The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
(Του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ)
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Συνεχίζοντας το μεγάλο αφιέρωμα στον μεγάλο δραματουργό, σήμερα θα ασχοληθούμε με το διάσημο έργο του «όνειρο θερινής νυκτός», μια κωμωδία που πιστεύεται ότι γράφηκε ανάμεσα στα 1590 και 1597 και αντλεί- όχι για πρώτη φορά- την υπόθεση από αρχαίο ελληνικό μύθο και αναφέρεται στο γάμο του Θησέα, Δούκα της Αθήνας και της Ιππολύτης, βασίλισσας των Αμαζόνων. Το έργο έτυχε τεράστιας απήχησης και είναι ένα από τα πλέον δημοφιλή που εξακολουθεί να παίζεται σε θέατρα σε όλο τον κόσμο.

Ας δούμε την υπόθεση αναλυτικά:
Το έργο αποτελείται από 4 μέρη που συνδέονται μεταξύ τους και τοποθετείται στη χώρα των παραμυθιών, με τα απαραίτητα ξωτικά και το φεγγάρι να τη φωτίζει...

Η πρώτη σκηνή μας δείχνει την Ερμία που ερωτευμένη με τον Λύσανδρο και δεν θέλει να παντρευτεί τον Δημήτριο που απαιτεί ο πατέρας της Αιγείας. Η Έλενα, η καλύτερη φίλη της Ερμίας, αγαπά απελπισμένα τον Δημήτριο.
Εξαγριωμένος, ο Αιγείας, μπροστά στον Θησέα επικαλείται έναν αρχαίο αθηναϊκό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η κόρη πρέπει να δέχεται ως σύζυγο εκείνον που έχει διαλέξει ο πατέρας, αλλιώς έχει να διαλέξει ανάμεσα στο θάνατο ή την ισόβια υπηρεσία ως ιέρεια σε ναό της θεάς Άρτεμης.
Η Ερμία με τον Λύσανδρο μπροστά σ’ αυτό το σοβαρό εμπόδιο, αποφασίζουν να το σκάσουν και να κρυφτούν στο δάσος. Η Ερμία εμπιστεύεται το σχέδιό τους στην Έλενα, αλλά εκείνη, τυφλωμένη από τον έρωτα το αποκαλύπτει στον Δημήτριο, με την ελπίδα να την προσέξει.Έτσι, ο Δημήτριος και η Έλενα ακολουθούν στο δάσος την Ερμία και τον Λύσανδρο που ήδη έχουν πέσει να κοιμηθούν.





Στο δάσος εμφανίζεται ο βασιλιάς των ξωτικών Όμπερον με την βασίλισσα Τιτάνια, οι οποίοι έχουν τσακωθεί, επειδή η Τιτάνια αρνείται να δώσει έναν ακόλουθό της στον Όμπερον, που επιθυμεί να τον χρίσει ιππότη του. Ο Όμπερον, για να εκδικηθεί την Τιτάνια προσλαμβάνει τον σκανταλιάρη Πάκ (ή Πούκ) και του αναθέτει να βρει ένα λουλούδι, ο χυμός του οποίου κάνει όποιον το πιεί να ερωτευθεί το πρώτο όν που θα βρεθεί μπροστά στα μάτια του...Εκείνος φέρει εις πέρας την αποστολή του.

Βλέποντας ο Όμπερον τον Δημήτριο να φέρεται άσχημα στην Έλενα, διατάζει τον Πάκ να ρίξει λίγες σταγόνες από το θαυματουργό φίλτρο στα μάτια του. Ο Πάκ, όμως, κάνει λάθος και το ρίχνει στα μάτια του Λύσναδρου, ο οποίος ερωτεύεται σφοδρά την Έλενα.
Ο Δημήτριος εξακολουθεί να ακολουθεί την Ερμία, ο Όμπερον θυμώνει και τον μαγεύει. Έτσι, οι δύο άνδρες τσακώνονται μεταξύ τους για την καρδιά της Έλενας, εκείνη, όμως, νομίζει ότι την κοροϊδεύουν.
Οι τέσσερίς τους περνούν τη νύχτα κυνηγώντας ο ένας τον άλλον, μαλώνοντας και τέλος αναζητούν ένα μέρος για να μονομαχήσουν οι άνδρες. Ο Όμπερον λέει στον Πάκ να είναι αυτή τη φορά προσεκτικός και να μαγέψει τον Λύσανδρο να ερωτευτεί ξανά την Ερμία, ώστε να μη σκοτωθεί.

