The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου


Ένα μυθιστοριοποιημένο αφιέρωμα, που αναφέρεται στη δολοφονία του βασιλιά, το παρασκήνιο και φθάνει στην «αυτοκτονία» του δολοφόνου του,  όπως τα έπλασε η φαντασία μου, έχοντας διαβάσει όλα, όσα συνέβησαν τότε...





Θεσσαλονίκη, 5 Μαρτίου 1913
Ο Γεώργιος Α΄ κάνει τον συνηθισμένο απογευματινό του περίπατο. Τον συνοδεύει ο υπασπιστής του συνταγματάρχης Φραγκούδης που προχωρεί δίπλα του, ενώ δύο βρακοφόροι Κρητικοί χωροφύλακες τους ακολουθούν κάποια μέτρα πιο πίσω. Του άρεσε πολύ του βασιλιά να περπατά στους δρόμους ,να σταματά και να μιλά με τους απλούς ανθρώπους, και αυτό τον είχε κάνει πολύ αγαπητό στη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοικοι ένοιωθαν περήφανοι που ο βασιλιάς έμενε εκεί, μαζί τους, σαν να φώναζε σε όλους τους δύσπιστους ότι η Θεσσαλονίκη είναι ελληνική.
   Ο βασιλιάς περπατά στο πεζοδρόμιο, έχοντας την πλάτη του στον Λευκό Πύργο. Λίγο νωρίτερα βρισκόταν σε ένα γερμανικό πλοίο, όπου είχε μία συνάντηση με τον μισητό του πρέσβη της Γερμανίας Φον Βάγκενχάϊμ. Ο Γεώργιος Α΄ προτιμούσε τους Άγγλους, ένοιωθε ότι μπορούσε να συνεννοείται μαζί τους καλύτερα, αλλά η θέση του απαιτούσε να είναι ευγενικός με όλους. Άλλωστε, ο μεγάλος του γιός, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, είχε παντρευτεί την Γερμανίδα πριγκίπισσα Σοφία.
   Ο Γεώργιος είχε κουραστεί από αυτά τα παιγνίδια και είχε πάρει την απόφασή του, την οποία είχε ανακοινώσει στα παιδιά και την αγαπημένη του Όλγα. Τον ερχόμενο Οκτώβριο, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, μετά τον εορτασμό για τα πενήντα χρόνια της βασιλείας του, θα έδινε το σκήπτρο στον Κωνσταντίνο. Αρκετά. Ο Κωνσταντίνος ήταν σε κατάλληλη  ηλικία και είχε γίνει κιόλας αγαπητός από μία μεγάλη μερίδα των Ελλήνων. Άσε που πολλοί φίλοι του ανυπομονούσαν να τον δουν στο θρόνο, στη θέση του.





   Ένας ισχνός άνδρας με αχτένιστα μαλλιά φάνηκε να τρέχει πίσω από τον βασιλιά κρατώντας ένα πιστόλι. Πήρε θέση και τον πυροβόλησε από πίσω, μία και μοναδική φορά. Ο Φραγκούδης γύρισε ξαφνιασμένος μη ξέροντας τι να κάνει: να βοηθήσει τον βασιλιά που έπεφτε στο έδαφος, ή να τρέξει πίσω από τον άνδρα που τον πυροβόλησε;
   Άναυδος κοίταζε τον άνδρα να τρέχει προς τη θάλασσα και τους δύο χωροφύλακες να τρέχουν πίσω του, να τον προλαβαίνουν και να τον πιάνουν. Κανείς δεν είδε έναν άλλο άνδρα να εξαφανίζεται πίσω από τα σπίτια. Ο κόσμος θορυβημένος μαζεύτηκε γύρω από τον τραυματισμένο βασιλιά. Ο εβραίος μπακάλης της γειτονιάς πήρε στην αγκαλιά του τον πληγωμένο και να τον ανέβασε σε μία άμαξα, που ξεκίνησε αμέσως και πολύ γρήγορα ανηφόρισε την οδό Αγίας Τριάδος, με προορισμό το Παπάφειο Ορφανοτροφείο, που εκείνο τον καιρό εκτελούσε χρέη στρατιωτικού νοσοκομείου.
   Ο κόσμος έμεινε εκεί κουβεντιάζοντας μεγαλόφωνα, στενοχωρημένος με το συμβάν και προσευχόμενος να σωθεί ο καλός μονάρχης. Μετά από λίγη ώρα η θλιβερή είδηση του θανάτου του Γεωργίου Α΄ ράγισε τις καρδιές τους. Οι άνδρες έβγαλαν τα καπέλα τους, οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν. «Ο Θεός να τον αναπαύσει», «Θεός σχωρέσ’ τον», « Θάνατος στον προδότη», ακουγόταν ανάμεσα στα πρώτα σενάρια για τον λόγο αυτού του άδικου θανάτου.
   Σε μία πόλη σαν την Θεσσαλονίκη ποτέ δεν χρειάστηκε παραπάνω από μία ώρα για να μαθευτεί ένα μεγάλο νέο. Μόνο που αυτή τη φορά ακούστηκε σαν βόμβα. Κάποιες πρώτες φήμες που ήθελαν τον δράστη εβραίο είχαν σαν αποτέλεσμα οι στρατιώτες να ορμήσουν στις εβραίικες γειτονιές και να τα κάνουν γυαλιά- καρφιά. Εδώ που τα λέμε, ευκαιρία έψαχναν οι στρατιώτες να ξεσπάσουν στους εβραίους. Τους το φύλαγαν, γιατί μία μερίδα από αυτούς υποστήριζε ότι η Θεσσαλονίκη έπρεπε να κηρυχθεί ελεύθερο λιμάνι, κάτω από την προστασία της Αυστρίας και να μη μείνει στα χέρια των Ελλήνων.
   Την επομένη, όταν οι εφημερίδες ανέφεραν φαρδιά- πλατιά το όνομα και την εθνικότητα του δράστη, οι στρατιώτες υποχρεώθηκαν να σταματήσουν  «τας απαραδέκτους ενεργείας των». Ο δράστης ήταν ένας Έλληνας αναρχικός, ο Αλέξανδρος Σχινάς. Τον έκλεισαν αμέσως στο Διοικητήριο και τον ξυλοκόπησαν  άγρια.
   Ο Διάδοχος που βρισκόταν στα Γιάννενα, χαρούμενος για την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό, μαθαίνει τα άσχημα νέα την ίδια ημέρα το απόγευμα. Φεύγει την επομένη το πρωί για την Αθήνα, όπως τον παρακαλούσαν στο τηλεγράφημα. Οι πιστοί του αξιωματικοί τον χαιρετούν πριν αναχωρήσει         «Ζήτω ο βασιλιάς Κωνσταντίνος!»




