The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

ΜΑΙΟΣ- ΕΝΑΣ ΚΑΥΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΜΗΝΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ξεκινώντας από την πρώτη του μέρα, ο Μάϊος έχει πολλές άλλες, εξίσου καυτές και αντρεπτικές επετείους. Σήμερα θα αναφερθούμε στον Μάϊο του Παρισιού και στην Άνοιξη-μόνον κατ’ όνομα- της Πράγας. Και οι δύο έλαβαν χώρα το 1968, 48 χρόνια νωρίτερα.
Το γενικότερο πολιτικό κλίμα ήταν προβληματικό. Οι ΗΠΑ αιμορραγούσε στην κυριολεξία πολεμώντας στο Νότιο Βιετνάμ, ενώ την ίδια χρονιά, η δολοφονία του μαύρου θρησκευτικού ηγέτη Μάρτιν Λούθερ Κίγκ πυροδοτούσε φυλετικές ταραχές απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Το αντίπαλον δέος, η ΕΣΣΔ (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) παρακολουθούσε κάθιδρη την ανατροπή του «δικού» της εκπροσώπου και Γενικού Γραμματέα στην Τσεχοσλοβακία( για τους νεότερους εκείνη την εποχή υπήρχε ένα κράτος, το οποίο διασπάσθηκε αργότερα σε Τσεχία και Σλοβακία) Αντονίν Νοβότνιν από τον ρεβιζιονιστή Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, οπαδό του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο».

Την τελευταία μέρα του Απριλίου η αστυνομία της Νέας Υόρκης εισέβαλε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και μαχόταν με τους άοπλους φοιτητές, οι οποίοι ζητούσαν να διακοπούν οι σχέσεις του παναεπιστημίου με το Ινστιτούτο Αμυντικών Μελετών- τον κύριο εκφραστή της αμερικανικής στρατηγικής στο Βιετνάμ. Δεν εισακούστηκαν, αλλά η απάντηση ήρθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, από τη Γαλλία.

Η Γαλλία γιόρταζε και πάλι την Πρωτομαγιά (είχε απαγορευθεί από το 1954, χρονιά της ολοκληρωτικής ήττας της Γαλλίας στην Ινδοκίνα) με την άδεια του Προέδρου της Σαρλ Ντε Γκώλ. Η πορεία έγινε χωρίς επεισόδια, με το ΚΚΓ (Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας) να την περιφρουρεί. Μόνο στο τέλος της σημειώθηκαν κάποια επεισόδια με αναρχικά στοιχεία.
Δύο μέρες αργότερα, στο φύλλο της αριστερής εφημερίδας Ουμανιτέ υπήρχε μια καταγγελία εναντίον ενός Γερμανού αναρχικού, ενώ παράλληλα οι φοιτητές του Παναεπιστημίου της Σορβόνης αποφάσιζαν κατάληψη και ο πρύτανης καλούσε την αστυνομία να εκκενώσει τους χώρους. Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα, οι συμπλοκές με τους φοιτητές επεκτάθηκαν σ’ όλο το Καρτιέ Λατέν, έγιναν 574 συλλήψεις και φυλακίστηκαν επτά άτομα.
Ο Μάης του ’68 είχε βάλει κιόλας φωτιά σε όλες τις πληγές της Γαλλίας και ο Ιούνιος έμελε να τον ακολουθήσει.



«Να είστε ρεαλιστές. Να ζητάτε το αδύνατο» ήταν το σύνθημα. Ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου, ο εκφραστής του γαλλικού υπαρξισμού, ήταν ο πνευματικός ταγός της φοιτητικής εξέγερσης. Δεν ήταν άλλος από τον 63χρονο Ζαν Πωλ Σάρτρ.

Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν την Παρασκευή, 10 Μαϊου, που έμεινε γνωστή ως «νύχτα των οδοφραγμάτων». Δώδεκα χιλιάδες διαδηλωτές και 60 οδοφράγματα μετέτρεψαν σε φρούριο το Καρτιέ Λατέν. Η αστυνομία επενέβη στις 2 το πρωί με αποτέλεσμα πάνω από 1000 τραυματίες, 469 συλλήψεις και σχεδόν 70 καμένα αυτοκίνητα.
Την επομένη τα εργατικά συνδικάτα αποφάσισαν να κατεβούν την Δευτέρα(13 Μαϊου) σε γενική απεργία. Κανείς δεν άκουγε τον πρωθυπουργό Μπομπιντού που ανακοίνωνε μέτρα κατευνασμού...
Η διαδήλωση της 13 Μαϊου αριθμούσε 750.000 ανθρώπους, ενώ ένα μπράζ καταλήψεων σε εργοστάσια και υπηρεσίες κλιμακώθηκε τις επόμενες ημέρες. Ο Ντε Γκώλ φώναζε: «ναι στη μεταρρύθμιση, όχι στο καρναβάλι».
Ο «πόλεμος» μετακινήθηκε στο κοινοβούλιο, η κυβέρνηση σώθηκε και αφαιρέθηκε η γαλλική ιθαγένεια του ηγέτη των αναρχικών Κον Μπετίτ. Οι φοιτητές έξαλοι φώναζαν: «είμαστε όλοι ανεπιθύμητοι Γερμανοεβραίοι».
Το γαλλικό φράγκο κατέρρευσε, τεράστια κεφάλαια φυγαδεύτηκαν στην Ελβετία, τα τρόφιμα εξαφανίστηκαν. Το πράγμα έφτασε να γίνει διαπραγμάτευση στο δρόμο, στην κυριολεξία στην οδό Γκρενέλ, μίλησαν για ένα πρωτόκολλο, αλλά οι εργάτες το απέρριψαν.
Ο καυτός μήνας έφτανε στο τέλος του, αλλά ο ορίζοντας εξακολουθούσε να είναι θολός και κόκκινος.



Ο Πρόεδρος Ντε Γκώλ στις 30 του μηνός διέλυσε τη Βουλή, προκήρυξε εκλογές και είδε να τον χειροκροτούν 750.000 Γάλλοι πολίτες.
Στις 31 οι εργάτες ζήτησαν νέες διαπραγματεύσεις, οι οποίες ξεκίνησαν την Κυριακή 2 Ιουνίου, με τους απεργούς να ξαναγυρίζουν στις δουλειές τους.
Στις 7 Ιουνίου, μια προσπάθεια αναζωπύρωσης της εξέγερσης κατέληξε σε βίαιες συγκρούσεις με αρκετούς νεκρούς.
Στις 12 Ιουνίου απαγορεύτηκαν οι διαδηλώσεις και 11 αναρχικοί τέθηκαν εκτός νόμου.
Στις 14 Ιουνίου αμνηστεύθηκαν οι φυλακισμένοι από το 1962 του ΟΑΣ  και ο ηγέτης τους, ο Σαλάν, αφέθηκε ελεύθερος.
Στις 18 Ιουνίου οι τελευταίοι απεργοί της αυτοκινητοβιομηχανίας Ρενώ επέστρεψαν στις δουλειές τους.
Οι κάλπες της 30ης Ιουνίου 1968 ανέδειξαν νικητή τον Ντε Γκώλ (358 από τις 485 έδρες).  Το κουτί της Πανδώρας έκλεισε.  




