The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Ο ΦΕΝΡΙΡ, Η ΧΕΛ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΟΡΜΟΥΝΓΚΑΝΤ
Της Dimitra Papanastasopoulou


 
































Πολλά χρόνια πριν οι θεοί ξεκινήσουν να πολεμούν με τους γίγαντες, ο θεός της φωτιάς, ο Λόκι, ταξίδευε πολύ. Κάποια στιγμή θέλησε να σταματήσει στο Γιότουνχέϊμ, στη χώρα των γιγάντων, και τότε γνώρισε την γιγάντισσα Ανγκρόμποντα.
Το ιδιόρρυθμο ζευγάρι έζησε μαζί τρία χρόνια και απέκτησε τρία, επίσης ιδιόρρυθμα, παιδιά: μία κόρη που της έδωσαν το όνομα Χελ, ένα φίδι που ονόμασαν Γιόρμουνγκαντ και έναν λύκο, τον Φένριρ.
Ο Λόκι αποφάσισε μια μέρα να αφήσει την οικογένειά του και να γυρίσει στην Άσγκαρντ, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν για ό,τι είχε κάνει. Ο Όντιν, όμως, ως παντογνώστης, τα κατάλαβε όλα και ζήτησε από τις Νόρνες να του πουν τι έμελε να γίνουν τα τρία παιδιά του Λόκι.
Η Ούρντ, η μεγαλύτερη είπε: «Τα νέα που θ’ακούσεις είναι άσχημα, θα χάσεις την ησυχία σου για πολύ καιρό. Καλύτερα να μη μάθεις τίποτε».
Ο Όντιν δε φάνηκε να πείθεται και πήρε το λόγο η Βερντάντι.
«Τα παιδιά αυτά θα προξενήσουν μεγάλες συμφορές και δυστυχία στους θεούς. Τα δύο απ’ αυτά θα σκοτώσουν εσένα και τον μεγαλύτερο γιό σου, ενώ το τρίτο θα κυβερνήσει τον κόσμο μετά από σας. Το βασίλειό του θα είναι εκείνο του σκότους και του θανάτου».
Ο Όντιν έμεινε άλαλος και η Τρίτη Νόρνα, η Σκούλντ συμπήρωσε:
«Έτσι ακριβώς θα γίνει. Ο λύκος θα σκοτώσει εσένα, το φίδι τον Θώρ, ενώ μετά θα θανατωθούν κι εκείνοι. Όσο για τη βασιλεία του τρίτου παιδιού, δεν θα κρατήσει για πολύ. Στο τέλος, η ζωή θα νικήσει τον θάνατο και το φως θα επικρατήσει πάνω στο σκοτάδι».




Ο Όντιν άφησε τις Νόρνες βυθισμένος στη θλίψη και γύρισε στη βάση του, όπου κάλεσε όλους τους θεούς και τους είπε όλα, όσα έμαθε από τις Νόρνες. Ο Θώρ έφυγε για την χώρα των γιγάντων με εντολή να φέρει στην ‘Ασγκαρντ τα παιδιά του Λόκι.
Οι θεοί ήταν τρομερά ανήσυχοι, αλλά όταν είδαν τα παιδιά τρόμαξαν.

Η Χέλ, αν και πολύ μικρή, είχε κιόλας ξεπεράσει στο ύψος τη γιγάντισσα μητέρα της, ενώ η διχρωμία του σώματός της ( μπλέ η δεξιά πλευρά, κατακόκκινη η δεξιά), σκορπούσε ανατριχίλα και δέος.
Οι θεοί αποφάσισαν να της δώσουν μια χώρα μακρινή να εξουσιάζει, μια χώρα πολύ βαθιά στη γη, σχεδόν στο κέντρο του πλανήτη, κατοικία των ψυχών των νεκρών, ψυχές που δεν είναι άξιες να ζουν στον παράδεισο της Βαλχάλα.

Το Γιόρμουνγκαντ, το φίδι, αν και μικρό ακόμη, είχε κιόλας μήκος πολλών μέτρων και από το στόμα του έτρεχε θανατηφόρο δηλητήριο. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά πράσινα και το βλέμμα του ήταν γεμάτο κακία.
Οι θεοί το έστειλαν στα βάθη των ωκεανών, εκεί που υπάρχει άφθονος χώρος για να κινείται και τροφή για να τρέφεται.

Ο Φένριρ, ο λύκος, φαινόταν να είναι ο λιγότερο κακός. Είχε το συνηθισμένο ανάστημα ενός λύκου και η συμπεριφορά του ήταν καλοσυνάτη. Οι θεοί παρασύρθηκαν και αποφάσισαν να κρατήσουν τον Φένριρ κοντά τους.

