράστιος αητός, κατάμαυρος ήταν αυτός που τους κορόϊδευε. Ο Όντιν ρώτησε αν ήταν αυτός η αιτία που δεν μπορούσαν να ψήσουν το κρέας κι εκείνος το βεβαίωσε αυτάρεσκα.
«Δεν θα τα καταφέρετε ποτέ, αν δεν μου υποσχεθείτε ότι θα τον μοιραστείτε μαζί μου».
Ο Όντιν συμφώνησε να πάρει το ένα τέταρτο και το κρέας ψήθηκε όπως έπρεπε. Το μοίρασαν στα τέσσερα, αλλά ο αητός τσιμπούσε και από τα τέσσερα κομμάτια, διαλέγοντας τους εκλεκτότερους μεζέδες.
Ο Λόκι εκνευρίστηκε, πήρε ένα χοντρό κλαδί και όρμησε να χτυπήσει τον αητό, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο αητός βούτηξε, έπιασε με τα νύχια του το κλαδί κι αυτό κόλλησε στα χέρια του Λόκι, ενώ συγχρόνως πάγωσε. Όσο και να προσπάθησε να ξεφύγει, δεν τα κατάφερε, ενώ ο αητός πέταξε ψηλά, παίρνοντας και τον Λόκι μαζί του. Πετούσε χαμηλά κι έκανε τον Λόκι να γεμ΄ζει με φόβο μην πέσει πάνω σε κάποιο βράχο.
Ο θεός της φωτιάς εκλιπάρησε τον αητό να τον αφήσει, γιατί καταλάβαινε ότι τα χέρια του δεν θα άντεχαν πολύ, θα κοβόντουσαν. Ο αητός του είπε ότι θα σταματούσε με τον όρο να οκριζόταν ο Λόκι ότι θα πραγματοποιούσε μια του επιθυμία. Κι εκείνος το έκανε, ορκίστηκε.
Ο αητός κράτησε το λόγο του, άφησε τον Λόκι στη γη και του είπε τι ήθελε να κάνει: να κλέψει τη θεά Ίντουν και τα μήλα της, που έδιναν αιώνια νεότητα στους θεούς. Έπρεπε να την φέρει την ίδια μέρα, μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος...
Ο Λόκι τον ρώτησε ποιός ήταν και ο αητός είπε ότ ήταν ο γίγαντας Θιάτσι, ο κυρίαρχος των χειμερινών καταιγίδων. Ο Λόκι δεν είχε καμία αμφιβολία, σκεπτόμενος το παγωμένο κλαδί στα χέρια του (που άντεχαν τη φωτιά, αλλά όχι τον πάγο) και το ότι δεν μπορούσαν να ψήσουν τον ταύρο.
Ο Θιάτσι συνέχισε με στόμφο: «Έχουμε καταλάβει ότι δεν μπορούμε να σας νικήσουμε σε ανοιχτή μάχη, γι’ αυτό θέλω τα μήλα. Χωρίς αυτά θα γεράσετε και θα πεθάνετε κι εμείς θα γίνουμε κύριοι ολόκληρου του κόσμου!»

Ο Λόκι έφυγε δύσθυμος, έχοντας ορκιστεί να κλέψει την όμορφη θεά και αναλογιζόμενος την τιμωρία που θα του επέβαλαν οι θεοί για τούτη την πράξη του.
Βρήκε την Ίντουν, η οποία τον ρώτησε πόσα μήλα ήθελε. Το πονηρό μυαλό του Λόκι βρήκε τον τρόπο να την παγιδέψει και να τον ακολουθήσει. Της είπε ότι είχε βρει πολύ μακριά μια μηλιά που έκανε ωραιότερα μήλα. Εκείνη δεν τον πίστεψε και ο Λόκι προθυμοποιήθηκε να την συνοδέψει μέχρι εκεί, να τα δει μόνη της, παίρνοντας και τα δικά της, για να κάνει ευκολότερα την σύγκριση.
Έτσι, πήγαν στο δάσος, όπου περίμενε ο Θιάτσι. Ο γίγαντας πήρε αμέσως  την θεά και τα μήλα και την οδήγησε πολύ μακριά, στον απώτατο και παγωμένο βορρά, όπου βρισκόταν ο πύργος του.

Όταν ο Όντιν με τον Άεγκιρ βρήκαν τον Λόκι, εκείνος είπε πάλι ψέμματα, ότι ο αητός τον είχε παρατήσει πολύ μακριά και μόλις είχε καταφέρει να επιστρέψει.
Η απάτη του ξεσκεπάστηκε όταν έφτασαν στην Άσγκαρντ, αφού και ο άγρυπνος Χέϊμνταλ τους είχε δει να φεύγουν. Ο σύζυγος της Ίντουν, ο Μπράγκι, ήθελε να σκοτώσει τον Λόκι από την οργή που τον κατέκλυζε, αλλά ο σοφός Όντιν τον συγκράτησε και είπε στον Λόκι να πάει και να φέρει πίσω τη θεά και τα μήλα της αθανασίας.