Στην Τσεχοσλοβακία, η λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας», που εξερράγη το καλοκαίρι, ξεκινούσε ήσυχα και υπόγεια. Καταργήθηκε η λογοκρισία και επανήλθε η ελευθερία του λόγου, χωρίς να χρειαστεί να κατεβεί ο κόσμος σε διαμαρτυρίες.
Στις 14 Μαϊου ανα κοινώθηκαν οι μεταρρυθμίσεις της «άνοιξης», ενώ στις 25 Ιουνίου η εθνοσυνέλευση ψήφισε νόμο αποκατάστασης όσων είχαν διωχτεί σε πολιτικές δίκες, αρχής γενομένης το 1948.
Εβδομήντα προσωπικότητες υπέγραψαν ένα κείμενο που αφορούσε τον εκδημοκρατισμό της χώρας.
Όμως, τα πράγματα κάπου ξεστράτισαν, οι ρυθμοί ανέβηκαν, η καχυποψία βασίλεψε, οι απειλές από τους εταίρους του Συμφώνου της Βαρσοβίας ακολούθησαν. Σοβιετικά στρατεύματα άρχισαν να συγκεντρώνονται στα σύνορα με την Πολωνία και την Ανατολική Γερμανία.
Στις 30 Ιουλίου, η έκτακτη σύνοδος των μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατέληγε σε μια μάταιη προσπάθεια του Κρεμλίνου να πείσει τον Ντούμπτσεκ να αναστείλει το «πείραμα».
Συνέχιζαν να τον πιέζουν μέχρι τις 20 Αυγούστου. Σειρά είχαν τα όπλα.
Η σοβιετική εισβολή εκδηλώθηκε ταυτόχρονα στην Πολωνία, την Ανατολική Γερμανία και την Ουγγαρία. Οι Τσεχοσλοβάκοι αιφνιδιάστηκαν.
Η μοναδική μάχη που δόθηκε μπροστά στο κτίριο της Ραδιοτηλεόρασης είχε 30 νεκρούς και 300 τραυματίες.
Ο Ντούμπτσεκ καθαιρέθηκε και τον διαδέχτηκε ο Γκούσταβ Χούτζακ. Η Πανδώρα εδώ, ήθελε να παίξει διαφορετικά  και ο Μπέρτολντ Μπρέχτ σαρκάζει:
«Μετά από την εξέγερση της 17ης Ιουνίου, ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών έβαλε να μοιράσουν φυλλάδια στην λεωφόρο Στάλιν, που έγραφαν ότι ο λαός είχε πλέον απωλέσει την εμπιστοσύνη της κυβερνήσεως και ότι μπορούσε να την επανακτήσει, μόνο διπλασιάζοντας την εργασία.
Μα, δεν θα ήταν ευκολότερο σ’ αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση να διαλύσει τον λαό και να εκλέξει άλλον;»

   


Σάββατο 7 Μαΐου 2016

ΧΑΣΕΚΙ ΜΑΧ-ΠΕΙΚΕΡ ΚΙΟΣΕΜ ΒΑΛΙΝΤΕ ΣΟΥΛΤΑΝ
Μια Ελληνίδα Χιώτισσα διοικεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Η Κιοσέμ, που γεννήθηκε το 1590 και πέθανε το 1651, έμελε να γίνει η ισχυρότερη γυναίκα στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- παντοδύναμης εκείνα τα χρόνια-και μία από τις δύο γυναίκες που έγιναν επίσημα αντιβασιλείς.
Γεννήθηκε στη Χίο ως Αναστασία ή Μαρία και, σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο πατέρας της ήταν ιερέας. Όταν έγινε 15 ετών στάλθηκε στο χαρέμι, δώρο στον σουλτάνο Αχμέτ Α΄ που τότε ανέβηκε στο θρόνο από τη γιαγιά του Σαφιγιέ, η οποία είχε προηγουμένως φροντίσει να του δείξει ένα πορτραίτο της όμορφης νεαρής. Οι δύο αδελφές της, Λεία(Γιασμίν) και Άννα(Γκιουλμπαχάρ) την ακολούθησν στο χαρέμι, αλλά έμειναν στη σκιά.
Η Σαφιγιέ της άλλαξε το όνομα σε Χατιτζέ και αργότερα σε Μαχ-πέϊκερ               (= Φεγγαροπρόσωπη), αλλά ο Αχμέτ Α΄, που την έκανε σουλτάνα, της έδωσε το όνομα Κιοσέμ, δηλαδή, δυναμική και πολεμίστρια.
Ο Αχμέτ Α΄είχε έναν αδελφό, τον Μουσταφά Α΄, ο οποίος επρόκειτο να δολοφονηθεί, κατά τη συνήθεια των Σουλτάνων, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα να απειληθεί ο θρόνος του. Ο Μουσταφά, όμως, έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα, επομένως δεν ήταν ικανός να πολεμήσει. Και η Κιοσέμ έπεισε τον Αχμέτ να μην τον σκοτώσει.
Δεν το έκανε από φιλεσπλαχνία. Ο Αχμέτ είχε κάνει κι άλλο γάμο και είχε αποκτήσει έναν γιό, τον Οσμάν. Η μητέρα του Οσμάν, η Μαχφιρούζ, πέθανε πρόωρα, αφήνοντας μωρό τον Οσμάν και η Κιοσέμ τον μεγάλωνε σαν δικό της παιδί. Το σκεπτικό της, λοιπόν, ήταν, σε περίπτωση που ο σύζυγός της και σουλτάνος Αχμέτ πέθαινε νωρίς, να μην ανέβει στο θρόνο ο Οσμάν, αλλά ο αδελφός του, ο Μουσταφά, τον οποίο η Κιοσέμ είχε του χεριού της.




