The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ
Μέρος α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Με αφορμή ένα γάμο βρέθηκα στο Ιερό Νησί για κάτι παραπάνω από μία εβδομάδα.
Συντροφιά με όλων των ειδών τους αέρηδες το γύρισα, το γεύτηκα, το μύρισα και μαγεύτηκα. Στις ενότητες που θα ακολουθήσουν θα προσπαθήσω να σας παρασύρω, να σας πείσω να πάτε εκεί και να κάνετε τη δική σας εξερεύνηση, αφού τα μάτια της ψυχής μας είναι αλλοιώτικα.

Φτάσαμε με ένα τέταρτο καθυστέρηση, επειδή στο πέλαγος λυσσομανούσαν οι βόρειοι και οι βορειοανατολικοί άνεμοι, δυνατοί, να απειλούν να δέσουν τα πλοία στα λιμάνια και να κυκλοφορούν μόνοι τους, κύριοι κι αφέντες του Αιγαίου. Η δραμαμίνη έκανε το θαύμα που ανέμενα και κατέβηκα στη στεριά χωρίς προβλήματα...
Ήταν πρωί ακόμη, τα δωμάτιά μας δεν ήταν διαθέσιμα και ξεκινήσαμε για μια πρώτη ματιά στη Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού, με τον αέρα να σφυρίζει στ’ αυτιά μου, να μού ανακατεύει τα μαλλιά, να με υποχρεώνει να φορέσω ένα τζίν ζακετάκι. Είναι βίαιος και κρύος, αλλά παραδόξως μ’ ευχαριστεί αφού δεν ιδρώνω, κι ας αγκομαχώ, ας δυσκολεύομαι να περπατήσω. Βάδην μετ’ εμποδίων.

Η χάρη Της είναι άδεια- εννοώ τη γνωστή εκκλησία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας-τα σκαλοπάτια της ελεύθερα, επιβλητικά και στρωμένα με κατακόκκινα χαλιά-μοκέτες, και καταφέρνουμε να προσκυνήσουμε χωρίς να περιμένουμε στην,συνήθως, ατελείωτη ουρά. Μυρωδιά θυμιάματος γαργαλά τη μύτη μου, θρησκευτικές μελωδίες ακούγονται από το εσωτερικό του ναού. Γίνεται μια ευχαρηστήρια λειτουργία, μοιράζεται άρτος.
Είναι μια σπάνια ευκαιρία να δω με άνεση το εσωτερικό του ναού, χωρίς να νοιώθω χέρια να με σπρώχνουν για να βρεθώ έξω, πριν το καταλάβω. Και το απολαμβάνω πραγματικά.
Κοιτώ την θαυματουργή εικόνα, η οποία βρέθηκε το 1823, κάθε άλλο παρά ευδιάκριτη από τα μυριάδες τάματα που φέρει, αφήνοντας δύο κενά στο πρόσωπό Της και στο πρόσωπο του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Την έχουν τοποθετήσει σ’ ένα επιβλητικό μαρμάρινο προσκυνητάρι, μπαίνοντας αριστερά. Είναι σπασμένη στα δύο από την αξίνα του εργάτη κατά την εύρεσή της και τραυματισμένη από μια παλιά πυρκαγιά. Τίποτε απ’ αυτά δεν μειώνει τη μεγαλοπρέπεια και το δέος που αισθάνεται κάθε πιστός που πλησιάζει. Η παράδοση θέλει να είναι έργο των χειρών του Αποστόλου Λουκά, αλλά για μένα δεν έχει καμία απολύτως σημασία ποιός την δημιούργησε.
Ολόκληρος ο ναός είναι κατάμεστος από τα τάματα, καμιά γωνιά δεν είναι άδεια και το τέμπλο, εκπληκτικής τέχνης ξυλόγλυπτο με χρυσές λεπτομέρειες, σχεδόν δεν φαίνεται, καθώς τα μάτια γυροφέρνουν λαίμαργα ένα γύρο, αδυνατώντας να εστιάσουν κάπου συγκεκριμένα.

