The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΤΟΥ 1817
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ο Άγγλος περιηγητής Ουίλλιαμς εκείνη τη χρονιά πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στην προεπαναστατική Ελλάδα. Στο πέρασμά του από την Πάτρα πέτυχε τους εορτασμούς του Πάσχα και έναν γάμο. Ας τον ακολουθήσουμε.

Πλησιάζοντας στην Πάτρα είδε να κυματίζουν οι σημαίες στα κτίρια των προξενείων( η Πάτρα είχε τότε 5 προξενεία: Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας,Σουηδίας και Ολλανδίας), μουσική και πυροβολισμοί ηχούσαν ανακατεμένα μέχρι το βράδυ. «Σ’ όλους τους δρόμους ακούγονταν βιολιά, γκάϊντες και ντέφια. Νόμιζες ότι στρίγκλιζαν παιδιά, αλλά ήταν τα γουρούνια που έσφαζαν. Συγχρόνως τα βόλια σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια των πανηγυριστών». Φυσικά, δεν έλειπαν τα θύματα...
Η λαϊκή φορεσιά των Ελλήνων ήταν ένα μάλλινο σουρτούκο, άσπρο ή σκούρο, κοντό ή μακρύ. Πάνω από το βρακί φορούσαν μια κοντή πουκαμίσα ή βαμβακερή φουστανέλλα, την οποία έζωναν στη μέση τους με ένα μαντήλι. Στο κεφάλι έδεναν ένα μάλλινο άσπρο ή κίτρινο βαμβακερό  πανί και από πάνω φορούσαν ένα μικρό φέσι, κόκκινο ή γαλάζιο. Τα μαλλιά τους έπεφταν κυματιστά, ενώ το στήθος τους ήταν πάντα γυμνό.
Οι πιο εύποροι φορούσαν γούνες ή φαρδιά χρωμαιστά μπινίσια και κόκκινα παπούτσια με γυριστές προς τα πάνω μύτες. Οι πλούσιοι συνήθιζαν να ξυρίζουν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού τους.
Ο χαιρετισμός φάνηκε στον Ουίλλιαμς γραφικός: άγγιζαν με το δεξί χέρι το μέτωπο, το ακουμπούσαν μετά στην καρδιά τους, και στη συνέχεια  αγκαλιάζονταν και αλληλοασπάζονταν.
Οι δρόμοι της πόλης ήταν στενοί και βρώμικοι. Κανείς δεν τους καθάριζε. Οι στέγες των σπιτιών στις δύο πλευρές των δρόμων σχεδόν ενώνονταν και δημιουργούσαν σκιά.

