The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΑΛΚΟΝ ΣΚΟΤ
Μέρος Β΄
Η αποστολή Discovery (1901-1904)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Αυτή η τεράστιας σημασίας Βρετανική Εθνική Αποστολή της Ανταρκτικής, που έμεινε γνωστή ως Αποστολή Discovery,  ήταν μια κοινή επιχείριση της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας και της επιστημονικής κοινότητας Ρόγιαλ Σοσάϊετυ (The Rοyal Society of London for Improving  Natural Knowledge), το πολυπόθητο όνειρο του Μάρκχαμ, ένα έργο που απαιτούσε σοβαρές ικανότητες και αρκετή εξυπνάδα για να ολοκληρωθεί και να αποδώσει καρπούς.
Ο Σκότ ίσως να μην ήταν η πρώτη επιλογή του Μάρκχαμ ως αρχηγός της αποστολής, αλλά η στήριξη της τελικής του απόφασης παρέμεινε σταθερή, παρά τις ενστάσεις που τέθηκαν από την επιτροπή, σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων του. Η Ρόγιαλ Σοσάϊετυ ζητούσε να τεθεί επί κεφαλής ένας επιστήμονας, επιφορτισμένος με το πρόγραμμα της αποστολής και ο Σκότ να είναι απλά ο καπετάνιος του πλοίου.
Η γνώμη του Μάρκχαμ επικράτησε. Ο Σκότ θα είχε το γενικό πρόσταγμα και από τη θέση του διοικητή του πλοίου Discovery, έπλευσε για την Ανταρκτική την 31η Ιουλίου 1901, αφού προηγήθηκε μια σύντομη ειδική εκπαίδευση για τον εξοπλισμό και τις τεχνικές που θα έπρεπε να ακολουθήσουν, για τον ίδιο και το 50μελές πλήρωμα.
Η αποστολή είχε παραλάβει σκυλιά και σκι, αλλά θεωρείται βέβαιο ότι κανείς δεν γνώριζε πώς να τα χρησιμοποιήσει. Ο Σκότ δεν είχε καθόλου εμπειρία ούτε για την Ανταρκτική ούτε για τις θάλασσες του Νότιου Ωκεανού.
Ο Μάρκχαμ είχε την άποψη ότι ο επαγγελματισμός ήταν λιγότερο χρήσιμος από την «αβίαστη επάρκεια» και, μάλλον, ο Σκότ είχε επηρεαστεί από την ατράνταχτη πίστη του για την επιτυχία της αποστολής.



Την πρώτη χρονιά που πέρασε το Discovery στους πάγους, οι άνδρες της αποστολής δοκιμάστηκαν σκληρά, αγωνιζόμενοι εναντίον των προκλήσεων του απολύτως αγνώστου και επικίνδυνου εδάφους.
Η πρώτη προσπάθεια ταξιδιού πάνω στον πάγο προκάλεσε τον θάνατο του Τζώρτζ Βίνς, ενός γελαστού και καλοπροαίρετου άνδρα, αγαπητού απ’ όλους, στις 4 Φεβρουαρίου 1902. Συμμετείχε με άλλους οκτώ άνδρες σε μια πορεία, όταν εκδηλώθηκε χιονοθύελα. Η ομάδα, αντί να περιμένει να περάσει, αποφάσισε να επιστρέψει στο πλοίο. Οι γούνινες μπότες του Βινς είχαν λείους πάτους κι αυτό προκάλεσε ένα τεράστιο και θανατικό ολίσθημα πάνω στους πάγους, καταλήγοντας με πάταγο στα παγωμένα νερά. Κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει, όλα έγιναν πολύ γρήγορα, χωρίς να έχουν ορατότητα. Οκτώ άνδρες έμειναν ακίνητοι, με τη χιονοθύελα να δέρνει τα πρόσωπά τους, να σφίγγουν τις γροθιές τους τελείως ανήμποροι, ακούγοντας τις κραυγές απελπισίας του συναδέλφου τους, θλιβεροί θεατές ενός τραγικού γεγονότος.
Όταν το έμαθε ο Σκότ χαρακτήρισε εκείνη την ημέρα ως την «πιο μαύρη της Ανταρκτικής» και σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι ο Βίνς «έβλεπε τη ζωή λαμπερη και όμορφη. Μακάρι ο θάνατός του να επήλθε γρήγορα στα παγωμένα νερά». Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά ένας τεράστιος σταυρός στήθηκε από τον Σκότ και τους άλλους να στέκει υπερήφανα, ένα συγκλονιστικό θέαμα, δηλώνοντας στους πάγους ότι ο άνθρωπος έφτασε μέχρι εκεί.
Η αποστολή είχε επιστημονικούς και εξερευνητικούς στόχους. Οι δεύτεροι περιλάμβαναν ένα μακρύ ταξίδι προς νότον, προς τον Νότιο Πόλο. Η πορεία εκείνη, που ανέλαβαν να τη φέρουν σε πέρας ο Σκότ, Σάκλετον και ο Γουϊλσον, κατάφερε να φτάσει μέχρι το γεωγραφικό πλάτος S82◦ 17΄ , δηλαδή, περίπου 850 χλμ από τον Νότιο Πόλο. Οι σκληρότατες καιρικές συνθήκες επέφεραν τη σωματική κατάρρευση του Σάκλετον στην επιστροφή τους στη βάση, γεγονός που τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την αποστολή.




