The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΙΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Οι Αργοναύτες φτάνουν  στον προορισμό τους, την Αία, τη χώρα που βρίσκεται στις εσχατιές της ανατολής και φυλάει ως κόρη οφθαλμού το χρυσόμαλλο δέρας.
Η αρχαιότερη παράδοση έλεγε ότι η Αία ήταν στην ουσία δύο νησιά. Στ ένα βασίλευε ο Αιήτης και στο άλλο η αδελφή του μάγισσα Κίρκη. Αργότερα, τα δύο νησιά ταυτίστηκαν με την Κολχίδα, την περιοχή που βρίσκεται στην ανατολική παραλία του Ευξείνου Πόντου, στους πρόποδες του Καυκάσου.
Ο βασιλιάς Αιήτης είχε παντρευτεί την Ωκεανίδα Ιδυία και απέκτησε τον Άψυρτο, την Μήδεια και την Χαλκιόπη. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος μας περιγράφει το παλάτι του  «με τις μεγάλες πόρτες, το περιστύλιο και τον πέτρινο εξώστη που στηριζόταν σε χάλκινες κολώνες... Κοντά στην είσοδο, πυκνές κληματαριές άπλωναν σε μεγάλο ύψος την καταπράσινη φυλλωσιά τους και σκέπαζαν με τη σκιά τους τέσσαρες πηγές ανοιγμένες από τον ίδιο τον Ήφαιστο. Κρασί και γάλα έρρεαν άφθονα από τις δύο πρώτες∙ από την τρίτη έρρε λάδι, που η μυρωδιά του έμοιαζε με τα γλυκότερα αρώματα∙ από την τελευταία ανάβλυζε νερό θαυμάσιο, πάντα ζεστό μέσα στα κρύα του χειμώνα και κρύο σαν πάγος το καλοκαίρι. Με αυτά τα θαύματα ο μεγάλος τεχνίτης, ο Ήφαιστος, είχε στολίσει το παλάτι του Αιήτη. Τού είχε δώσει ακόμη δύο ταύρους με χάλκινα πόδια και στόμα επίσης χάλκινο, από το οποίο έβγαιναν αδιάκοπα γλώσσες φωτιάς∙ τέλος, τού είχε δώσει κι ένα άροτρο μονοκόμματο, κατασκευασμένο από το καλύτερο ατσάλι».

Ο Ιάσων παρουσιάστηκε μπροστά στον Αιήτη, συνοδευόμενος από τα παιδιά του Φρίξου, τον Τελαμώνα και τον Αυγεία. Ο Αιήτης οργίστηκε ακούγοντας τι ήθελε ο Ιάσων, αλλά το έκρυψε. Υποσχέθηκε ότι θα τού έδινε το χρθσόμαλλο κριάρι, αν ήταν πρόθυμος να υποστεί σε μια δοκιμασία.
«Σ’ ένα μέρος με το όνομα του Άρη έχω δύο ταύρους με χάλκινα πόδια και στόμα που βγάζει φωτιά. Εγώ ο ίδιος τους ζεύω και οργώνω τέσσερα στρέμματα άγονη γη. Μόλις τελειώσω, σπέρνω, όχι τα δώρα της Δήμητρας, αλλά τα δόντια ενός τρομερού δράκοντα, από τα οποία ξεφυτρώνουν αμέσως γίγαντες που με περικυκλώνουν. Ορμώ εναντίον τους και τους νικώ. Άρχισα το πρωί με τους ταύρους και το βράδυ είχα τελειώσει τον θερισμό. Αν, λοιπόν, τόσο πολύ θέλεις να πάρεις το χρυσόμαλλο κριάρι, πρέπει να κάνεις εσύ όλα αυτά».
Να σημειώσουμε εδώ ότι τούτος ο δράκος ήταν εκείνος που είχε εξοντώσει ο Κάδμος και τα μισά του δόντια τα είχε πάρει ο Αιήτης από την θεά Αθηνά.