Στο μεταξύ, μια παρέα από τεχνίτες της κατώτερης κοινωνικής τάξης κανονίζουν να στήσουν μια παράσταση με την ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης, για να τιμήσουν τον Θησέα και τριγυρνούν στο δάσος, εκεί κοντά που βρίσκεται η Τιτάνια.

Ο Πάκ διασκεδάζει σκανταλιάρικα. Βλέποντας τον υφαντή Νικ Μπότομ(Πάτος) μετατρέπει το κεφάλι του σε κεφάλι γαϊδάρου. Η Τιτάνια ξυπνά και, λόγω του φίλτρου που της έρριξε ο Όμπερον, ερωτεύεται τον υφαντή- γάϊδαρο και τού φέρεται σαν να ήταν ευγενής. Ερωτευμένη και καλοδιάθετη όπως είναι, συναντά τον Όμπερον και τού δίνει τον ακόλουθο που εκείνος θέλει. Με τη σειρά του ο Όμπερον διατάζει τον Πάκ να λύσει τα μάγια του υφαντή, της Τιτάνιας και τού Λύσανδρου.



Στη σκηνή εμφανίζονται ο Θησέας με την Ιππολύτη που βγαίνουν για κυνήγι. Βλέπουν τους 4 νέους, τους ξυπνούν και, επειδή ο Δημήτριος δεν αγαπά πλέον την Ερμία, ο Θησέας αποφασίζει εκείνη τη στιγμή να αγνοήσει τη θέληση του Αιγεία και να επιτρέψει να παντρευτούν οι νέοι.
Εκείνοι θεωρούν όσα συνέβησαν τη νύχτα ως όνειρο, το ίδιο και ο Μπότομ όταν ξυπνάει.

Πίσω στην Αθήνα, ο κόσμος παρακολουθεί την παράσταση «Πύραμος και Θίσβη». Χειρότερη δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά όλοι, νομίζοντας ότι βλέπουν κωμωδία γελούν, φεύγουν χαρούμενοι και πηγαίνουν να κοιμηθούν.
Μέσα στο σκοτάδι, ο Όμπερον και η Τιτάνια ευλογούν το σπίτι και τους νιόπαντρους, ενώ ο Πάκ, με την αυλαία να πέφτει, κλείνει την παράσταση, λέγοντας στους θεατές ότι όσα παρακολούθησαν μπορεί κάλλιστα να μην ήταν παρά ένα όνειρο....




 

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

ΟΙ ΝΟΡΝΕΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στην σκανδιναβική μυθολογία, σήμερα θα γνωρίσουμε τις Νόρνες.

Κατά τη διάρκεια του χρυσού- τέλειου- αιώνα, οι άνθρωποι, όπως είδαμε, ζούσαν αμέριμνοι και ευτυχισμένοι. 0ι συμφορές (πόνος, θάνατος, μίσος,ζήλεια και άλλα παρόμοια) ήταν άγνωστα. Η χαρά, η ομορφιά και η νιότη βασίλευαν. Όμως, τίποτε δεν κρατά για πάντα...
Κάποια στιγμή έφτασαν στην Μίντγκαρντ από την Ανατολή, την χώρα των Γιγάντων, τρεις γυναίκες. Η μία ήταν ηλικιωμένη και ονομαζόταν Ούρντ, η δεύτερη ώριμη και λεγόταν Βερντάντι και η Τρίτη ήταν ένα μικρό κορίτσι που άκουγε στο όνομα Σκούλντ. Αυτές οι τρείς, λοιπόν, ήταν οι Νόρνες και αντιπροσώπευαν η κάθε μια με τη σειρά της το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Οι τρείς γυναίκες είχαν το χάρισμα να ορίζουν τη μοίρα όλου του κόσμου, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και των θεών!