Στη Θεσσαλονίκη ο δικαστής Κανταρές διευθύνει τις ανακρίσεις. Τα πρώτα νέα στις εφημερίδες δηλώνουν ότι ο Σχινάς είναι αναρχικός, αλκοολικός και  σχιζοφρενής. Σαν κίνητρο αναφέρεται μια ληστεία που δεν έγινε ποτέ. Ο Σχινάς κρατά το στόμα του κλειστό. Στις ερωτήσεις που συνοδεύονται από γροθιές και ζητούν να τους πει τα ονόματα των συνεργατών του δεν απαντά.
   Η βασίλισσα Όλγα τον επισκέπτεται. Ζητά να την οδηγήσουν στο στενό και ανήλιαγο κελί του. Όταν μένουν μόνοι τον ρωτά σαν απλή γυναίκα, ποιός τον έβαλε να σκοτώσει τον άνδρα της, την αγάπη της ζωής της. Ο Σχινάς μένει πεισματικά σιωπηλός. Η βασίλισσα φεύγοντας του αφήνει την Αγία Γραφή. Τον επισκέπτεται την επομένη ξανά. Μένει μαζί του μία ολόκληρη ώρα. Μάταια. Ο Σχινάς ούτε που την κοιτά. Αλλά η χήρα επιμένει και τον επισκέπτεται και τρίτη φορά.
   Το ημερολόγιο δείχνει 7 Μαρτίου και είναι ένα κρύο πρωινό. Η μαυροφορεμένη βασίλισσα ζητά να την οδηγήσουν ξανά στον δολοφόνο του αγαπημένου συζύγου της. Όταν η πόρτα κλείνει πίσω της αφήνοντάς την μόνη με τον εγκληματία ανασαίνει τη βρώμα και τη δυσωδία του μικρού χώρου. Δεν δίνει καμία σημασία.
   «Γεια σου κύριε Σχινά. Όπως βλέπεις δεν είσαι μόνο εσύ που έχεις πείσμα. Έχω κι εγώ. Και σε πληροφορώ ότι σήμερα δεν θα φύγω αν δε μου μιλήσεις. Αύριο θα ορκιστεί ο Διάδοχος και πρέπει να είμαι παρούσα. Αν, όμως, χρειαστεί να μην πάω, επειδή εσύ δεν θα μου έχεις μιλήσει ακόμη, σου το λέω να το ξέρεις. Δεν θα πάω. Δεν θα πάω πουθενά, δεν θα φάω και δεν θα πιώ αν δεν μου πεις ποιός σ’ έβαλε να σκοτώσεις τον άνδρα μου. Ούτε εσύ θα φας, ούτε θα πιείς. Όλες τις προηγούμενες ημέρες δεν κάνω τίποτε άλλο παρά να σκέπτομαι. Και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν είχες σκοπό εσύ, μόνος, να κάνεις τέτοια πράξη. Εσύ δεν έχεις κανένα όφελος. Ούτε τρελός είσαι. Ένας άρρωστος, ταλαιπωρημένος και δαρμένος άνθρωπος είσαι. Μόνο που είσαι πεισματάρης, σαν όλους τους ‘Έλληνες».
   Η βασίλισσα σταμάτησε να πάρει ανάσα. Τα είχε πει όλα μεμιάς και ορμητικά, χάνοντας τον αέρα που χρειάζονταν τα πνευμόνια της. Ο Σχινάς σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Τις δύο προηγούμενες φορές η βασίλισσα του μιλούσε γλυκά, τον παρακαλούσε να της πει σε τι του έφταιξε ο βασιλιάς και τον σκότωσε. Σήμερα λες και ήταν μία άλλη στη θέση της. Σήμερα είχε να κάνει με μία γυναίκα σκληρή και απαιτητική, αποφασισμένη να πάρει αυτό που γύρευε. Τα μάτια της ήταν φλογισμένα. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε λαχανιασμένο. Ήταν ψηλή και επιβλητική, μία πραγματική βασίλισσα.
   «Λοιπόν», την άκουσε να λέει. «Όσο πιο γρήγορα μιλήσεις, τόσο το καλύτερο για σένα. Εγώ θα καθίσω εδώ», τράβηξε τη μοναδική καρέκλα του χώρου, που την έβαζαν για κείνη και κάθισε, « και θα περιμένω να μιλήσεις. Ό, τι είχα να σου πω το είπα».
   Ακόμη και καθισμένη δεν έχασε τίποτε από τη μεγαλοπρέπειά της. Ο Σχινάς την ξανακοίταξε. Συνάντησε δύο μάτια γεμάτα φωτιά από την κόλαση. Δύο μάτια ικανά να σε ανατινάξουν, να σβήσουν κάθε πνοή ζωής από μέσα σου. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα δικά της. Ένοιωθε σαν υπνωτισμένος- υποχρεωμένος να κάνει αυτό που του είπε.
   «Σύμφωνοι, θα σου μιλήσω».
   Η βασίλισσα τον κοιτούσε ασυγκίνητη. Ούτε βλέφαρο δεν κουνήθηκε. Μόνο μία αδιόρατη κίνηση του κεφαλιού- μήπως ήταν της φαντασίας του; Ίσως ναι, ίσως όχι.
   «Θέλω, όμως, να μου υποσχεθείς ότι δεν θα το πεις πουθενά».
   Πάλι καμία κίνηση. Λες και μιλούσε σε τοίχο. Τα μάτια της εξακολουθούσαν και έβγαζαν φωτιά. Τον περίμενε να μιλήσει.
   «Εντάξει, δεν έχει σημασία. Αν θέλεις πες τα σε όλους. Εγώ θα πεθάνω ούτως ή άλλως. Οι Αυστριακοί με έβαλαν να σκοτώσω τον βασιλιά. Αυτοί μού έδωσαν και το μαυροβουνιώτικο περίστροφο, αυτοί έβαλαν και τον Σχινάζι να με ακολουθεί, για να είναι σίγουροι ότι θα τον σκοτώσω. Η συμφωνία ήταν να μου δώσουν ένα σακούλι λίρες. Έτσι θα έφευγα από την Ελλάδα, θα πήγαινα μακριά, να μη με γνωρίζει κανένας. Εδώ κανείς δε με θέλει, ούτε η αδελφή μου, ούτε ο ίσκιος μου. Πρέπει να σου πω επίσης ότι τους Αυστριακούς τους έβαλαν για βιτρίνα οι Γερμανοί. Αυτοί δεν τον ήθελαν, γιατί τον εχθρεύονται. Προτιμούν τον Διάδοχο, που κι εκείνος τους προτιμά. Πρόκειται να γίνουν πολλά και θέλουν την Ελλάδα στο πλευρό τους. Με τον άντρα σου δεν θα ήταν εύκολο».
Σώπασε και περίμενε. Η βασίλισσα έπαιρνε βαθιές, αργές ανάσες, σαν να την βοηθούσαν να κατανοήσει καλύτερα αυτά τα φοβερά που άκουγε.
   «Και που σε βρήκαν εσένα οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί;»
   «Ο Φον Βάγκενχάϊμ με συνάντησε στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα. Μού έδωσε λεφτά να έρθω εδώ και μου είπε να συναντήσω τον Γερμανό πρόξενο, τον Κράλ, εδώ. Αυτός θα μου έλεγε με ποιούς θα συνεννοηθώ».
   Η βασίλισσα κούνησε το κεφάλι της σε ένδειξη ότι καταλάβαινε. Και πράγματι, καταλάβαινε. Καταλάβαινε πόσο έντεχνα ο Βάγκενχάϊμ είχε πλησιάσει τη νύφη της, την πριγκίπισσα Σοφία, τη γυναίκα του Διαδόχου, και κατάφερε να γίνει φίλος,έμπιστός της. Καταλάβαινε ότι οι φήμες, που ήθελαν τον Βάγκενχάϊμ από την Κωνσταντινούπολη να προετοιμάζει τη δολοφονία του Γεωργίου, ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Ότι ήταν αυτός πίσω από όλους τους ένθερμους φίλους του Κωνσταντίνου που δεν έβλεπαν την ώρα να τον δουν στο θρόνο. Μέχρι σε ποιόν έφθανε, άραγε, η εμπλοκή στη δολοφονία; Στην ίδια τη Σοφία; Αυτό, μάλλον δεν θα το μάθαινε ποτέ. Δεν ήθελε να το μάθει ποτέ. Δεν το άντεχε.
   «Σ’ ευχαριστώ, κύριε Σχινά. Ο Θεός να σε συγχωρήσει γι’ αυτό που έκανες. Δεν νομίζω ότι μπορείς να περιμένεις κάτι ανάλογο από κανέναν άλλο».
   Σηκώθηκε υπερήφανη και στητή και φώναξε τον φύλακα να ανοίξει το κελί. Όσοι βρίσκονταν στο Διοικητήριο και την είδαν να φεύγει κατάλαβαν ότι ήταν συντετριμμένη. Την επόμενη ημέρα θα παρακολουθούσε μία χαρμόσυνη τελετή. Ο μεγάλος της γιός θα γινόταν βασιλιάς. Τι θα έκανε η ίδια, δεν το είχε ακόμα σκεφθεί. Είχε καιρό- μία αιωνιότητα. Τόσος ήταν ο χρόνος που της απέμεινε χωρίς τον Γεώργιο, τον άνδρα που είχε αγαπήσει τόσο πολύ.
   Ο Κανταρές έκλεισε τον φάκελο της ανάκρισης και τον παρέδωσε στον πρίγκιπα Νικόλαο. Εκείνος τον παρέδωσε σε κάποιον άλλο, που ποτέ κανείς δεν έμαθε το όνομά του, με σκοπό να τον μεταφέρει στην Αθήνα με το πλοίο Ελευθερία. Το πλοίο καταμεσίς στο πέλαγος έπιασε φωτιά. Όλως περιέργως κάηκε σχεδόν μόνο η καμπίνα, μέσα στην οποία φυλαγόταν ο φάκελος. Δεν έμεινε κανένα ίχνος. Κι όλα αυτά πριν ταφεί ο δολοφονημένος βασιλιάς. Ο Νικόλαος δεν μίλησε γι’ αυτό ποτέ στην μητέρα του.
  