Ο Ιάσων, φυσικά, δέχτηκε. Η θεά Αφροδίτη παρενέβη να βοηθήσει, εμφυσώντας μεγάλο έρωτα στη Μήδεια για τον Ιάσονα, ώστε να του παρέχει όση βοήθεια χρειαζόταν. Πήρε από ένα κουτί ένα φίλτρο με το όνομα του Προμηθέα∙αν κάποιος, μετά από νυκτερινή θυσία στην Εκάτη, άλειφε το σώμα του μ’ αυτό, γινόταν αμέσως και μια μια ολόκληρη μέρα, άτρωτος στο σίδερο, αναίσθητος στη φωτιά και εξαιρετικά δυνατός και θαρραλέος.
Το φυτό από το οποίο παράγεται εγεννήθη για πρώτη φορά στις κοιλάδες του Καυκάσου, από το αίμα που έσταζε το ράμφος του αετού που έτρωγε το συκώτι του Προμηθέα. Ο διπλός μίσχος φέρει πλατύ άνθος του ίδιου χρώματος με τον κρόκο της Κιλικίας. Η ρίζα του μοιάζει με σάρκα κομμένη πρόσφατα και περιέχει ένα μελανό υγρό, όπως εκείνο που στάζει από τις δρυς των βουνών.
Η Μήδεια το είχε συλλέξει εδώ και πολύ καιρό μέσα σ’ ένα κοχύλι της Κασπίας θάλασσας, αφού το είχε υποβάλει επτά φορές σε καθαρμό και, ντυμένη στα μαύρα, είχε επικαλεστεί μέσα στη φρίκη του ερέβους επτά φορές τη Βρυμώ.
Τη στιγμή που έκοψε τη ρίζα η γη σείστηκε και ο Προμηθέας  αισθάνθηκε πόνους στα σπλάχνα του.
Όταν η Μήδεια έδωσε το φίλτρο στον Ιάσονα, του είπε και πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσει.
«Όταν ο πατέρας μου σού δώσει τα δόντια του δράκου που θα σπείρεις στο χωράφι του Άρη, να περιμένεις να γίνει μεσάνυχτα. Τότε, ντυμένος στα μαύρα και αφού υποβληθείς σε κάθαρση στα νερά του ποταμού, θα σκάψεις μόνος σου ένα στρογγυλό τάφο σε μέρος μακρυνό. Τα χαράματα, θα βρέξεις το φίλτρο και θα τρίψεις μ’ αυτό, όχι μόνο το σώμα σου, αλλά και το σπαθί σου, το ακόντιο και την ασπίδα σου. Θα αισθανθείς υπεράνθρωπος. Το σίδερο των πολεμιστών θα λυγίζει πάνω σου και θα αντιμετωπίσεις τη φωτιά που ξερνούν οι ταύροι.
Αφού υποτάξεις τους ταύρους και οργώσεις το χωράφι, θα πεταχτούν οι γιοί της γης. Εσύ να πετάξεις μακριά τους μια μεγάλη πέτρα. Σαν σκυλιά που διεκδικούν μια λεία, θα ριχτούν ο ένας στον άλλο, γύρω από την πέτρα. Τότε να ορμήσεις πάνω τους».
Όλα αυτά η Μήδεια τα πρόσφερε με το αντάλλαγμα και την υπόσχεση του Ιάσονα ότι θα την πάρει μαζί του στην Ελλάδα.
Ο Ιάσων τα κατάφερε μια χαρά και επέστρεψε στο παλάτι, να το ανακοινώσει στον Αιήτη.
Φίλοι, Μυθολόγοι, την άλλη εβδομάδα θα δούμε την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά!   



