The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

ΤΟ ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Το σκάκι είναι ένα από τα ωραιότερα παιγνίδια άσκησης του μυαλού στον κόσμο, η ιστορία του οποίου χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι διάφορα παιγνίδια, που έχουν σχέση με το σκάκι,παίζονταν από τη μακρινή αρχαιότητα σ’ όλες τις περιοχές ανάμεσα στην Κίνα, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, και είναι πολλές αυτές που διεκδικούν την καταγωγή του. Είναι γνωστό ότι ένα τέτοιο παιγνίδι είχε φτάσει και στους Κέλτες, πριν την Ρωμαϊκή τους κατάκτηση.
 Μέχρι τις μέρες μας δεν έχει κατορθωθεί να βρεθεί ούτε ο εφευρέτης του ούτε ο χρόνος εμφάνισής του, ενώ είναι πολλές οι θεωρίες που θέλουν την αρχική του μορφή να παίζεται στις Ινδίες γύρω στην ελληνιστική περίοδο.
Το όνομα του παιγνιδιού στην Ινδία εκείνων των χρόνων ήταν τσατουράγκα, δηλαδή τετραπλή σύνθεση, παιγνίδι που παιζόταν με τα τέσσερα όπλα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Ινδοί (ελέφαντες, ιππικό, άρματα και πεζικό). Το παιγνίδι παιζόταν με τέσσερις παίκτες και ο κάθε παίκτης κατείχε από μία γωνία της σκακιέρας.





Αν δεχτούμε ότι το σκάκι προέρχεται από την Ινδία, τότε εφευρέτης του θα θεωρηθεί ο βραχμάνος Σίσσα, που όμως έζησε σε μια απροσδιόριστη εποχή.
Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, όταν ο ηγεμόνας της περιοχής στην οποία ζούσε ο Σίσσα τον κάλεσε για να του δείξει το παιγνίδι που είχε εφεύρει, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ ώστε ρώτησε τον Σίσσα τι επιθυμούσε ως ανταμοιβή.
Ο Σίσσα τότε ζήτησε τόσους κόκκους σιτάρι, όσους θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στα 64 τετράγωνα της σκακιέρας, βάζοντα στο πρώτο έναν κόκκο, στον δεύτερο δύο, στο τρίτο τέσσερις, στο τέταρτο οκτώ, και πάει λέγοντας, διπλασιάζοντας, δηλαδή, κάθε φορά τους κόκκους στο επόμενο τετράγωνο.
Ο ηγεμόνας γέλασε, θεωρώντα εντελώς ασήμαντο το αίτημα του σοφού και τον ξαναρώτησε, αν επιθυμεί κάτι περισσότερο σημαντικό. Ο Σίσσα επέμεινε στο αρχικό του αίτημα και ο ηγεμόνας διέταξε να αδειάσουν το φορτίο σιταριού μιας καμήλας δίπλα του. Η έκπληξη ήταν τεράστια, όταν ο θησαυροφύλακάς του, και επομένως υπεύθυνος των αποθηκών, τον ενημέρωσε ότι δεν έφτανε, όχι μόνο το σιτάρι της ηγεμονίας του, αλλά ούτε και των γύρω ηγεμονιών, για να ικανοποιήσει το αίτημα του Σίσσα..., διότι το απαιτούμενο σιτάρι ανέρχονταν σε
18.446.744.073.709.551.615 κόκκους σιταριού!
Υπολογίζοντας, με τα σημερινά μας μέτρα και σταθμά, ότι το βάρος ενός κόκκου  είναι ίσο με 0,053 γραμμάρια, οι απαιτούμενοι κόκκοι ισοδυναμούσαν με την ποσότητα των 977.677.436.907 τόνων ( απλά, λέει μαθηματικά...).