Η πρώτη τους δουλειά, λοιπόν, μόλις έφτασαν, ήταν να μιλήσουν για το μέλλον της ανθρωπότητας. Πρώτη μίλησε η Ούρντ, η μεγαλύτερη:
«Σύντομα οι καρδιές των ανθρώπων θα γεμίσουν από δίψα για το χρυσάφι. Και τότε, ο χρυσός αιώνας θα τελειώσει».
Η Βερντάντι συνέχισε:
«Οι άνθρωποι θ’ αρχίσουν να σκοτώνονται μετάξύ τους εξ αιτίας του χρυσαφιού. Από τη λάμψη του θα τυφλωθούν πολλοί ένδοξοι ήρωες και θα χαθούν».
Η Σκούλντ πήρε το λόγο:
«Όπως είπατε, έτσι θα γίνει. Θα έρθει, όμως, ένας καιρός που το χρυσάφι δεν θα έχει πια εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Τότε θα ξαναγίνουν ευτυχισμένοι».
Η Ούρντ ξαναπήρε το λόγο:
«Η δίψα για το χρυσάφι θα κυριεύσει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τους θεούς. Εξ αιτίας του οι θεοί θα παραβιάσουν τους όρκους και τις υποσχέσεις τους».
Η Βερντάντι ξαναμίλησε:
«Οι θεοί θ’ αρχίσουν πόλεμο με τους γίγαντες. Ο πόλεμος αυτός θα διαρκέσει πολύ και θα τελειώσει με τον όλεθρο των θεών. Αυτό θα είναι το λυκόφως των θεών».
Και η μικρή Σκούλντ συμπλήρωσε:
«Όπως είπατε, έτσι θα γίνει. Δεν θα χαθούν, όμως, όλοι οι θεοί. Τα παιδιά τους και όσοι θεοί δεν ευθύνονται για φόνους και παραβίαση όρκου θα παραμείνουν ζωντανοί και θα κυβερνήσουν τον νέο κόσμο που θα γεννηθεί μετά την καταστροφή του παλιού».

Οι μυστηριώδεις Νόρνες, οι οποίες έμεναν σε μια σπηλιά, στις ρίζες της φλαμουριάς ΄Υγκντραζιλ,  έβγαιναν στο σεργιάνι τη νύχτα της γέννησης για να ορίζουν τη μοίρα του νεογέννητου. Συνήθως στέκονταν κάτω από τη φημισμένη φλαμουριά τους, την οποία ράντιζαν κάθε μέρα με αγιασμένο νερό, ώστε να διατηρείται σε άριστη κατάσταση.
Η κρίση τους είναι τελεσίδικη και κανείς δεν έχει τη δύναμη να την αλλάξει. Αυτός ήταν ο λόγος που ο κόσμος τις θεώρησε όντα σκληρά και δαιμονικά. Η νύχτα, στα πέπλα της οποίας εμφανίζονται, είναι γεμάτη μυστήριο, κρύβει όλους τους χρόνους και ξεσκεπάζει όλας, όσα πρόκειται να συμβούν στο νεογέννητο. Όσα προλέγουν εκπληρώνονται μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια!





Οι προφητείες τους άρχισαν να πραγματοποιούνται. Λίγο-λίγο στις καρδιές των ανθρώπων εισέβαλε η δίψα για τα πλούτη. Οι περισσότεροι έπιασαν ξίφη και ακόντια και άρχισαν να πολεμούν με τους συνανθρώπους τους.
Η γη γέμισε με πολέμους και εγκλήματα.
Ήρθε η σειρά της πραγματοποίησης της δεύτερης προφητείας. Οι θεοί και οι γίγαντες άρχισαν έναν αδυσώπητο πόλεμο εξόντωσης που κράτησε πολύ.Αποτέλεσμα ήταν να συντριβούν οι θεοί και να χαθούν από τον κόσμο και τη ζωή των ανθρώπων. Στη θέση τους εμφανίστηκαν το κρύο, η ξηρασία, οι θύελες, το χαλάζι, οι σεισμοί... Παρ’ όλα αυτά έμεινε η ελπίδα και ο πόθος για την επιστροφή τους.
Οι νικητές Γίγαντες θέλησαν να καταστρέψουν την Μίντγκαρντ, αλλά οι θεοί είχαν προνοήσει για την ασφάλειά της: τοποθέτησαν γύρω της ως ασπίδα τεράστια βουνά, φτιαγμένα από τα φρύδια του Ύμιρ.
Οι γίγαντες θέλησαν να καταστρέψουν τον ήλιο και το φεγγάρι.Έστειλαν εναντίον τους τους δύο τεράστιους λύκους Σκόλ και Χάτι. Μέχρι σήμερα ο Σκόλ τρέχει πίσω από τον ήλιο, μέχρι σήμερα ο Χάτι κυνηγά το φεγγάρι. Και μέχρι σήμερα η Σόλ και η Μάνι, για να σώσουν τα δύο ουράνια σώματα, τρέχουν ασταμάτητα, μέχρι να κρυφτούν πίσω από τα σύννεφα...