Η Χέλ έφυγε αμέσως για το σκοτεινό της βασίλειο, το οποίο ονόμασε Χέλβετε, δηλαδή, Κόλαση, ένα χώρο κλειστό, σαν μια τεράστια τρύπα. Για να φθάσει κανείς από τον γήινο κόσμο στην Χέλβετε είναι εξαιρετικά δύσκολο, αφού πρέπει να διασχίσει εννέα υπόγεια επίπεδα και μετά από ατέρμονη πορεία θα βρεθεί μπροστά σε μια καυτή ατμόσφαιρα. Όταν καταφέρει να τη διαβεί, τότε εισέρχεται στην Χέλβετε, φύλακας της οποίας είναι το αγριότερο λυκόσκυλο, ο Γκάρμ.

Το Γιόρμουνγκαντ έφυγε κι εκείνο για το βυθό τοων ωκεανών. Εκεί μεγάλωσε  τόσο πολύ, που το σώμα του έζωσε σαν δακτυλίδι όλη τη γη και χρειάστηκε να βάλει το κεφάλι του πάνω στην ουρά του. Όταν το μήκος του οριστικοποιήθηκε, τότε άλλαξε το όνομά του, έγινε ο ουροβόρος όφις, το παγκόσμιο φίδι, δηλαδή ο Μίντγκαρντ.

Ο Φένριρ έμεινε στην Άσγκαρντ ένα χρόνο. Ένα χρόνο που οι θεοί τον έβλεπαν να μεγαλώνει συνεχώς και να μεταμορφώνεται σε ένα αποκρουστικό τέρας, το οποίο φόβιζε τους πάντες και μόνον ο Θώρ τον πλησίαζε.
Οι θεοί σκέφθηκαν να δέσουν τον Φένριρ με μια πολύ χοντρή αλυσίδα, για να μη μπορέσει να φύγει. Ήταν η πιο χοντρή αλυσίδα του κόσμου, τους χρειάστηκε ένας μήνας για να τη φτιάξουν και την ονόμασαν Λέντιγκ.
Για να καταφέρουν να τον δέσουν, προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν, λέγοντάς του ότι ήταν ένας τρόπος να δοκιμάσουν τη δύναμή του και εκείνος να αποδείξει ότι ήταν άξιος να κατοικεί μαζί τους. Εκείνος συμφώνησε και οι θεοί πέρασαν την Λέντιγκ στον λαιμό του. Ο Φένριρ τους είπε να κάνουν χώρο, τίναξε με δύναμη το κεφάλι του και η αλυσίδα έγινε κομμάτια... Ναι, ήταν άξιος να ζει ανάμεσά τους, αλλά έπρεπε να φύγουν, είχαν δουλειά... να φτιάξουν μια πιο γερή αλυσίδα.




Πέρασαν τρεις μήνες και η αλυσίδα που έφτιαξαν, η Ντρόμι, ήταν τρείς φορές πιο χοντρή από την προηγούμενη κι αισθάνθηκαν αισιόδοξοι. Όταν, όμως, πλησίασαν τον Φένριρ, είδαν ότι η ράχη του είχε περάσει τις στέγες της Βαλχάλα... Ωστόσο, ο Φένριρ δέχτηκε και πάλι να δοκιμάσει την αλυσίδα και με ένα απλό κούνημα του κεφαλιού του την διέλυσε.
Οι θεοί συγκάλεσαν συμβούλιο, βέβαιοι ότι καμιά αλυσίδα δεν θα κρατούσε το θηρίο. Έτσι, αποφάσισαν να ζητήσουν την βοήθεια των νάνων, που σαν άριστοι τεχνίτες, ίσως τα κατάφερναν καλύτερα.
Ο Χέρμοντ, ο αγγελιαφόρος των θεών, πήγε αμέσως στο Σβάρταλβχέϊμ, τη χώρα των νάνων κι εκείνοι άρχισαν να σκέφτονται. Ο γηραιότερος πρότεινε να κάνουν μια αλυσίδα από ρίζες βουνών, γένια γυναικών, θόρυβο βημάτων γάτων, σάλια πουλιών, φωνές ψαριών και τένοντες αρκούδων.
Η ιδέα του έγινε δεκτή και οι νάνοι  ετοίμασαν αυτή την άκρως ιδιαίτερη αλυσίδα, την Γκλέϊπνιρ, μέσα σε δύο μήνες. Από τότε τα βουνά δεν έχουν ρίζες, οι γυναίκες δεν έχουν γένια, τα βήματα των γάτων δεν ακούγονται, τα πουλιά δεν έχουν σάλια, τα ψάρια δεν έχουν φωνή και οι αρκούδες δεν έχουν τένοντες...