Στα Βυζαντινά χρόνια παιζόταν μια παραλλαγή του παιγνιδιού, γνωστή ως ζατρίκιον και πιθανολογείται ότι προήρθε από την Περσία. Στα αρχαία περσικά  λεγόταν shatranj, δηλαδή βασιλικό παιγνίδι. Αυτό ερμηνεύεται και από τον ιδιαίτερο ρόλο του πιονιού «βασιλιάς» στο παιγνίδι, και όχι επειδή παιζόταν από βασιλιάδες και ευγενείς.
Ωστόσο, το σκάκι δεν πέρασε στην Ευρώπη από τους Πέρσες, αλλά από τους Άραβες, οι οποίοι το είχαν μάθει από τους Πέρσες.

Την γνωστή μας μορφή το σκάκι την απέκτησε στην Ευρώπη τον 15ο αιώνα. Οι κινήσεις του ίππου, του πύργου, του βασιλιά και των απλών πιονιών έχουν μείνει αναλλοίωτες στους αιώνες που πέρασαν. Διαφορές εντοπίζονται μόνον στην κίνηση της βασίλισσας, του αξιωματικού και στην κίνηση του ροκέ.
Ο πύργος, που αρχικά συμβόλιζε τα άρματα, στην πορεία συνδέθηκε με τους πολιορκητικούς πύργους.





 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

ΜΟΝΗ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ
Μια επίσκεψη-προσκύνημα
Της Dimitra Papanastasopoulou






Με λιακάδα και ένα δροσερό αεράκι να φυσά,  μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε με προορισμό το φημισμένο μοναστήρι της Καισαριανής- τώρα αρχαιολογικό χώρο, με μόνη εξαίρεση, όπως μας είπαν οι φύλακες, την Μεγάλη Παρασκευή που λαμβάνει χώρα ολόκληρη η λειτουργία της ημέρας, με τεράστιο πλήθος να κατακλύζει τον φιλικό και, σήμερα ξανά καταπράσινο Υμηττό.

Ανεβαίνοντας στην δυτική πλευρά τού Υμηττού, με τη φωτογραφική μηχανή να αναπαύεται ακόμη μέσα στην τσάντα μου, άφησα τον εαυτό μου να απολαύσει το πραγματικά ειδυλλιακό περιβάλον: πουρνάρια, πεύκα και ένα ολόκληρο τείχος από ψηλά κυπαρίσια μας υποδέχονταν, όλο και πυκνότερα, όσο πλησιάζαμε στο παλιό μοναστήρι. Τοπίο ελβερικό, γεμάτο οξυγόνο, με τους τολμηρούς να τρέχουν ή να περπατούν στον φιδογυριστό δρόμο.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα κυπαρίσια τα έχω συνδέσει με ωραίες τοποθεσίες, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν υποσκελιστεί από άλλα δέντρα. Η φύση, όμως, εκεί, ψηλά στον Υμηττό με τα μυστικά και τα βάσανά του, δεν έπαψε να τα θέλει παρόντα, υπερήφανα και καταπράσινα, ψηλότερα από τα πεύκα.
Τα παλιά χρόνια η περιοχή ήταν γεμάτη ελιές, και κοντά στο μοναστήρι ανέβλυζε πηγή με άφθονο, κρύο νερό, και ταυτίζεται με εκείνη των αρχαίων χρόνων που οι ποιητές ονόμαζαν Καλλία. Η περιοχή που βρίσκεται λίγο πιο πάνω ήταν αφιερωμένη στην θεά Αφροδίτη και λεγόταν Κυλλού Πήρα(η σημερινή Καλλοπούλα).

Το μοναστήρι, αφιερωμένο στην Παναγία, είναι αναστηλωμένο, καθαρό, κουκλίστικο σε μέγεθος, σχεδόν άδειο. Από όλα τα κελιά, μόνο σε ένα έχουν τοποθετηθεί τα ελάχιστα έπιπλα που είχε στη διάθεσή του ο μοναχός. Ο μικρός ναός, με μία εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου και τις σωζόμενες τοιχογραφίες, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυστηριακή, έξω από τη συνηθισμένη ενός εκκλησιαστικού, ζωντανού χώρου.
Έχοντας επισκεφθεί πολλές φορές το υπόγειο του Ναού του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη, τον χώρο όπου μαρτύρησε ο πολιούχος της συμπρωτεύουσας, μπορώ να πω ότι τελικά, η έλλειψη των πολλών εικόνων, των αναμένων κεριών και της μυρωδιάς του θυμιάματος, δεν στέκονται ικανά να άρουν την θρησκευτικότητα του χώρου. Το κενό του χώρου σε αγκαλιάζει, σε ηρεμεί.