Η πρόγνωση της Κιοσέμ βγήκε σωστή. Ο Αχμέτ πέθανε το 1617, σε ηλικία 29 ετών και τον διαδέχτηκε ο Μουσταφά. Τα παιγνίδια του ταραγμένου μυαλού του, όμως, είχαν άλλα αποτελέσματα. Τραβούσε τα γένια των βεζίρηδων, έπαιζε σαν παιδί με τα καπέλα τους, ενώ μιλούσε με τις ώρες με τα πουλιά των κήπων και τα ψάρια των συντριβανιών του παλατιού.
Η Κιοσέμ μεταφέρθηκε στο Παλιό Παλάτι για να ξεχαστεί απ’ όλους, όπου πέρασε έξι ολόκληρα χρόνια στη σιωπή, αλλά η ζωή της επεφύλασσε μεγάλη δόξα.
Το 1618 ο Μουσταφά εκθρονίστηκε και στον θρόνο ανέβηκε ο πρωτότοκος του Αχμέτ και της Μαχφιρούζ, ο Οσμάν Β΄. Ο νέος σουλτάνος είχε μεγάλη σωματική δύναμη, μιλούσε πολλές γλώσσες, αγαπούσε την ποίηση, αλλά δεν κατάφερε να επιβληθεί στους Γενίτσαρους, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται ανηπάκουοι και πολύ επικίνδυνοι.
Τρία χρόνια μετά (1621) η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε να υπογράψει μια ταπεινωτική Συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία. Ο Οσμάν κατηγόρησε ως υπεύθυνους τους Γενίτσαρους, αλλά απέτυχε να περιορίσει την δύναμή τους. Εκείνοι εξεγέρθηκαν, τον φυλάκισαν και τον εκτέλεσαν την επόμενη χρονιά.
Ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ αναφέρει ότι η δύναμη του Οσμάν ήταν τόση, που δεν κατάφεραν να τον σκοτώσουν, όταν προσπάθησαν να τον πνίξουν με ένα κορδόνι. Και τότε, ο αρχιβεζύρης είχε μιαν ιδέα: του έσφιξαν με το κορδόνι, όχι τον λαιμό, αλλά τα γεννητικά του όργανα, τόσο πολύ, που ο Οσμάν έχασε τις αισθήσεις του. Σε κατάσταση αναισθησίας κατάφεραν να τον αποτελειώσουν ( μη με ρωτήσετε γιατί δεν έπαιρναν ένα χατζάρι να του κόψουν το κεφάλι..., για κάποιους λόγους προτιμούσαν το στραγγαλισμό).