Η σωρός του Γεωργίου Α΄ έμεινε στην έπαυλη της Θεσσαλονίκης για δημόσιο προσκύνημα μέχρι την 12η Μαρτίου. Εκείνη την ημέρα η πομπή ξεκίνησε από την έπαυλη, διέσχισε την κατάμεστη από κόσμο οδό των εξοχών και συνέχισε μέχρι την εξέδρα του Λευκού Πύργου. Ο τελευταίος περίπατος του χαμένου βασιλιά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν περπατούσε και δεν ήταν μόνος. Εκεί τον περίμενε το ατμόπλοιο Αμφιτρίτη, σιωπηλό και υπερήφανο για την εκλογή του. Αυτό θα μετέφερε τη σωρό του βασιλιά στον Πειραιά, για να ακολουθήσει η ταφή στην Αθήνα, την 20η Μαρτίου.
   Όταν τελειώνουν όλα, η βασιλομήτωρ Όλγα προσκαλεί στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της τον γιό της, πρίγκιπα Ανδρέα. Είναι ο μόνος στον οποίο θα μιλήσει για όσα έχει μάθει. Η μητρική της καρδιά γνωρίζει και εμπιστεύεται μόνο αυτό από τα οκτώ παιδιά της. Ο πρίγκιπας Ανδρέας πολεμά κι αυτός σαν αξιωματικός του ιππικού. Θα φύγει σε λίγο πάλι για το μέτωπο. Ο πόλεμος συνεχίζεται, επεκτείνοντας ττα σύνορα της Ελλάδας μέρα τη μέρα.
Ο Ανδρέας την ακούει σιωπηλός. Όταν η Όλγα τελειώνει, ο Ανδρέας έχει δάκρυα στα μάτια. Δεν λέει τίποτε. Σκύβει και φιλά στα μάγουλα τη μητέρα του και φεύγει σαν κυνηγημένος. Δεν θα μιλήσει ποτέ και σε κανέναν. Μόνο οι άνδρες του θα τον ακούσουν στις μάχες που θα γίνουν να αναθεματίζει τους Αυστριακούς και να τους ονομάζει δολοφόνους του πατέρα του.

Ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, δύο στρατιώτες οδηγούν τον φυλακισμένο Αλέξανδρο Σχινά από το υπόγειο κελί του στον δεύτερο όροφο του Διοικητηρίου. Θα τον ανακρίνουν, του λένε.
   Για τί άραγε; συλλογίζεται εκείνος. Τόσο καιρό τον είχαν ξεχάσει. Πού και πού του έριχναν κανένα ξεροκόμματο. Η αρρώστια του-έπασχε από φυματίωση- τον είχε διαλύσει. Ήταν βρώμικος και γεμάτος αίματα από τις δικές του αιμοπτύσεις. Ένας κινητός βόθρος. Ποιός ανακριτής θα τον έβλεπε σε τέτοιο χάλι;
   Τα χέρια του είναι δεμένα πίσω με χειροπέδες και δεν μπορεί να τα φέρει στα μάτια του, να μειώσει το φώς. Κλεισμένος όλο αυτό τον καιρό στα σκοτάδια κινδυνεύει τώρα να τυφλωθεί. Τα κλείνει, τα ανοίγει, τα ξανακλείνει. Ούτως ή άλλως οι στρατιώτες τον σπρώχνουν με τα όπλα τους, δείχνοντάς του το δρόμο. Ίσως προλάβει να συνηθίσει να βλέπει στο φώς.
   Οι στρατιώτες τον αφήνουν κοντά σε ένα παράθυρο. Να περιμένει λίγο εκεί και θα τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Ο Σχινάς παραπατά από την εξάντληση. Κάνει μία προσπάθεια να δει έξω. Κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια. Είναι χαρά Θεού, πρέπει να είναι ζεστά έξω, ας είναι παγωμένο το δικό του κορμί. Κόσμος πάει κι έρχεται, γελά, φωνάζει, μαλώνει. Ο Σχινάς χάνεται για λίγο σε αναπολήσεις της ζωής του που πέρασε, σταματώντας σε μερικές ευχάριστες θύμισες.
   Δεν βλέπει και δεν ακούει τον μεγαλόσωμο αξιωματούχο της χωροφυλακής που τον πλησιάζει. Δεν καταλαβαίνει αν είναι όνειρο ή πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει. Τα τζάμια του παραθύρου σπάζουν και ο ίδιος βρίσκεται έξω. Μπορεί και πετά. Πετά σαν πουλί. Είναι ευτυχισμένος, γίνεται ένα με τον ουρανό, τον ήλιο και τη ζέστη.
   Αμέσως μετά, όλα τελειώνουν. Το άσαρκο κορμί του προσγειώνεται στο λιθόστρωτο της αυλής με το κεφάλι. Ο θάνατος- λύτρωση είναι ακαριαίος.