Μια σύγκριση των Νόρνων και των ελληνικών Μοιρών μας αποκαλύπτει πάρα πολλές ομοιότητες, τόσο στην εμφάνιση, όσο και στις αρμοδιότητες.
Η Κλωθώ εμφανίζεται στη γέννα και κλώθει το νήμα της ζωής, η Λάχεσις μετρά τη ζωή και ορίζει τα μερίδια που αντιστοιχούν στον κάθε άνθρωπο και η Άτροπος κόβει το νήμα της ζωής φέρνοντας τον θάνατο.Οι αποφάσεις τους είναι επίσης αμετάκλητες.
Οι δύο τριάδες έχουν πλήρη εξουσία στην πορεία κάθε ανθρώπου(γέννα, ζωή, θάνατος) και αποτελούν στην ουσία δύο απεικονίσεις ενός και του αυτού προτύπου, με την ίδια ακριβώς εξουσία και δυνατότητες.





Πριν κλείσω, θέλω να σας επισημάνω την τρίτη προφητεία της μικρής Σκούλντ:
«...δεν θα χαθούν, όμως, όλοι οι θεοί. Τα παιδιά τους και όσοι θεοί δεν ευθύνονται για φόνους και παραβίαση όρκου θα παραμείνουν ζωντανοί και θα κυβερνήσουν τον νέο κόσμο που θα γεννηθεί μετά την καταστροφή του παλιού».
Δεν είναι η μόνη μυθολογία που μιλά για το απώτερο μέλλον, για την εποχή που ο άνθρωπος θα ξεπεράσει τις αδυναμίες του και θα κάνει μια νέα αρχή. Οι κύκλοι των 10.000 ετών υποστηρίζονται από πολλά ανατολικά φιλοσοφικά ρεύματα που λένε ότι κάθε 10.000 χρόνια συμβαίνουν καταστροφές και ο κόσμος αρχίζει από την αρχή (βλέπε κατακλυσμούς π.χ.).
Η ελπίδα για το καλύτερο συνεχίζει να καίει μέσα μας, να μας δίνει κουράγιο. Πόσο κοντά σε μια νέα μεγάλη ανατροπή, άρα γε βρισκόμαστε;







 