Την δεύτερη χρονιά οι άνδρες βελτίωσαν την τεχνική τους, με αποτέλεσμα περισσότερα και καλύτερα αποτελέσματα στους στόχους τους. Αποκορύφωμα ήταν η πραγματοποίηση της δυτικής διαδρομής του Σκότ, που οδήγησε στην ανακάλυψη του Ανταρκτικού Οροπεδίου, μια επιχείριση που χαρακτηρίστηκε ως «ένα από τα μεγάλα πολικά ταξίδια».
Στα επιστημονικά ευρήματα της αποστολής περιλαμβάνονταν σημαντικές βιολογικές, ζωολογικές και γεωλογικές ανακαλύψεις (ωστόσο, μερικές μετεωρολογικές μετρήσεις θεωρήθηκαν ως ανακριβείς και ερασιτεχνικές).

Στο τέλος της αποστολής χρειάστηκαν οι συνδυασμένες προσπάθειες των δύο υποστηρικτικών πλοίων τους, ώστε να καταφέρει το Discovery να ελευθερωθεί από τον πάγο.
Ο Σκότ τήρησε αμφιβολίες για το αν τα σκυλιά και τα σκι ήταν ό,τι καλύτερο για να μετακινείται κανείς πάνω στον πάγο. Στα επόμενα χρόνια συνέχισε να προτιμά την πρακτική της προώθησης των ελκήθρων από τους ίδιους τους εξερευνητές, χωρίς τη βοήθεια των ζώων. Η επιμονή του στη διάρκεια της αποστολής για τις διατυπώσεις του Βασιλικού Ναυτικού τον ανησυχούσε για τις σχέσεις του με το πλήρωμα των πλοίων, καθώς πολλοί άνδρες αποχώρησαν και επέστρεψαν στην Αγγλία με το πρώτο υποστηρικτικό πλοίο τον Μάρτιο του 1903.
Ο δεύτερος στην ιεραρχία, Άλμπερτ Άρμιτατζ υποστήριξε ότι ο Σάκλετον επέστρεψε λόγω της εχθρότητας που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε εκείνον και στον Σκότ και όχι λόγω της υγείας του. Ωστόσο, ο ίδιος ο Άρμιτατζ προτίμησε να μείνει και να μη γυρίσει πίσω μ’ εκείνο το πλοίο.
Πράγματι, υπήρξαν εντάσεις στις σχέσεις Σκότ-Σάκλετον, ιδιαίτερα αργότερα, όταν οι φιλοδοξίες τους για τον Πόλο τους έφεραν σε μεγάλη σύγκρουση. Οι δύο άνδρες κράτησαν τα αισθήματά τους για τους εαυτούς τους και δεν τα εκδήλωσαν φημόσια. Ο Σκότ συμμετείχε στις επίσημες δεξιώσεις που δόθηκαν και το 1909 χαιρέτησε την επιστροφή του Σάκλετον από την αποστολή στο Νιμρόδ ευγενικά. Οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν επίσης από το 1909 μέχρι το 1911, διατηρώντας την αγγλική ευγένεια και χωρίς ποτέ να αφήσουν να εκδηλωθεί κάτι αρνητικό.