Με κατεβασμένο το κεφάλι, αλλά αρκετά ανακουφισμένος, ο Λόκι έφυγε, αφού πρώτα φόρεσε την φορεσιά του γερακιού που κρατούσε η θεά Φρέγια. Όταν έφτασε στον παγωμένο τόπο, είδε τον Θιάτσι με την κόρη του Σκάντι να ψαρεύουν σε ένα σημείο που δεν μπορούσαν να τον δουν. Ταχύτατα, μπήκε από ένα παράθυρο στον πύργο και βρήκε την Ίντουν να κλαίει, έχοντας το καλάθι με τα μήλα στα πόδια της. Το γεράκι της αποκάλυψε ποιός ήταν και ποιές ήταν οι προθέσεις του. Ήταν, όμως, αδύνατο να πάρει την Ίντουν στα νύχια του, επειδή δεν θα μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και να ξεφύγει από τον Θιάτσι.
Η Ίντουν μεταμορφώθηκε σε ένα καρύδι, ο Λόκι το έβαλε στο καλάθι με τα μήλα και πέταξε μακριά. Ο Θιάτσι τον είδε, μεταμορφώθηκε πάλι σε μαύρο αητό και τον κυνήγησε.
Κόντευαν να φτάσουν στην Άσγκαρντ, όταν οι θεοί τον είδαν. Ο Όντιν έδωσε πάλι τη λύση, φοβούμενος ότι ο αητός θα έπιανε τον Λόκι-γεράκι. Έδωσε διαταγή να ανάψουν τεράστιες φωτιές στα τείχη. Τον υπάκουσαν, αν και δεν καταλάβαιναν τη σκέψη του.
Ο Λόκι είδε τη φωτιά κι έβαλε όλη του τη δύναμη να πετάξει γρηγορώτερα. Έφτασε τις φωτιές και πέρασε από μέσα τους, ενώ ο Θιάτσι καιγόταν έως θανάτου.
Η Ίντουν πήρε πάλι τη μορφή της και ζήτησε από τους θεούς και τον Μπράγκι να συγχωρήσουν τον Λόκι, που ναι, μεν την απήγαγε, αλλά την έσωσε.
 Ο Όντιν, μεγαλόθυμα, έδωσε τη συγχώρηση, αφού ο Λόκι είχε καταφέρει, όχι μόνο να φέρει πίσω την Ίντουν και τα πολύτιμα μήλα, αλλά έγινε αίτιος να γλυτώσουν από τον γίγαντα Θιάτσι.
Ο Λόκι, για άλλη μια φορά, είχε γλυτώσει, όμως μυαλό δεν έβαλε ποτέ!
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ
Ο Μαύρος Καβαλάρης των Βαλκανικών Πολέμων
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Ο Νικόλαος Πλαστήρας (1883-1953) υπήρξε στρατιωτικός και πολιτικός, γνωστότατος από τη δράση του στους Βαλκανικούς πολέμους , ενεπλάκη σε αρκετά πολιτικά κινήματα και έγινε πρωθυπουργός τρεις φορές: μία το 1945,και δύο στα  1951-1952.
Εδώ θα αναφερθούμε στα παιδικά του χρόνια και στα χρόνια που μεγαλούργησε ως στρατιωτικός, αφήνοντας την υπόλοιπη μακριά,πολιτική πορεία του για μια άλλη φορά, για ένα άλλο αφιέρωμα. 
Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε στο Βούνεσι (σήμερα Μορφοβούνι) Καρδίτσας από πατέρα ράφτη και μητέρα υφάντρα. Η οικογένεια αναγκάστηκε να καταφύγει στην ορεινή Πεζούλα της Νευρόπολης Αγράφων στον πόλεμο του 1897 και επέστρεψαν μετά το τέλος του.
Ο μικρός Νικόλαος πηγαίνει στο Δημοτικό και μετά στο Ελληνικό (σχολαρχείο) της Καρδίτσας. Μπλέκεται, όμως, σε έναν καυγά με έναν Τούρκο και φυγαδεύεται για να γλυτώσει τη σύλληψη μέσω Βόλου στον Πειραιά. Εκεί θα φοιτήσει στην Βαρβάκειο Σχολή και θα επιστρέψει στην Καρδίτσα να τελειώσει το Γυμνάσιο, αφού οι Τούρκοι έχουν φύγει.
Το 1903 κατατάχθηκε στον στρατό εθελοντικά και υπηρέτησε στα Τρίκαλα, όπου έγινε επιλοχίας.
Το 1907 μπήκε στα εδάφη της σκλαβωμένης Μακεδονίας για να πολεμήσει στον Μακεδονικό αγώνα. Συγκρότησε μια ομάδα εθελοντών και συνεργάστηκε με τον Καπετάν Αγραφιώτη και τον Χαράλμπο Παπαγάκη σε επιχειρήσεις γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών.