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ
Το συνώνυμο της καταστροφής
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ήταν Απρίλιος του 1912 όταν ξεκίνησε το μοναδικό του ταξίδι το πλοίο-θαύμα και εξακολουθούσε να είναι Απρίλιος όταν έπαψε να υπάρχει, αφήνοντας πίσω από τη δική του απώλεια χίλιους πεντακόσιους νεκρούς στα παγωμένα νερά του ωκεανού- είχε και παγόβουνα εκεί...
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Το επιβατηγό υπερωκεάνιο RMS Titanic ήταν βρετανικό, το δεύτερο από τρία παρόμοια κλάσης Olympic που χρησιμοποιούσε η White Star Line, το μεγαλύτερο μέχρι εκείνη τη στιγμή σε μέγεθος που ναυπηγήθηκε στο Μπέλφαστ με ναυπηγό αρχιτέκτονα τον Τόμας Άντριους. Τα άλλα δύο ήταν το Βρετανικός      ( βυθίστηκε δυτικά της Κέας κατά τον Α΄Π.Π. μετά από έκρηξη) και το Ολύμπικ    ( του δόθηκε το παρατσούκλι Παλαιός Αξιόπιστος το 1935).
Τα πλοία της κλάσης Olympic είχαν δέκα καταστρώματα, από τα οποία τα οκτώ προορίζονταν για τους επιβάτες. Από πάνω προς τα κάτω, τα καταστρώματα ήταν τα εξής:
Το κατάστρωμα των λέμβων, όπου βρίσκονταν οι σωσίβιες λέμβοι, το κατάστρωμα Α, ή Promenade Deck, που εκτεινόταν σε όλο το μήκος της υπερδομής των 166 μέτρων και προοριζόταν αποκλειστκά για τους επιβάτες της πρώτης θέσης (καμπίνες, lounge,καπνιστήριο, αναγνωστήριο, δωμάτια γραφής και Palm court), το κατάστρωμα Β ή Γέφυρας, το ψηλότερο από όλα, με τις περισσότερες εγκαταστάσεις διαμονής των επιβατών πρώτης θέσης, έξι ανακτορικές καμπίνες, εστιατόριο, καφέ, το καπνιστήριο της δεύτερης θέσης και ένα υπερυψωμένο επίστεγο μήκους 32 μέτρων που χρησίμευε ως προκυμαία οι επιβάτες της δεύερης θέσης (εκεί ακριβώς βρήκαν καταφύγιο πολλοί επιβάτες και μέλη του πληρώματος μέχρι να βυθιστεί το πλοίο), το κατάστρωμα καταφύγιο ή C, τμήμα του οποίου χρησίμευε για περίπατο των επιβατών τρίτης θέσης, περιείχε καμπίνες πληρώματος και την βιβλιοθήκη των επιβατών της δεύτερης θέσης.
Ακολουθούσε το κατάστρωμα σαλονιού με τις αίθουσες εστίασης των επιβατών δεύτερης θέσης και καμπίνες και τα υπόλοιπα.
Το πλοίο απέπλευσε από το Σαουθάμπτον την 10η Απριλίου με 992 επιβάτες.Επιβιβάστηκαν πρώτοι οι επιβάτες της τρίτης θέσης και μετά της δεύτερης και της πρώτης. Το ταξίδι άρχισε, το πλοίο έφησε πίσω του το λιμάνι, έφτασε με ασφάλεια στη Μάγχη και έκανε την πρώτη του στάση στο Χερβούργο της Γαλλίας. Το Χερβούργο δεν διέθετε αποβάθρα για το μέγεθος του Τιτανικού, κι έτσι οι 274 επιβάτες που το περίμεναν μεταφέρθηκαν με μικρότερα πλοιάρια. Οι 24 που κατέβηκαν στο Χερβούργο μεταφέρθηκαν επίσης με μικρότερο πλοιάριο.
Το ταξίδι συνεχίστηκε με επόμενο-και τελευταίο- σταθμό το λιμάνι του Κουϊνστάουν(σήμερα Κόβ) της Ιρλανδίας, από όπου επιβιβάσθηκαν οι υπόλοιποι με τον ίδιο τρόπο, όπως είχε γίνει στο Χερβούργο. Σύνολο 2.274 επιβάτες και πλήρωμα. Ο Τιτανικός έφυγε από το Κουϊνστάουν στις 13:30 της 11ης Απριλίου και ανοίχτηκε στον ωκεανό.

Πολλοί από τους επιβάτες ήταν μαικήνες του πλούτου, αλλά οι περισσότεροι ήταν μετανάστες από τη Μ.Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Σκανδιναβία και άλλες χώρες, που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή στην Βόρεια Αμερική.
Η πρώτη θέση ήταν ό,τι καλύτερο και ακριβότερο μπορούσε να προσφέρει άνεση και πολυτέλεια (γυμναστήριο, πισίνα, βιβλιοθήκη, εστιατόρια,προηγμένα συστήματα ασφάλειας και, φυσικά, πολυτελέστατες καμπίνες). Αυτό που έλειπε ήταν σωστικές λέμβοι για όλους τους επιβάτες (οι υπάρχουσες κάλυπταν μόνο 1.180 άτομα).