Ο Ουίλλιαμς βρέθηκε καλεσμένος στον γάμο της κόρης του «πρώτου γιατρού» της Πάτρας. Το προσκλητήριο ήταν ένα δεματάκι με μοσχοκάρφια και μοσχοκάρυδα. Οι φτωχοί έβαζαν μόνο μοσχοκάρφια, αφού το μοσχοκάρυδο ήταν πολύ ακριβό.
Στην εξώπορτα του σπιτιού στεκόταν ο γενίτσαρος του γιατρού, ντυμένος σαν πρίγκιπας. Η αυλή ήταν βρώμικη, το σπίτι συνηθισμένο. Ο Ουίλλιαμς ανέβηκε μια φαρδιά σκάλα. Πλάι στην είσοδο στεκόταν η μητέρα της νύφης με άλλες γυναίκες, χωρίς να παίρνει μέρος στην υποδοχή των καλεσμένων. Ο πατέρας της νύφης καθόταν σταυροπόδι στο σοφά, ο οποίος έπιανε όλες τις πλευρές της κάμαρας, όπου θα γινόταν ο γάμος, φορώντας ένα γούνινο καλπάκι.
Ο Ουίλλιαμς κάθισε δίπλα του, σταυροπόδι κι εκείνος, και έπιασε ένα τσιμπούκι. Λίγες ξύλινες καρέκλες, ένα ξύλινο ρολόι, τρείς-τέσσερις εικόνες της Παναγίας και των Αποστόλων ήταν όλη η επίπλωση.
Σε λίγο εμφανίστηκαν επτά-οκτώ παπάδες. Στη μέση της κάμαρας, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι βρισκόταν ένα μεγάλο βιβλίο, ένα ποτήρι με κρασί και μια κουλούρα ψωμί.
«Μπήκε ο γαμπρός, πενηντάρης, με πανωφόρι ανοιχτό γαλάζιο και άσπρες ολλανδικές βράκες. Το σαρίκι του ήταν πελώριο και οι φαβορίτες του το ίδιο.
Ακολούθησε η νύφη, γύρω στα τριάντα, κοντή και ομορφούλα. Τα μαλλιά της, μακριά ως τη μέση της και πλεγμένα με μπρισίμια, μόλις διακρίνονταν μέσα από τα χρυσά στολίδια. Στο μέτωπο είχε μια κορδέλα με χρυσά νομίσματα και το πανωφόρι της ήταν βαθύ πορφυρό με γούνινη μπορντούρα, αφήνοντας να φανεί το μεταξωτό, λευκό κεντημένο φόρεμα. Στη λεπτή της μέση μια μεταξωτή ζώνη ήταν διακοσμημένη με μεγάλους καμπυλωτούς τοκάδες που έμοιαζαν με πιατάκια. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα κόκκινα. Τα στέφανα ήταν στολισμένα με πούλιες, φύλλα χρυσού και γυαλί και είχαν κωνικό σχήμα».
Όταν τέλειωσε η τελετή, όλοι ασπάστηκαν το ζευγάρι. Ύστερα οι νεόνυμφοι αποχώρησαν στεφανωμένοι. Τις επόμενες οκτώ ημέρες θα έμεναν στο σπίτι της νύφης και μετά, κουβαλώντας τα δώρα και τα προικιά, θα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού.
Εκείνη την ημέρα (που πήγαινε στο σπίτι του συζύγου της) δυο γυναίκες κρατούσαν την νύφη, η οποία στηριζόταν ενετελώς πάνω τους, σα να μην είχε δύναμη να προχωρήσει μόνη της. Στο κεφάλι της είχε ένα μαξιλαράκι γεμάτο με χάρτινα λουλούδια. Μάγουλα, φρύδια και χείλη ήταν στολισμένα με χρυσά φύλλα. Τα μαλλιά, πλεγμένα με μεταξωτές κλωστές έπεφταν μπροστά και πίσω. Ένα παιδί κρατούσε μπροστά της έναν καθρέφτη και η νύφη έρριχνε κάθε τόσο μια ματιά, ένας συμβολισμός για την σχολαστική προσοχή που πρέπει να δείχνει στην εξωτερική της εμφάνιση και στην διαγωγή της ως παντρεμένη. Η πομπή ήταν εξω φρενικά αργή. Και όσο πλησιάζει το σπίτι του συζύγου, τα βήματά της γίνονται όλο και πιο μικρά. Ντρέπεται, γιατί είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί δημόσια στο δρόμο.
 

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

ΝΕΡΑΙΔΕΣ  ΚΑΙ ΝΑΝΟΙ
Στην Σκανδιναβική Μυθολογία
Της Dimitra Papanastasopoulou





Περιδιαβαίνοντας ορισμένα κομμάτια της σκανδιναβικής μυθολογίας- όσα μού φαίνονται ενδιαφέροντα και δεν  τα έχουμε ξαναγράψει- θα αναφερθώ σήμερα στην δημιουργία των νάνων και των νεράϊδων.

Σύμφωνα πάντα με τη σκανδιναβική μυθολογία, στην αρχή του κόσμου, όταν άρχισε να λάμπει ο ήλιος και να ζεσταίνει τη γη, η ζωή των ανθρώπων ήταν όμορφη και ευτυχισμένη. Ο κόσμος ζούσε ειρηνικά και γαλήνια, κανένας δεν ενδιαφερόταν να μαζέψει το χρυσάφι της ή να γίνει σπουδαιότερος των γύρω του. Δεν υπήρχαν πόλεμοι, ληστείες και φονικά.
Οι θεοί άφηναν συχνά την Άσγκαρντ- τόπο κατοικίας τους- και τριγυρνούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους, παίρνοντας ανθρώπινη μορφή και τους δίδασκαν καινούρια και χρήσιμα πράγματα που διευκόλυναν τη ζωή τους. Ήταν οι θεοί που δημιούργησαν το πρώτο αμόνι, το πρώτο σφυρί και την πρώτη τανάλια. Δηλαδή, οι θεοί δίδαξαν την γεωργία, την οικοδομική τέχνη, το ψάρεμα, το μαγείρεμα.
Ήταν η χρυσή εποχή.