Το Discovery επέστρεψε στην Αγγλία τον Σεπτέμβριο του 1904 και ο Σκότ έγινε πολύ δημοφιλής, ένας λαϊκός ήρωας για το βρετανικό κοινό που είδε με μεγάλο ενδιαφέρον την αποστολή. Του απένειμαν πολλές τιμητικές διακρίσεις και μετάλλια, προήχθη στον βαθμό του Πλοιάρχου και ο βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄ τον έχρισε μέλος του Βασιλικού Βικτωριανού Τάγματος.
Ο Σκότ πέρασε πάνω από έναν χρόνο δίνοντας ομιλίες και διαλέξεις, καθώς και με το γράψιμο των αρχείων της αποστολής. Τον Ιανουάριο του 1906 επέστρεψε στα ναυτικά του καθήκοντα ως βοηθός διευθυντής της Ναυτικής Υπηρεσίας Υπηρεσιών στο Ναυαρχείο, κινούμενος πάντα στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας.
 






Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΜΙΟΛΝΙΡ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Συνεχίζουμε τις περιπέτειες των θεών της νορβηγικής μυθολογίας, με πανταχού παρόντα τον σκανταλιάρη Λόκι.
Ο Θωρ πολεμούσε για χρόνια τους γίγαντες  που βρίσκονταν ανατολικά της Μίντγκαρντ.  Αν και οι Γίγαντες φαίνονταν να μην έχουν τέλος, τόσο με τον αριθμό τους όσο και με τις δυνάμεις τους, ο θεός του κεραυνού κατάφερνε και σκότωνε ακούραστα και χωρίς έλεος τον έναν μετά τον άλλον, χρησιμοποιώντας το τρομακτικό του όπλο: το Μιόλνιρ. Και κάποια στιγμή, οι Γίγαντες απόκαμαν, δεν άντεχαν άλλο, κι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν, να πάνε στο Γιότουνχεϊμ για να ανασυνταχθούν και να προετοιμαστούν για την επόμενη μάχη.
Ευχαριστημένος ο Θωρ, σκέφτηκε ότι μπορούσε να πάρει μερικές ανάσες, να ξεκουραστεί. Έλυσε, λοιπόν, από το άρμα του τους δύο τράγους και τους άφησε να βοσκήσουν στο διπλανό λιβάδι. Ο ίδιος, ξάπλωσε πάνω στη γη, με το μιόλνιρ δίπλα του. Πολύ γρήγορα τον πήρε ο ύπνος...
Ξύπνησε το επόμενο πρωί και, απλώνοντας το χέρι να πιάσει το μιόλνιρ, συνειδητοποίησε ότι έλειπε. Μόνο πέτρες  και χόρτα έπιαναν τα χέρια του. Εξαλος από θυμό, άρχισε να χτυπά τα πόδια του στη γη, τόσο δυνατά, ώστε προκάλεσε σεισμό!  Αφού ξέσπασε, πήγε και μάζεψε τους ταύρους, τους έδεσε στο άρμα του και πέταξε ψηλά, γρήγορος όπως ο άνεμος, για την Άσγκαρντ. Έπρεπε να προειδοποιήσει τους άλλους θεούς.

Λίγο πριν φθάσει,όμως, τον κυρίευσε η ντροπή. Αυτός, να χάσει το όπλο του με τέτοιο τρόπο... Τελικά, αποφάσισε να το εκμυστηρευθεί μόνον- σε ποιόν άλλο; στον Λόκι.
Ο Λόκι σκέφθηκε για λίγο και κατέληξε ότι μόνον οι Γίγαντες μπορούσαν να το κλέψουν- κανείς άλλος. Έτσι, πήγε στη Φρέγια και της ζήτησε τη φορεσιά του γερακιού, ώστε να πετάξει μέχρι το Γιότουνχεϊμ και να μπορέσει να μάθει πού είναι το μίολνιρ.
Ο πρώτος που είδε μόλις έφτασε ήταν ο πρίγκιπας Τριούμ, ένας από τους πιο πλούσιους και σπουδαίους Γίγαντες. Ο Τριούμ καθόταν στην κορυφή ενός ψηλού βουνού και μόλις είδε το γεράκι, κατάλαβε ότι ήταν κάποιος θεός μεταμορφωμένος. Όταν το γεράκι πλησίασε ο Τριούμ το ρώτησε πώς είναι τα πράγματα στην Άσγκαρντ και ο Λόκι απάντησε ότι κάποιος τόλμησε να κλέψει το μιόλνιρ του Θωρ.
Ο Τριούμ άρχισε να γελά δυνατά, λέγοντας ανάμεσα από τα χαχανητά του ότι ο κλέφτης ήταν ο ίδιος, τό έκλεψε την ώρα που ο Θωρ κοιμόταν. Ύστερα, όταν τα γέλια κόπασαν, ο Τριούμ πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε ότι ήταν διατεθειμένος να το δώσει πίσω με έναν όρο: να του δώσουν για γυναίκα την πεντάμορφη Φρέγια... Αν δεν το δέχονταν αυτό οι Θεοί, τότε το σφυρί θα έμενε για πάντα κρυμένο, τόσο βαθιά στη γη, που κανείς δεν θα μπορούσε να το βρει.