Συνέχεια έχει μια πρώτη εξερεύνηση στο κέντρο της Χώρας και στις γειτονιές της λεγόμενης «παλιάς πόλης», που δεν με ικανοποιεί- δεν βλέπω τίποτε το ιδιαίτερο.
Καθόμαστε για μεσημεριανό σ’ ένα ταβερνάκι που ο ταξιδιωτικός οδηγός μας συστήνει ως το καλύτερο. Μόνο γραφικό είναι, στην αρχή ενός υπερβολικά στενού, πλακόστρωτου δρομίσκου, γεμάτου ταβερνάκια, που κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να στήσουν κάποια λιλιπούτεια τραπεζάκια έξω, στο δρόμο.
Ακόμη και σ’ αυτό το στενάκι ο αέρας ορμά με φόρα και έχει αντιρρήσεις ως προς το αν η σερβιτόρα πρέπει ή όχι να στρώσει εκείνο το χάρτινο τραπεζομάντηλο. Της το παίρνει και το κάνει σημαία για λίγο. Εκείνη αγανακτεί κι εμείς γελάμε...
Διαλέξαμε όλοι κάτι διαφορετικό, αλλά κανείς δεν έμεινε ενθουσιασμένος ( αχ, αυτή η μετριότητα...).

Επιστροφή στο ξενοδοχείο για ύπνο κατά βούληση και ραντεβού το απόγευμα, χαλαρά, χωρίς να πούμε συγκεκριμένη ώρα.
Εγώ ετοιμάζομαι ν’ανοίξω το λάπτοπ. Ο αέρας μ’εκδικείται που τον αψηφώ και το «σήμα» είναι τόσο αδύναμο, ώστε αναγκάζομαι να το κλείσω. Μισοξαπλώνω, παίρνω στα χέρια μου το βιβλίο που έφερα μαζί μου(Κονφιτεόρ, του Ζάουμε Καμπρέ) και το ανοίγω:
«Μέχρι χθές το βράδυ, περπατώντας στους βρεγμένους δρόμους της Βαλκάρκα, δεν είχα καταλάβει ότι το να γεννηθώ σ’ εκείνη την οικογένεια ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος».
Η πρώτη πρόταση, η πρώτη τελεία. Υπακούοντας σε δικές μου, ανεξερεύνητες συνήθειες, έβαλα τον σελιδοδείκτη εκεί, στην πρώτη σελίδα, έκλεισα το βιβλίο και μετά τα μάτια μου. Ναι, εγώ που δεν κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια, εγώ που πάντα δουλεύω τα μεσημέρια- όπως και τώρα- κοιμήθηκα και ξύπνησα από τις φωνές του φίλου μας που ήρθε να μας πει ότι ένας άλλος φίλος ήταν καθ’ όδόν να μας συναντήσει. Ποτέ μη λες ποτέ. Το ξέρω, δεν το ξέρω;

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΠΑΣΙΦΑΗ ΑΠΟΛΟΓΕΙΤΑΙ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Οι «Κρήτες» είναι μια τραγωδία του Ευριπίδη, που δεν σώζεται ολόκληρη. Από όσα μπορούμε να αντιληφθούμε, η υπόθεση εκτυλίσσεται στο παλάτι του Μίνωα, όταν έχει πια γεννηθεί ο Μινώταυρος.
Η Πασιφάη κατηγορείται και εμείς θα δούμε πώς απολογείται:

«Εάν την πράξη μου αρνιόμουν, ξέρω πως δεν θα σ’ έπειθα,
γιατί όλοι γνωρίζουν πως έχει το πράγμα.
Αν στ’ αλήθεια πρόσφερα το κορμί μου σ’ έναν άντρα
-πουλημένη στο σκοτάδι για λίγη ηδονή-
Δίκαια τότε αισχρή στα μάτια σου θα φαινόμουν.
Τώρα όμως υποφέρω,γιατί έχασα το μυαλό μου από του θεού το χτύπημα.
Αλλά το σφάλμα μου δεν ήταν εκούσιο,δεν είχε λογική!
Τι ήταν αυτό που σ’ έναν ταύρο είδα,πες μου, ώστε να κεντρίσει την ψυχή μου πόθος για τέτοια ανίερη αρρώστεια;
Μήπως που έμοιαζε τόσο ελκυστικός μές στην υπέροχη φορεσιά του,
ή μήπως τα κόκκινα μαλλιά και τα μάτια του με τύφλωσαν με την αλλόκοτη λάμψη τους;
Ή πάλι που σαν ώριμα σταφύλια τα γένια του σκοτείνιζαν την ομορφιά του;
Ο πόθος για το σώμα του εραστή μου ήταν αθέμιτος!
Για τέτοια λοιπόν ηδονικά κρεβάτια μπήκα στη ζωόμορφη κρυψώνα.
Ούτε βέβαια για τη χαρά της γέννας θα έβαζα τέτοιο σύζυγο.
Γιατί στ’ αλήθεια εγώ να παραλογιστώ από την αρρώστια;
Η άθλια τύχη αυτού του ανθρώπου με πλημμύρισε συμφορές.
Και περισσότερο απ’ όλους αυτός ευθύνεται.
Γιατί τον ταύρο που υποσχέθηκε να θυσιάσει,
όταν το φάντασμα του θαλάσσιου θεού αποκαλύφθηκε, δεν έσφαξε.
Γι’ αυτόν τον λόγο ο Ποσειδώνας σε παγίδεψε δόλια και σ’ εκδικήθηκε, όμως σε μένα έρριξε την αρρώστεια.
Και μετά, χαλάς τον κόσμο με τους θρήνους σου
και καλείς τους θεούς για μάρτυρες-ποιός, εσύ!-
που τα δικά σου έργα με εξευτέλισαν;
Κι επιπλέον εγώ, η μητέρα, η αθώα σε όλα,
έκρυψα την θεόσταλτη πληγή της μοίρας μου
- ενώ εσύ, άνθρωπε με το κακόβουλο μυαλό,
τα αίσχη της γυναίκας σου σ’ όλους ανακοινώνεις
σαν τάχα να μην είχες καμιά συμμετοχή σ’ αυτά-
κι αλήθεια, τι ωραίες κι ευπρεπείς πράξεις να επιδεικνύει κανείς!
Εσύ!
Εσύ με κατέστρεψες, δικό σου είναι το φταίξιμο,
εσύ και η αιτία της αρρώστειας μου.
Αν, λοιπόν, αποφάσισες στη θάλασσα να με πνίξεις
κάν’το, σκότωσέ με!
Τους αιμοσταγείς φόνους και τις σφαγές των αθώων καλά γνωρίζεις.
Αν πάλι αγαπάς τη σάρκα μου ωμή να κατασπαράξεις,
εμπρός,
μην καθυστερείς τα δείπνα σου!
Ελεύθερη και σε όλα αθώα πορεύομαι στο θάνατο,
για δική σου τιμωρία.»

 

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Η "ΞΕΝΗ" ΤΟΥ 1854
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου







Η μεσαιωνική Αθήνα υπέφερε πολύ συχνά από διάφορες επιδημίες, που ο απλός κόσμος αποκαλούσε «θανατικά». Ιδιαίτερα θανατηφόρες ήταν οι επιδημίες της πανώλης και, σύμφωνα με την παράδοση, μ’ αυτές συνδέονταν οι «κολώνες», απομεινάρια και σημάδια ταφής μετά από λιτανεία δύο νεαρών δαμαλιών για να αποτρέψουν την αρρώστεια. Μια τέτοια κολώνα ήταν και το περίφημο «κολωνάκι» του Κολωνακίου (από το οποίο πήρε και το όνομά της η περιοχή).
Ωστόσο, και μετά την Απελευθέρωση, και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, η Αθήνα εξακολουθούσε να δοκιμάζεται από σοβαρές επιδημίες.
Το καλοκαίρι του 1835 προκλήθηκε ελονοσία, από τα λιμνάζοντα νερά στους δρόμους, με πολλά θύματα. 
Το 1854 η πόλη δοκιμάστηκε άγρια από τη χολέρα, την οποία μετέδωσε ένα γαλλικό πλοίο κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού του Πειραιά. Ξεκίνησε τον Ιούνιο από τον Πειραιά και το πρώτο κρούσμα στην Αθήνα εμφανίστηκε τον Σεπτέμβριο, στην οδό Λυσικράτους. Τα κρούσματα πλήθαιναν και η επικοινωνία  με τον Πειραιά διακόπηκε μέχρι να κοπάσει η επιδημία.
Ωστόσο, τον Οκτώβριο επανήλθε δριμύτατη και εξαπλώθηκε, χτυπώντας και τους πλουσίους και επιφανείς κατοίκους της πρωτευουσας (Γεώργιος Γεννάδιος, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος). Μέχρι να αντιμετωπισθεί μπήκε ο Δεκέμβριος και τα θύματα της Αθήνας υπερέβησαν τα 3.000 άτομα(συνολικός πληθυσμός τότε περί τις 25.000). Επειδή, λοιπόν, η αρρώστεια μεταδόθηκε από τους ξένους ναύτες ονομάστηκε «η Ξένη του 1854».
Ο Εμμανουήλ Λυκούδης στο διήγημά του που επιγράφεται Η ΞΕΝΗ ΤΟΥ 1854, γράφει:
«Το δρεπάνι της ακούραστης εργάτισσας του Θανάτου άρχισε να δουλεύη αλύπητα από τα 7 Νοεμβρίου. Αλλά η φρικτή καταστροφή, τόση όπου ανάλογα στο λίγο πληθυσμό που απόμεινε στας Αθήνας, σε καμμιά άλλη πόλη δεν έφερε ποτέ η χολέρα, εξέσπασε από τας δέκα του μηνός. Για πέντε ημέρες δεν ήταν πλειά επιδημία αυτή. Ήταν εξολοθρευμός∙ ολόκληρες γειτονιές στ ψυχομάχημα.
...Θλιβερό συναπάντημα, η μια λιτανεία έσμιγε με την άλλη, περισσότερο στις φτωχές συνοικίες της παλαιάς πόλεως, στον Άγιο Φίλιππο, στους Αγίους Αποστόλους, στους Αέρηδες, στη Βλασσαρού, στις συνοικίες της Πλάκας. Και ο θρήνος εμεγάλωνε, εφούσκωνε το κλάμμα...»

Έχει καταγραφεί και ένα ιλαροτραγκό επεισόδιο: ο γαλλικός στρατός προσέφερε μεγάλη αμοιβή σε όσους αναλάμβαναν να θάψουν τους νεκρούς. Μια μέρα, πέταξαν στο κάρο με τους χολεριασμένους και έναν κοιμώμενο μεθυσμένο. Όταν ξύπνησε και κατάλαβε πού βρισκόταν έβαλε τις φωνές, τρομάζοντας τους οδηγούς του κάρου, που τον πέρασαν για βρυκόλακα και το έβαλαν στα πόδια...

Το 1881 έκανε την εμφάνισή του ο τύφος με εκατοντάδες νεκρούς. Πολλοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη για να γλυτώσουν και πέντε χρόνια αργότερα οι ελώδεις πυρετοί κυριάρχησαν.
 
Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Συνεχίζουμε το θέμα της φιλοξενίας  αναφέροντας τον ιδιότυπο τύπο της, όπως μας παρουσιάζεται στην τραγωδία Οιδίπους επί Κολωνώ. Σ’ αυτή την τραγωδία ο Οιδίπους, ήδη έκπτωτος και τυφλός, ζητά από τον Θησέα  τη φιλοξενία του, υποσχόμενος ως αντίδωρο το ίδιο του το σώμα, δηλαδή, δεν αιτείται μια εστία, αλλά μια ταφή στην αττική γη. Ο Θησέας υπόσχεται να τον σεβαστεί, να τον φιλοξενήσει στο παλάτι του ή όπου αλλού θελήσει ο ξένος του και να μεριμνήσει για την άνετη διαβίωση και την ασφάλειά του.

Στην τραγωδία Άλκηστις, το επεισόδιο της φιλοξενίας του Ηρακλή στο παλάτι του Άδμητου φέρνει στο φως μια σπάνια, λεπτότατη σύλληψη των καθηκόντων της φιλοξενίας.
‘Οταν εντελώς ξαφνικά καταφθάνει ο γιός του Δία και της Αλκμήνης στη χώρα του Άδμητου, η βασίλισσα Άλκηστις έχει μόλις περάσει στην επικράτεια του Άδη. Το πένθος τυλίγει το παλάτι και ο Ηρακλής ζητά να μάθει την αιτία της απέραντης θλίψης. Ο Άδμητος του απαντά με διφορούμενα λόγια, φθάνοντας στο σημείο να δηλώσει ότι η γυναίκα για την οποία θρηνεί η οικογένεια είναι μια ξένη- οθνείος- προκειμένου να διασκεδάσει την ανησυχία του επιφανούς επισκέπτη.
Ο Ηρακλής αποφασίζει να απαλλάξει το σπίτι που θρηνεί από την παρουσία του και αναζητά φιλοξενία κάπου αλλού. Αυτή του η διακριτικότητα προσκρούει στα φιλόξενα αισθήματα του οικοδεσπότη, που κατηγορηματικά, και με εμμονή, την οποία ο χορός αποδοκιμάζει ανοιχτά, αρνείται να τον αφήσει να φύγει.
Τα επιχειρήματα που προβάλει ο Άδμητος είναι πολλά: αρχίζει, παρουσιάζοντας το γεγονός πρακτικά «τεθνάσιν οι θανόντες», δηλαδή, σκέπτεται ούτε λίγο ούτε πολύ πως «οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς», ενώ υπάρχουν ξενώνες απομονωμένοι από το υπ΄λοιπο παλάτι, ώστε ο πενθών να μην ενοχλεί τον φιλοξενούμενο, αλλά και να μην ενοχλείται από την παρουσία του.
Όταν οι γέροντες του χορού μέμφονται τον Άδμητο που τολμά να ξενοδοχεί σε μια τέτοια στιγμή έσχατης συμφοράς, ο βασιλιάς εχει έτοιμη μια ολόκληρη θεωρία πάνω στο καθήκον της φιλοξενίας.
Επικαλείται έμμεσα το γεγονός ότι η συμφορά και η φιλοξενία είναι δύο πράγματα άσχετα μεταξύ τους, αλλά όχι ασυμβίβαστα. Συνεπώς, η αποπομπή ενός επισκέπτη δεν θα μείωνε καθόλου την δυστυχία του οικοδεσπότη, ενώ αντίθετα θα τον εξέθετε ηθικά, ως αφιλόξενο-αξενώτερο- ή εχθρό των ξένων- δόμους καλείσθαι τους εμούς εχθροξένους- πράγμα που θα προσέθετε ακόμη ένα κακό στα παθήματά του.