Μια μέρα, ο θεός Όντιν, με τον Βίλι και τον Βε, έψαχναν να βρουν ένα συγκεκριμένο μέταλλο. Σκάβοντας, βρέθηκαν μπροστά σε κάποια σκουλήκια τα οποία μπήχτηκαν στο κρέας του Ύμιρ. Οι τρεις θεοί κοιτάζονταν χωρίς να ξέρουν τι έπρεπε να κάνουν. Ο Όντιν, σαν αρχηγός τους, σκέφθηκε ότι, δυστυχώς, ασχολούμενοι συνχώς με όσα συνέβαιναν πάνω στην επιφάνεια της γης, είχαν λησμονήσει να ασχοληθούν με το εσωτερικό της, με τα έγκατά της.
Έτσι, είπε να δημιουργήσουν από αυτά τα σκουλήκια μικρά ανθρωπάκια, τους νάνους, στους οποίους θα έδιναν την εξουσία του κάτω κόσμου, του αποκαλούμενου Σβάρταλβχέϊμ.
Αντιλαμβανόμενος, επίσης, τότε, ότι κάποιος έπρεπε να μένει και στον αέρα, πήρε την απόφαση να χρησιμοποιήσει κάποια από τα σκουλήκια και να φτιάξει τις φωτεινές νεράϊδες, ο κόσμος των οποίων – ο Λιόσαλβχέϊμ- να βρίσκεται ανάμεσα στη γη και στην Άσγκαρντ.




Το είπε και έγινε. Οι νάνοι, κατάμαυροι στη σάρκα, κατοίκησαν στο εσωτερικό της γης και δεν μπορούσαν να βγουν ποτέ στην επιφάνεια. Σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο, οι ακτίνες του ήλιου θα τους μεταμόρφωναν αμέσως σε πέτρες.
Οι νάνοι σύντομα έγιναν πολύ κακλοί τεχνίτες και κανένας στον κόσμο δεν γνώριζε καλύτερα από αυτούς να επεξεργάζεται τους πολύτιμους λίθους και τα μέταλλα. Ακόμη και οι ίδιοι οι θεοί ζητούσαν τη βοήθειά τους.

Οι νεράϊδες έμαθαν να φυτεύουν τα πιο όμορφα και αρωματικά λουλούδια. Κι από τότε, κάθε άνοιξη καλύπτουν τη γη με λουλούδια, κάνοντάς την ομορφότερη και ευωδιαστή.

Οι νάνοι της νορβηγικής μυθολογίας παρουσιάζουν εκπληκτικές ομοιότητες με τους Κάβειρους της ελληνικής. Ενώ οι νάνοι κατοικούν στο εσωτερικό της γης, όχι όμως στην Χέλβετε(άδης), οι Κάβειροι κατοικούν κι αυτοί υπόγεια, μέσα σε σπηλιές. Επομένως, μιλάμε για θρυλικά υποχθόνια όντα, τα οποία πάντοτε συγκινούσαν την ανθρώπινη φαντασία.
Οι Νορβηγοί νάνοι, όπως ακριβώς και οι Κάβειροι, ήταν ικανότατοι τεχνίτες και μεταλλουργοί, δημιούργησαν πλήθος όπλων και άλλων περίτεχνων κατασκευασμάτων, τα οποία δωρήθηκαν στους θεούς (π.χ. το Μιόλνιρ του Θωρ ή το Ντράουπνιρ του Όντιν). Οι Τελχίνες, μια άλλη παραλλαγή των Καβείρων, έφτιαξαν το δρεπάνι του Κρόνου και την τρίαινα του Ποσειδώνα.