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Μέρος δ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou





Το ταξίδι των ηρώων μας συνεχίζεται με την Αργώ να εισέρχεται στον Ελλήσποντο και να φθάνει στην χώρα των Δολιόνων. Ο βασιλιάς τους Κύζικος τους υποδέχτηκε με λαμπρότητα και οι αργοναύτες σκέφτηκαν να κάνουν μια εκδρομή στο όρος Δίνδυμο, από όπου η θέα ήταν εξαίσια.
Ωστόσο, ενώ οι περισσότεροι ανέβαιναν στο βουνό, κάποιοι γίγαντες προσπάθησαν να κλείσουν με πελώριες πέτρες το λιμάνι και να «πιάσουν» το πλοίο, να το αποκλείσουν. Και πάλι ο Ηρακλής έσωσε την κατάσταση, γιατί είχε προτιμήσει να παραμείνει στην ακτή, εξολοθρεύοντάς τους.
Οι αργοναύτες έφυγαν, αλλά μια μεγάλη θαλασσοταραχή τους έρριξε απότομα στην ίδια ακτή, μέσα στη νύχτα. Οι Δολιανοί θεώρησαν ότι δέχονται επίθεση και, με επι κεφαλής τον Κύζικο, όρμησαν επάνω τους. Νικήθηκαν και ο Κύζικος πέθανε.
Με το φως της αυγής είδαν όλοι με ποιούς πολεμούσαν. Στενοχωρημένοι, εκήδευσαν με τιμές τον Κύζικο, αλλά η βασίλισσα Κλυτία δεν άντεξε το χτύπημα και αυτοκτόνησε.
Άνεμοι αντίθετοι άρχισαν να φυσούν, εμποδίζοντας τους αργοναύτες να φύγουν. Δώδεκα μερόνυχτα λυσσομανούσαν, μέχρι που ο μάντης Μόψος, ακούγοντας το τραγούδι μιας αλκυόνης, αντελήφθη ότι η Ήρα περίμενε θυσία. Έτσι κι έγινε. Ο Ιάσων ανέβηκε στο Δίνδυμο, έκανε το καθήκον του και ικέτευσε την πανίσχυρη θεά να κατασιγάσει τη μανία των ανέμων, να τους επιτρέψει να συνεχίσουν την πορεία τους.
Η ικεσία εισακούσθηκε: τα δένδρα γέμισαν ξαφνικά με καρπούς, η γη, από όπου περνούσαν οι ήρωες, έβγαζε άφθονα λουλούδια, τα λιοντάρια βγήκαν από τις σπηλιές τους, πλησίασαν τους αργοναύτες και τους χάϊδευαν με τις ουρές τους, ήρεμα και ειρηνικά. Και το πιο εκπληκτκό απ’ όλα, το όρος Δίνδυμο, που μέχρι τότε δεν είχε καμία πηγή, απέκτησε μια μεγάλη, ψηλά, στην κατάξερη κορυφή του. Οι κάτοικοι της περιοχής την ονομάζουν πηγή του Ιάσονα.

Το ταξίδι συνεχίστηκε και ο επόμενος σταθμός ήταν η Μυσία. Ο Ηρακλής, έχοντας σπάσει το κουπί του, βγήκε και προχώρησε στο εσωτερικό, ψάχνοντας ένα κατάλληλο δέντρο, για να φτιάξει άλλο κουπί.
Στο μεταξύ, ο φίλος του Ύλας, έψαχνε να βρει μια πηγή, αλλά τον παρέσυρε μια νύμφη στα βάθη των νερών, όπου κατοικούσε. Ο Ηρακλής με τον Πολύφημο άρχισαν να τον ψάχνουν, αγωνιώντας για την τύχη του, αλλά οι υπόλοιποι αργοναύτες, συμφωνώντας με τη γνώμη των Γλαύκου, Καλάϊδος και  που Ζήτη, τους εγκατέλειψαν και συνέχισαν την πορεία τους.
Η χώρα που συναντούν είναι μια σκοτεινή χώρα, στην οποία κυβερνά ο Άμυκος, γιός του Ποσειδώνα. Ο κακός βασιλιάς αναγκάζει όλους τους ξένους που πατούν τη γη του να παλεύουν μαζί του, με σκοπό να τους σκοτώσει. Κανείς δεν γλυτώνει από τα δυνατά του χέρια.
Βλέποντας την Αργώ, ο Άμυκος πλησιάζει και ρωτά ποιός θα αναμετρηθεί μαζί του. Ο Πολυδεύκης δέχεται την πρόσκληση/πρόκληση, αλλά αυτή τη φορά ο Άμυκος δεν ήταν τυχερός. Ο Πολυδεύκης τερμάτισε τη ζωή του βασιλιά χτυπώντας τον δυνατά στον λαιμό. Οι κάτοικοι όρμησαν εναντίον του, οι αργοναύτες έσπευσαν να βοηθήσουν και το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν πολλοί κάτοικοι.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Πολυδεύκης νίκησε, αλλά χάρισε τη ζωή στον Άμυκο, αφού απέσπασε την υπόσχεση ότι δεν θα σκότωνε άλλον επισκέπτη.