Το 1908 επέστρεψε στην μονάδα του και την ίδια χρονιά έδωσε εξετάσεις για την Σχολή Υπαξιωματικών Κέρκυρας. Λέγεται ότι επειδή είχε ηλικιακό πρόβλημα, προσέφυγε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και πέτυχε διόρθωση της ημερομηνίας γέννησής του(4 Νοεμβρίου 1883). Μπήκε στη Σχολή το 1910 και αποφοίτησε το 1912 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού.
Συμμετείχε στον «Σύνδεσμο Υπαξιωματικών» (με σκοπό την εξυγίανση του Στρατού), που ήταν παράλληλος με τον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» των αξιωματικών (Κίνημα στου Γουδή 1909).
Και έρχονται οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ο Νικόλαος υπηρετεί ως υπασπιστής τάγματος στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού με έδρα τη Λάρισα, που ανήκει στη στρατιά της Θεσσαλίας, η στρατιά που πολέμησε από τις πρώτες. Ο υπασπιστής διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λάχανά. Είναι σ’ εκείνη την τελευταία, του Λαχανά, που τού δόθηκε το όνομα Μαύρος Καβαλάρης. Ήταν πολύ μελαχροινός και δεν τον έβλεπε κανείς, παρά μόνο καβάλα στο άλογό του.
Η άνοδος είχε αρχίσει.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία διακρίνεται και πάλι, γίνεται φόβητρο για τους Τούρκους και αποκτά ένα ακόμη όνομα, αυτή τη φορά από τον έκθαμβο εχθρό, που βλέπει αυτόν τον άνδρα να σημειώνει νίκες με πολύ μικρές ανθρώπινες απώλειες: Καρα-πιπέρ, δηλαδή Μαύρο Πιπέρι και το σύνταγμά του Σεϊτάν- Ασκέρ, δηλαδή διαβολικός στρατός.
Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας φυλά μόνος σκοπιά τα βράδυα για να ξεκουράζονται οι άνδρες του, κοιμάται πάνω στο άλογό του τα πρωινά και θεωρεί τον εαυτό του στρατιώτη και στον Σαγγάριο γράφει σελίδες δόξας.
Στην κατάρρευση του Μετώπου, εκείνος οδήγησε τη μονάδα του συντεταγμένα στον Τσεσμέ και από εκεί στη Χίο, σώζωντας ταυτόχρονα χιλιάδες πρόσφυγες που τον ακολουθούσαν, καθυστερώντας την επέλαση των τουρκικών στρατευμάτων.


Ακόμη κι όταν έγινε πρωθυπουργός παρέμεινε ένας απλός, λιτοδίαιτος στρατιώτης που έμενε σ’ ένα μικρό νοκιασμένο σπίτι στο Μέτς, απαγορεύοντας στους συγγενείς του να χρησιμοποιούν το επίθετό του. Έμεινε παροιμιώδης η ιστορία του άνεργου αδελφού του, ο οποίος έκανε  αίτηση να εργαστεί στο εργοστάσιο του ΦΙΞ. Ο πρωθυπουργός του είπε «αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου».
Και όταν ο Δημήτρης Λαμπράκης του χάρισε ένα χρυσό στυλό το έστειλε πίσω, λέγοντας «δεν θέλω δώρα, γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα».
Στα 1952, ήδη άρρωστος από φυματίωση και πρωθυπουργός, εξακολουθεί να κοιμάται σ’ ένα στρατιωτικό ράντζο. Στο ταλαιπωρημένο κορμί του, ο γιατρός μετρά 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα. Πριν πεθάνει, άφησε μια προφορική διαθήκη στην ψυχοκόρη του- μια ορφανή προσφυγοπούλα: «Όλα για την Ελλάδα!»

Ίσως η ψυχή του να θρηνεί για τη σημερινή κατάντια μας, ίσως να θέλει ν’ ανέβει πάλι στο άτι του και να κατέβει να πολεμήσει, να τα δώσει όλα, άλλη μια φορά για την Ελλάδα μας, που μπερδεμένη όσο ποτέ άλλοτε, ψάχνει να βρει έναν ηγέτη σαν εκείνον, όσο κι αν υπάρχει μια μερίδα που τον κατακρίνει για κάμποσες πολιτικές ενέργειές του.
Κανείς δεν είναι αλάθητος, κι εκείνος παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας στρατιώτης που δεν γνώριζε τις πολιτικές «μανούβρες», τις απόλυτα διαφορετικές από τις στρατιωτικές τακτικές του.
‘Ενας άνθρωπος που βρέθηκε στο ύπατο αξίωμα και δεν καταδέχτηκε να πάρει κανένα δώρο από κανέναν, που πέθανε το ίδιο φτωχός, όσο και ένας φτωχός, απλός Έλληνας πολίτης του καιρού του, έ, νομίζω ότι κάτι άξιζε.