Μετά από τρείς ημέρες και ενώ βρίσκονταν περίπου 375 μίλια νότια της Νέας Γης(νησί του Καναδά στο άνοιγμα του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου), ο Τιτανικός συγκρούστηκε με ένα παγόβουνο. Το ρολόι του πλοίου  έδειχνε 23:40.
Οι προσπάθειες να αποφευχθεί η σύγκρουση αποδείχθηκαν μάταιες, λόγω της μεγάλης ταχύτητας την οποία είχε αναπτύξει, θέλοντας να φτάσουν στο λιμάνι της Νέας Υόρκης νωρίτερα από τον αναμενόμενο χρόνο.
Πληροφορούμαστε ότι σ’ εκείνη την περιοχή με τα παγόβουνα, οι καπετάνιοι συνήθιζαν να αυξάνουν την ταχύτητα, ώστε να περνούν την επικίνδυνη περιοχή, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Δυστυχώς, σ’ αυτή την περίπτωση συνέβη ακριβώς το αντίθετο...
Το παγόβουνο έσκισε το κύτος τού πλοίου ξεκινώντας από την πλώρη, καταστρέφοντας και τα 5 στεγανά μέρη του πλοίου και αφήνοντας ελεύθερα τα παγωμένα νερά να εισέλθουν με ορμή στο εσωτερικό του. Η σχεδίαση του σκάφους ήταν τέτοια, που επέτρεπε την ασφαλή του πορεία στην περίπτωση που πλημμύριζαν μέχρι και 4 στεγανά. Επεκράτησε πανικός, εστάλη το σήμα κινδύνου,και κάποιοι τυχεροί επιβιβάστηκαν στις πρώτες λέμβους, χωρίς να ληφθεί φροντίδα για το νούμερο των επιβατών (χωρούσαν κι άλλα άτομα), ακολουθώντας το ατυχές πρωτόκολλο «πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά».
Οι ώρες φαίνονταν αιώνες, το κρύο ήταν τσουχτερό και γύρω στις 02:20 ένας τρομακτικός θόρυβος ακούστηκε. Το πλοίο έσπασε και άρχισε να βυθίζεται με την πλώρη προς τα κάτω, ενώ πάνω του βρίσκονταν περισσότερα από χίλια άτομα. Η πρύμνη αποκόπηκε και δύο λεπτά αργότερα ό,τι είχε απομείνει από το πλοίο χάθηκε μπροστά στα έντρομα μάτια των διασωθέντων, που παρακολουθούσαν από τις λέμβους της σωτηρίας τους.
Το RMS Carpathia που είχε αναχωρήσει από Νέα Υόρκη για το Φιούμε(σήμερα Ριέκα) έφτασε στο ναυάγιο στις 03:30 και κατάφερε να περισυλλέξει 705 επιζώντες. Από εκείνους που είχαν πέσει στη θάλασσα με τη βύθιση του πλοίου σώθηκαν μόνον έξι. Ένας από αυτούς ήταν ο σέφ του πλοίου, ο οποίος απέδωσε τη σωτηρία του στο ουϊσκυ που είχε πιει νωρίτερα(κάμποσα μπουκάλια). Οι μηχανικοί χάθηκαν, αφού παρέμειναν στις θέσεις τους, προκειμένου να λειτουργούν τις μηχανές μέχρι την τελευταία στιγμή.

Οι βάρκες δεν γύρισαν να μαζέψουν τους επιζήσαντες- εκτός από μία. Ήταν ελάχιστοι εκείνοι που πνίγηκαν. Οι περισσότεροι πέθαναν από το κρύο.
Το κουφάρι του έφτασε σε βάθος 12.415 ποδιών(3.784 μέτρα) και ανακαλύφθηκε μόλις το 1985, μολονότι έγιναν πολλές προσπάθειες νωρίτερα. Από τη μία το βάθος και από την άλλη η πίεση του νερού παρουσίαζαν δυσκολίες στους ερευνητές.











Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Ο ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Έλληνα Κρητικό ζωγράφο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, που έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο ως «ο Έλληνας» κάνω σήμερα.
Μικρή η γη της Κρήτης για το ταλέντο του Δομήνικου, ήταν καλή για να πάρει φόρα, όπως ακριβώς συνέβη και με τον άλλο μεγάλο της γραφής, επίσης Κρητικό, τον Νίκο Καζαντζάκη.
Τον είπαν μυστικιστή, παρανοϊκό, αστιγματικό, εξ αιτίας των επίμηκων, σκοτεινών μορφών του που κινούνται σ’ έναν κόσμο ουράνιων οραμάτων, άλλοτε ορθόδοξων και άλλοτε αιρετικών.
Τον αποκάλεσαν Ισπανό, μετά τον κατέταξαν στους βενετσιάνους αγιογράφους, τον ύμνησαν σαν δεξιοτέχνη της πρωτοπορίας, ως πρόδρομο του Σεζάν και της αφηρημένης τέχνης.
Οι κριτικοί εξακολουθούν να αναρωτιούνται ακόμη και σήμερα για την ταυτότητα του μεγάλου δημιουργού.