Όλα αυτά τα πλάσματα είχαν αποκρουστική όψη και μικρό ύψος. Μάγοι, με υπερφυσικές ικανότητες, κατοικώντας στο εσωτερικό της γης, γρήγορα επικαλύφθηκαν μ’ ένα πέπλο γοητείας και μυστηρίου και ταξίδεψαν και σε άλλες μυθολογικές παραδόσεις και παραμύθια του κόσμου.








Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ο ΚΛΩΝΤ ΜΟΝΕ ΚΑΙ ΤΑ ΝΟΥΦΑΡΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Από τα τέλη της δεκαετίας τυ 1890 και μέχρι τον θάνατό του στα 1926, ο Κλώντ Μονέ ζωγραφίζει αδιαλείπτως νούφαρα, ιδιαίτερα τα δικά του νούφαρα, τα οποία καλλιεργεί και προσέχει, στον κήπο του σπιτιού του.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών φιλοτεχνεί πάνω από 200 πίνακες με νούφαρα, με τα φυτά να καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο χώρο στους πίνακες. Η γραμμή του ορίζοντα και το βάθος απουσιάζουν, ενώ τον ουρανό τον αντιλαμβανόμαστε μέσω των αντανακλάσεών του στα νερά της λίμνης.
Ο ζωγράφος επιλέγει διαφορετικές αποχρώσεις σε κάθε πίνακα, έτσι, ορισμένοι βασίζονται σε διαφανείς αποχρώσεις του ροζ και του γαλάζιου, ενώ άλλοι χαρακτηρίζονται από σκούρους και έντονους χρωματικούς τόνους με εναλλαγή βαθύ μπλέ και πράσινου. Δεν λείπουν και οι κίτρινες-πράσινες αποχρώσεις.
Ο Προύστ, θαυμαστής του Μονέ, έγραφε για τα νούφαρά του: «φυτά της γης και συνάμα του νερού, τα τρυφερά αυτά νούφαρα που απεικόνισε ο Δάσκαλος σε θαυμαστούς πίνακες μοιάζουν με μια πρωταρχική, μαγευτική εικόνα της ζωής».





Ο Κλώντ Μονέ δεν ήταν ποτέ του ευχαριστημένος με ό,τι δημιουργούσε, Κάθε πίνακας γεννούσε μέσα του νέες αμφιβολίες και συγκρούσεις, ιδέες και ερεθίσματα για συνεχή αναζήτηση. Ανικανοποίητος πάντα, δίσταζε να θεωρήσει «τελειωμένο» έναν πίνακα και συνέχιζε να προσθέτει πινελιές για πολλές μέρες.
Στο τέλος ανακάλυπτε ότι αυτό που αναζητούσε στη φύση βρισκόταν στην δική του αποτύπωση στον καμβά. Τα ίδια τα χρώματα εμπεριείχαν δυνατότητες ανεξάρτητες από το αντικείμενο της παρατήρησης. Παρόμοια έρευνα και συναφή συμπεράσματα είχε κάνει και ο Σεζάν, ο οποίος υποστήριζε « πριν από τον Μονέ κανείς δεν απεικόνισε με τόση δεξιοτεχνία το νερό, την άφατη ικανότητά του να απορροφά φόρμες, χρώματα και φωτισμούς».
Ο Μονέ από τα νεανικά του χρόνια αγαπούσε να απεικονίζει το νερό και τη θάλασσα. Στις όχθες του Σηκουάνα αναζητούσε τα μέρη όπου οι αγροί έδιναν τη θέση τους στο νερό. Έφτασε να το παρακολουθεί στη λίμνη που κατασκεύασε στον κήπο του σπιτιού του στο Ζιβερνύ, και με την πάροδο του χρόνου εστίαζε πλέον στα μοτίβα των νούφαρων και τα μεταβαλλόμενα εφέ των χρωμάτων και του φωτός. Οι φόρμες συγχέονται, το μάτι ξεγελιέται.