Όταν οι θεοί είδαν την Γκλέϊπνιρ ήθελαν να βάλουν τα κλάματα. Το πάχος την δεν υπερέβαινε το πάχος ενός  ανθρώπινου χεριού, ένώ ήταν τόσο μαλακή, όσο ένα κύμα. Όσο την τέντωνες, τόσο λεπτότερη γινόταν... φρίκη. Δεν είχαν, όμως, χρόνο, έπρεπε να την δοκιμάσουν στον Φένριρ. Ωστόσο, πριν τη δοκιμή, τον μετέφεραν στο νησί Λινγκβι, που βρίσκεται στη μέση του ωκεανού, έτσι, ώστε, αν ο Φένριρ θύμωνε, να έπεφτε υποχρεωτικά στον ωκεανό.
Ο Φένριρ δέχτηκε- ίσως διασκέδαζε, ίσως είχε εμπιστοσύνη στη δύναμή του. Όταν είδε την αλυσίδα θύμωσε για πρώτη φορά και είπε:
«Η αλυσίδα είναι τόσο λεπτή που δεν αξίζει τον κόπο να τη σπάσω. Αν, όμως, είναι μαγική, τότε, ανεξάρτητα από τη δύναμή μου δεν θα καταφέρω να τη σπάσω. Επομένως, ή θα γίνω αιχμάλωτός σας ή δεν θα κάνω τίποτε σπουδαίο».
Ο Όντιν πήρε το λόγο.
«Κάνεις λάθος, Φένριρ. Αν δεν σπάσεις την αλυσίδα Γκλέϊπνιρ, σημαίνει ότι είσαι τόσο αδύναμος που δεν θα σε φοβόμαστε και θα ζήσεις ελέυθερος. Αν την σπάσεις, δεν έχεις να χάσεις τίποτε».
Ο Φένριρ πείσθηκε, αλλά έβαλε έναν όρο: αντί για όποια άλλη υποθήκη, κάποιος από τους θεούς να βάλει το δεξί του χέρι στο στόμα του. Όλοι φοβήθηκαν και κατέβασαν τα κεφάλια τους, αλλά ο Τυρ πετ΄χτηκε και έβαλε μονομιάς το χέρι του στο στόμα του Φένριρ.
Οι θεοί πέρασαν  τρέμοντας την αλυσίδα στο λαιμό του Φένριρ, ενώ οι καρδιές τους χτυπούσαν για την τύχη του Τυρ. Έκαναν χώρο, όπως πάντα, ο Φένριρ τίναξε το κεφάλι του πολλές φορές, αλλά η λεπτή αλυσίδα δεν έσπαζε...
Εξουθενωμένος από την προσπάθεια, ο Φένριρ παρακάλεσε τους θεούς να τον λύσουν, αλλά κανείς δεν κουνήθηκε. Ο λύκος θύμωσε για την παγίδα που τού έστησαν, ούρλιαξε, δάγκωσε και έκοψε το χέρι του Τυρ, και όρμησε εναντίον των υπολοίπων.
 Ένας από τους θεούς, ο Χέϊμνταλ, όρμησε με αφάνταστη γρηγοράδα και έμπηξε το σπαθί του στο ανοιχτό στόμα του Φένριρ. Η κόψη του σπαθιού καρφώθηκε στο πάνω μέρος του στόματος, ενώ η λαβή στο κάτω, υποχρεώνοντας τον λύκο να μένει με ανοιχτό το στόμα.



Ο Όντιν, μαζί με άλλους θεούς σήκωσαν το βράχο, όπου είχαν δέσει την αλυσίδα, και τον πέταξαν βαθιά στον ωκεανό. Ο φεβερός Φένριρ ζεί ακόμη δεμένος εκεί, μεγαλώνοντας και μαζεύοντας δυνάμεις, περιμένοντας να έρθει η ώρα και να πραγματοποιηθεί η προφητεία των Νορνών, η μέρα που θα πάρει εκδίκηση και θα σκοτώσει τον Όντιν.
 

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

ΟΘΕΛΛΟ
Του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου










Φίλες και φίλοι,

Πιστή στο μηνιαίο αφιέρωμα για τον Άγγλο δραματουργό, σας παρουσιάζω μία από τις τραγωδίες του, γνωστή σε όλους, μεν, αξεπέραστη δε.
Ο Οθέλλο πιστεύεται ότι γράφηκε γύρω στα 1603 και βασίστηκε πάνω στην υπόθεση του έργου Ένας Μόρος Καπετάνιος, του Σίνθιου(γραμμένο στα 1565), ένα έργο που μοιάζει με το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου.
Οι κύριοι χαρακτήρες-ήρωες είναι τέσσερις: ο Οθέλλο, ένας άραβας(μόρος) στρατηγός του Ενετικού στρατού, η Δεισδαιμόνα, η αγαπημένη του σύζυγος, ο Κάσσιο, ο πιστός του αξιωματικός και ο κακόβουλος, αν και έμπιστος, Ιάγος.
Τα θέματα του ρατσισμού, της αγάπης, της ζήλειας, της προδοσίας, της εκδίκησης και της μετάνοιας που κυριαρχούν, έκαναν αθάνατο το έργο, που εξακολουθεί και παίζεται μέχρι τις μέρες μας, όχι μόνο στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά και στην όπερα, ενώ έχουν δημιουργηθεί πλήθος έργα τέχνης με τα θέματά του.




Ο Ροντερίγκο, ένας πλούσιος και ευγενής, παραπονιέται στον φίλο του Ιάγο για το ότι δεν του μίλησε για τον κρυφό γάμο της Δεισδαιμόνας με τον άραβα στρατηγό Οθέλλο. Ο Ροντερίγκο αγαπά την κοπέλα και την έχει ζητήσει από τον γερουσιαστή πατέρα της, τον Μπραμπάντιο.
Ο Ιάγος μισεί τον Οθέλλο, επειδή προήγαγε τον Κάσσιο αντί για εκείνον και λέει στον Ροντερίγκο ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τον Οθέλλο για το συμφέρον του, πείθοντάς τον συγχρόνως να πάει να βρεί τον Μπραμπάντιο και να του μιλήσει για την απαγωγή της κόρης του. Όταν ο Ροντερίγκο φεύγει, ο Ιάγος ενημερώνει τον Οθέλλο για την επικείμενη επίσκεψη του Μπραμπάντιο.
Ο Μπραμπάντιο, έξαλος με όσα μαθαίνει, εκστομίζει ότι δεν θα ησυχάσει αν δεν δει το κεφάλι του Οθέλλο αποχωρισμένο από το σώμα του, αλλά όταν φθάνει στο σπίτι του, βρίσκει τη φρουρά του Δούκα της Βενετίας, που δεν του επιτρέπει να κάνει τίποτε. Είναι η ώρα που μαθαίνουν ότι οι Τούρκοι θα επιτεθούν στην Κύπρο, τότε δική τους κτήση, και ο Οθέλλο πρέπει να δώσει τις συμβουλές του στην Γερουσία. Ο Μπραμπάντιο δεν μπορεί παρά να συνοδεύσει τον Οθέλλο στο παλάτι του Δούκα, όπου τον κατηγορεί ότι αποπλάνησε την  Δεισδαιμόνα χρησιμοποιώντας μαγεία.
Ο Οθέλλο υπερασπίζεται τον εαυτό του μπροστά στον Δούκα, με παρόντες και αρκετούς γερουσιαστές, λέγοντας ότι η Δεισδαιμόνα τον ερωτεύτηκε ακούγοντας την ιστορία της ζωής του και όχι εξ αιτίας κάποιας μαγείας. Η Γερουσία ικανοποιείται όταν η Δεισδαιμόνα επιβεβαιώνει τα λόγια του Οθέλλο και την αγάπη της για εκείνον, αλλά ο πατέρας της φεύγει θυμωμένος λέγοντας ότι η Δεισδαιμόνα θα προδώσει τον Οθέλλο.
«Κοίταξέ την, Μόρε, αν έχεις μάτια να δεις... εξαπάτησε τον πατέρα της, ίσως λοιπόν, κάνει το ίδιο σε σένα».