Άκρως θρησκευτικό το έργο του, αν εξαιρέσουμε κάποια πορτραίτα και λίγους πίνακες επι παραγγελία, όπως αυτός που παραθέτω. Και το κάνω γιατί είναι ιδιαίτερος για πολλούς λόγους και επειδή δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, κοιτώντας και ριγώντας με τις εκπληκτικές του πινελιές, να αναπαριστά το τούλι και τη δαντέλα πάνω από τα σκούρα ενδύματα, να μην αμφιβάλλεις για το μέταλλο της στολής του κόμη, να σε κερδίζει η άδολη και λίγο απορημένη ματιά του παιδιού στ’ αριστερά- λένε ότι είναι ο γιός του ζωγράφου Χόρχε Μανουέλ (υπάρχει και η χρονολογία 1578 πάνω στο μαντήλι που κρατά, έτος της γέννησής του)- και να βλέπεις τις πραγματικές μορφές, όχι των παρισταμένων στην κηδεία του Κόμη του Οργκάθ, αλλά της αριστοκρατίας του Τολέδο την εποχή της δημιουργίας του έργου. Οι διαστάσεις είναι τεράστιες (4.80 Χ 3.60μ.)- μια ολόκληρη διπλή πόρτα εκκλησίας.

Ας δούμε τι λένε οι ειδικοί:
Ο πίνακας ήταν παραγγελία του εφημέριου  Αντρέα Νιουνέζ, της εκκλησίας του Αγίου Θωμά στο Τολέδο και φιλοτεχνήθηκε ανάμεσα στα 1586 και 1588. Αναπαριστά ένα θαύμα που συνέβη στην περιοχή του Τολέδο κατά τον Μεσαίωνα, δηλαδή την ταφή στα 1323 του Γκονζάλο Ρουίθ ντε Τολέδο, άρχοντα και ευεργέτη της πόλης Οργκάθ και της εκκλησίας, από τον άγιο Στέφανο και τον άγιο Αυγουστίνο, σε αναγνώριση των αγαθοεργιών που ο κόμης έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Για να κρατήσει ζωντανό τον θρύλο ο εφημέριος της εκκλησίας είχε κατασκευάσει στις αρχές της δεκαετίας του 1560 ένα παρεκκλήσι πάνω από τον τάφο του κόμη. Αργότερα, θέλησε να επισημοποιήσει μ’ έναν μεγάλων διαστάσεων πίνακα τον ταφικό χαρακτήρα του παρεκκλησίου και να εξάρει το νόημα του γεγονότος.
Στις 18 Μαρτίου 1586, ο Νιουνέζ συμφωνεί με τον Γκρέκο, όπως μαθαίνουμε από το σχετικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφεται το θέμα της εικονογράφησης: «η εναπόθεση του σώματος του άρχοντα στον τάφο από τους δύο αγίους, η παρουσία πολλών θεατών και στο πάνω μέρος οι ουρανοί με τον Χριστό και την Παναγία εν δόξη».
Με βάση αυτά ο Γκρέκο θα προσθέσει και νέα στοιχεία, όπως η Δευτέρα Παρουσία και η ανύψωση της ψυχής του κόμη στον ουρανό, η οποία συμβολίζεται από τη διάφνη μορφή που κρατά ένας άγγελος. Πρόκειται για μια περίπλοκη και ιδιόμορφη σύνθεση, που συνδέει το ουράνιο σύμπαν με την καθημερινότητα, με ύφος σύγχρονο, κυρίως σε ό,τι αφορά την ουράνια σφαίρα, μέσα στην οποία οι μορφές προαναγγέλλουν από άποψη μορφοπλασίας τα πιο ώριμα έργα του ζωγράφου.  
Στο κάτω μέρος του πίνακα ακολουθεί τις οδηγίες του εφημέριου, αναπαριστώντας μια μεγαλοπρεπή νεκρώσιμη ακολουθία του 16ου αιώνα, με λαμπάδες, σταυρούς λιτανείας, μέλη θρησκευτικών ταγμάτων και προσωπικότητες της εποχής.  

Δεν είναι γνωστό αν άρεσε ή όχι η εκτέλεση του έργου. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο ζωγράφος έλαβε μόνο 1200 από τα συμφωνημένα 1600 δουκάτα, και μάλιστα μετά από δικαστικό αγώνα...