Σουλτάνος έγινε και πάλι ο τρελο-Μουσταφά και οι Γενίτσαροι τον έκαναν, όπως ήταν φυσικό, υποχείριό τους. Ωστόσο, ήταν μια κατάσταση που δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί και μετά από μία εξέγερση αξιωματούχων, εκθρονίστηκε και ανέλαβε ο Μουράτ Δ΄, ο πρώτος γιός της Κιοσέμ, η οποία επανήλθε ως ισχυρή Βαλιντέ Σουλτάνα, δηλαδή, μητέρα του Σουλτάνου, και όχι μόνο. Ο Μουράτ ήταν μόλις 11 ετών και η Κιοσέμ απέκτησε τον τίτλο του αντιβασιλέα, μέχρι να ενηλικιωθεί ο Μουράτ. Έτσι, κυβέρνησε απόλυτα μόνη για εννέα χρόνια (1623-1632) την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ένα γεγονός τελείως πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής.
Ακόμη και μετά την ενθρόνιση του Μουράτ Δ΄, η Κιοσέμ συμμετείχε στις συνεδριάσεις του Ντιβανιού (Υπουργικό Συμβούλιο) αθέατη. Ήταν μια ταραγμένη εποχή, με επαναστάσεις να ξεσπούν ταυτόχρονα σε διάφορα κομμάτια της αυτοκρατορίας, ενώ οι Γενίτσαροι ήταν εκτός ελέγχου. Ούτε η Κιοσέμ βρήκε τρόπο να τους υποτάξει...

Ο Μουράτ κυβέρνησε με μεγάλη αυστηρότητα, αποφασισμένος να εκμηδενίσει τη διαφθορά από την ηγεσία. Δεκάδες εκτελέσεις συμβούλων έγιναν, καθώς και όποιου άλλου θεωρούσε την παρουσία ύποπτη. Απαγόρευσε το αλκοόλ, τον καφέ και τον καπνό στην πόλη της Κωνσταντινούπολης και οι φήμες τον θέλουν να περπατά τις νύχτες στην πόλη και να εκτελεί αμέσως τους όποιους παραβάτες. Ο μόνος που δεν υπάκουσε στις εντολές ήταν.. ο ίδιος, ο οποίος πέθανε μόλις 28 ετών (1640) από κύρωση ήπατος.



Αν και τυραννικός, ήταν θαυμάσιος στρατηγός και κατάφερε να ενισχύσει την αυτοκρατορία, καταλαμβάνοντας την Βαγδάτη το 1638. Μεγαλόσωμος, δυνατός και πολεμοχαρής, απολάμβανε πραγματικά τις μάχες και διέταξε να αποκεφαλιστούν χίλιοι αιχμάλωτοι μπροστά του ( χωρίς να φτάσει τις χιλιάδες που αποκεφαλίστηκαν μπροστά στα μάτια του απόκοσμης σκληρότητας Τιμούρ Λένκ ή Ταμερλάνου δύο αιώνες νωρίτερα).
Τελευταία του επιθυμία ήταν να δολοφονηθεί ο μικρότερος αδελφός του, ο Ιμπραήμ Α΄, κάτι που η Κιοσέμ δεν άφησε να γίνει, λέγοντας ότι αν εξέλειπε ο Ιμπραήμ θα χανόταν η δυναστεία των Οσμανιδών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, έμοιαζε στον θείο του τρελο-Μουσταφά κι αυτό έδωσε την ευχέρεια στην Κιοσέμ να παραμείνει ενεργή στην εξουσία, επηρεάζοντας πολύ τον μικρότερο γιό της.
Για άλλη μια φορά, τα άγνωστα παιγνίδια του διαταραγμένου μυαλού-αυτή τη φορά του ίδιου της του παιδιού- πήραν άλλους δρόμους. Ο Ιμπραήμ, όχι μόνο σπαταλούσε το χρόνο του στο χαρέμι και τις απολαύσεις του, αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα, αλλά μετά από λίγα χρόνια χάνοντας τα απομεινάρια της λογικής του αποφάσισε να δολοφονήσει ολόκληρο το χαρέμι του, για να έχει την ευχαρίστηση... να δημιουργήσει ένα νέο! Λέγεται ότι δολοφονήθηκαν περισσότερες από 300 γυναίκες.
Μέσα σ’ όλα αυτά, αποφάσισε να επιτεθεί στην Βενετοκρατούμενη Κρήτη, ξεκινώντας έναν μακρύ, δαπανηρό και αιματηρό πόλεμο με την Βενετία. Για να βρει χρήματα φορολόγησε άγρια τους πολίτες, οι οποίοι εξαγριώθηκαν.





Η Κιοσέμ, ή ίδια του η μητέρα, μαζί με κάποιους άλλους, αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν και να βάλουν στη θέση του τον 7χρονο γιό του, τον Μεχμέτ Δ΄. Κάτι δεν πήγε καλά, η συνωμοσία αποκαλύθφηκε και η Κιοσέμ διώχτηκε από το παλάτι, οι Γενίτσαροι πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και φυλάκισαν τον σουλτάνο, για να τον εκτελέσουν την επόμενη χρονιά(1648), έχοντας και την συγκατάθεση της Κιοσέμ...
Στο θρόνο βρέθηκε ο εγγονός της Μεχμέτ Δ΄και εκείνη δίπλα του.

Κάτι άλλο αξιοπρόσεκτο και μοιραίο που συνέβη ήταν το γεγονός ότι η Κιοσέμ εξακολούθησε να φέρει τον τίτλο της Βαλιντέ Σουλτάνας, αντί για την μητέρα του Μεχμέτ Τουρχάν Χατιτζέ, επειδή, δήθεν η Τουρχάν ήταν άπειρη. Απειρη μπορεί να ήταν, αλλά ήταν και φιλόδοξη.
Τα σχέδια της Κιοσέμ περιελάμβαναν την εκθρόνιση του Μεχμέτ και την ενθρόνιση ενός άλλου εγγονού της, του Σουλεϊμάν, γιό της Σαλιχά Ντιλασούπ, την οποία μπορούσε να επηρεάζει. Δεν τα κατάφερε, επειδή η Τουρχάν το έμαθε από μια σκλάβα και διέταξε την δολοφονία της Κιοσέμ.

Η Κιοσέμ στραγγαλίστηκε σε ηλικία 61 ετών, ή με μια κουρτίνα από τον επι κεφαλής ευνούχο του χαρεμιού, ή με τα ίδια της τα μαλλιά.
Το σώμα της τάφηκε στο μαυσωλείο του συζύγου της, στο Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί, γνωστό ως Μπλέ Τζαμί.
Επειδή ήταν πολύ γνωστή για το μεγάλο φιλανθρωπικό της έργο και την απελευθέρωση των σκλάβων της μετά από 3 χρόνια υπηρεσίας τους, οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης τίμησαν τον θάνατό της με τριήμερο πένθος.






Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ- Η ΑΡΧΗ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Αν και το ημερολόγιο έδειχνε 3 Μαϊου, φέτος γιορτάσαμε την Πρωτομαγιά ετεροχρονισμένα, μιας τη δόξα της την έκλεψε το Πάσχα. Βέβαια, η ευκαιρία τόσων ημερών αργίας ήταν μεγάλη, ο καιρός καλός και πολλοί δεν την έχασαν, βγαίνοντας έξω στη φύση, αναζητώντας τη γαλήνη και την ηρεμία που σπανίζουν στην ζοφερή μας καθημερινότητα.

Πώς ξεκίνησε ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς, όχι αυτός που μας θέλει να μαζεύουμε λουλούδια και να κρεμάμε στεφάνια στις εξώπορτες, για να τα κάψουμε στις φωτιές του Αι –Γιάννη, αλλά εκείνος που έχει σχέση με τον αγώνα του ανθρώπου για καλύτερες συνθήκες ζωής; Κάποιοι το γνωρίζουν, κάποιοι άλλοι, όχι.
Θα κάνω, λοιπόν, την προσπάθειά μου για όλους, ελπίζοντας ότι ακόμη και εκείνοι που γνωρίζουν, κάτι θα αποκομίσουν από τα γραφόμενά μου, περιοριζόμενη μόνο στην αρχική προσπάθεια και όχι στην εξ ίσου επεισοδιακή συνέχεια.

Στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού Συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς στο Παρίσι, στην οποία συμμετείχαν 391 αντιπρόσωποι συνδικάτων από 20 χώρες, σε ανάμνηση του Μακελειού του Σικάγο τρία χρόνια νωρίτερα, καθιερώθηκε η 1η Μαϊου ως Παγκόσμια Ημέρα Εργατών. Έκτοτε, ο εορτασμός της είναι συνδεδεμένος με τους εργατικούς αγώνες.

Τι συνέβη στο Σικάγο την 1η Μαϊου 1886;
Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ, βλέποντας τις διεκδικήσεις των Καναδών έργατών να στέφονται από επιτυχίες, αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων διεκδικώντας οκτάωρη εργασία και καλύτερες συνθήκες δουλειάς.
Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε στις ΗΠΑ( και όχι μόνον εκεί, βέβαια) εργασιακό κανονιστικό πλαίσιο και οι εργαζόμενοι ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, συμπεριλαμβανομένων και των Κυριακών.
Στην πορεία κατέβηκαν περισσότεροι από 90.000 εργάτες, ενώ απήργησαν πάνω από 350.000 εργάτες.
Στις 4 Μαϊου, στην πλατεία Χέϊμάρκετ του Σικάγο, κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης συμπαράστασης στην απεργία των εργατών, στην οποιά συμμετείχαν και μέλη του αναρχικού κινήματος, επενέβη η αστυνομία, η οποία είχε πάρει εντολές να διαλύσει με τη βία τις κινητοποιήσεις.
Κάποιος από το πλήθος πέταξε μια χειροβομβίδα στους αστυνομικούς, η οποία εξερράγη και σκότωσε έναν αστυνομικό, ενώ τραυματίστηκαν αρκετές δεκάδες.
Οι αστυνομικοί απάντησαν με πυροβολισμούς, σκοτώνοντας τέσσερις διαδηλωτές και τραυματίζοντας πολλούς.
Στη συμπλοκή που ακολούθησε έχασαν τη ζωή τους άλλοι έξι στυνομικοί, χωρίς ποτέ να εξακριβωθεί από πού προήλθαν, και τέσσερις απεργοί. Οκτώ συνδικαλιστές καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό για τον θάνατο του πρώτου αστυνομικού, ένοχοι για συνωμοσία και ενθάρρυνση του αγνώστου που έρριξε την χειροβομβίδα!




Στη χώρα μας, η πρώτη κινητοποίηση έγινε το 1893 (2 Μαϊου) από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη.
Περίπου 2.000 άτομα συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο και διαδήλωσαν υπέρ της οκτάωρης εργασίας, της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας και της κρατικής ασφάλισης για τα θύματα των εργατικών ατυχημάτων.
Ενεκρίθη ψήφισμα από τους συμμετέχοντες που το επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893.
Επειδή ο Πρόεδρος της Βουλής δεν το εκφωνούσε, ο Σταύρος Καλλέργης αντέδρασε μεγαλοφώνως, με αποτέλεσμα να συλληφθεί για διατάραξη της συνεδρίασης της Βουλής. Ξυλοκοπήθηκε άγρια και μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου κρατήθηκε για δύο ημέρες, για να καταδικαστεί αμέσως μετά σε φυλάκιση δέκα ημερών.





Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ
3η Μαϊου 1808, η ματιά του Γκόγια
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Μετά τη θυσία του Θεανθρώπου και την Ανάστασή του, επιστρέφουμε στα δικά μας, τα ανθρώπινα∙ στους δικούς μας αγώνες, στις δικές μας θυσίες στον βωμό της αθανασίας.

Ο Ηπειρωτικός πόλεμος ή Πόλεμος Χερσονήσου ή Ισπανικός πόλεμος Ανεξαρτησίας, που ξεκίνησε στις 2 Μαϊου 1808, ήταν μια στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στο Βασίλειο της Γαλλίας και της Ισπανίας (είχε συμμάχους την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο) για τον έλεγχο της Ιβηρικής χερσονήσου κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων.
Ξέσπασε όταν η Γαλλία και η Ισπανία κατέλαβαν την Πορτογαλία το 1807 και κλιμακώθηκε το 1808, όταν η Γαλλία πρόδωσε την σύμμαχο Ισπανία και στράφηκε εναντίον της και κράτησε μέχρι το 1814, όταν νίκησαν τον Ναπολέοντα. Θεωρήθηκε ένας από τους πρώτους πολέμους εθνικής ανεξαρτησίας και είχε ιδιαίτερη σημασία για την ανάδυση μακροσκελών ανταρτικών διαμαχών.
Η Καντίθ Κορτές, μια κυβέρνηση εξορίας σχηματίσθηκε το 1810, αλλά δεν μπόρεσε να σχηματίσει στρατιωτικό σώμα, πολιορκούμενη από γαλλικά στρατεύματα 70.000 στρατιωτών. Όμως, οι ενωμένες προσπάθειες Πορτογάλων και Αγγλων, μαζί και οι ανταρτικές επιχειρήσεις των Ισπανών, κατάφεραν να εμποδίσουν τον Ναπολέοντα να κυριαρχήσει στο ισπανικό έδαφος, οδηγώντας την όλη επιχείρηση σε αδιέξοδο.
Οι Ισπανοί, ενώ αρχικά υπέφεραν απο συνεχείς ήττες και αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν στις περιφέρειες, αργότερα, αλλά με τεράστιες προσπάθειες, κατάφεραν να νικήσουν.

Ο πίνακας  του Ισπανού δημιουργού Φρανθίσκο Γκόγια ι Λουθιέντες εστιάζει ακριβώς σ’ αυτόν τον πόλεμο και τις θυσίες του ισπανικού λαού.
Η περίλυπη ψυχή και η πληγωμένη καρδιά του καλλιτέχνη, εμπνέεεται από το γεγονός της εκτέλεσης των συμπατριωτών του από τους Γάλλους κατακτητές στην περιοχή Μονκλόα και το στέλνει(το γεγονός) κατευθείαν στην αθανασία.
Όχι την εκτέλεση, αλλά την αντίσταση.
Όχι τον θάνατο, αλλά τη νίκη στη ζωή και την ελευθερία.

Οι Ισπανοί πατριώτες έχουν στηθεί στον τοίχο και ένας-ένας εκτελείται. Τα δικά τους πρόσωπα τα βλέπουμε. Άλλα λυπημένα, άλλα θυμωμένα, έτοιμα, όμως, να πεθάνουν για το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας του ανθρώπου, το δικαίωμα να ορίζει τη ζωή και τα έργα του.
Τα πρόσωπα των εκτελεστών δεν απασχολούν τον ζωγράφο. Αδιαφορεί, δεν τον απασχολεί να μας τα δείξει και αρκείται να μας διατυμπανήσει το σκοτάδι της ψυχής και της καρδιάς τους, να τους τυλίξει στο μαύρο της τυραννίας και της καταπάτησης της γης της Ισπανίας και των ανθρώπων της, να δείξει την μηδαμηνότητά τους κρατώντας τα κεφάλια και τα βλέμματά τους κάτω.

Στο αριστερό μέρος του πίνακα βρίσκεται και η ουσία, το ηχηρό μήνυμα που μας στέλνει ο Γκόγια. Ένας Ισπανός πατριώτης, με ανοιχτό το λευκό του πουκάμισο και ανοιχτά τα χέρια του να καλούν το απόσπασμα να τον σκοτώσουν, με μια τρομακτική έκφραση, είναι έτοιμος να γίνει το επόμενο θύμα των κατακτητών, ο επόμενος ήρωας των Ισπανών. Το λευκό του πουκαμίσου του, σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο των εκτελεστών, συμβολίζει την αγνότητα που θα συνεχίσει να υπάρχει, όταν το σώμα του πέσει νεκρό.
Αυτό το λευκό κυριαρχεί σ’ ολόκληρο τον πίνακα, δείχνοντάς μας ότι η θυσία δεν πήγε χαμένη. Υπάρχει και φωτίζει τους υπόλοιπους, τους δυναμώνει, τους ωθεί να κάνουν το ίδιο- να παλέψουν για να κερδίσουν.

Φίλες και φίλοι, το ζητούμενο στις μέρες μας είναι ακριβώς το ίδιο. Σημεία και τέρατα συμβαίνουν στον κόσμο που ζούμε, καθημερινά η αθρώπινη υπόσταση υφίσταται διαφόρων ειδών επιθέσεις.
Χρέος μας είναι – ο καθένας με τις δικές του δυνάμεις και τον δικό του τρόπο- να δικαιώσουμε την ύπαρξή μας ως άνθρωποι.