Η δεύτερη σκέψη του Άδμητου που συνηγορεί υπέρ της φιλοξενίας δεν παραπέμπει στο όφελος του φιλοξενούενου, αλλά τού φιλοξενούντος, και μάλιστα μακροπρόθεσμα, αφού η ευεργεσία θεμελιώνει την υποχρέωση της ανταπόδοσης από την πλευρά του ευεργετηθέντος. «Κι εγώ προσωπικά κερδίζω αυτόν τον άριστο φίλο που θα με φιλοξενήσει, όταν κάποτε θα φτάσω στην άνυδρη γη του Άργους». Η χάρη υπαγορεύει την ανταπόδοση και στην προκειμένη περίπτωση, η ανταπόδοση θα έλθει ανέλπιστα και γρήγορα εκ μέρους του Ηρακλή.
Παρά τα επιχειρήματα του βασιλιά, ο χορός εμμένει στις απορίες τουμ βλέποντας ότι την φιλία του ο Άδμητος τηνστηρίζει σ’ ένα ψέμμα. Και τον ρωτά: «Αφού, όπως ο ίδιος λες,  ο άντρας αυτός έφτασε εδώ ως φίλος, γιατί τού απέκρυψες την τωρινή σου συμφορά;»
Ο ετοιμόλογος βασιλιάς έχει έτοιμη την απάντηση: «Ποτέ δεν θα δεχόταν να μπεί στο σπίτι μου, αν γνώριζε κάτι από τα βάσανά μου. Και, νομίζω, βέβαια, ότι σε μερικούς φαίνομαι άμυαλος κάνοντας αυτά τα πράγματα κι ότι θα με αποδοκιμάσουν. Ωστόσο, η δική μου στέγη δεν ξέρει ούτε να διώχνει ούτε να φέρεται προσβλητικά στους ξένους».
Οι γέροντες αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι αυτό το παλάτι, αυτός ο οίκος, υπήρξε πάντοτε πολύξεινος και ο Θεάπων λίγο αργότερα το επιβεβαιώνει μονολογώντας, κρίνοντας μάλιστα ότι ο κύριός του είναι άγαν φιλόξενος.
Τα λόγια του Άδμητου αποτελούν ένα κλειδί για την κατανόηση της φιλοξενίας. Κύρια επιδίωξη του γενναιόδωρου οικοδεσπότη δεν είναι η εξασφάλιση μιας κλίνης κι ενός πλούσιου τραπεζιού, αλλά η ψυχική ανάπαυση του ξένου του.Κι αυτό ακριβώς προϋποθέτει την απόκρυψη του προσωπικού του πένθους, φθάνοντας στο σημείο να επιβάλλει νηφαλιότητα και απόκρυψη δακρύων και από τους υπηρέτες.
Ο Θεράπων που αποκαλύπτει στον Ηρακλή τον θάνατο της Άλκηστης, θα εντοπίσει το κίνητρο της συμπεριφοράς του αφέντη του στην αιδώ. Με άλλα λόγια, παρά την ατυχή εμφάνιση του Ηρακλή, ο Άδμητος ντρεπόταν αν τον διώξει. Η ντροπή αυτή συνδέεται άμεσα με την γενναιοδωρία του και με τον σεβασμό προς τον Ηρακλή που βρίσκεται μακριά από την πατρίδα του, συνεπώς δεν τίθεται καθόλου θέμα για το αν ο Άδμητος προδίδει την Άλκηστη υποδεχόμενος τον Ηρακλή.
Σε τελευταία ανάλυση, αυτό που προέχει για έναν αληθινά φιλόξενο οικοδεσπότη είναι να εξασφαλίσει μια ειρηνική και ευχάριστη διαμονή στον φιλοξενούμενο, έστω κι αν μια τέτοιαπρόθεση υπαγορεύει ανειλικρίνεια και απόκρυψη δυσάρεστων γεγονότων.
Με Ξένιο Δία ή χωρίς, το αρχαίο ελληνικό ήθος ήταν δομημένο πάνω στους λεπτούς και μεταβλητους συνειδησιακούς κραδασμούς, που στον σύγχρονο κόσμο δεν μεταφράζονται με λέξεις και, μάλλον, δεν γίνονται κάν αντιληπτοί, με εξαίρεση πάντα τους ολίγους εκλεκτούς.