Ο Λόκι έφυγε, πέταξε πίσω στην Άσγκαρντ και ενημέρωσε τον Θωρ. Ο Θωρ έφυγε τρέχοντας να βρει την Φρέγια και να την θερμοπαρακαλέσει να δεχτεί, να γίνει γυναίκα του ισχυρού Γίγαντα. Εκείνη, αν και συνήθως ήσυχη και πονόψυχη, όταν άκουσε τι της ζητούσε ο Θωρ, θύμωσε. Του είπε, λοιπόν, άγρια και δυνατα ότι δεν επρόκειτο ποτέ να δεχθεί κάτι τέτοιο, μακάρι κι όλοι οι θεοί να έπεφταν στα πόδια της να την εκλιπαρούν.
Δεν έμενε στον Θωρ κανένα περιθώριο, μετά από την τόσο ισχυρή άρνηση, από το να παραμερίσει τη ντροπή του και να παραδεχθεί ότι του έκλεψαν το πανίσχυρο σφυρί του οι Γίγαντες, μπροστά σε όλους τους θεούς.
Οι θεοί φρύαξαν όταν άκουσαν τα δυσάρεστα νέα. Ώρες ολόκληρες πέρασαν με το να σκέπτονται με τι τρόπο θα πάρουν πίσω το μίολνιρ, αλλά μάταια. Ξαφνικά, πετάχτηκε επάνω ο Χέϊμνταλ,  με μια τρελή ιδέα: να ντύσουν τον Θωρ με γυναικεία ρούχα και να τον στείλουν στον Τριούμ, στη θέση της Φρέγια- ο Γίγαντας δεν την είχε δει ποτέ. Πρότεινε να φορέσει ο Θωρ μια μακριά φούστα, στο κεφάλι μια μαντίλα και ένα πέπλο υφασμάτινο να σκεπάζει το πρόσωπο. Ο Χέϊμνταλ υποστήριξε ότι ο Γιγαντας δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι είχε μπροστά του έναν άνδρα. Από εκεί και πέρα, θα έπρεπε ο Θωρ να βρει τρόπο και να πάρει πίσω το σφυρί του.
Ο Θωρ έβαλε τις φωνές! Τι του ζητούσαν, αυτός, ο θεός του κεραυνού να βάλει γυναικεία ρούχα; Αυτό ούτε να το σκέπτονται...
Ο κίνδυνος να χρησιμοποιήσουν οι Γίγαντες το μίολνιρ εναντίον τους και να καταλάβουν την Άσγκαρντ, έγινε τότε πλήρως αντιληπτός και πάγωσε το αίμα των θεών.
Τότε, επενέβη ο εύστροφος Λόκι. Ο ίδιος, είπε, δεν είχε κανένα πρόβλημα να φορέσει γυναικεία ρούχα και να παριστάνει την υπηρέτρια της Φρέγια, που έπρεπε να είναι ο Θωρ, με γυναικεία ρούχα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κανείς δεν θα γελούσε με τον Θωρ- δεν θα ήταν ο μόνος που ντυνόταν γυναίκα.
Ο Θωρ υποχώρησε και οιν θεοί έστειλαν αγγελιαφόρο στον Τριούμ, να του πει ότι η Φρέγια θα βρισκόταν σύντομα κοντά του, μαζί με την υπηρέτριά της.