Ο Δούκας διατάσσει τον Οθέλλο να φύγει αμέσως για να υπερασπιστεί την Κύπρο κι εκείνος υπακούει, παίρνοντας μαζί του τη γυναίκα του, τον Κάσσιο, τον σημαιοφόρο Ιάγο και τη γυναίκα του Ιάγου, την Εμίλια, ως ακόλουθο της Δεισδαιμόνας. Μαζί τους ταξιδεύει και ο Ροντερίγκο.
Όταν φθάνουν στην Κύπρο μαθαίνουν ότι μια καταιγίδα κατέστρεψε τον τουρκικό στόλο και ο Οθέλλο δίνει εντολές για εορτασμούς, ενώ φεύγει να περάσει λίγο χρόνο με την Δεισδαιμόνα.
Ο Ιάγος μεθά τον Κάσσιο στη γιορτή και πείθει τον Ροντερίγκο να σύρει τον Κάσσιο σε καυγά. Ο Οθέλλο μαθαίνει τι έγινε, εξοργίζεται με τη συμπεριφορά του Κάσσιο και του αφαιρεί τον βαθμό του. Εκείνος νοιώθει ντροπιασμένος και ο Ιάγος τον συμβουλεύει να βρει την Δεισδαιμόνα και να της ζητήσει τη μεσολάβησή της, να τον συγχωρήσει ο Οθέλλο και να ξαναπάρει τον βαθμό του.
Ο Ιάγος, τώρα, βάζει λόγια στον Οθέλλο για τον Κάσσιο, ότι έχει σχέση με την Δεισδαιμόνα. Όταν η Δεισδαιμόνα χάνει ένα μαντήλι, δώρο του Οθέλλο, το βρίσκει η Εμίλια και το λέει στον Ιάγο. Εκείνος το παίρνει, χωρίς να εξηγήσει τα σχέδιά του στην Εμίλια, και το βάζει μέσα στα ρούχα του Κάσσιο, ενώ λέει στον Οθέλλο να παρακολουθήσει τις αντιδράσεις του Κάσσιο. Έπειτα, πλησιάζει τον Κάσσιο και του λέει ψιθυριστά, να μιλήσει για την υπόθεσή του στην Μπιάνκα, μια Κύπρια ευγενή και να της κάνει δώρο ένα μαντήλι που θα βρει στα ρούχα του. Ο Οθέλλο πιστεύει ότι μιλούν για τη γυναίκα του.

Όταν η Μπιάνκα θυμώνει με το μεταχειρισμένο δώρο, που προφανώς ο Κάσσιο το είχε πάρει από άλλη γυναίκα και τού το δίνει πίσω. Ο Ιάγος φροντίζει να το δει αυτό ο Οθέλλο, που αναγνωρίζει το μαντήλι και πείθεται εύκολα ότι η καλή του Δεισδαιμόνα το έδωσε στον Κάσσιο.
Έξαλος και πληγωμένος, ο Οθέλλο αποφασίζεινα σκοτώσει τη Δεισδαιμόνα και δίνει εντολή στον Ιάγο να σκοτώσει τον Κάσσιο. Τη βρίσκει να μιλά σε ευγενείς και την χαστουκίζει μπροστά τους, ταπεινώνοντάς την.
Ο Ροντερίγκο παραπονιέται στον Ιάγο ότι δεν έχει καταφέρει τίποτε μέχρι εκείνη τη στιγμή με την Δεισδαιμόνα και ο Ιάγος τον πείθει να σκοτώσει τον Κάσσιο. Εκείνος επιτίθεται στον Κάσσιο, την ώρα που εκείνος βγαίνει από τα διαμερίσματα της Μπιάνκα. Ο Κάσσιο καταφέρνει να πληγώσει τον Ροντερίγκο, αλλά μέσα στο σκοτάδι, δέχεται ένα ύπουλο, πισώπλατο χτύπημα στα πόδια του από τον Ιάγο. Στις φωνές για βοήθεια εμφανίζονται δύο άντρες και ο Ιάγος, εκμεταλευόμενος τη νύχτα, ενώνεται μαζί τους...
Όταν ο Κάσσιο αναγνωρίζει τον Ροντερίγκο, ο Ιάγος τον σκοτώνει για να μην αποκαλύψει την αλήθεια και κατηγορεί την Μπιάνκα για την αποτυχημένη απόπειρα.



Ο Οθέλλο αντιμετωπίζει την Δεισδαιμόνα και την πνίγει στο κρεβάτι τους. Η Εμίλια εμφανίζεται και καλεί βοήθεια. Έρχεται ο προηγούμενος κυβερνήτης, ο Μοντάνο, μαζί με τον Γκρατιάνο και τον Ιάγο. Όταν ο Οθέλλο επικαλείται το μαντήλι ως απόδειξη απιστίας, η Εμίλια αντιλαμβάνεται τι έκανε ο σύζυγός της, φανερώνει τι έγινε πραγματικά κι εκείνος δεν διστάζει στιγμή: τη σκοτώνει μπροστά σε όλους!




Ο Οθέλλο, αντιλαμβανόμενος τα πάντα, την αθωότητα και την πίστη της, νεκρής από τα χέρια του Δεισδαιμόνας, μαχαιρώνει τον Ιάγο, αλλά όχι θανάσιμα. Θέλει να τον αφήσει να ζήσει πονώντας την υπόλοιπη ζωή του.
Ο αμετανόητος Ιάγο δεν εξηγεί τις πράξεις του, ορκιζόμενος να παραμείνει σιωπηλός. Στη συνέχεια, ο Οθέλλο, μην αντέχοντας να συνεχίσει να ζει, αυτοκτονεί. Τη θέση του την παίρνει ο Γκρατιάνο, ο οποίος παροτρύνει τον Κάσσιο να τιμωρήσει τον Ιάγο όπως του αξίζει.


Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Ο ΚΒΑΣΙΡ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Δυτικά της Άσγκαρντ, λοιπόν, βρισκόταν το Βάνχεϊμ, το βασίλειο των καλών πνευμάτων. Αυτά τα πνεύματα δεν έκαναν κακό σε εκανέναν, έβγαιναν σπάνια έξω από τη χώρα τους και, επομένως, δεν συναντούσαν συχνά ούτε ανθρώπους ούτε γίγαντες.
Όταν ήρθαν οι Νόρνες και οι Θεοί πόθησαν τα πλούτη των πνευμάτων, αποφάσισαν να τους επιτεθούν και να τα πάρουν δια της βίας.
Έτσι, ο Όντιν τους μάζεψε όλους και ξεκίνησαν για το βασίλειο των καλών πνευμάτων, το Βάνχεϊμ. Τα πνεύματα, βλέποντας τις άγριες διαθέσεις των θεών, αποφάσισαν να αμυνθούν.
Πρώτος ο Όντιν έρριξε το ακόντιό του, διαπράττοντας το πρώτο έγκλημα στον κόσμο εξ αιτίας του χρυσού. Η προφητεία των Νορνών πραγματοποιήθηκε (θυμίζω στους φίλους αναγνώστες ότι είχαν προβλέπει ότι οι θεοί θα χύσουν αθώο αίμα, για το οποίο αργά ή γρήγορα θα πληρώσουν το αντίτιμο).
Αυτός ο πόλεμος δεν έδωσε στους θεούς ούτε χρυσό ούτε δόξα.Τα πνεύματα κατάφεραν να τους απωθήσουν κι εκείνοι αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω στην Άσγκαρντ άπραγοι, αφού πρώτα έφραξαν το Βάνχεϊμ από όλες τις πλευρές, ζητώντας από τα πνεύματα να συνάψουν ειρήνη και φιλία.
Οι θεοί, σε ένδειξη αιώνιας φιλίας και ειρήνης, έφτυσαν με τη σειρά μέσα σ’ ένα χρυσό δοχείο και από το σάλιο τους έπλασαν τον νάνο Κβάσιρ.




Ο Κβάσιρ ήταν το εξυπνότερο πλάσμα του κόσμου, αφού συνυπήρχαν μέσα του όλες οι γνώσεις και η σοφία των θεών. Γνώριζε όλες τις απαντήσεις και μιλούσε όλες τις γλώσσες των ανθρώπων.
Μια μέρα κατέβηκε στη Γή και περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο, προσπαθώντας να τους μεταδώσει κάποιες από τις γνώσεις του. Τα χρόνια, όμως, ήταν άσχημα και το μυαλό των αναθρώπων ήταν στο χρήμα και πώς θα το αποκτούσαν. Κανείς δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία.
Ο Κβάσιρ έφυγε από τη Γή και πήγε στη χώρα των νάνων, το Σβαρταλβχέϊμ. Προς μεγάλη του λύπη αντιμετώπισε την ίδια κατάσταση. Οι νάνοι μάζευαν μετά μανίας χρυσό, διαμάντια και ασήμι.
Αποφάσισε να δει δύο αδελφούς νάνους, τον Φιάλαρ και τον Γκάλαρ και να τους μάθει όποια τέχνη ή επιστήμη ποθούσαν. Εκείνοι, στην αρχή αμφέβαλαν για τις ικανότητές του, αλλά όταν βεβαιώθηκαν για την παντογνωσία του, αποφάσισαν να πάρουν το αίμα του κι από εκείνο να φτιάξουν ένα ποτό που θα τους μετέδιδε τις απέραντες γνώσεις του. Έπεσαν πάνω του με λύσσα και τον σκότωσαν...
‘Υστερα, αφαίρεσαν όλο το αίμα του νεκρού Κβάσιρ, το ανακάτεψαν με μέλι και γέμισαν ένα καζάνι και δύο αγγεία. Το μείγμα είχε ιδιαίτερες και θαυμαστές ιδιότητες: όποιος έπινε μια και μόνη φορά γινόταν εξαίσιος ποητής. Τα δύο αδέλφια ονόμασαν το μείγμα: μέλι των ποιητών.
Φυσικά, δεν είπαν σε κανέναν για το έγκλημα που διέπραξαν, φοβούμενοι-και δικαίως- την οργή των θεών. Και σκέφτηκαν να διαδώσουν ότι ο Κβάσιρ πέθανε πνιγμένος από τις γνώσεις του, ενώ αδυνατούσε να τις μεταδώσει σε οποιονδήποτε πάνω στη Γή.
Λίγο καιρό αργότερα, οι δύο νάνοι δέχτηκαν την επίσκεψη του γίγαντα Γκίλινγκ. Δεν άντεξαν και πολύ στον πειρασμό και παινεύτηκαν για το μέλι τους. Ο Γκίλινγκ ήθελε να δοκιμάσει, οι νάνοι ήθελαν πληρωμή κι εκείνος ετοιμάστηκε να φύγει  για να φέρει χρυσάφι. Το διαταραγμένο μυαλό των νάνων σκέφτηκε ότι ο Γκίλινγκ θα πρόδιδε το μυστικό τους και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν.
Του πρότειναν να πάνε όλοι μαζί με τη βάρκα τους μια βόλτα πριν φύγει και ο γίγαντας δέχτηκε, αφού αγαπούσε πολύ τη θάλασα. Οι πονηροί νάνοι, γνώριζαν ότι ο Γκίλινγκ δεν ήξερε να κολυμπά, γι’ αυτό πήγαν εκεί που η θάλασσα ήταν πολύ βαθιά. Αναποδογύρισαν τη βάρκα και ο αγαθός γίγαντας, βαρύς σαν πέτρα πήγε στον πάτο και πνίγηκε.
Οι νάνοι κατάφεραν να γυρίσουν πίσω, αλλά τους περίμενε ο γιός του γίγαντα, ο Σούτουγκ, ο οποίος είδε δεί από ψηλότερα τι είχε συμβεί... Τους έπιασε και ετοιμαζόταν να τους δέσει σφιχτά σ’ έναν βράχο που όποτε είχε παλίρροια, σκεπαζόταν εντελώς από τα νερά.
Για να αποφύγουν την κακή μοίρα που τούς περίμενε, οι δύο νάνοι πρότειναν στον Σούτουγκ να του δώσουν από το θαυματουργό τους μέλι. Εκείνος συμφώνησε, αλλά το ήθελε όλο, καθώς και το πώς το είχαν πάρει στην κατοχή τους. Οι νάνοι αναγκάστηκαν να συγκατανεύσουν.
Έτσι, το μέλι άλλαξε χέρια. Ο Σούτουγκ το πήγε στην χώρα του, το έκρυψε σε μια βαθιά, γρανιτένια σπηλιά και έβαλε φύλακα την κόρη του Γκούνλιοντ.




Δεν άργησε να γίνει γνωστός ο φόνος του Κβάσιρ και το μέλι που φτιάχτηκε από το αίμα του, σ’ ολόκληρη τη χώρα των γιγάντων. Το έμαθαν οι λύκοι και τα κοράκια του Όντιν και πήγαν και τού το είπαν. Εκείνος, θυμωμένος, διέταξε να τιμωρηθούν οι δύο νάνοι κι έφυγε για να κλέψει ο ίδιος το μέλι.
Πήρε τη μορφή ενός φτωχού ταξιδευτή και πήγε στο Γιότουνχέϊμ. Εκεί είδε εννέα γίγαντες να θερίζουν ένα απέραντο λιβάδι. Αυτοί οι γίγαντε ήταν υπηρέτες του μικρότερου αδελφού του Σούτουγκ, του Μπάουγκι.
Αν και ήταν πρωί, ο Όντιν πρόσεξε ότι οι γίγαντες ήταν κιόλας ιδρωμένοι. Περίεργος, τους ρώτησε γιατί ήταν τόσο κουρασμένοι, ενώ η δουλειά τους δεν ήταν βαριά κι εκείνοι τού απάντησαν ότι τα δρεπάνια τους δεν ήταν και πολύ κοφτερά. Ο Όντιν έβγαλε μια πέτρα και τους είπε ότι μ’ αυτή θα γίνουν αιχμηρά, πιο αιχμηρά κι από ξίφος. Εκείνοι άρχισαν να μαλώνουν ποιός θα την έπαιρνε πρώτος και ο Όντιν πέταξε την πέτρα ψηλά στον ουρανό, για να την πιάσει ο γρηγορότερος. Όλοι οι γίγαντες έτρεξαν, μάλωσαν και χτυπήθηκαν μεταξύ τους έως θανάτου.
Όταν μεσημέριασε, πήγε στο λιβάδι ο Μπάουγκι και είδε τους υπηρέτες του νεκρούς. Ο Όντιν εμφανίστηκε μπροστά του και τού πρότεινε να κάνει εκείνος όλο το καλοκαίρι τη δουλειά των υπηρετών. Ο Μπάουγκι τον κοίταξε παραξενεμένος και ρώτησε το όνομά του.
Ο Όντιν συστήθηκε ως Μπόλβερκ και τού ζήτησε ως αντάλαγμα για τη δουλειά, να τον βοηθήσει ν’ αποκτήσει  το μέλι των ποιητών που είχε ο Σούτουγκ. Ο Μπάουγκι συμφώνησε, αλλά ζήτησε το μισό μέλι για τον εαυτό του.

Ο Όντιν δούλεψε, όπως το υποσχέθηκε όλο το καλοκαίρι, τελείωσε τη δουλειά και πήγαν μαζί με τον Μπάουγκι μέχρι τη σπηλιά, όπου ο Σούτουγκ έκρυβε το μέλι. Εμπόδιο ήταν η κόρη-φύλακας, η Γκούλιοντ.
Ο Όντιν έδωσε ένα τρυπάνι στον Μπάουγκι και τού είπε να πάει στην πίσω πλευρά και να σκάψει το βράχο- να μπούν από εκεί. Εκείνος, θεωρώντας ότι η τρύπα που θα άνοιγε θα ήταν μικρή και δεν θα μπορούσε να περάσει, πίστεψε ότι ο Όντιν τον κορόϊδευε. Έτσι, μετά από λίγο, αφού δούλεψε για λίγο με το τρυπάνι, είπε στον Όντιν ότι μπορεί να μπει και να πάρει το μέλι.
Ο Όντιν φύσηξε στην τρύπα, αλλά βγήκαν μόνο χώμα και μικρές πέτρες.
«Δεν έφτασες ακόμη στο τέλος, αλλιώς η στάχτη θα έμπαινε μέσα και δεν θα έβγαινε έξω», είπε στον Μπάουγκι.
Ο γίγαντας εντυπωσιάστηκε και αυτή τη φορά τρύπησε το βράχο μέχρι το τέλος. Ο Όντιν ξαναφύσηξε και κατάλαβε ότι ο Μπάουγκι είχε κάνει σωστα τη δουλειά. Μεταμορφώθηκε σε σκουλήκι και μπήκε στην τρύπα.
Ο Μπάουγκι κατάλαβε ότι είχε εξαπατηθεί και προσπάθησε να κυνηγήσει τον Όντιν, αλλά εκείνος είχε φθάσει μέσα στη σπηλιά. Η Γκούνλιοντ είδε το σκουλήκι και ετοιμάστηκε να το πατήσει. Τότε, όμως, είδε μπροστά της έναν πανέμορφο νέο που τον ερωτεύθηκε παράφορα και κεραυνοβόλα, παρακαλώντας τον να μείνει μαζί της. Ο πονηρός Όντιν υποσχέθηκε να μείνει τρείς μέρες αν του έδινε τρείς γουλιές μέλι.
Όταν πέρασαν οι τρεις μέρες, η κοπέλα τον οδήγησε στα δοχεία. Ο Όντιν με μια γουλιά ήπιε το πρώτο δοχείο, με τη δεύτερη το δεύτερο δοχείο και με την Τρίτη όλο το καζάνι! Μεταμορφώθηκε σε αητό και πέταξε μακριά.




Ο Σούτουγκ μπήκε στη σπηλιά και ρώτησε την κόρη του πού είναι το μέλι. Εκείνη τού έδειξε τα άδεια δοχεία, ο γίγαντας μεταμορφώθηκε σε αητό και κυνήγησε τον Όντιν, ο οποίος δεν μπορούσε να πετάξει γρήγορα, από το πολύ μέλι που είχε καταπιεί. Κόντευαν να φτάσουν στην Μίντγκαρντ, όταν ο Σούτουγκ τον έφτασε. Τότε, ο Όντιν έφτυσε μια γουλιά μέλι στη γη και βάζοντας όλη του τη δύναμη έφτασε ασφαλής στην Άσγκαρντ.
Εκεί, γέμισε ένα χρυσό δοχείο με το ποτό που έβγαλε και το δώρισε στον γιό του Μπράγκι, που ήταν ο θεός των ποιητών. Από τότε, η καλύτερη ποίηση δημιουργείται μόνον στην Άσγκαρντ, αλλά από εκείνο το λίγο μέλι που έπεσε στη γη, οι θεοί αποφασίζουν και χαρίζουν σε κάποιους ανθρώπους το ταλέντο της ποίησης.