Ο δημιουργός μελετά σε βάθος τον φυσικό κόσμο, διερευνώντας παράλληλα τις μεταμορφώσεις του και φιλοτεχνώντας συνθέσεις που απέχουν όλο και περισσότερο από την αντικειμενική πραγματικότητα. Οι πίνακες γίνονται μεγαλύτεροι και συνδέονται μεταξύ τους, δημιουργώντας άλλη μια εικόνα όταν τοποθετούνται ο ένας δίπλα στον άλλο.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κλώντ Μονέ αφοσιώνεται σε ένα δικό του σύμπαν  με πεδίο έρευνας τα πιο βαθιά κρυμμένα μυστικά της φύσης. Στα τελευταία νούφαρα, τα όρια μεταξύ φυσικού και μή-φυσικού κόσμου είναι ρευστά, αν προτιμάτε κινείται ανάμεσα στον Ιμπρεσσιονισμό και σε μια εξπρεσσιονιστική και αφηρημένη ζωγραφική.
Όποτε τού ζητούσαν να ερμηνεύσει τα Νούφαρα, ο Μονέ απαντούσε ότι ο καθένας μπορούσε να βλέπει ό,τι ήθελε, στον ίδιο δεν άρεσε να εξηγεί τη ζωγραφική του.



 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ: ΨΕΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ο Απρίλιος προ των πυλών, άλλοτε ερχόταν με χιουμεοριστική διάθεση που συνέπαιρνε μικρούς και μεγάλους, που συναγωνίζονταν ποιός θα έλεγε πειστικότερα ψέμματα, ποιός θα τα παρουσίαζε ως αληθινά γεγονότα, για να γελάσουν όλοι, να κοροϊδέψουν όποιους είχαν πέσει στην παγίδα και δεν ανατελήφθηκαν ότι τους είχαν πει ψέμματα, ψέμματα καλοπραίρετα, όμως, ανίκανα να βλάψουν το «θύμα».
Ας δούμε πώς ξεκίνησε το έθιμο, για το οποίο υπάρχουν τρείς εκδοχές.
Η πρώτη εκδοχή αναφέρει ως αρχή την γιορτή της «Κοροϊδίας και του ξεγελάσματος» προς τιμήν της ρωμαϊκής θεάς Βενους Απρίλις, δηλαδή της Aπριλίου Aφροδίτης, η οποία αποτελούσε το έναυσμα για την απελευθέρωση του πνεύματος, ταυτόχρονα με την οργιώδη απελευθέρωση της φύσης.
Η δεύτερη θεωρεί πρώτους τους Κέλτες ψαράδες που ξεκινούσαν το ψάρεμα την 1η Απριλίου. Επειδή εξακολουθούσε να κάνει πολύ κρύο στην βορειοδτική Ευρώπη, όπου ζούσαν, ήταν πολύ δύσκολο να πετύχουν «με τη μία» μια καλή ψαριά. Κατέφευγαν, λοιπόν, στον παγκόσμιο κώδικα «δεοντολογίας» των ψαράδων όλου του κόσμου και όλων των εποχών και έλεγαν ψέμματα.
Η τρίτη εκδοχή, που κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο βάσιμη, θέλει γενέτειρα του εθίμου την Γαλλία του 16ου αιώνα. Μέχρι το 1564, οι Γάλλοι γιόρταζαν την πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου. Αρχής γενομένης, όμως, εκείνου του έτους, με βασιλιά τον Κάρολο Θ΄, όλα άλλαξαν και η πρωτοχρονιά γιορτάσθηκε την 1η Ιανουαρίου. Οι Γάλλοι δεν μπόρεσαν να το δεχτούν εύκολα. Οι αντιδραστικοί συνέχιζαν να γιορτάζουν, την παλαιά πλέον, πρωτοχρονιά τους την 1η Απριλίου, ενώ οι προοδευτικοί  τους έστελναν πρωτοχρονιάτικα δώρα για να τους κοροϊδέψουν. Το πείραγμα αυτό μετατράπηκε με τον καιρό σε έθιμο.
Το έθιμο αυτό ήρθε και στην χώρα μας  και διαφοροποιήθηκε αποκτώντας τα δικά μας χαρακτηριστικά, με τη βασιλή ιδέα να παραμένει η ίδια. Λέγονταν αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουν το «θύμα». Σε κάποιες περιοχές, θεωρούσαν ότι όποιος κατάφερνε να ξεγελάσει κάποιον, θα είχε την τύχη με το μέρος του όλη την υπόλοιπη χρονιά. Σε κάποιες άλλες πίστευαν ότι ο «θύτης» θα είχε καλή σοδειά στις καλλιέργειες του. Επίσης, το βρόχινο νερό της πρωταπριλιάς, θεωρούνταν  ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Μάλιστα, στη Θράκη το φύλαγαν  και το έδιναν στους αρρώστους. Όσο για το «θύμα», πίστευαν ότι, σε αντίθεση με τον «θύτη», θα είχε γρουσουζιά τον υπόλοιπο χρόνο και πιθανότατα αν ήταν παντρεμένος θα χήρευε γρήγορα.
Στην Κομοτηνή πίστευαν  πως την πρωταπριλιά ήταν καλό να γελούν, «για να γίνουν τα κουκούλια τους» (εννοείται τον καιρό που καταγίνονταν με την σηροτροφία).
Στην Τζαντώ της Ανατολικής Θράκης θεωρούσαν  καλό να γελάσουν τον άλλον, για να κάνουν τα δέντρα καρπό, ενώ ο «γελασμένος» θα αντιμετώπιζε όλο το χρόνο ατυχίες.
 Στην Άνδρο, αντίθετα, έλεγαν  ψέματα την 1η Μαρτίου και όχι την Πρωταπριλιά, ενώ στην Κύπρο η 1η Απριλίου είναι επίσημη αργία, διότι είναι επέτειος της έναρξης του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.
Τον προηγούμενο αιώνα, η τεχνολογία βοήθησε κάποιους να ξεγελάσουν χιλιάδες άτομα την πρωταπριλιά. Για παράδειγμα, μια Αμερικάνικη εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο (στις αρχές του 20ού αιώνα), στο οποίο αναφερόταν ότι ο Τόμας Έντισον είχε εφεύρει μια μηχανή που μετέτρεπε το νερό σε κρασί. Μέχρι να γίνει αντιληπτή η φάρσα, οι μετοχές των εταιριών παρασκευής και διακίνησης οίνου σημείωσαν κατακόρυφη πτώση στο χρηματιστήριο.
Ένα άλλο παράδειγμα μεγάλης πρωταπριλιάτικης φάρσας, είναι αυτή του δικτύου BBC το 1957,που   πρόβαλε ένα ρεπορτάζ, στο οποίο Ιταλοί γεωργοί μάζευαν μακαρόνια από τα δέντρα που υποτίθεται ότι τα παράγουν!
Σήμερα, αναρωτιέμαι τι έχει απομείνει από όλα αυτά. Κανείς δεν «κάνει αστεία», κανείς δεν «λέει καλοπροαίρετα ψέμματα/φάρσες» για να γελάσει σε φιλικό ή οικογενειακό περιβάλον. Η μητέρα μου πάντοτε μου έλεγε «πρόσεχε σήμερα, θα προσπαθήσουν να σε γελάσουν!» Αν ζούσε ακόμη, δεν θα έπρεπε να μου το θυμίζει μια φορά το χρόνο, αλλά κάθε μέρα «πρόσεχε, κόρη μου, έξω κυκλοφορούν άνθρωποι που προσπαθούν να σε ξεγελάσουν!»
Τι κατάπτωση, αλήθεια... Κάθε μέρα βομβαρδιζόμαστε από ψέμματα, απάτες, με σκοπό να μας παραπλανήσουν, να μας κάνουν να χάσουμε κάθε είδους κριτική σκέψη, κάθε είδους ανθρωπιά.
Μήπως, φίλοι μου, θα έπρεπε να αλλάξουμε το έθιμο και να λέμε αλήθειες, έστω μόνο μία ημέρα του χρόνου; Αν σκεφθούμε το παρελθόν και την ευκολία που επεκράτησαν τα ψέμματα/φάρσες της 1ης  Απριλίου να λέγονται όλο το χρόνο, με λίγη αισιοδοξία θα καταλήξουμε αντιστρέφοντας το έθιμο, να λέγονται αλήθειες.