Ο Τριούμ κατευχαριστήθηκε, φώναξε ένα σωρό φίλους κι άρχισε μια γιορτή μεγάλη, περιμένοντας τη Φρέγια. Όταν οι μεταμφιεσμένοι Θωρ και Λόκι έφτασαν, ο Τριούμ πήρε το χέρι της υποτιθέμενης Φρέγιας και την οδήγησε στην αίθουσα του συμποσίου, βάζοντάς την να καθίσει σ’ ένα τραπέζι γεμάτο λιχουδιές.
Ο Θωρ, πεινασμένος, γρήγορα ξέχασε ότι παρίστανε μια γυναίκα και άρχισε να τρώει βιαστικά, και- ω θεοί!- σήκωσε και το πέπλο που έκρυβε το πρόσωπό του, για να μην τον εμποδίζει...
Έφαγε έναν ολόκληρο ταύρο, ένα τεράστιο ψάρι και ήπιε ένα βαρέλι δυνατό μέλι.
Ο Τριούμ κοιτούσε τη μνηστή του με θαυμασμό, σκέφθηκε, όμως, ότι ποτέ του δεν είχε δει γυναίκα να τρώει μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο πονηρός Λόκι του είπε, δήθεν εμπιστευτικά, ότι η Φρέγια μελαγχολούσε τόσο πολύ για χαρη του, που μια ολόκληρη εβδομάδα δεν είχε φάει τίποτε.
Ανακουφισμένος και χαρούμενος ο Τριούμ, έσκυψε να φιλήσει τη μνηστή του. Είδε, όμως, τ’ αστραφτερά μάτια του Θωρ, τραβήχτηκε γρήγορα κι α΄ρχισε να φωνάζει πως καμιά κοπέλα στον κόσμο δεν έχει τόσο βλοσυρά μάτια.
Πάλι ο Λόκι του είπε να ηρεμήσει, λέγοντάς του ότι η Φρέγια έκλαιγε εφτά μερόνυχτα και τα μάτια της κοκκίνισαν από το κλάμα.
Ο Τριούμ συγκινήθηκε, βγήκε από την αίθουσα και φώναξε την αδελφή του να έρθει μέσα και ν’αποθέσει στα πόδια της μέλλουσας νύφης το πιο ακριβό δώρο: το μιόλνιρ. Και η καρδιά του Θωρ χτυπούσε δυνατά όταν είδε στα πόδια του το πολύτιμο σφυρί του.
Το άρπαξε αμέσως, πετώντας από πάνω του τα γυναικεία ρούχα και στα΄θηκε απειλητικός απέναντι από τους κατάπληκτους Γίγαντες, οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν, τρομαγμένοι και βέβαιοι ότι ο θάνατός τους ήταν κοντά. Η προσπάθειά τους ήταν μάταιη.Όπου και να στρέφονταν, το μιόλνιρ τους έφτανε και τους σώριαζε κάτω νεκρούς.
Τελευταίος, έπεσε νεκρός ο Τριούμ...

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΑΟΥΝΤΙ ( 1852-1926)
Ο αρχιτέκτονας της Βαρκελώνης
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Αρκεί ένα ταξίδι στη σημερινή Βαρκελώνη για να δει κανείς τη σφραγίδα του μεγάλου Καταλανού αρχιτέκτονα, του ανθρώπου που ακολούθησε το όραμά του και «κέντησε» στην κυριολεξία με την ιδιαίτερη ματιά του στα κτίρια, την τόσο ευρηματική, την τόσο προχωρημένη για την εποχή του. Χρησιμοποίησε πέτρα, τούβλο, ξύλο και σίδερο, δημιουργώντας οικίες-πίνακες ζωγραφικής, αλλά τόσο λειτουργικά και σοφά σχεδιασμένα, που σε αφήνουν άναυδο. Εσωτερικά αίθρια με βιτρώ, που αντανακλούν ονειρικά το εξωτερικό φως, υπέροχες σκάλες με εκθαμβωτική μικροτεχνική στα σιδερένια κάγκελα, εργονομικός σχεδιασμός διαρρύθμισης, σου δημουργούν την επιθυμία να μείνεις εκεί, να μη φύγεις. 
Σε μια εποχή που τα αυτοκίνητα μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους, σχεδίασε υπόγεια πάρκινγκς που κανείς από τους σημερινούς αρχιτέκτονες δεν μπορεί (λόγω του μικρού και περιορισμένου χώρου) να σχεδιάσει. Τα αυτοκίνητα έμπαιναν από μία συγκεκριμένη είσοδο και έβγαιναν από μια άλλη, συνεχίζοντας απλώς τη διαδρομή τους (όχι πίσω-μπρός, όχι χτυπήματα στους αδιάφορους διπλανούς, όχι ζογκλαρίσματα...)
Η εκκλησία, στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και πέθανε χωρίς να την τελειώσει, η Σαγράδα Φαμίλια, περιμένει ακόμη υπομονετικά τους σύγχρονους αρχιτέκτονες να μαντέψουν τι ήθελε να κάνει ο Γκαουντί (Γκαουδί στα καταλάνικα) και να προχωρήσουν- είναι ο λόγος που οι εργασίες εκτελούνται πολύ αργά. Ο Γκαουντί  είχε τα σχέδια φυλλαγμένα όλα στο μυαλό του και τα πήρε μαζί του στον αθέατο κόσμο.