Λίγες μέρες αργότερα έφτασαν στην Σαλμυδησσό, όπου συνάντησαν τον τυφλωμένο από τον Δία Φινέα, τον οποίο ταλαιπωρούσαν οι Άρπυιες, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη ανάρτηση, παίρνοντάς του το φαγητό και αφήνοντάς τον σε ένα όριο μεταξύ ζωής και θανάτου.
Οι αργοναύτες χρειάζονταν τη βοήθειά του, να τους πει με ποιό τρόπο θα περνούσαν από τις τρομερές Συμπληγάδες Πέτρες, κι εκείνος τους ζήτησε για αντάλλαγμα να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες, πράγμα που έγινε με τη σύμπραξη των αδελφών Κάλαϊ και Ζήτη.
Οι Συμπληγάδες ήταν τεράστιοι σκόπελοι, που ο άνεμος τους έκανε να χτυπούν ο ένας πάνω στον άλλο, με τρόπο που έκλεινε η δίοδος ανάμεσά τους. Επικρατούσε πάντα ομίχλη, ο θόρυβος από τις συγκρούσεις τους ήταν φοβερός και ανατριχιαστικός. Ούτε πουλί δεν προλάβαινε να περάσει και να μείνει ζωντανό από το απαίσιο αγκάλιασμά τους.
Ο Φινέας τους είπε ν’ αφήσουν ένα περιστέρι. Αν εκείνο κατάφερνε να περάσει, αυτό θα σήμαινε ότι θα τα κατάφερναν. Αν όχι, να γυρίσουν πίσω.
Και οι αργοναύτες, όταν πλησίασαν τις φοβερές Πέτρες, άφησαν ελεύθερο ένα περιστέρι, κοιτώντας το με αγωνία. Το περιστέρι πρόλαβε να περάσει, με τις Πέτρες να συνθλίβουν μόνον την άκρη της ουράς του.



Αναθαρρημένοι οι ήρωες, πλησίασαν όσο ήταν δυνατό και περίμεναν τη στιγμή που τα βράχια άνοιγαν. Τότε, κωπηλατώντας με όση δύναμη διέθεταν όρμησαν στο μικρό πέρασμα. Η Ήρα τους βοήθησε και πέρασαν, με κάποιες ζημιές στην άκρη της πρύμνης τους.
Από τότε, οι Συμπληγάδες έμειναν ακίνητες, έτσι όπως όρισε η μοίρα: να μείνουν αιώνια ακίνητες μόλις θα κατάφερνε ένα πλοίο να περάσει ανάμεσά τους.

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Μέρος δ' 
Της Dimitra Papanastasopoulou





Το ταξίδι των ηρώων μας συνεχίζεται με την Αργώ να εισέρχεται στον Ελλήσποντο και να φθάνει στην χώρα των Δολιόνων. Ο βασιλιάς τους Κύζικος τους υποδέχτηκε με λαμπρότητα και οι αργοναύτες σκέφτηκαν να κάνουν μια εκδρομή στο όρος Δίνδυμο, από όπου η θέα ήταν εξαίσια.
Ωστόσο, ενώ οι περισσότεροι ανέβαιναν στο βουνό, κάποιοι γίγαντες προσπάθησαν να κλείσουν με πελώριες πέτρες το λιμάνι και να «πιάσουν» το πλοίο, να το αποκλείσουν. Και πάλι ο Ηρακλής έσωσε την κατάσταση, γιατί είχε προτιμήσει να παραμείνει στην ακτή, εξολοθρεύοντάς τους.
Οι αργοναύτες έφυγαν, αλλά μια μεγάλη θαλασσοταραχή τους έρριξε απότομα στην ίδια ακτή, μέσα στη νύχτα. Οι Δολιανοί θεώρησαν ότι δέχονται επίθεση και, με επι κεφαλής τον Κύζικο, όρμησαν επάνω τους. Νικήθηκαν και ο Κύζικος πέθανε.
Με το φως της αυγής είδαν όλοι με ποιούς πολεμούσαν. Στενοχωρημένοι, εκήδευσαν με τιμές τον Κύζικο, αλλά η βασίλισσα Κλυτία δεν άντεξε το χτύπημα και αυτοκτόνησε.
Άνεμοι αντίθετοι άρχισαν να φυσούν, εμποδίζοντας τους αργοναύτες να φύγουν. Δώδεκα μερόνυχτα λυσσομανούσαν, μέχρι που ο μάντης Μόψος, ακούγοντας το τραγούδι μιας αλκυόνης, αντελήφθη ότι η Ήρα περίμενε θυσία. Έτσι κι έγινε. Ο Ιάσων ανέβηκε στο Δίνδυμο, έκανε το καθήκον του και ικέτευσε την πανίσχυρη θεά να κατασιγάσει τη μανία των ανέμων, να τους επιτρέψει να συνεχίσουν την πορεία τους.
Η ικεσία εισακούσθηκε: τα δένδρα γέμισαν ξαφνικά με καρπούς, η γη, από όπου περνούσαν οι ήρωες, έβγαζε άφθονα λουλούδια, τα λιοντάρια βγήκαν από τις σπηλιές τους, πλησίασαν τους αργοναύτες και τους χάϊδευαν με τις ουρές τους, ήρεμα και ειρηνικά. Και το πιο εκπληκτκό απ’ όλα, το όρος Δίνδυμο, που μέχρι τότε δεν είχε καμία πηγή, απέκτησε μια μεγάλη, ψηλά, στην κατάξερη κορυφή του. Οι κάτοικοι της περιοχής την ονομάζουν πηγή του Ιάσονα.

Το ταξίδι συνεχίστηκε και ο επόμενος σταθμός ήταν η Μυσία. Ο Ηρακλής, έχοντας σπάσει το κουπί του, βγήκε και προχώρησε στο εσωτερικό, ψάχνοντας ένα κατάλληλο δέντρο, για να φτιάξει άλλο κουπί.
Στο μεταξύ, ο φίλος του Ύλας, έψαχνε να βρει μια πηγή, αλλά τον παρέσυρε μια νύμφη στα βάθη των νερών, όπου κατοικούσε. Ο Ηρακλής με τον Πολύφημο άρχισαν να τον ψάχνουν, αγωνιώντας για την τύχη του, αλλά οι υπόλοιποι αργοναύτες, συμφωνώντας με τη γνώμη των Γλαύκου, Καλάϊδος και  που Ζήτη, τους εγκατέλειψαν και συνέχισαν την πορεία τους.
Η χώρα που συναντούν είναι μια σκοτεινή χώρα, στην οποία κυβερνά ο Άμυκος, γιός του Ποσειδώνα. Ο κακός βασιλιάς αναγκάζει όλους τους ξένους που πατούν τη γη του να παλεύουν μαζί του, με σκοπό να τους σκοτώσει. Κανείς δεν γλυτώνει από τα δυνατά του χέρια.
Βλέποντας την Αργώ, ο Άμυκος πλησιάζει και ρωτά ποιός θα αναμετρηθεί μαζί του. Ο Πολυδεύκης δέχεται την πρόσκληση/πρόκληση, αλλά αυτή τη φορά ο Άμυκος δεν ήταν τυχερός. Ο Πολυδεύκης τερμάτισε τη ζωή του βασιλιά χτυπώντας τον δυνατά στον λαιμό. Οι κάτοικοι όρμησαν εναντίον του, οι αργοναύτες έσπευσαν να βοηθήσουν και το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν πολλοί κάτοικοι.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Πολυδεύκης νίκησε, αλλά χάρισε τη ζωή στον Άμυκο, αφού απέσπασε την υπόσχεση ότι δεν θα σκότωνε άλλον επισκέπτη.




Λίγες μέρες αργότερα έφτασαν στην Σαλμυδησσό, όπου συνάντησαν τον τυφλωμένο από τον Δία Φινέα, τον οποίο ταλαιπωρούσαν οι Άρπυιες, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη ανάρτηση, παίρνοντάς του το φαγητό και αφήνοντάς τον σε ένα όριο μεταξύ ζωής και θανάτου.
Οι αργοναύτες χρειάζονταν τη βοήθειά του, να τους πει με ποιό τρόπο θα περνούσαν από τις τρομερές Συμπληγάδες Πέτρες, κι εκείνος τους ζήτησε για αντάλλαγμα να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες, πράγμα που έγινε με τη σύμπραξη των αδελφών Κάλαϊ και Ζήτη.
Οι Συμπληγάδες ήταν τεράστιοι σκόπελοι, που ο άνεμος τους έκανε να χτυπούν ο ένας πάνω στον άλλο, με τρόπο που έκλεινε η δίοδος ανάμεσά τους. Επικρατούσε πάντα ομίχλη, ο θόρυβος από τις συγκρούσεις τους ήταν φοβερός και ανατριχιαστικός. Ούτε πουλί δεν προλάβαινε να περάσει και να μείνει ζωντανό από το απαίσιο αγκάλιασμά τους.
Ο Φινέας τους είπε ν’ αφήσουν ένα περιστέρι. Αν εκείνο κατάφερνε να περάσει, αυτό θα σήμαινε ότι θα τα κατάφερναν. Αν όχι, να γυρίσουν πίσω.
Και οι αργοναύτες, όταν πλησίασαν τις φοβερές Πέτρες, άφησαν ελεύθερο ένα περιστέρι, κοιτώντας το με αγωνία. Το περιστέρι πρόλαβε να περάσει, με τις Πέτρες να συνθλίβουν μόνον την άκρη της ουράς του.





Αναθαρρημένοι οι ήρωες, πλησίασαν όσο ήταν δυνατό και περίμεναν τη στιγμή που τα βράχια άνοιγαν. Τότε, κωπηλατώντας με όση δύναμη διέθεταν όρμησαν στο μικρό πέρασμα. Η Ήρα τους βοήθησε και πέρασαν, με κάποιες ζημιές στην άκρη της πρύμνης τους.
Από τότε, οι Συμπληγάδες έμειναν ακίνητες, έτσι όπως όρισε η μοίρα: να μείνουν αιώνια ακίνητες μόλις θα κατάφερνε ένα πλοίο να περάσει ανάμεσά τους.





Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΥΡΟΥΖΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΡΟΥΖΑΚΙΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Η περίπτωση του Γεωργίου Μουρούζη(1863-1907) είναι μία από εκείνες που ο κόσμος απολαμβάνει, γελά και διασκεδάζει, τον ανεβάζει σε βάρθρα ήρωα ικανού για όλα, αλλά, φεύ, η δική του οικογένεια υποφέρει, θλίβεται και θέλει ν’ ανοίξει μια καταπακτή και να κρυφτεί, να γλυτώσει από τα σχόλια.
Γεννήθηκε στην Αθήνα την Τρίτη, 20 Μαρτίου 1863, στη 1 το πρωί, όπως σημειώνει προσεκτικά η μητέρα του, Ελένη Μαυρομιχάλη(της γνωστής οικογένειας) στο ημερολόγιό της. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, γόνος μεγάλης Φαναριώτικης οικογένειας με καταγωγή από την Τραπεζούντα.
Ο Γεώργιος έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση, ως επί το πλείστον στη Γαλλία, αρχίζοντας να προκαλεί προβλήματα, συνήθως απείθειας και οικονομικής φύσεως στην οικογένειά του (σε πάρα πολλές επιστολές προς τη μητέρα του ζητά χρήματα, πότε λίγα πότε πολλά, πότε πάρα πολλά). Αρκετά κεφάλαια της ζωής του έχουν μείνει άγνωστα, εκείνα που ήταν προφανώς τα πιο ταραγμένα και για τα οποία δεν ήθελε να μάθει ούτε η μητέρα του.
Αγαπούσε κάθε τι ελληνικό με πάθος και το υπερασπιζόταν κυριολεκτικά με το σπαθί ή το όπλο του. Ήταν ακόμη νεαρός σπουδαστής στην Στρατιωτική Σχολή των Βρυξελλών, όταν διάβασε ένα άρθρο για την επανάσταση της Θεσσαλίας, το οποίο βρήκε προσβλητικό. Δεν έχασε χρόνο. Απαίτησε από τον εκδότη της εφημερίδας να το αποσύρει, ειδάλλως θα τον καλούσε σε μονομαχία. Κι εκείνος, την επομένη πήρε πίσω όλες τις προσβολές.
Ως επί το πλείστον βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, μετά από ξενύχτια, στα οποία προκαλούσε καυγάδες και μονομαχίες, ενώ δεν δίσταζε να μπαίνει έφιππος σε καφενεία (φυσικά μεθυσμένος...) Έτσι, δεν άργησε να γίνει θρύλος στην Αθήνα. Μάλιστα, σε ένα γεύμα προς τιμήν του Πρίγκιπα Νικολάου στο ξενοδοχείο «Μελάς» της Κηφισιάς, με παρούσα άπασα την ελίτ της πρωτεύουσας, ο Μουρούζης μπήκε στην αίθουσα, πλησίασε τον Νικόλαο και τον αποκάλεσε δειλό, δυνατά, για να τον ακούσουν όλοι.
Ο πρωθυπουργός Θεοτόκης σηκώθηκε να τον διώξει, ο υπασπιστής του Νικολάου τον πρόλαβε και οι δύο άντρες αντάλλαξαν γροθιές, ενώ οι κυρίες λιποθυμούσαν η μία μετά την άλλη. Cherchez la femme φυσικά, μια νεαρή, η οποία παράτησε τον ξανθό και όμορφο Μουρούζη όταν της έγνεψε ο πρίγκιπας Νικόλαος (καλή η ομορφιά, αλλά και το αξίωμα...)
Εννοείται ότι την επομένη ο Μουρούζης έφυγε για το Παρίσι, για άλλες περιπέτειες.
Ο κόσμος δεν τον χωρούσε. Πότε βρισκόταν στη Γαλλία, πότε στο Βέλγιο, πότε πολεμούσε με τον ρωσικό στρατό τους Γιαπωνέζους, πότε έπαιρνε ενεργό μέρος στον Κρητικό ξεσηκωμό (1896-1897).
Το 1902 επέστρεψε στο Παρίσι, για να πεθάνει, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  και από άγνωστη αιτία, στις 9 Φεβρουαρίου 1907. Φημολογείται ότι κάποιος τον πυροβόλησε και η σφαίρα σφηνώθηκε στην σπονδυλική του στήλη, στο ύψος του στήθους, αλλά δεν έχει αποδειχθεί τίποτε.
Η σωρός του έμεινε για λίγες ημέρες στην ελληνική εκκλησία του Παρισιού, για να «ταξιδέψει» στη Μασσαλία και να μεταφερθεί στο ελληνικό πλοίο «Αχελώος» με προορισμό τον Πειραιά. Από εκεί, μεταφέρθηκε στην οικογενειακή εστία, οδός Φειδίου 9 και η κηδεία του έγινε στις 20 Φεβρουαρίου. Η νεκρώσιμη ακολουθία ξεκίνησε από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο των Μουρούζηδων στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών.
Οι αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής για δέκα μέρες γέμιζαν τα φύλλα τους με εκτεταμένες αναφορές για την προσωπικότητα και για την κηδεία του, ενώ γράφηκαν τρία μυθιστορήματα για την περιπετειώδη ζωή του.
Τα «Μουρουζάκια» ήταν θρασύτατοι νεαροί μιμητές του, που αντιγράφοντας τις συνήθειες του «πρίγκιπα», μεθούσαν, έκαναν φασαρίες, καυγάδες και ζημιές στα αθηναϊκά κέντρα, χωρίς ποτέ να αποζημειώνουν τους ιδιοκτήτες...