Οι εφημερίδες την επομένη έγραψαν ότι «ο Σχινάς, οδηγούμενος εις τον ανακριτήν διέλαθε της προσοχής των φρουρών και έπεσε από παράθυρον εις το λιθόστρωτον της αυλής, φονευθείς επί τόπου».   


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Δεν υπάρχει μυθολογία ή θρησκεία που να μην έχει προβλέψει το τέλος του σύμπαντος. Μπορούμε, φυσικά, να αναρωτηθούμε ποιές ήταν οι αιτίες που ώθησαν τους ανθρώπους να σκεφθούν ότι ο κόσμος μας δεν είναι αιώνιος, αλλά δεν μπορούμε να μη διαπιστώσουμε την καθολική ομοφωνία  των μύθων πάνω σ’ αυτό το θέμα, μια ομοφωνία που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί σ’ένα πλέγμα αμοιβαίων επιδράσεων.
Σ΄αυτή την μικρή ενότητα θα δούμε πώς έβλεπαν το τέλος του κόσμου στη Μεσόγειο και στον Ευρωπαϊκό βορρά. Αλλά, ας ξεκινίσουμε με την Ατλαντίδα, που απασχολεί μέχρι τις μέρες μας για την ύπαρξή της ή την μυθική της υπόσταση.
Καθ’ όλη την αρχαιότητα υπήρχε η δοξασία ότι η γη γνώρισε πλήθος αφανισμών και κατακλυσμών, που ερχόντουσαν με μια κυκλική κίνηση, αλλά θα γνωρίσει κι άλλους. Κι αυτό ακριβώς είναι που αφηγείται ο Πλάτων στα έργα του Τίμαιος και Κριτίας: τη θαυμαστή, συναρπαστική ιστορία της Ατλαντίδας, του υπέροχου νησιού που χάθηκε κάτω από τη θάλασσα...

Η πιό σπουδαία ηρωική πράξη της αρχαίας Αθήνας  υπήρξε ο νικηφόρος πόλεμος, τον οποίο περιγράφει ο Πλάτων και τον οποίο διεξήγαγε η πόλη εναντίον του λαού των Ατλάντων.  Ο λαός αυτός, βαθιά πολιτισμένος, αλλά και υπερβολικά φιλόδοξος, κατοικούσε σε ένα εκπληκτικό νησί που έφερε το όνομα Ατλαντίδα. Για άγνωστους λόγους είχε βάλει σκοπό να καταστρέψει την Ελλάδα.

«Οι άνθρωποι μπορούσαν να ταξιδεύουν εκείνη την εποχή στον ωκεανό, γιατί αμέσως μετά το στόμιό του- πού, όπως μαθαίνω εσείς το ονομάζετε Ηράκλειες Στήλες- υπήρχε ένα νησί μεγαλύτερο από την Ασία και τη Λιβύη μαζί. Όλα τα μέρη που βρίσκονται μέσα από το στόμιο που λέγαμε φαίνονταν σαν λιμάνι με στενή είσοδο. Το πέλαγος, όμως, που εκτείνεται έξω από το στόμιο είναι πραγματικό πέλαγος και η στεριά που το περικλείει, θα έλεγε κανείς ότι αξίζει να ονομαστεί «ήπειρος», στην κυριολεξία του όρου. Σ’ αυτό το νησί, την Ατλαντίδα, δημιουργήθηκε κάτω από βασιλική εξουσία μια μεγάλη και θαυμαστή δύναμη, που κυριάρχησε σε όλο το νησί, καθώς και σε πολλά άλλα νησιά και μέρη της απέναντι ηπείρου. Επιπλέον, προς την πλευρά μας, επικράτησε στη Λιβύη ως την Αίγυπτο και στην Ευρώπη ως την Τυρρηνία. Αυτή, λοιπόν, η μεγάλη δύναμη συγκέντρωσε κάποτε όλα της τα στρατεύματα και επιχείρησε, με μία μόνο επίθεση, να υποδουλώσει την πόλη σας και τη δική μας και όλες, όσες βρίσκονται μέσα από τις Στήλες. Τότε ακριβώς, Σόλων, αποκαλύφθηκε σε όλη την ανθρωπότητα η αρετή και η δύναμη της πόλης σας, γιατί στάθηκε πρώτη στο φρόνημα και στην τεχνική του πολέμου. Επικεφαλής των Ελλήνων και στη συνέχεια αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, έφθασε στον έσχατο κίνδυνο, αλλά τελικά απέκρουσε τους εισβολείς και θριάμβευσε. Δεν άφησε, έτσι, να γνωρίσουν τη σκλαβιά αυτοί που δεν είχαν υποδουλωθεί ποτέ και απελευθέρωσε με μεγαλοψυχία όλους εμάς τους άλλους που κατοικούσαμε μέσα από τις Στήλες. Πολύ αργότερα, όμως, ήρθαν τρομεροί σεισμοί και κατακλυσμοί και, μέσα σε μια μέρα και μια νύχτα φρίκης, όλο το γένος των πολεμιστών σας χάθηκε μέσα στη γη, και το νησί της Ατλαντίδας βυθίστηκε στη θάλασσα και αφανίστηκε. Ο ωκεανός σ’ εκείνα τα μέρη έγιεν απροσπέλαστος και ανεξερεύνητος από την πολύ βαθιά λάσπη που άφησε πίσω της η Ατλαντίδα  καθώς καταποντιζόταν» ( Πλάτωνος Τίμαιος).




Η Ατλαντίδα, διατείνεται ο Πλάτων, καταποντίστηκε λόγω μιας γεωλογικής καταστροφής, της οποίας όμως αιτία στάθηκε η ηθική εξαχρείωση των κατοίκων της. Ο Ποσειδών, ο θεός της Ατλαντίδας, βούλιαξε  το νησί στα κύματα , όπως ακριβώς έκανε ο Θεός με τον κατακλυσμό.
Το απλό αυτό γεγονός είναι πιο σπουδαίο από ο,τι δήποτε άλλο και είναι αυτό που προβάλλει ο Πλάτων. Ο καταποντισμός της Ατλαντίδας συνέπεσε με μια από εκείνες τις στιγμές, όπου το σύμπαν οπισθοδρομεί απότομα και η προσέγγιση στο κρίσιμο σημείο επιφέρει στα έμβια όντα έναν «ξεπεσμό», μια υποβάθμιση των ηθικών αξιών, μια υποβάθμιση που στην προκειμένη περίπτωση προκάλεσε την μήνι των θεών και επέσπευσε τον αφανισμό του είδους.

Πώς έφθασαν οι Άτλαντες σ’ αυτή την κατάπτωση; Ο Πλάτων απαντά στον Κριτία, σ’ ένα διάλογο, δυστυχώς, ημιτελή, στον οποίο περιγράφειε την γέννηση, την άνθιση και το τραγικό τέλος του πολιτισμού τους.
Κατά την αρχική μοιρασιά του κόσμου ανάμεσα στις διάφορες θεότητες η Ατλαντίδα έλαχε στον θεό Ποσειδώνα. Όταν έγινε κάτοχος του νησιού του βρήκε εκεί έναν άνδρα γεννημένο από τη γη που λεγόταν Ευήνορας και μια γυναίκα, που επίσης είχε ξεπεταχθεί από το έδαφος, την Λευκίππη. Το ζευγάρι είχε μια μοναχοκόρη, την Κλειτώ, την οποία ο Ποσειδών ερωτεύτηκε και ενώθηκε μαζί της.
Ο Ποσειδών με την Κλειτώ εγκαταστάθηκαν στην πιο ψηλή κορυφή του νησιού, σε ένα παλάτι χτισμένο από τον ίδιο το θεό και απέκτησαν πέντε φορές δίδυμα αγόρια και κορίτσια. Όταν μεγάλωσαν, ο Ποσειδώνας μοίρασε το νησί στα πέντε και ο καθένας από τους γιούς του κυβερνούσε στη δική του επικράτεια, σ’ ένα καθεστώς πλήρους ευδαιμονίας.
Το νησί διέθετε τέτοιο πλούτο, ώστε κάθε κομμάτι της μπορούσε, όχι απλώς να συντηρείται, αλλά και να έχει τη δυνατότητα του πολλαπλασιασμού των αγαθών του μέρα τη μέρα. Ήταν η χρυσή, ευτυχσμένη εποχή της Ατλαντίδας. Είναι, άλλωστε, φανερό ότι ο Πλάτων θέλησε μ’ αυτον τον μύθο να μας δώσει εν συντομία μια παραδειγμστική, παραδεισένια ιστορία του κόσμου, με την Ατλαντίδα στο ρόλο ενός σύμπαντος σε μικρογραφία να ζει με αυτάρκεια, αλλά υποχρεωμένη να διέλθει όλα τα στάδια της κοσμικής εξέλιξης: από τη χρυσή εποχή ως τον κατακλυσμό, τον αφανισμό.

«Ολόκληρος ο ναός (του Ποσειδώνα) ήταν εξωτερικά επενδεδυμένος με άργυρο, εκτός από τα αετωματα που ήταν χρυσά. Στο εσωτερικό η οροφή ήταν από ελεφαντόδοντο ποικιλμένο με χρυσό, άργυρο και ορείχαλκο, ενώ όλα τα υπόλοιπα, οι τοίχοι, οι κίονες και το πλακόστρωτο ήταν καλυμμένα με ορείχαλκο. Υπήρχαν παντού χρυσά αγάλματα: ο θεός παριστανόταν όρθιος πάνω στο άρμα του να οδηγεί έξι φτερωτά άλογα και το ομοίωμά του ήταν τόσο ψηλό, ώστε άγγιζε την οροφή του ναού. Το περιστοίχιζαν εκατό Νηρηίδες καθισμένες πάνω σε δελφίνια» (Πλάτωνος Κριτίας)

Στη συνέχεια ο Πλάτων περιγράφει τη ζωή και τους νόμους, δημιουργώντας μια ιδανική Πολιτεία, το πολίτευμα της οποίας περιγράφεται από τον ίδιο στην «Πολιτεία» του.




Η χρυσή εποχή δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Μεθυσμένοι από τα πλούτη, την δύναμη και το γόητρό τους, οι Άτλαντες άρχισαν να κατακτούν άλλους λαούς (εισβολές στην Ιβηρία, τη Λιβύη, μέχρι και την Ελλάδα), να διαπράττουν ιεροσυλίες, να καταπατούν τους νόμους και τη δικαιοσύνη, δηλαδή να παίρνουν το δρόμο της, χωρίς γυρισμό, ηθικής κατάπτωσης.

«... Όταν, όμως, το θεϊκό στοιχείο εντός τους εξασθένησε  και το θνητό κομμάτι τους κυριάρχησε μαζί με τις ανθρώπινες αδυναμίες, δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την καλή τους τύχη και το κάλλος τους άρχισε να φθίνει. Για τον προσεκτικό παρατηρητή η ασχήμια τους ήταν αισθητή, μιάς και έχαναν τα ωραιότερα και πολυτιμότερα πράγματα. Όσοι, όμως, αδυνατούν να διακρίνουν τον αληθινά ευδαίμονα βίο θαρρούσαν πως η μακαριότητα και η ομορφιά τους είχαν φθάσει στο απόγειό τους, γιατί ήταν γεμάτοι πλεονεξία και ικανοί για κάθε αδικία. Ομως, ο Ζευς που νόμιμα βασιλεύει ανάμεσα στους θεούς και γνωρίζει να διακρίνει σωστά, αντικρύζοντας την αξιοθρήνητη κατάπτωση αυτού του άλλοτε ενάρετου γένους, αποφάσισε να το τιμωρήσει, ώστε, ταπεινούμενο να σωφρονιστεί. Για τον σκοπό αυτό συγκάλεσε όλους τους θεούς στο σεπτό ενδιαίτημα που βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και δεσπόζει όλων, όσων υπόκεινται στη γέννηση. Κι όταν συγκεντρώθηκαν, τους είπε...» (Πλάτωνος Κριτίας).




Η απόφαση ήταν γνωστή και καταστρεπτική. Μπορούμε κι εμείς, όπως νομίζω έκαναν και οι πρόγονοί μας, να συμπεράνουμε πως όλα τα παραπάνω δεν αφορούν τόσο την ιστορία των Ατλάντων, όσο το πεπρωμένο του ανθρώπου και πως συνοψίζουν έξοχα την περιπέτεια της ανθρωπότητας που λησμονεί το θεϊκό της κομμάτι και χάνει από τη ματαιοδοξία, την προπέτεια και την αλαζονεία της τον παράδεισο για τον οποίο προοριζόταν.
Οι σημερινές παγκόσμιες ομοιότητες είναι στη διάθεσή σας.           


 




ΤΑ ΡΟΔΑ ΚΑΙ Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Τα νέα απελπιστικά, είμαι βέβαιη ότι πολλοί άλλοι θα σας ενημερώσουν για όλη τη δυστυχία που μας περιβάλλει και κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας προκαλέσει θάνατο από ασφυξία, ασφυξία απανθρωπιάς, λάσπης, ευρωπαϊκής ανημπόριας και εκφυλλισμού.
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, μιας και μπαίνουμε στον πρώτο μήνα της άνοιξης, να σας μιλήσω για την ομορφιά των ρόδων και τον συμβολισμό τους, που ξεκουράζουν το βλέμμα και ηρεμούν την ψυχή. Κάπως πρέπει να ισορροπήσουμε...

Το ρόδο, λοιπόν, το τριαντάφυλλο, έχει διφορούμενο νόημα. Συμβολίζει από τη μια την ουράνια τελείωση και από την άλλη το γήινο πάθος, αντιπροσωπεύοντας συγχρόνως τον Χρόνο και την Αιωνιότητα, τη ζωή και τον θάνατο, την γονιμότητα και την παρθενία. Είναι το μυστήριο της ζωής, η ομορφιά και η χάρη, η τρυφηλότητα και η ευτυχία, ο αισθησιασμός και η αποπλάνηση.
Στον συμβολισμό της καρδιάς το ρόδο κατέχει το κεντρικό σημείο του σταυρού, το σημείο της ένωσης.  Η παροδικότητά του συμβολίζει τον θάνατο, τη θνητότητα και τη θλίψη. Τα αγκάθια του υποδηλώνουν τον πόνο, το αίμα και το μαρτύριο.
Στην Δύση, μαζί με το κρίνο, κατέχει τη θέση που έχει ο λωτός στην Ανατολή και το μυστικό ρόδο ακολουθεί στνά τον συμβολισμό του λωτού.  

Αντιπροσωπεύει επίσης τη σιωπή και τη μυστικότητα, όπως το sub rosa, ένα ρόδο που κρέμεται ή απεικονίζεται στις αίθουσες συμβουλίων, για να υποδείξει τη μυστικότητα και την διακριτικότητα όλων των παρευρισκομένων, των λεγομένων και των αποφάσεων.
Το χρυσό ρόδο υποδηλώνει την τελείωση.
Το κόκκινο την επιθυμία και το πάθος, τη χαρά και την ολοκλήρωση. Είναι το άνθος της Αφροδίτης, το αίμα του Άδωνι, αλλά και του Ιησού.
Το λευκό την αθωότητα, την παρθενία και την πνευματική ανάπτυξη.
Το κόκκινο και το λευκό μαζί αντιπροσωπεύουν την ένωση πυρός και ύδατος, την ένωση των αντιθέτων.
Το γαλάζιο δηλώνει το ανεπίτευκτο, το αδύνατο.
Το τετραπέταλο ρόδο απεικονίζει την τετραγωνική διαίρεση του κόσμου, αυτό με τα πέντε πέταλα τον μικρόκοσμο και εκείνο με τα έξι τον μακρόκοσμο.
Η ροζέτα είναι το ίδιο το ρόδο, ιδωμένο από πάνω. Το «Ρόδο των Ανέμων» απεικονίζεται σαν ένας κύκλος που περικλείει τον διπλό σταυρό- τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και οι τέσσερις ενδιάμεσες κατευθύνσεις- και επομένως μοιράζεται τους συμβολισμούς του κύκλου, του σταυρού και των ακτίνων του ηλικαού τροχού. Ο Ροδώνας είναι ένα Παραδείσιο σύμβολο και αποτελεί τον τόπο του μυστικού γάμου, της ένωσης των αντιθέτων. 

Στην αρχαία Αίγυπτο το ρόδο ήταν αφιερωμένο στην Ίσιδα, επειδή συμβόλιζε την αγνή αγάπη, την ελεύθερη από τη σάρκα, και το χρησιμοποιούσαν στα μυστήρια της θεάς.
Στην αρχαία Ελλάδα και κατόποιν στη Ρώμη συμβόλιζε τον θρίαμβο της αγάπης, τη χαρά και την επιθυμία. Τα ρόδα καλλιεργούνταν στους ταφικούς κήπους της Ρώμης σαν σύμβολα ανάστασης και αιώνιας Άνοιξης. Κατά τη διάρκεια της γιορτής Ροζάλια σκορπούσαν ρόδα στους τάφους, ενώ ο Ρωμαίος αυτοκράτορας φορούσε ένα στέμμα φτιαγμένο από φρεσκοκομμένα ρόδα.

Για το τάγμα των Ροδόσταυρων συμβολίζει το θείο φως του σύμπαντος και αναπτύσσεται πάνω στο Δέντρο της Ζωής, κάτι που συνεπάγεται αναγέννηση και ανάσταση.
Αναγέννηση και ανάσταση της φύσης γίνεται την άνοιξη και σ’ αυτήν εισερχόμαστε, ελπίζοντας-για άλλη μια φορά- στο νέο ξεκίνημα για όλα, όσα μας θλίβουν και μας ταλαιπωρούν. Ας γεμίσουμε τα πνευμόνια μας με το ανυπέρβλητο άρωμα του ρόδου κι ας φτιάξουμε ένα μπουκέτο με λευκά και κόκκινα, ας ενώσουμε τα αντίθετα και ας προχωρήσουμε μπροστά.