                                  ( η Σαγράδα Φαμίλια εσωτερικά)


Γεννήθηκε στην πόλη Ρέους, το μικρότερο παιδί της οκογένειας (είχε 4 αδέλφια) από πατέρα χαλκουργό, ο οποίος εργαζόταν σε βιομηχανία. Πολύ νωρίς αρρωσταίνει και η κακή του υγεία τον κάνει κλειστό και επιφυλακτικό. Θείο δώρο η κλίση του στο σχέδιο, που εκδηλώνεται από τα σχολικά του χρόνια και τού χαρίζει αρκετά βραβεία στους σχολικούς διαγωνισμούς ζωγραφικής.
Το 1868 ζει στην Βαρκελώνη και σπουδάζει διδακτική. Είναι τα χρόνια που αναπτύσσεται το ενδιαφέρον του για την αρχιτεκτονική, χρόνια που η Βαρκελώνη είναι η πιο μοντέρνα πόλη της Ισπανίας.
Από το 1875 μέχρι το 1878 υπηρετεί τη θητεία του στο στρατό, αλλά η κακή του υγεία δεν του επιτρέπει να συμμετέχει στις μάχες που προβαίνει η Ισπανία. Υπάρχει ξανά μια άλλη πλευρά που τον αποζημιώνει: γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Αρχιτεκτονικής της Βαρκελώνης, για να αποφοιτήσει την ίδια χρονιά που λήγει και η θητεία του. Συγχρόνως, παρακολουθεί μαθήματα οικονομίας, ιστορίας,φιλοσοφίας και αισθητικής, αλλά οι βαθμοί του είναι μέτριοι.
Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του διευθυντή της Σχολής:
«Δίνουμε τον ακαδημαϊκό αυτόν τίτλο σε έναν ανόητο ή σε μια διάνοια. Ο χρόνος θα δείξει...»
  


Το κοσμοπολίτικο περιβάλον της Βαρκελώνης τον επηρέασε επαγγελματικά και πνευματικά. Μελέτησε τα καλλιτεχνικά ρεύματα του παρελθόντος, την ισλαμική και την γοτθική αρχιτεκτονική, που τότε αναβίωνε, δέχτηκε την επιρροή των έργων των Βιολέ-λε-Ντιούκ, Τζών Ράσκιν και Ρίτσαρντ Βάγκνερ, ενώ αποφάσιζε να ανανεώσει την τοπική αρχιτεκτονική, επεξεργαζόμενος νέες φόρμες.
Τα δημιουργήματά του  χαρίζουν στη Βαρκελώνη έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και ατμόσφαιρα, όλα πόλοι έλξης για επισκέπτες και μελετητές. Μία  χαρακτηριστική τεχνική του είναι η χρήση κομματιών κεραμικών πλακιδίων, με σκοπό να διακοσμήσει ή να χρωματίσει τα έργα του, μια τεχνική με την οποία έφτιαξε την εξαιρετική και απόλυτα αναγνωρίσιμη σαλαμάνδρα του πάρκου Γκουέλ.




Ένα από τα πιο θεαματικά του έργα είναι η Έπαυλη, το Παλάτι και το Πάρκο Γκουέλ που ξεκίνησε να φτιάχνεται το 1886 και τελείωσε δύο χρόνια μετά. Τον σχεδιασμό τού τον ανέθεσε ο Don Eusebi Guell i Bacigalupi, ένας εξέχων πολίτης της Βαρκελώνης με μεγάλη συμμετοχή στην οικονομική, την πολιτική και την κοινωνική ζωή της πόλης, ο οποίος  εντυπωσιάστηκε βλέποντας το έργο που παρουσίασε ο Γκαουντί στην Διεθνη Έκθεση του Παρισιού το 1878.
Όσοι το έχουν επισκεφθεί, πέφτουν από τη μία ευχάριστη έκπληξη στην επόμενη, δεν ξέρουν τί να πρωτοθαυμάσουν, έχουν την εντύπωση ότι βρίσκονται μέσα σε μια παραμυθένια χώρα, όπου όλα βαίνουν καλώς, με έναν τεράστιο σεβασμό στη φύση και την ευδαμονία να κυριαρχεί, κάνοντάς τους να χαμογελούν μονίμως. Ο ζεστός, καταλάνικος ήλιος το λούζει όλη την ημέρα, εκτός από τα σημεία που εκείνος αποφάσισε να τους χαρίσει μια προστασία, κομμάτια όπου ο ευχάριστα αναστατωμένος επισκέπτης παίρνει τις ανάσες του, εξακολουθώντας να θαυμάζει τις υπέροχες λεπτομέρειες.