Δεν είναι κτισμένο πολύ ψηλά, το υψόμετρο είναι περίπου 350 μ., αλλά το δάσος το περιβάλλει και το δροσίζει. Οι εκδοχές για την ονομασία του είναι αρκετές:
-ή από κάποιον ηγούμενο που ονομαζόταν Καισάριος και ήταν ο ιδρυτής του μοναστηριού,
-ή από την εικόνα των Εισδίων της Θεοτόκου, η οποία λέγεται ότι μεταφέρθηκε από την Κιασάρεια της Μ.Ασίας,
-ή από κάποιον  Καίσαρα που ανακαίνισε την εκκλησία στα βυζαντινά χρόνια,
-ή από την Συριανή/Σαισάρια, κόρη του αρχαίου βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού και ιέρεια στους αρχαίους ναούς του Υμηττού προς τιμήν της Σελασφόρου Αρτέμιδος, 
-ή από το σεργιάνισμα(περπάτημα) του κόσμου στην περιοχή, που λίγο-λίγο μετεβλήθη από Σεργιανή σε Συριανή και τελικά Καισαριανή,
-ή από τον Ιούλιο Καίσαρα, ο οποίος είχε έπαυλη στην ευρύτερη περιοχή,
-ή επειδή η δωρήτια του ναού ονομαζόταν Καισαριανή,
-ή, τέλος, από τα άνομα έργα της Αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας. Η Ειρήνη, αφού δηλητηρίασε τον σύζυγό της Λέοντα Δ΄, ακρωτηρίασε και δολοφόνησε αρκετούς στρατιωτικούς, τους 6 γιούς του Κωνσταντίνου Ε΄, τύφλωσε το μοναχογιό της και συμβασιλέα Κωσνταντίνο ΣΤ΄, εξόρισε δύο ετεροθαλή αδέλφια του γιού της σε ένα μοναστήρι του Υμηττού. Οι εξόριστοι είχαν τον τίτλο του Καίσαρα και το μοναστήρι ονομάστηκε από τον τίτλο τους Καισαριανή.
Διαλέγετε και παίρνετε...

Το 1208 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, σε επιστολή του προς τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο Αθηνών Βεράρδο, αναφέρει το μοναστήρι ως Sancta Syriani, μια ονομασία ιδιαίτερα αποδεκτή από τον λαό, αφού εξακολουθεί να αναφέρει την περιοχή ως Συριανή και σε γραπτά κείμενα του 13ου αιώνα και σε λαϊκά δίστιχα («στη Συριανή σεργιάνι και στην Πεντέλη μέλι, και στο Δαφνί κρύο νερό που πίνουν οι αγγγέλοι»).
Ως Καισαριανή την αναφέρει πρώτος ο Μητροπολίτης Αθηνών και Αιγίνης Μιχαήλ Χωνιάτης ( ήταν Μητροπολίτης από το 1182 έως το 1204, όταν οι Φράγκοι υπό τον Βονιφάτιο Μομφερατικό κατέλαβαν την Αθήνα), σε επιστολή του προς τον ηγούμενο της μονής, εν όσω βρισκόταν πλέον αυτοεξόριστος στην Κέα (πέθανε στο νησί το 1222).





Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ιδρύθηκε ένας χριστιανικός ναός κοντά στην Καλλία πηγή, τα δομικά υλικά του οποίου χρησιμοποιήθηκαν μεταγενέστερα για να κατασκευαστούν τα γύρω κτίρια.
Ο κύριος ναός ανάγεται στις αρχές του 12ου αιώνα και είναι σταυροειδής μετά τρούλου (ένας τρούλος μικρός και ψηλός, εντελώς διαφορετικός από τους συνηθισμένους κυκλικούς, με τοιχογραφία του Παντοκράτορα). Ο νάρθηκας προστέθηκε αρκετά αργότερα, όπως και το διπλανό και κολλητό παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου, στη νότια πλευρά της εκκλησίας.
Μετά το 1204 και την ερήμωση της Αθήνας, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ενέταξε τη μονή στην πλήρη δικαιοδοσία του Λατίνου αρχιεπισκόπου Αθηνών. Ο ηγούμενος, όμως, έκανε δήλωση υποταγής στον πάπα και κατάφερε να παραμείνει το μοναστήρι αφορολόγητο.
Στα 1458, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αττική και έφτασε στο μοναστήρι ο Μωάμεθ ο Πολιορκητής, ο τότε ηγούμενος τον υποδέχτηκε και τού παρέδωσε τα κλειδιά, εξασφαλίζοντας μ΄αυτόν τον τρόπο πλήρη φορολογική ατέλεια.
Η μονή ακολούθησε φθίνουσα πορεία στο τέλος του 18ου αιώνα, λόγω της κακοδιαχείρησης των ηγουμένων και έφθασε να χάσει την αυτονομία της. Στα 1790, τα υπέρογκα χρέη της κόντεψε να χάσει όλη την ακίνητη πειουσία της, που την εποφθαλμιούσε ο Χασεκής. Η Κοινότητα των Αθηναίων παρενέβη και πήρε απόφαση να παραχωρηθεί η μονή στον εκάστοτε Μητοπολίτη Αθηνών, με τον όρο να μη μπορεί εκείνος να εκποιεί την ακίνητη περιουσία της. Έτσι, και μόνον έτσι η μονή διέφυγε τον κίνδυνο, αλλά η υπαγωγή της στην Μητρόπολη των Αθηνών δεν την ωφέλησε.
Ο Μητροπολίτης Βενέδικτος (1782-1785 και 1787-1796) έκανε κάποιες προσπάθειες να διορθώσει τα αδιόρθωτα, αλλά βρέθηκε κατηγορούμενος ότι «κατέτρωγεν τα εισοδήματά της». Οι διάδοχοί του χειροτέρεψαν την κατάσταση και η μονή οδηγήθηκε με γρήγορα βήματα στην πλήρη παρακμή.
Στους αιώνες που είχαν προηγηθεί, η μονή είχε δημιουργήσει μια αξιόλογη βιβλιοθήκη που, κατ ενώ απετέλεσε κέντρο φιλοσοφίας, με φημισμένους διδασκάλους, που θεωρείται ότι διέθετε αρχεία βιβλιοθηκών της αρχαιότητας, ενώ δίδαξε εκεί μεταξύ άλλων και ο νεωτεριστής Πλήθων Γεμιστός. Λόγω παρακμής και για λόγους ασφαλείας, στις αρχές της Επανάστασης του 1821, η βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στην κατοικία του τότε Μητροπολίτη Διονυσίου Β΄, ανηψιό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄.





Όταν η Αθήνα καταλήφθηκε από τον Ομέρ Βρυώνη, ο χώρος λεηλατήθηκε και ένα μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης καταστράφηκε. Ό,τι διασώθηκε, μαζί και με τις βιβλιοθήκες της Μονής Πεντέλης και της Σχολής Ντέκα, μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη και εκεί αποτελειώθηκε η καταστροφή.
Από το 1824 και έπειτα, η μονή «υπεβλήθη σε άθλια μεταχείριση. Ό,τι είχε στο παρελθόν σημαντικό ρόλο στο διαφωτισμό της ανθρωπότητας και στην ασφάλεια των ψυχών, ήταν τώρα ένα παλάτι για αγελάδες, πουλερικά και άλογα».
Σύμφωνα με τους Δημογέροντες της εποχής, «τα χειρόγραφα πωλήθηκαν σε Άγγλους ως μεμβράνες, ενώ τα υπόλοιπα αρχεία χρησιμοποιήθηκαν στις κουζίνες της Μητρόπολης».
Τέλος στη λειτουργία του μοναστηριού- και όσων άλλων είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς- έθεσε μια απόφαση του βασιλιά Όθωνα το 1833.
Από το 1922 χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικό μνημείο και περιήλθε στην δικαιοδοσία της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Η μονή αναπτύσσεται μέσα σε ένα τετράπλευρο, καταπράσινο περίβολο, κλεισμένη μέσα σε τείχος, με ένα σωρό αρχαίους κίονες και σπασμένες αρχαίες κολώνες, πολλές από τις οποίες φέρουν εγχάρακτους σταυρούς.
Γύρω-γύρω υψώνονται τα κτίσματα του καθολικού, της τράπεζας, του λουτρώνα (κατά την Τουρκοκρατία λειτούργησε ως ελαιοτριβείο), ο ναός, τα κελιά και ο Πύργος των Μπενιζέλων. Ο λόγιος Μπενιζέλος, μαζί με τις αδελφές και τη συνοδεία του, είχε καταφύγει στο μοναστήρι για να προστατευθούν από την επιδημία που έπληττε την Αθήνα. Από ευγνωμοσύνη για τη χάρη και την προστασία της Παναγίας, έδωσε τα απαιτούμενα χρήματα για να γίνει η εικονογράφηση του νάρθηκα  από τον Πελοποννήσιο ζωγράφο Ιωάννη Ύπατο.
Οι τοιχογραφίες είναι του 18ου αιώνα, με πολύ ωραία χρώματα και συνθέσεις, και είναι κρίμα που οι περισσότερες έχουν καταστραφεί εντελώς. Η Πλατυτέρα, που απεικονίζεται ενθρονισμένη με τους αγγέλους στα πλαϊνά της και στολίζει τον φεγγίτη του παρεκκλησίου, βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Όταν φύγαμε, ανεβήκαμε αρκετά ψηλότερα, στα παρατηρητήρια, και παρ’ όλη τη θολή ατμόσφαιρα του απομεσήμερου, η θέα της Αθήνας και του Πειραιά ήταν μοναδική!







Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΑΣΓΚΑΡΝΤ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Σήμερα θα μάθουμε πώς χτίστηκε το περίφημο κάστρο της πρωτεύουσας των σκανδιναβικών θεοτήτων.

Ο Θώρ πολεμούσε τους γίγαντες μακριά από την Άσγκαρντ, στο Γιότουνχεϊμ, όταν ένας άλλος γίγαντας πλησίασε στην Άσγκαρντ και ο φύλακας Χέϊμνταλ τον είδε από απόσταση και σάλπισε.
Οι θεοί άκουσαν τη σάλπιγγα, είδαν τον γίγαντα να έρχεται και σκέφθηκαν να φωνάξουν πίσω τον Θώρ. Βλέποντας, όμως, τον γίγαντα άοπλο, αποφάσισαν να τον ρωτήσουν τι θέλει.
Εκείνος είπε ότι ήρθε για να χτίσει το καλύτρο και ισχυρότερο τείχος για την πόλη, τέτοιο που κανένας εχθρός να μη μπορέσει να το διαβεί. Ο Όντιν ρώτησε τι θέλει για πληρωμή, για αντάλλαγμα.
Η απάντηση του γίγαντα τους έκανε όλους έξω φρενών: ήθελε τη Φρίγια για σύζυγο και προίκα τον ήλιο και το φεγγάρι. Έτοιμοι ήταν να στίλουν να φωνάξουν τον Θώρ, όταν τους σταμάτησε ο Λόκι.
«Αφήστε το πάνω μου. Εγώ θα τον πείσω να χτίσει το τείχος χωρίς αντάλλαγμα», ήταν τα λόγια του.
Και οι θεοί, που γνώριζαν πολύ καλά πόσο πονηρός ήταν ο Λόκι, τον εμπιστεύθηκαν.
Ο Λόκι πλησίασε τον γίγαντα και τον ρώτησε πόσο καιρό θα έκανε να χτίσει το τείχος και ποιός θα τον βοηθούσε. «Σε μισό χρόνο», απάντησε ο γίγαντας. «Βοηθός θα είναι το άλογό μου, το Σβαντιλβάρι».
Ο Λόκι συμφώνησε με έναν όρο: αν το τείχος δεν ήταν έτοιμο σε μισό χρόνο, έστω κι αν έλειπε μόνο μια μικρή πέτρα, ο γίγαντας θα έχανε τα ανταλλάγματά του.





Κανείς από τους θεούς δεν πίστευε ότι το τείχος θα ήταν έτοιμο σε μισό χρόνο και έσπευσαν κι εκείνοι να βεβαιώσουν τον γίγαντα με όρκο για τα συμφωνηθέντα.
Ο γίγανατας έφυγε και γύρισε με το άλογο. Αυτό το άλογο ήταν πολύ δυνατό και πανέξυπνο: εκείνο έφερνε στον γίγαντα ολόκληρους βράχους.
Το τίχος άρχισε να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, κάνοντας τους θεούς να τρέμουν. Η Φρέγια έκλαιγε  συνεχώς, μην αντέχοντας την ιδέα να γίνει σύζυγος του γίγαντα, ότι θα άφηνε την Άσγκαρντ για να ζήσει στη χώρα των γιγάντων. Μαζί της θρηνούσαν ο Μάνι και η Σόλ, γι’ αυτό το λόγο τόσο ο ήλιος, όσο και η σελήνη μόλις που φαίνονταν στο στερέωμα.
Όσο για τους υπόλοιπους θεούς, ήταν εξαγριωμένοι με τον Λόκι, που για χάρη του είχαν δεχτεί να μη φωνάξουν τον Θώρ για βοήθεια...

Ο καιρός περνούσε και απέμειναν δύο μέρες για να λήξει η προθεσμία της κατασκευής του τείχους, αλλά ο χρόνος που χρειαζόταν ο γίγαντας ήταν μόνο μία.
Οι θεοί κάλεσαν συμβούλιο και ο Όντιν επιτέθηκε στον Λόκι, βιάζοντάς τον να βρει λύση στο πρόβλημά τους, αφού είχε υποσχεθεί ότι θα το κάνει. Εκείνος χάθηκε σε σκέψεις και μετά, αφού τους καθησύχασε και πάλι, λέγοντας ότι είχε βρει τη λύση, εξαφανίστηκε.

Ξημέρωσε και ο γίγαντας ετοιμάστηκε να φέρει το τελευταίο φορτίο πέτρες. Ξαφνικά, μια νεαρή κι όμορφη φοράδα ξεπετάχτηκε από ένα μικρό δάσος και άρχισε να ενοχλεί το Σβαντιλφάρι. Εκείνο αντιστάθηκε στην αρχή, αλλά τα θέλγητρα της φοραδούλας τον τρέλαναν κι άρχισε να την κυνηγά.
Ο γίγαντας το φώναξε αγωνιώντα πολλές φορές, αλλά το άλογο, τυφλωμένο από την ομορφιά της φοράδας έτρεχε πίσω της να τη φτάσει, αγνοώντας τις φωνές του αφέντη του, μέχρι που χάθηκαν μέσα στο δάσος.
Στο μεταξύ, οι θεοί δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αφού ο γίγαντας δεν είχε φανεί για να τελειώσει το τείχος. Η Φρέγια αναθάρρησε, ελπίζοντας σε μια πιθανή σωτηρία της, οι θεοί έβαλαν τα γέλια κι άρχισαν να γλεντούν. Η ημέρα πέρασε και η επόμενη ήρθε.
Ο γίγαντας φάνηκε στο τέλος της δεύτερης-και τελευταίας- μέρας, θυμωμένος, κουρασμένος, χωρίς το άλογό του και από το στόμα του έβγαιναν κατάρες. Ήταν σίγουρος ότι οι θεοί είχαν στείλει τη φοράδα και τους θεωρούσε υπεύθυνους και καταπατητές των όρκων τους. Μην ελέγχοντας το θυμό του, άρχισε να τους πετροβολά, κι εκείνοι, φώναξαν τον Θώρ.
Μια φοβερή βροντή έσκισε τον αέρα, στον ουρανό φάνηκε το άρμα του Θώρ. Ο θεός του κεραυνού, βλέποντας τον γίγαντα, άρπαξε το Μιόλνιρ και τού το πέταξε, ρίχνοντάς τον κάτω νεκρό.






Το τείχος το αποτελείωσαν οι ίδιοι οι θεοί, αλλά κάθε άλλο παρά εφησυχασμένοι ήταν. Γνώριζαν καλά ότι είχαν παραβεί τον όρκο τους και ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα το πλήρωναν ακριβά.
Το άλογο Σβαντιλφάρι εξαφανίστηκε χωρίς ίχνη και κανένας δεν το είδε ούτε άκουσε κάτι γι’ αυτό.
Όσο για τον εξαφανισμένο Λόκι, αφού αναγκάστηκε να μεταμορφωθεί σε φοράδα και να ενωθεί με το άλογο, έπρεπε στη συνέχεια να περιμένει να γεννήσει και μετά να πάρει την θεϊκή του υπόσταση. Το άλογο που γεννήθηκε είχε οκτώ πόδια και το όνομά του ήταν Σλέϊπνιρ. 
   
 

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΣΙΡΙΜΑΒΟ ΜΠΑΝΤΑΡΑΝΑΙΚΕ
Η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός στον κόσμο
Της Δήμητρας Παπαναστασοπουλου




Ο λόγος για την πρωθυπουργό της Σρι Λάνκα (Κεϋλάνης), την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό στον κόσμο και ηγέτιδα του Κόμματος της Ελευθερίας, η οποία μάλιστα έφερε τον τίτλο τρείς φορές(1960-1965, 1970-1975 και 1994-2000).
Η Μπαταρανάικε γεννήθηκε το 1916 ως Σιριμάβο Ρατουάτε στην πόλη Ρατναπούρα, όταν η Κεϋλάνη ήταν ακόμη βρετανική αποικία και ήταν το μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της ήταν μέλος του Συμβουλίου του Κράτους και Γερουσιαστής της Κεϋλάνης. Η ίδια ήταν βουδίστρια.

Το 1940 παντρεύτηκε τον Σόλομον Μπαταρανάικε, υπουργό τότε της αποικιακής κυβέρνησης.
Ο Σόλομον ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Ενωμένου Εθνικού Κόμματος το 1946, από το οποίο αργότερα παραιτήθηκε και το 1951 ίδρυσε το κεντροαριστερό Κόμμα για την Ελευθερία της Κεϋλάνης. Το 1956 εξελέγη πρωθυπουργός της Κεϋλάνης - ο τέταρτος μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1948 – επι κεφαλής μιας κυβέρνησης συνασπισμού αριστερών κομμάτων.
Παρέμεινε πρωθυπουργός μέχρι τη δολοφονία του στις 26 Σεπτεμβρίου 1959 στο μπαλκόνι του σπιτιού. Τον σκότωσε ένας βουδιστής μοναχός, που επιθυμούσε να εξοντώσει «ένα φίλο του κομμουνισμού», δηλαδή, έναν άνθρωπο που περιφρονεί τη θρησκεία. Ο δολοφόνος του, που ονομαζόταν Ταλντούε Σομαράμα, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Λίγες ημέρες πριν εκτελεστεί η θανατική ποινή, που τού είχε επιβληθεί, τον Ιούλιο του 1962, αυτοκτόνησε στο κελί του, έχοντας  προηγουμένως  ασπαστεί το Χριστιανισμό...

Η Σιριμάβο εξελέγη πρόεδρος του Κόμματος της Ελευθερίας και συμμετείχε για πρώτη φορά στις εκλογές του Μαρτίου 1960. Κανένα κόμμα δεν πήρε πλειοψηφία και οι εκλογές επαναλήφθηκαν στις 20 Ιουλίου του ίδιου έτους.
Αν και το Κόμμα της Ελευθερίας ήρθε δεύτερο στα ποσοστά (33,2% έναντι 37,2% του Ενωμένου Εθνικού Κόμματος), κατάφερε, εξ αιτίας του ισχύοντος εκλογικού νόμου να πάρει υπερδιπλάσιο αριθμό εδρών ( 75 έναντι 30) και να σχηματίσει τελικά κυβέρνηση σε συνεργασία με το μικρότερο κομμουνιστικό κόμμα.    
Έτσι, η Σιριμάβο Μπανταρανάικε ορκίστηκε πρωθυπουργός της Κεϋλάνης την επόμενη μέρα, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός του κόσμου, κάτι που η ίδια δεν είχε φαναταστεί μέχρι την δολοφονία του συζύγου της.
Σε κάποια ομιλία της, στα πλαίσια συγκέντρωσης γυναικών στις 16 Ιουνίου 1958, όταν ο σύζυγος της ήταν ήδη πρόεδρος της κυβέρνησης της χώρας, είχε τονίσει μεταξύ άλλων: «Γνωρίζοντας τώρα τη μεγάλη ευθύνη που συνεπάγεται το αξίωμα του πρωθυπουργού, ποτέ δεν θα αποδεχόμουν παρόμοιο λειτούργημα».
Άλλωστε, μέχρι την εκλογή του συζύγου της το 1953, η Σιριμάβο Μπανταρανάικε απέφυγε κάθε δημοσιότητα, ενώ στη συνέχεια, ως «κυρία πρωθυπουργού» ασχολήθηκε με κοινωνικά θέματα, και κυρίως με την προστασία των άπορων γυναικών.

Αμέσως μετά την εκλογή της ακούστηκαν διάφορα υποτιμητικά σχόλια από την πλευρά της αντιπολίτευσης, που την αποκαλούσε «η κλαίουσα χήρα». Αυτό έγινε επειδή η Σιριμάβο χρησιμοποιούσε πολύ έντονα το συναισθηματισμό για να πάρει τον κόσμο με το μέρος της, ξεσπώντας συχνά σε κλάματα και λέγοντας ότι επιθυμούσε να συνεχίσει το έργο του συζύγου της.
Ωστόσο, η Σιριμάβο ή «κυρία Μπι», όπως άρχισαν να την αποκαλούν, προκάλεσε αντιδράσεις για την ενθάρρυνση της βουδιστικής θρησκείας και των σιναλέζικων παραδόσεων, καθώς και για την απόφαση της να ορίσει τη Σινάλα ως επίσημη γλώσσα της Κεϋλάνης, προκαλώντας την εξέγερση της μειονότητας των Ταμίλ         ( μέχρι τότε επίσημη γλώσσα της χώρας ήταν τα αγγλικά). 

Αν και έχασε τις εκλογές του 1965, η Μπανταρανάικε επανήλθε θριαμβευτικά με τις εκλογές της 27ης Μαΐου 1970. Άλλαξε την ονομασία της χώρας σε Σρι Λάνκα δυο χρόνια αργότερα, άσκησε δυναμική εξωτερική πολιτική στα πλαίσια των Αδεσμεύτων Κρατών, ενώ, στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, άρχισε σταδιακά να μετατοπίζεται προς το κέντρο.
Το 1977 έχασε και πάλι τις εκλογές, ενώ τρία χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για καταχρηστική άσκηση εξουσίας, επειδή οι εκλογές είχαν διεξαχθεί με δύο χρόνια καθυστέρηση, και της αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα για επτά χρόνια.
Το 1994, η κόρη της, Τσαντρίγκα Κουμαρατούνγκα, εξελέγη αρχικά πρωθυπουργός και τρεις μήνες αργότερα - Νοέμβριος '94 -  πρόεδρος της Σρι Λάνκα διορίζοντας στη θέση της ως πρωθυπουργό τη μητέρα της Σιριμάβο. Αν και οι εξουσίες του προέδρου ήταν πλέον ενισχυμένες και σημαντικότερες απ' ότι του πρωθυπουργού, δεν έλειπαν οι συγκρούσεις μάνας και κόρης για το ποια θα έχει το πάνω χέρι. 
Ακριβώς τέσσερις μήνες μετά την παραίτηση της, η Σιριμάβο Μπανταρανάικε πέθανε στις 10 Οκτωβρίου 2000, την ημέρα των βουλευτικών εκλογών ύστερα από καρδιακό επεισόδιο που υπέστη στο αυτοκίνητο, λίγα λεπτά αφότου έριξε την ψήφο της!