The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΟΤΣΗΣ- ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Ο Οκτώβριος είναι για τη Θεσσαλονίκη ο πιο γορταστικός, ο πιο λαμπερός από όλους τους υπόλοιπους. Έχοντας την τύχη να ζήσω εκεί για κάτι παραπάνω από είκοσι χρόνια, με την ονομαστική μου εορτή να συμπίπτει με την απελευθέρωση της Νύφης του Βορρά μας, αυτός ο μήνας εγκαταστάθηκε μόνιμα και γιορτινά στην καρδιά μου. Ακόμη και τώρα που ζώ στην Αθήνα, φτάνει μια μικρή αναφορά στην αγαπημένη Θρσσαλονίκη για να μεταφερθώ νοερά εκεί, να περπατήσω στους δρόμους της και στην παραλία, να αισθανθώ το κρύο άγγιγμα του Βαρδάρη και την αρμύρα της θάλασσας στο πρόσωπό μου,  την πρωινή ομίχλη στα μάτια μου, τις αγκαλιές των ακριβών μου φίλων στην καρδιά μου.

Σαν σήμερα, στις 18 Οκτωβρίου 1912, ο Νίκος Βότσης έγραψε τη δική του χρυσή σελίδα στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μυθιστορηματική εξιστόρηση της σπουδαίας πράξης του, μέσα από τα μάτια της ψυχής μου.
Είναι αφιερωμένο σε όλους εσάς, αγαπημένοι μου.

---

Στο αδύναμο φώς του φθινοπωρινού πρωινού, ένα μικρό τορπιλοβόλο σκάφος με το διακριτικό όνομα « Τ- ΙΙ » και  είκοσι τρία άτομα  πλήρωμα, αφήνει τη Σκάλα του Λιτοχώρου και ανοίγεται στην  θάλασσα. Προορισμός του είναι το λιμάνι της Σαλονίκης. Ο νεαρός  υποπλοίαρχος, ένας ψηλός, μελαχρινός άνδρας με το απαραίτητο τσιγκελωτό μουστάκι, απολαμβάνει τον σεβασμό του μικρού του πληρώματος. Όλοι πιστεύουν σ’ αυτόν και τις ικανότητές του. Τους διάλεξε εκείνος, έναν προς έναν. Είναι ψύχραιμος και ήρεμος. Δίνει τις εντολές του ήσυχα και επιστατεί με άνεση το μικρό του βασίλειο.
   Το μικρό, παλιό, αλλά ευκίνητο τορπιλοβόλο συνεχίζει το ταξίδι του μέχρι τη Σκάλα του Ελευθεροχωρίου. Εκεί σταματά και περιμένει να νυχτώσει. Στις εννέα και είκοσι το βράδυ, με τα φώτα του σβηστά, βάζει πλώρη για το Καραμπουρνού, παρέα με ένα πολύ δυνατό γραίγο και συννεφιασμένο ουρανό.
   Στο Καραμπουρνού οι Τούρκοι έχουν εγκαταστήσει τέσσερα μεγάλα πυροβόλα και φωτίζουν περιστροφικά όλο το χώρο με δυνατούς ηλεκτρικούς προβολείς. Το τορπιλοβόλο, όχι μόνο πρέπει να αποφύγει τους προβολείς, αλλά και όλες τις νάρκες που έχουν τοποθετήσει οι Τούρκοι. Ένας τρίτος κίνδυνος είναι τα αβαθή νερά της περιοχής, από τις εκβολές του ποταμού Βαρδάρη[1].
   Ο υποπλοίαρχος, όμως, είναι προετοιμασμένος καλά. Γνωρίζει τα πάντα και βάζει τον ένα από τους δύο ψαράδες να βολίζει το γιαλό, ώστε να αποφύγουν τις πέτρες. Για τις νάρκες δεν φοβάται. Το μικρό βύθισμα του πλοίου του, μόλις δύο μέτρα, βρίσκεται ψηλότερα από τις νάρκες. Όλη του η προσοχή είναι στους προβολείς.
   Ο άνεμος είναι με το μέρος τους και κινεί το πλοιάριο χωρίς την ανάγκη των μηχανών του. Με τις υπολογισμένες του κινήσεις κατορθώνει και αποφεύγει τους προβολείς, κινείται σαν σκιά και περνά μεταξύ Καραβοφάναρου και Βαρδαρίου. Μακριά, πλέον, από τους προβολείς κινείται ολοταχώς προς το λιμάνι. Μπαίνει ήσυχα και ψάχνει το στόχο του. Βλέπει με τα κιάλια του το τούρκικο θωρηκτό Φέτχ ι Μπουλέντ, να στέκει στην δυτική άκρη του κυματοθραύστη σε θέση αντίθετη από τον άνεμο που φυσά δυνατά. Ο υποπλοίαρχος γνωρίζει τόσα για τον στόχο του, που θα μπορούσε να περπατά με κλειστά μάτια μέσα σ’ αυτόν.
   Κοιτώντας ένα γύρω με τα κιάλια, βλέπει άλλα δυο πλοία :ένα ρωσικό  και ένα αγγλικό- πολεμικά και τα δύο. Αυτά πρέπει να τα αφήσει εκτός βολής, όπως και άλλα  τέσσερα τουρκικά ρυμουλκά, που δεν τον ενδιαφέρουν. Στόχος του είναι το Φέτχ ι Μπουλέντ, το παροπλισμένο θωρηκτό, που εκτελεί χρέη αποθήκης και είναι η έδρα και το σπίτι του Τούρκου Διοικητή του Ναυτικού, του μπίνμπαση Αζίζ Μαχμούτ μπέη. Δίπλα του, σιωπηλό, στέκει το παλιό κανονιοφόρο Φουάτ.
   Το «Τ-ΙΙ» κινείται ήρεμα και αθόρυβα, πλησιάζοντας σαν φίδι το τουρκικό θωρηκτό. Σε απόσταση εκατόν πενήντα μέτρων σταματά, κατευθύνοντας την πρώρα του στο μέσον του θωρηκτού.
   Ο υποπλοίαρχος δίνει εντολή στον τορπιλητή να ρίξει  την δεξιά τορπίλη:   
   «Έλξον!»  
  
Η ώρα είναι έντεκα και τριάντα πέντε, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Η δεύτερη εντολή που δίνει συγχρόνως, είναι να πάρει το πλοιάριο νέα θέση, λίγο αριστερότερα και ακολουθεί η τρίτη εντολή, για την αριστερή τορπίλη:
   «Έλξον!»
   Η τέταρτη εντολή είναι να κάνουν ολοταχώς πίσω και να απομακρυνθούν από το πλοίο, στο οποίο έχουν φθάσει με επιτυχία και οι δύο τορπίλες. Οι εκρήξεις είναι απανωτές και ο υποπλοίαρχος βλέπει να ανάβουν φώτα στα δωμάτια των αξιωματικών, ενώ το πλοίο αρχίζει να βυθίζεται με την πρώρα του, γέρνοντας δεξιά.
   Εκείνη ακριβώς τη στιγμή δίνει εντολή στον Ύπαρχο να ρίξει και την τορπίλη του καταστρώματος. Η βολή του Ύπαρχου δεν είναι καλή∙ η τορπίλη σκάει με τεράστιο κρότο πάνω στον κυματοθραύστη και ανοίγει σαν πυροτέχνημα, φωτίζοντας απόκοσμα την πόλη.Ο υποπλοίαρχος αδιαφορεί. Το έργο του έχει στεφθεί με επιτυχία. Το θωρηκτό βυθίζεται. Το σπίτι του Τούρκου ναυτικού διοικητή βυθίζεται. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία και φεύγουν.
   Ο υποπλοίαρχος έχει να αντιμετωπίσει για άλλη μία φορά τους προβολείς στο Καραμπουρνού. Είναι φανερό ότι οι φύλακες έχουν ειδοποιηθεί, γιατί τώρα ανάβουν όλοι οι προβολείς. Ο ενθουσιασμένος υποπλοίαρχος, όχι μόνο περνά για δεύτερη φορά απαρατήρητος, αλλά κάνει και άλλη μία παράτολμη πράξη: Περνώντας ακριβώς μπροστά από τα πυροβόλα του Καραμπουρνού, ρίχνει ο ίδιος μία βολή με το ταχυβόλο[2] του πλοίου από απόσταση 2.500 μέτρων.  Είναι μία βολή που είχε υποσχεθεί στους άντρες του ότι θα την έριχνε, και κράτησε το λόγο του.
   Κόντευε τέσσερις το πρωί, όταν το «Τ-ΙΙ» έφευγε υπερήφανο για να πάει στην Βρωμερή Αικατερίνης, όπου, δηλαδή, είχε εντολή να πάει. Ο υποπλοίαρχος Νίκος Βότσης έχει κάθε λόγο να αισθάνεται υπέροχα. Ο εγγονός του συνονόματου ναυτικού ήρωα της Επανάστασης του Γένους και ανιψιός του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη έχει γίνει άλλος ένας Υδραίος ήρωας.
  
Ο κρότος ξύπνησε τον κόσμο του φραγκομαχαλά, του λιμανιού και του κέντρου της  Σαλονίκης. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι  έγινε σεισμός. Όσοι διασκέδαζαν, παράτησαν στη μέση το τραγούδι και τον χορό και βγήκαν στους δρόμους να μάθουν τι έγινε. Το καιγόμενο σκάφος, η μυρωδιά των καμένων ξύλων, ο παφλασμός των νερών και η απουσία του τεράστιου όγκου του θωρηκτού, είχε σαν αποτέλεσμα  την  έκρηξη χαράς για όσους Έλληνες βρέθηκαν από τύχη κοντά στο λιμάνι.
   Οι τούρκοι αστυνομικοί τρέχουν αλαφιασμένοι πάνω- κάτω, χωρίς να μπορούν να κάνουν το παραμικρό. Στο τέλος, μένουν θλιβεροί θεατές  του εντυπωσιακού βυθίσματος του θωρηκτού τους και παρακολουθούν τις φλόγες που μένουν αρκετή ώρα ζωντανές μέσα στο νερό, πριν σβήσουν. Θα μετρήσουν δεκατέσσερις νεκρούς-δεκατρείς  ναύτες και ο ιμάμης του πλοίου.
   Το νέο μεταδόθηκε σαν αστραπή σε όλους τους Έλληνες και οι οινοποσίες συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τους ξενύχτηδες.

Όλοι οι πρόξενοι,  με επι κεφαλής τον γενικό πρόξενο της Αγγλίας, Χάρρυ Λάμπ, άρχισαν να παίρνουν κοινά μέτρα για την προστασία των υπηκόων τους, περιμένοντας με αγωνία να έλθουν πολεμικά σκάφη, για την δική τους ασφάλεια, στο λιμάνι.
   Πρώτο έφθασε το αγγλικό Χαμσάϊρ. Ακολούθησαν άλλα δύο αγγλικά καταδρομικά, ένα αυστριακό θωρηκτό και μία γαλλική φρεγάτα, η  Bruix. Το βράδυ της Παρασκευής, οι πρόξενοι της Αγγλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας  πήγαν να δουν τον Φρούραρχο, Μουεντίν πασά και τον πίεσαν να λάβει άμεσα μέτρα ασφάλειας. Ο πρόξενος της Αγγλίας, τού τόνισε έντονα ότι αν διακινδύνευε περιουσία ή ζωή κάποιου ξένου υπηκόου, θα έριχναν την ευθύνη στις  τουρκικές Αρχές και στην ηγεσία του στρατού. Ο Μουεντίν φρόντισε να τους καθησυχάσει και έσπευσε να ενημερώσει τον Ταχσίν Πασά, που βρισκόταν στο Τόψιν.     
   Εδώ και μέρες επικρατούσε αναβρασμός μέσα στην πόλη. Αποκλεισμένη εντελώς από χερσαίες συγκοινωνίες, με τα πλήθη των εξαθλιωμένων και πανικόβλητων προσφύγων από τα γύρω χωριά να συρρέουν κατά εκατοντάδες ζητώντας ασφάλεια, τους Τούρκους να φοβούνται και τους Εβραίους να έχουν κλεισθεί στα σπίτια τους, οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που ανέπνεαν πιο ελεύθερα, με την πίστη της ελευθερίας να φλογίζει τις καρδιές τους. Ήταν οι μόνοι που γελούσαν και τραγουδούσαν.
   Ο τορπιλισμός του Φέτχ ι Μπουλέντ τους ξεσήκωσε ακόμη περισσότερο. Όλοι παρομοίαζαν τον Βότση με τον Κανάρη, όλοι περίμεναν να ξημερώσει η ημέρα που η Σαλονίκη θα γινόταν πάλι δική τους, όλοι ήταν σίγουροι ότι αυτή η ημέρα ήταν κοντά.





[1] Ο Αξιός ποταμός
[2] Το κανόνι αυτό βρίσκεται στην  Ύδρα




Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥ ΔΕΡΑΤΟΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα τον Ιάσονα να  καταφέρνει να εξοντώσει τους γίγαντες του Αιήτη. Ο βασιλιάς της Αίας, όμως, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Είχε βάσιμες υποψίες ότι η κόρη του, η Μήδεια είχε βοηθήσει αποτλεσματικά αυτόν τον ξένο. Και αποφάσισε να σκοτώσει το ίδιο εκείνο βράδυ τον θρασύτατο ξένο και να απαλλαγεί δια παντός  από εκείνον και τους φίλους του. Να οργανώσει ένα μακελειό.
Σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς, η Αφροδίτη εμπόδισε τον Αιήτη, πυρπολώντας τον με ακατανίκητη επιθυμία να βρεθεί με την σύζυγό του και η Μήδεια, εκμεταλλευόμενη τον χρόνο που τής δόθηκε, «βούτηξε» το χρυσόμαλλο κριάρι από το παλάτι και το’ σκασε με τον Ιάσονα.
Σύμφωνα, βέβαια, με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, η Μήδεια, νιώθοντας τη φοβερή απειλή του πατέρα της, έψαχνε να βρει τρόπο να φύγει με τον Ιάσονα μια ώρα αρχύτερα. Ύπνος δεν την έπαιρνε. Σηκώθηκε μέσα στη νύχτα και πήγε να βρει τον αγαπημένο της, να τον πείσει να πάνε μαζί, εκείνη την ώρα, να πάρουν το χρυσόμαλλο κριάρι.
Ο Ιάσων φόρεσε την πανοπλία του και την ακολούθησε. Όταν πλησίασαν στο άλσος του Άρη, όπου βρισκόταν το πολύτιμο δέρας, ο τόπος ολόκληρος φωτίστηκε από κείνο. Μα την ίδια ώρα, ο φοβερός δράκοντας τους είδε κι άρχισε να σκορπίζει φλόγες γύρω-γύρω.
Η Μήδεια επικαλέστηκε πρώτα τη φοβερή Εκάτη, να τη βοηθήσει να κοιμίσει τον δράκοντα. Ύστερα, με χαμηλή φωνή, κάλεσε τον θεό ‘Υπνο, που ποτέ δεν της χαλούσε το χατήρι, να βοηθήσει κι εκείνος, να πέσει σε νάρκη γρήγορα ο δράκος. Συγχρόνως, μουρμουρίζοντας ξόρκια, ράντισε το χώμα με φίλτρο μαγικό.



Ο Ιάσων δεν καταλάβαινε τα λόγια που έλεγε η Μήδεια, αλλά παρακολουθούσε χωρίς φόβο, όσα έκανε. Σύντομα, ο δράκος, δαμασμένος από τη δύναμη των μαγικών, άφησε το δέντρο και έπεσε καταγής, δημιουργώντας κύκλους με το μακρύ του σώμα, «όμοιος με κύμα που απλώνεται χωρίς θόρυβο προς την ακτή».Το δυνατό θηρίο, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να σηκώνει το τρομερό του κεφάλι, να κοιτά ολόγυρα και να ανοίγει το απύθμενο στόμα του.
Η Μήδεια τού έρριξε στα μάτια ένα μαγικό υγρό και ο δράκος, επιτέλους, αποκοιμήθηκε βαριά. Ο Ιάσων, με εντολή της Μήδειας που στεκόταν δίπλα στο κοιμισμένο τέρας, συνεχίζοντας να εκτελεί τα μαγικά της τεχνάσματα, άρπαξε το χρυσόμαλλο δέρας από το δέντρο.
Ήταν μεγάλο σαν να επρόκειτο για ελάφι ή μοσχάρι, το τρίχωμά του έφεγγε σαν ήλιος και φώτιζε το δρόμο του ήρωα, ο οποίος, πότε το κρατούσε στα χέρια του, πότε το κρεμούσε από τον ώμο του, με έναν φόβο να τον διακατέχει: κινδύνευε, τάχα, να έρθει ένας θεός ή ένας θνητός και να τού το πάρει; 
Οι δύο συνένοχοι κατευθύνθηκαν γοργά στην «Αργώ». Οι Αρφοναύτες πλησίασαν και κοίταζαν εκστατικοί την πανέμορφη, αστραφτερή προβιά. Αλλά δεν είχαν χρόνο. Έπρεπε να φύγουν από την Αία, πριν ο Αιήτης τους κυνηγήσει.
Έσπρωξαν όλοι το πλοίο τους ως τη θάλασσα και κωπηλατώντας με βία, ξανοίχτηκαν, απομακρύνθηκαν από τον κίνδυνο.



Ο Αιήτης το πρωί τα έμαθε όλα και οργίστηκε, λύσσαξε, και φώναξε όλο το λαό του να κατεβεί στη θάλασσα, να κυνηγήσει τους ληστές, μανιασμένος με το φευγιό της μάγισσας κόρης του.
Η «Αργώ» είχε, όμως ξεμακρύνει πολύ. Παρ’ όλα αυτά, ο Αιήτης πρόσταξε τον γιό του Άψυρτο να τους κυνηγήσει κι αν τολμήσει ν’ αποτύχει, θάνατος τον περιμένει από το άσπλαχνο χέρι του ίδιου του τού πατέρα...

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ
Του ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Σειρά στο αφιέρωμα, φίλοι μου, έχει ένα έργο που το είχα δει με ορθάνοιχτα μάτια στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του κινηματογράφου ΠΑΛΛΑΣ στη γενέτειρα πόλη μου, τη Λάρισα, στα ευαίσθητα χρόνια της εφηβείας μου. Πρωταγωνιστές ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και η εκτυφλωτική Ελίζαμπεθ Ταίηλορ. Όσοι έχετε δει αυτή τη βερσιόν, με καταλαβαίνετε...

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Σαίξπηρ και στο  έργο του.
Το έγραψε γύρω στα 1607 και παίχθηκε ως θεατρικό στα 1623. Η πλοκή βασίζεται στην μετάφραση του Τόμας Νόρθ, πάνω στους Βίους Παράλληλους του δικού μας Πλουτάρχου, σ’ εκείνον που αφορά την ζωή του Μάρκου Αντωνίου. Ο Νόρθ έκανε τη μετάφραση το 1579 και ο Σαίξπηρ άφησε αυτούσιες πολλές φράσεις του Νόρθ.
Η υπόθεση έχει ως εξής:

Ο Μάρκος Αντώνιος, ένας από τους τρείς δυνατούς(τριαρχία) της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας(Οκταβιανός και Λέπιδος οι άλλοι δύο) βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και παραμελεί τα καθήκοντά του, γοητευμένος από τα κάλλη της βασίλισσας του τόπου, της Κλεοπάτρας. Συνεχίζει να αγνοεί τα προβλήματα της πατρίδας του, ακόμη και την άτυχη επανάσταση της τρίτης του συζύγου, της Φούλβιας, εναντίον του Οκταβίου και τον θάνατό της.
Ο Οκταβιανός καλεί τον Αντώνιο στη Ρώμη. Χρειάζεται τη βοήθειά του για να στραφεί εναντίον του Σέξτου Πομπήιου, του Μενεκράτη και του Μηνά, τρεις άγριους πειρατές που λυμαίνονται την Μεσόγειο.
Η Κλεοπάτρα εκλιπαρεί τον Αντώνιο να μη φύγει, όμως εκείνος, τη βεβαιώνει για τα βαθιά του αισθήματα και φεύγει.

Στη Ρώμη, κάποιος ρίχνει την ιδέα να παντρευτεί ο Αντώνιος την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία, ώστε η συμμαχία και η φιλία των δύο ανδρών να ενισχυθεί. Και κάποιος ψυθιρίζει στον Αντώνιο ότι δεν τον συμφέρει να πάει ενάντια στη θέληση του Οκτάβιου...
Ο Αινόβαρβος, ο σημαιοφόρος του Αντωνίου, αντιλαμβάνεται ότι η Οκταβία δεν θα καταφέρει ποτέ να ικανοποιήσει τον Αντώνιο, μετά από όσατού έχει προσφέρει η Κλεοπάτρα. Σ’ ένα πασίγνωστο κείμενο, περιγράφει τη γοητεία της βασίλισσας:
«Ο χρόνος δεν περνά από πάνω της, δεν την βαριέσαι ποτέ. Έχει μια ανεξάντλητη ποικιλία:τις άλλες γυναίκες τις χορταίνεις, όσα σου δίνουν τελειώνουν γρήγορα, αλλά αυτή σ’ αφήνει πάντα πεινασμένον, αυτό είναι που σε ικανοποιεί περισσότερο».




Στην Αίγυπτο, η Κλεοπάτρα μαθαίνει για τον γάμο του Αντώνιου με την Οκταβία και ξεσπά μανιασμένη στον αγγελιαφόρο. Ηρεμεί κάπως, μόνον όταν οι κοπέλες της συνοδείας της την βεβαιώνουν ότι η Οκταβία είναι άσχημη: κοντή, με χαμηλό μέτωπο, στρογγυλοπρόσωπη, με άσχημα και λίγα μαλλιά.

Σε μια σύγκρουση, η τριαρχία διαπραγματεύεται με τον Σέξτο Πομπήιο και του προσφέρουν ανακωχή. Μπορεί να κρατήσει για λογαριασμό του τη Σικελία και τη Σαρδηνία, αλλά θα πρέπει να τους βοηθήσει να καθαρίσουν τη θάλασσα από τους πειρατές και να τους πληρώσει φόρο υποτέλειας. Ο Σέξτος Πομπήιος, μετά από τον πρώτο δισταγμό, συμφωνεί.
Γιορτάζουν τη συμφωνία μεθοκοπώντας στη γαλέρα του Σέξτου, αλλά ο Οκταβιανός αποχωρεί νωρίς. Ο Μηνάς προτείνει στον Σέξτο να σκοτώσουν τους τρεις Ρωμαίους και να γίνει ο Σέξτος Πομπήιος κυβερνήτης της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.Εκείνος αρνείται, θεωρώντας ατιμωτική μια τέτοια πράξη. Αργότερα, ο Οκταβιανός και ο Λέπιδος σπάζουν την ανακωχή και στρέφονται και πάλι εναντίον του Σέξτου Πομπήιου. Αυτό, όμως, εξαγριώνει τον Αντώνιο.



Ο Αντώνιος επιστρέφει στην Αίγυπτο, όπου, σε μια αστραφτερή τελετή, εκείνος και η Κλεοπάτρα στέφονται βασιλείς της Αιγύπτου και του ενός τρίτου της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας( του μεριδίου του Αντώνιου, δηλαδή).Στη συνέχεια κατηγορεί τον Οκταβιανό ότι δεν τού παραχωρεί το μερίδιό του από τις εκτάσεις του ηττημένου Σέξτου Πομπήιου, οργισμένος συγχρόνως που ο Οκταβιανός έχει φυλακίσει τον Λέπιδο και τού αφήρεσε την εξουσία που τού αναλογούσε.
Ο Οκταβιανός δυσαρεστείται από τη συμπεριφορά του Αντωνίου. Οι δύο άντρες θα πολεμήσουν ο ένας εναντίον του άλλου.
Ο Αινόβαρβος συμβουλεύει τον Αντώνιο να αντιμετωπίσει τον Οκταβιανό στη στεριά, εκεί που έχει το πλεονέκτημα και όχι στη θάλασσα όπου υπερτερεί ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος, με θολωμένη κρίση, δεν τον ακούει. Ο Οκταβιανός τον έχει κιόλας προκαλέσει για μια θαλάσσια αναμέτρηση κι εκείνος δεν μπορεί, παρά να δεχτεί.
Η Κλεοπάτρα προσφέρει τον στόλο της ως βοήθεια και ακολουθεί τον Αντώνιο. Στο Άκτιο, όμως, αποχωρεί και ο Αντώνιος την ακολουθεί σε έξαλη κατάσταση, αφήνοντας τους άνδρες του στην όποια χαλεπή μοίρα τους περιμένει. Ντροπιασμένος από την πράξη του, τα βάζει με την Κλεοπάτρα που τον έκανε δειλό, αλλά η καρδιά του, αδύναμη και δοσμένη για πάντα σε ‘κείνη, εκλιπαρεί:
«Δώσε μου ένα φιλί, έτσι για παρηγοριά, για εξαγορά...»
Ο Οκταβιανός στέλνει έναν αγγελιαφόρο στην Κλεοπάτρα και της ζητά να τον εγκαταλείψει, να πάρει το δικό του μέρος. Η Κλεοπάτρα διστάζει, φλερτάρει με τον αγγελιαφόρο... Ο Αντώνιος μπαίνει και γίνεται έξαλος μαζί της, διατάζει να μαστιγωθεί ο αγγελιαφόρος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να τη συγχωρήσει και να υποσχεθεί ότι αυτή τη φορά θα αντιμετωπίσει τον Οκταβιανό στη στεριά.




Την παραμονή της αναμέτρηση, οι στρατώτες του Αντώνιου βλέπουν περίεργους οιωνούς και θεωρούν ότι ο Ηρακλής εγκαταλείπει τον Αντώνιο, δεν τον προστατεύει πλέον. Ακόμη και ο Αινόβαρβος τον εγκαταλείπει, πηγαίνοντας με το μέρος του Οκταβιανού. Ο Αντώνιος, αντί να δημεύσει την κινητή περιουσία του Αινόβαρβου, τού την στέλνει. Ο Αινόβαρβος νιώθει τόσο πολύ ντροπιασμένος για την συμπεριφορά του, που πεθαίνει από καρδιακή προσβολή.

Ο Αντώνιος χάνει τη μάχη, αφού ο στρατός του τον εγκαταλείπει. Το ταραγμένο του μυαλό νομίζει ότι τον πρόδωσαν οι Αιγύπτιοι και απειλεί ότι θα σκοτώσει την Κλεοπάτρα για την προδοσία της.
Εκείνη, στη δική της απελπισία, θεωρεί ότι μόνον ένας τρόπος της έχει απομείνει για να κερδίσει τον Αντώνιο: να του μηνύσει ότι αυτοκτόνησε με το όνομά του στα χείλη της. Κλειδώνεται στο μαυσωλείο της και τον περιμένει.
Το σχέδιό της αποτυγχάνει. Ο Αντώνιος, αντί να τρέξει κοντά στη νεκρή αγαπημένη, αποφασίζει ότι δεν αξίζει να ζει. Εκλιπαρεί τον βοηθό του, τον Έρωτα, να τον σκοτώσει με το σπαθί του, αλλά εκείνος δεν το αντέχει και αντ’ αυτού, αυτοκτονεί.
Ο Αντώνιος δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το θάρρος και την γενναιότητα του Έρωτα και αποπειράται να τον μιμηθεί. Αυτό που πετυχαίνει είναι να τραυματισθεί. Μέσα στους πόνους που τον κυριεύουν, μαθαίνει ότι η Κλεοπάτρα είναι ζωντανή. Τρέχει κοντά της και πεθαίνει στην αγκαλιά της.

Ο Οκταβιανός προσπαθεί να πείσει την Κλεοπάτρα να παραδοθεί. Θυμωμένη εκείνη, αρνείται, με τη σκέψη μιας αλυσσοδεμένης γυναίκας να ποδοπατείται και να ντροπιάζεται στους δρόμους της Ρώμης.
Προδίδεται και αιχμαλωτίζεται από τους Ρωμαίους, δίνοντας στον Οκταβιανό όσα ζητά. Ωστόσο, ο θησαυροφύλακας λέει στον Οκταβιανό ότι δεν του τα έδωσε όλα, ότι κρατά κάποιο θησαυρό για τον εαυτό της. Κι άλλη προδοσία...
Ο Οκταβιανός την καλοπιάνει- δεν χρειάζεται τα πλούτη της, αλλά η σκλάβα Ντοραμπέλλα, προειδοποιεί την αγαπημένη της βασίλισσα, ότι ο πανίσχυρος Ρωμαίος την έχει στο μυαλό του μόνο για λάφυρο.




Η Κλεοπάτρα αυτοκτονεί, αφήνοντας το δηλητήριο ενός φιδιού να μπει στο αίμα της. Πεθαίνει ήσυχα και σε έκσταση, αναπολώντας τη γνωριμία της με τον Αντώνιο και την αγάπη τους. Οι σκλάβες της, Ίρα και Σαρμιάν αυτοκτονούν επίσης δίπλα της, ενωμένες μαζί της και στο θάνατο- όπως ήξεραν ότι ήταν καθήκον τους να κάνουν.
Ο Οκταβιανός βρίσκει τις τρεις γυναίκες νεκρές και νιώθει αντικρουόμενα αισθήματα. Οι θάνατοι του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας τού αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για να γίνει Αυτοκράτορας, αλλά τρέφει κάποια αισθήματα συμπάθειας γι’ αυτούς.
«Θα ταφεί δίπλα στον Αντώνιό της. Κανένας τάφος σ’ ολόκληρη τη γη δεν θ τους χωρίσει. Ένα τόσο διάσημο ζευγάρι..»
Και διατάζει να γίνει μια δημόσια, στρατιωτική κηδεία.


Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Με την ονομασία Σικελικοί Εσπερινοί είναι γνωστή η επανάσταση των Σικελών που έλαβε χώρα το 1282 εναντίον του καθεστώτος του Καρόλου  Ανδεγαυού (Ντ’ Ανζού), του Γάλλου  βασιλιά, ο οποίος με παπική συναίνεση είχε καταλάβει το βασίλειο της Σικελίας από το 1268 και είχε σκοπό να κατακτήσει και την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγος, σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄της Αραγονίας πιστεύεται ότι αναμείχθηκαν στην  λαϊκή εξέγερση, με τρόπο ώστε τελικά η Σικελία να περάσει στον έλεγχο της Αραγονίας.
Η επανάσταση πήρε αυτό το όνομα λόγω τού ότι ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της  Δευτέρας του Πάσχα (30 Μαρτίου 1282) και ήταν η αρχή ενός μακρού πολέμου, ο οποίος κράτησε είκοσι χρόνια.

Η αρχή έγινε στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, λίγο έξω από το Παλέρμο και διαδόθηκε με ταχύτητα αστραπής στο νησί. Επί έξι ολόκληρες εβδομάδες γίνονταν σφαγές Γάλλων στρατιωτών και κατοίκων.
Οι αφορμές δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένες, όσο αφορά τα ονόματα των εμπλεκομένων. Βλέπετε, πάντα οι αφορμές προέρχονται από λάθος πράξεις σε λάθος στιγμή, πολλές φορές από άσημους ανθρώπους. Πάντως, ενώ οι Σικελοί γιόρταζαν την γιορτή του Πάσχα στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, Γάλλοι αξιωματούχοι πέρασαν από εκεί για να πάρουν μέρος στη γιορτή, ήδη μεθυσμένοι και χωρίς να αντιλαμβάνονται τις εχθρικές διαθέσεις των ντόπιων.
Ένας από τους Γάλλους παρέσυρε μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα με ερωτικούς σκοπούς. Ο σύζυγός της τού επιτέθηκε με μαχαίρι και τον πλήγωσε θανάσιμα. Οι υπόλοιποι Γάλλοι επιχείρησαν να παρέμβουν και να πάρουν εκδίκηση, αλλά το πλήθος των Σικελών, που είχαν όλοι πάνω τους μαχαίρια, κινήθηκε εναντίον τους, με αποτέλεσμα να τους δολοφονήσουν όλους.
Ήταν η στιγμή που οι καμπάνες ήχησαν, σημαίνοντας τον Εσπερινό της Δευτέρας του Πάσχα. Άντρες έφυγαν τρέχοντας για το Παλέρμο καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί εναντίον των κατακτητών. Η φράση «θάνατος στους Γάλλους» κυριάρχησε και όποιος Γάλλος εμφανίστηκε μπροστά στο έξαλο πλήθος χτυπήθηκε, ανεξάρτητα με το αν ήταν γυναίκα ή παιδί. Σπίτια άνοιξαν δια της βίας και οι Σικελές που είχαν παντρευτεί Γάλλους δολοφονήθηκαν μαζί με τους συντρόφους τους.
Η 30η Μαρτίου που ξημέρωσε βρήκε 2000 Γάλλους νεκρούς και τους Σικελούς στασιαστές κύριους της πόλης τους, να έχουν ανακηρύξει το Παλέρμο Κοινότητα και έχουν εκλέξει ως αρχηγό τον ιππότη Ρογήρο Μαστράντζελο.
Η σημαία των Ντ’ Ανζού κατέβηκε και ανέβηκε ο αυτοκρατορικός αετός, ένα έμβλημα που τούς είχε παραχωρήσει ο Φρειδερίκος Β΄. Πρέσβεις έφυγαν αμέσως με μια επιστολή για τον Πάπα Μαρτίνο Δ΄, ζητώντας του να πάρει υπό την προστασία του την Κοινοτητά τους.
 Έξω από το Παλέρμο, στο Κάστρο του Βικάρι είχε καταφύγει ο Γάλλος δικαστικός εκπρόσωπος με κάποιους φίλους του. Επειδή η φρουρά του ήταν μικρή, διαπραγματευόταν τη ζωή του με το κάστρο. Ο χάρος είχε άλλα σχέδια. Ένας Σικελός έρριξε ένα βέλος και σκότωσε έναν από τους Γάλλους φίλους του δικαστή. Ήταν ένα σύνθημα για να σφάξουν όλους, όσους ήταν μέσα στο κάστρο.
Το παράδειγμα του Παλέρμο ακολούθησε και το Κορλεόνε και ανακήρυξε εαυτόν  Κοινότητα. Οι σφαγές των Γάλλων συνεχίζονταν, καθώς όλο και περισσότεροι Σικελοί μετείχαν στην εξέγερση. Στις 13 Απριλίου, δεκαπέντε μέρες μετά, όλο το δυτικό και κεντρικό κομμάτι της Σικελίας ήταν στα χέρια των στασιαστών και οι Γάλλοι των υπολοίπων περιοχών τρομοκρατημένοι.
Στις 28 Απριλίου η Μεσσήνη, η σημαντική πόλη-λιμάνι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει, πήγε με το μέρος των επαναστατών. Ο στόλος των Γάλλων που ήταν στο λιμάνι της πυρπολήθηκε.
Όταν αποκαταστάθηκε κάπως η τάξη στην πόλη της Μεσσήνης, το επόμενο σοβαρό βήμα που έπρεπε να γίνει ήταν να μαθευτούν τα νέα στην Κωνσταντινούπολη, θεωρώντας ότι ο Μιχαήλ Η΄ θα τους έστελνε χρηματική βοήθεια, αφού είχαν νικήσει τον κοινό τους εχθρό.
Ο Μιχαήλ Η΄ φέρεται να σημείωσε στο ημερολόγιό του: «εάν τολμούσα να ισχυριστώ ότι ήμουν όργανο του Θεού που έφερε την ελευθερία στους Σικελούς, θα έλεγα μόνον την αλήθεια».

Ο Κάρολος Ντ’ Ανζού βρισκόταν στην Νεάπολη και στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Αρκέστηκενα στείλει έναν υποναύαρχο με τέσσερις γαλέρες να επιτεθεί. Εκείνος, όμως, όταν έφτασε στη Μεσσήνη, καταδιώχτηκε από τις γαλέρες των Σικελών, οι οποίοι τού αιχμαλώτισαν τις δύο.
Και τότε, ο Κάρολος κατάλαβε απόλυτα τι συνέβαινε. Ξεχνώντας την εκστρατεία εναντίον της Πόλης, στράφηκε εναντίον της Σικελίας, έχοντας την υποστήριξη του Πάπα, ο οποίος είχε αγνοήσει το γράμμα των Σικελών και τον Μάϊο, μάλιστα, αναθεμάτισε όχι μόνο τους επαναστάτες αλλά και όσους τους βοήθησαν.
Ο Κάρολος ζήτησε βοήθεια και από τη Γαλλία. Ο Γάλλος βασιλιάς Φίλιππος φοβόταν τον Πέτρο Γ’ της Αραγονίας. Τού έστειλε μια επιστολή ζητώντας εγγυήσεις ότι η Αραγονία δεν θα στρεφόταν εναντίον του Καρόλου. Αν το έκανε, αυτό θα σήμαινε εχθρική ενέργεια και η Γαλλία θα έστελνε στρατό εναντίον της Αραγονίας.
Ο Πέτρος Γ΄ απάντησε αδιάφορα ότι ετοιμαζόταν να χτυπήσει τους Μαυριτανούς της Αλγερίας. Πράγματι, στις 3 Ιουνίου ξεκίνησε χωρίς να βιάζεται για τις αφρικανικές ακτές. Σταμάτησε για ανεφοδιασμό στη Μινόρκα και μετά άραξε στο Κόλλο, σε μια πολύ βολική απόσταση από τη Σικελία, περιμένοντας τις εξελίξεις.

Ο Κάρολος ετοίμασε ένα μεγάλο στρατό και στόλο, αποφασισμένος να χτυπήσει τη Σικελία σκληρά και αποτελεσματικά και στρατοπέδευσε βόρεια της Μεσσήνης. Ο Πάπας έστειλε τον καρδινάλιο Γεράρδο της Πάρμας στη Σικελία για να εξασφαλίσει την άνευ όρων παράδοση, ενώ ο Κάρολος υποσχόταν ένα σωρό μεταρρυθμίσεις.
Οι Σικελοί, όμως, ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν μέχρι τέλους. Δίπλα τους ήρθαν και κάποιοι Γενουάτες, που θεωρούσαν τον Κάρολο εχθρό.
Οι επιθέσεις του Καρόλου, που ξεκίνησαν στις 6 Αυγούστου  αναχαιτίσθηκαν με επιτυχία, εμψυχώνοντας τους Σικελούς, που πολεμούσαν όλοι, άνδρες και γυναίκες πολίτες, κάτω από συνεχείς κατακλυσμιαίες βροχές. Ωστόσο, στάθηκαν τυχεροί με τις σοδειές τους σε φρούτα και λαχανικά, και με τα ψάρια που έπιαναν, αποφεύγοντας μια πιθανή λιμοκτονία, καθώς η πολιορκία στη Μεσσήνη στένευε, αν και χωρίς αποτέλεσμα.
Οι Σικελοί νικούσαν, αλλά συναισθάνονταν τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Ο Πάπας Μαρτίνος Δ΄δεν δεχόταν να γίνει το νησί τους ανεξάρτητο. Έπρεπε να βρουν μια λύση. Κι αυτή η λύση ήταν ο Πέτρος Γ΄της Αραγονίας.
Ο Καταλανός Γουλιέλμος του Καστελανού, απεσταλμένος του Πέτρου Γ΄πήγε στο Παλέρμο και ήρθε σε επαφή με τους επαναστάτες και τους πρόσφερε τη λύση, την οποία δέχτηκαν με προνοητικότητα.
Τρείς εκπρόσωποί τους έφυγαν με τον Γουλιέλμο και πήγαν να ικετέψουν τον Πέτρο Γ΄στο Κόλλο να τους βοηθήσει. Ο βασιλιάς παρίστανε τον δύσκολο για τρεις μέρες, για να δεχτεί μετριόφρονα, έχοντας συμβουλευτεί όλους τους στρατηγούς του προηγουμένως.
Η μεγάλη στρατιά από την Αραγονία όδευε προς τη Σικελία. Αποβιβάστηκε στο Τραπάνι στις 30 Αυγούστου, ενώ ο Κάρολος συνέχιζε να πολιορκεί τη Μεσσήνη. Ο Πέτρος Γ΄ τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το νησί μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου. Ένας εικοσαετής ευρωπαϊκός πόλεμος άρχιζε.