Τα περισσότερα έργα του τα έφερνε σε πέρας γρήγορα: Casa Vicens(1878-1880), Palau Guell(1885-1889), Casa Calvet(1899-1904), Casa Batlo(1905-1907), La Pedrera(1905-1907), πράγμα που δεν πέτυχε στην αγαπημένη του εκκλησία (Sagrada Familia), στην οποία έδωσε όλο του τον εαυτό και τα χρήματά του, εργαζόμενος μέχρι την τελευταία του πνοή (1884-1926).



Την 7η Ιουνίου 1926, ένας ατημέλητος γεράκος επέστρεφε από την καθημερινή του επίσκεψη στην εκκλησία και πήγαινε στη δουλειά του(έμενε στο εργαστήριό του, μέσα στην εκκλησία από το 1884, από τότε που ξεκίνησε το έργο). Ένα διερχόμενο τραμ τον χτύπησε και το χτύπημα ήταν θανατηφόρο. Οι περαστικοί νόμισαν ότι επρόκειτο για κάποιον ζητιάνο και δεν έδωσαν σημασία. Έμεινε αναίσθητος κάποιες ώρες, εγκαταλειμένος στο δρόμο μέχρι που κάποιοι ευαισθητοποιήθηκαν και τον οδήγησαν στο νοσοκομείο, όπου διεπιστώθη η ταυτότητά του: ήταν ο Αντόνι Γκαουδί. Ο ταλαιπωρημένος οργανισμός του, μαζί με τα τραύματα και τις χαμένες ώρες, ήταν σε μη ανστρέψιμη κατάσταση και  άντεξε μόνον τρεις μέρες.
Η ταφή του έγινε δύο μέρες μετά τον θάνατό του, με πλήθος κόσμου να συρρέει για να αποχαιρετήσει τον αρχιτέκτονα που θα έκανε γνωστή την πόλη τους σε όλο τον κόσμο.












 

 

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΑΛΚΟΝ ΣΚΟΤ(1868-1912)
Ο μεγάλος εξερευνητής
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Μέρος Α΄




Πολλές φορές στο παρελθόν, μέσα από διαβάσματα ή ταινίες, θαύμασα το έργο και τη θέληση αυτού του ανθρώπου να ανακαλύπτει το νέο, αδιαφορώντας για τον όποιο κίνδυνο ελόχευε. Αυτός είναι και ο λόγος που θα ξεδιπλώσω σε μερικές συνέχειες τον ίδιο και το εξερευνητικό έργο του και θα σας αφήσω να αποφασίσετε εσείς κατά πόσο ήταν ικανός ή όχι- ένα θέμα που προέκυψε από τα τέλη της δεκαετίας και μετά, σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του στον αφιλόξενο Νότιο Πόλο.

Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκότ ήταν ο πρωτότοκος γιός, τρίτος στη σειρά από τα συνολικά έξι παιδιά του Τζόν έντουαρντ Σκότ και της Χάνα Κάμινγκ, που ζούσαν στο Στόουκ Ντάμερελ, κοντά στο Ντέβενπορτ του Ντέβον.
Ο Τζών Έντουαρντ ήταν ζυθοποιός και συνάμα δικαστής, ωστόσο υπήρχε ναυτική και στρατιωτική παράδοση στην οικογένεια, εφ’ όσον ο παππούς του Ρόμπερτ, από την πλευρά του πατέρα του και τέσσερις θείοι του είχαν υπηρετήσει ή στο στρατό ή στο ναυτικό. Το ζυθοποιείο, δημιούργημα του παππού, βρισκόταν στο Πλίμουθ και ο πατέρας του Ρόμπερτ το πούλησε για να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή στην οικογένειά του.
Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, τόσο ο Ρόμπερτ, όσο και ο αδελφός του Άρτσιμπαλντ προορίζονταν για καρριέρα στις ένοπλες δυνάμεις. Έτσι, ο Ρόμπερτ πήγε σε ένα τοπικό σχολείο για τέσσερα χρόνια και μετά γράφηκε στο Stubbington House School στο Χάμσαϊρ, ένα προπαρασκευαστικό σχολείο για να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στη ναυτική εκπαίδευση στο πλοίο HMS BRITANNIA στο Ντάρτμάουθ. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει την ναυτική του σταδιοδρομία σε ηλικία 13 ετών(1881) από τη θέση του Δοκίμου.
Δύο χρόνια αργότερα η εκπαίδευση στο πλοίο τελείωσε και ο Δόκιμος Αξιωματικός Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1883) άρχισε να εργάζεται στο πλοίο HMS BOADICEA, την ναυαρχίδα της μοίρας Κέηπ, το οποίο έφευγε για την Αφρική.
Ο Ρόμπερτ εργάστηκε κατόπιν σε μια σειρά πλοίων. Σε κάποιο από τα ταξίδια του στις Ανατολικές Ινδίες, στα νησιά Κίτς, γνώρισε τον Κλέμενς Μάρκχαμ, ο οποίος ήταν τότε γραμματέας της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας, και που επηρέασε βαθιά τον Ρόμπερτ για την τροπή της καρριέρας του. Ο Μάρκχαμ εντυπωσιάστηκε από την ικανότητα, τον ενθουσιασμό και την ευστροφία του Ρόμπερτ και τού μίλησε για τα εξερευνητικά ταξίδια στους Πόλους.
Ωστόσο, ο Ρόμπερτ συνέχισε την εκπαίδευσή του, έγινε Σημαιοφόρος το 1888 και την επόμενη χρονιά Ανθυποπλοίαρχος. Το 1891 έκανε αίτηση και κατατάχθηκε στο πλοίο HMS VERNON, όπου για δύο χρόνια έκανε σεμινάρια πάνω στις τορπίλες.
Ο Ρόμπερτ ανέβαινε στην ιεραρχία κανονικά, αλλά ο ιστορικός Ρόλαντ Χάντφορντ αναφέρει ότι το όνομα του Σκότ είναι εξαφανισμένο από τα ναυτικά αρχεία από τα μέσα Αυγούστου 1889 μέχρι το τέλος Μαρτίου 1890, υπαινισσόμενος την ερωτική σχέση του με μια παντρεμένη Αμερικανίδα(σκάνδαλο για την εποχή) και ότι οι αξιωματικοί του ναυτικού θέλησαν να την «θάψουν». Ο ίδιος ο βιογράφος του Ρόμπερτ, ο Ντέϊβιντ Κρέην, παραδέχεται το κενό, αλλά το μειώνει σε μόνο 11 εβδομάδες, χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει τα αίτια, αλλά απορρίπτει την υπόθεση της κάλυψης από τους λοιπούς αξιωματικούς με το σκεπτικό ότι ο Σκοτ κάθε άλλο παρά σημαντικός ήταν εκείνον τον καιρό ενώ συγχρόνως δεν είχε ιδιαίτερες διασυνδέσεις με τους υψηλά ισταμένους. 
Ήταν το 1894 που ο Ρόμπερτ έμαθε ότι η οικογένειά του είχε χρεοκοπήσει, υποχρεώνοντας τον πατέρα του να εργασθεί ως διευθυντής σε κάποιο ζυθοποιείο στο Σέπτον Μάλετ, στο Σόμερσετ. Ο Τζων Έντουαρντ Σκοτ πέθανε τρία χρόνια αργότερα( στα 66 του χρόνια) από καρδιακό νόσημα και ο Ρόμπερτ με τον Άρτσιμπαλντ ανέλαβαν τη συντήρηση της μητέρας και των αδελφών τους.
Ο Άρτσιμπαλντ, όμως, που είχε αφήσει τον στρατό για μια καλοπληρωμένη δουλειά στις αποικίες, πέθανε το φθινόπωρο του 1898 από τυφοειδή πυρετό, αφήνοντας μόνο προστάτη της οικογένειας τον Ρόμπερτ, ο οποίος προσπαθούσε να βρει τρόπο να αυξήσει το εισόδημά του, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.Την επόμενη χρονιά είχε μια τυχαία συνάντηση με τον Κλέμενς Μάρκχαμ –τότε Πρόεδρο της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρίας- και έμαθε από εκείνον για την επικείμενη αποστολή στην Ανταρκτική, με το  DISCOVERY που θα γινόταν υπό την αιγίδα της Εταιρίας.
Ο Ρόμπερτ θεώρησε ότι η συμμετοχή του σ’ εκείνη την αποστολή θα συνέβαλε τα μέγιστα στην ναυτική του καριέρα και αποφάσισε να επισκεφθεί τον Μάρκχαμ στο σπίτι του και να του ζητήσει να ηγηθεί της αποστολής.

Για εκείνη την πρώτη αποστολή (1901-1904) θα μιλήσουμε την επόμενη εβδομάδα. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά!