The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΟ ΝΑΥΑΡΙΝΟ

Μέρος γ’

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Η σύγκρουση υπήρξε απρογραμμάτιστη και απροσδόκητη.  Ασχέτως με τις επιπτώσεις της στην ελληνική υπόθεση, υπαγορεύθηκε μόνον από τα συμφέροντα των τριών Δυνάμεων που εκείνη τη στιγμή ήταν ταυτόσημα, αν και για διαφορετικούς λόγους.

Η ναυμαχία ήταν φυσικό επακόλουθο της ακαμψίας της Πύλης, για την οποία αποτελούσε ζήτημα αρχής να υποχωρεί, να συμβιβάζεται ή να υποκύπτει μόνον με την άσκηση βίας( αυτό της υπαγορεύουν ως σήμερα οι «ιεροί νόμοι»). Αν είχε υποχωρήσει ο σουλτάνος, οι επαναστατημένες περιοχές του ελληνικού χώρου θα αποκτούσαν απλή αυτονομία με έναν ηγεμόνα υποτελή στην Πύλη. Αυτό ζητούσε, άλλωστε, η ελληνική πλευρά, υιοθετώντας το σχέδιο του Canning από το 1825.

Λιποψύχησε τότε η ελληνική ηγεσία λόγω των σαρωτικών επιτυχιών των αιγυπτιακών στρατευμάτων, έχασε την πίστη της στον υπέρ πάντων Αγώνα της. Υπήρξε μια τεράστια διάσταση ανάμεσα στη βούληση της ηγεσίας και στη βούληση του απλού κόσμου. Και η αποδοχή του αγγλικού σχεδίου για υποτέλεια έγινε ερήμην του λαού. Η συνεχιζόμενη αντίσταση ως το 1827- για δύο περίπου χρόνια- δείχνει ακριβώς αυτή τη διάσταση.

Γράφει ο Γάλλος εθελοντής Fr, Schack στο χρονικό του:

«Ευτυχώς που η απάντηση του Μαχμούτ Β΄και των υπεροπτικών υπουργών του ήταν αρνητική. Γιατί η μάζα του ελληνικού λαού θα απέρριπτε κάθε συμβιβασμό. Ποτέ το σύνθημα « θνήσκειν περί πατρίδος» δεν ήταν τόσο βαθιά ριζωμένο στις ψυχές. Η επανάσταση είχε πολύ προχωρήσει, έλεγαν οι Έλληνες, κι είναι αδύνατο να σταματήσει, έτσι που βρίσκεται σε καλό δρόμο. Θέλουμε πλήρη ελευθερία για την πατρίδα μας ή να θαφτούμε κάτω από τα ερείπιά της…Τιμώντας το εθνικό ήθος των Ελλήνων ότι η πρόταση στον σουλτάνο για υποταγή με όρους δεν επιδοκιμάστηκε ποτέ από τη μάζα του λαού. Αυτό το ολέθριο σχέδιο οφείλεται σε μια μικρή μειοψηφία προεστών και υπαγορεύθηκε από μια Δύναμη (Αγγλία) που θέλησε να εκμεταλλευτεί την υπόθεση των Ελλήνων για το δικό της συμφέρον. Ανάμεσα στην μικρή ομάδα όπου τα πλούτη, η φιλοδοξία και η φιλαρχία παραμέρισαν τη φιλοπατρία, διακρίνει κανείς με θλίψη άτομα που από καιρό είχαν την πρόθεση να οσποδαροποιήσουν την πατρίδα τους».

Η άποψη του Άγγλου εθελοντή Thomas Gordon ότι «η νικημένη Ελλάδα, κατά το τετράμηνο που μεσολάβησε από την συνθηκολόγηση της αθηναϊκής φρουράς ως τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, σφάδαζε σε επιθανάτια αγωνία», αποτελεί απόπειρα να αποδοθεί η ελληνική ανεξαρτησία στην επέμβαση των Δυνάμεων και να εξωραϊστούν οι πολιτικές επιδιώξεις τους.

Γιατί, ακόμη κι αν νικούσε ο Ιμπραήμ, θα μιλούσαμε για μια «πύρρειο νίκη»- παρά τον εσωτερικό αλληλοσπαραγμό- και δεν θα υπήρχε γενική υποταγή.

Οι συμμαχικές δυνάμεις κατέστρεψαν τις τουρκοαιγυπτιακές, όχι για να σωθεί η Επανάσταση και να αποτραπεί η υποταγή ή η εξόντωση των Ελλήνων, αλλά για να εξυπηρετηθούν οι κοινές τους επιδιώξεις και τα χωριστά τους συμφέροντα. Αυτό φαίνεται καθαρά από τα δύο σχέδια της τριμερούς Συνθήκης και το τελικό της κείμενο, που συντάχθηκαν μετά τη ναυμαχία:

«Οι σύμμαχες Δυνάμεις, πιεζόμενες από πολύν καιρόν από την ανάγκην να επιβάλουν τον τερματισμό του πολέμου που ξέσπασε στην Ανατολή και τόσα δεινά προκαλεί στα συμφέροντά τους, έκριναν ότι..»

Το τελικό κείμενο της Συνθήκης υπογραμμίζει ότι ο πόλεμος, εξαιτίας της αναρχίας και αταξίας που επικρατεί «στις ελληνικές επαρχίες και το Αιγαίον», δημιουργεί «καθημερινά νέα εμπόδια στο εμπόριο των ευρωπαϊκών κρατών και δίνει αφορμή για πειρατείες, που όχι μόνον εκθέτουν τους υπηκόους σε σημαντικές ζημίες, αλλά και επιβάλλουν μέτρα δαπανηρά για επαγρύπνιση και καταστολή» (Απ. Δασκαλάκης, Κείμενα-πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1967).

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου υπήρξε ένα τυχαίο γεγονός, συνέπεια- όπως αναφέρθηκε στις προηγούμενες αναρτήσεις- της ασάφειας της Συνθήκης του Λονδίνου. Το ριζοσπαστικό μέτρο ευκολίας, αλλά και σίγουρης εφαρμογής των διαταγών των ναυάρχων στο πλαίσιο της πειθαρχίας, που χαρακτηρίζει πάντα τους στρατιωτικούς ( η κίνησή τους για αποκλεισμό του στόλου του Ιμπραήμ) πρόσφερε και στους τρεις μια αναπάντεχη αίγλη και στις κυβερνήσεις τους ένα ανεπιθύμητο φωτοστέφανο. Οι πρωταγωνιστές ηρωοποιήθηκαν από τους Έλληνες και οι τρεις Δυνάμεις χαρακτηρίστηκαν αμέσως Προστάτιδες και Ευεργέτιδες.

Στην πραγματικότητα δεν σημειώθηκε καμία ουσιαστική μεταβολή στο ελληνικό θέμα. Οι Δυνάμεις διατήρησαν την φιλοτουρκική τους στάση. Κοινός τους στόχος ήταν η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αποφυγή ενός Ρωσοτουρκικού πολέμου. Και αυτό επετεύχθη, αφού ναυάγησε το σχέδιο του Μωχάμετ Άλι για μόνιμη εγκατάσταση στην ελληνική χερσόνησο.

Οι λαοί πανηγύριζαν και οι κυβερνώντες της Ευρώπης αντιδρούσαν ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Οι Άγγλοι μίλησαν για «ατυχές συμβάν» (untoward event), οι Αυστριακοί μίλησαν με οδυνηρή έκπληξη και αγανάκτηση για «τρομακτική καταστροφή», οι Γάλλοι πήραν την «εκδίκησή» τους μετά τις ταπεινώσεις της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας τους, επειδή το ναυτικό τους σημείωσε την πρώτη του νίκη μετά το 1815, και οι Ρώσοι ήταν χαρούμενοι, καθώς η νίκη εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους για ένοπλο διακανονισμό με την Τουρκία.

Για τις αντιδράσεις των Τούρκων μας ενημερώνει ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Guilleminot στην έκθεσή του: «Κρίση σφοδρή ξέσπασε στο σεράϊ.Απελπισία, φόβος, έκπληξη, οργή, τα πιο αντιφατικάσυναισθήματα κυριαρχούσαν. Ο σουλτάνος άγρυπνος μέρες ολόκληρες , Η αναστάτωσή του υπήρξε τρομακτική. Ρινικές αιμορραγίες τον ανακούφισαν, αλλά όλοι έτρεμαν μήπως αρρωστήσει. Διέκοπτε την σιωπή του για να απειλήσει την εξόντωση όλων των Ελλήνων, και μαζί μ’ αυτούς όλων των Φράγκων. Κάλεσε τον αρχιαστρολόγο του. Εκείνος μίλησε για αίματα, σεισμούς και λιμό. Οι Έλληνες του Γαλατά και του Πέραν βγήκαν στους δρόμους και πανηγύριζαν την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας»

Και οι τρεις Δυνάμεις, αμέσως μετά τον τερματισμό της Ναυμαχίας φρόντισαν να στείλουν τους πρεσβευτές τους στην Πύλη και να εκφράσουν τη λύπη τους για όσα είχαν συμβεί, χαρακτηρίζοντας τον καταποντισμό του οθωμανικού στόλου ως «αξιοθρήνητο λάθος»…

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΟ ΝΑΥΑΡΊΝΟ

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Οι ναύαρχοι Codrington και de Rigny δεν είχαν ιδέα πώς θα πραγματοποιούνταν η παρέμβασή των στόλων τους ανάμεσα στους εμπόλεμους (Έλληνες και Τούρκους) χωρίς να υπάρξει ένοπλη σύγκρουση. Ο Άγγλος πρωθυπουργός George Canning, εμπνευστής της Τριμερούς, πέθανε στις 8 Αυγούστου 1827, αφήνοντας μετέωρη την δική του πολιτική και χωρίς να υπάρχουν έγγραφες και συγκεκριμένες εντολές για την πρακτική εφαρμογή της συμφωνίας, παρά μόνον κάποιες αόριστες οδηγίες για ένοπλη παρέμβαση και επίτευξη ειρήνευσης χωρίς εχθροπραξίες. Την σύγχιση αποκαλύπτει το έγγραφο του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με τις επιβαλλόμενες ενέργειες των συμμαχικών στόλων:

«Χωρίς αμφιβολία πρέπει να κρατηθείτε ουδέτεροι. Ούτε με τον ένα ούτε με τον άλλο από τους εμπολέμους. Πρέπει να παρεμβάλετε τις δυνάμεις σας ανάμεσά τους και να επιβάλετε ειρήνη με την τρόμπα μαρίνα, αν είναι δυνατόν, με τα κανόνια σας αν δεν υπάρχει άλλη λύση».

Και ο Γάλλος ναύαρχος de la Graviere σχολιάζει: «όταν οι πρεσβευτές γράφουν τέτοια πράγματα στους ναυάρχους, δεν μπορεί κανείς να απορήσει που στην πρώτη ευκαιρία τα κανόνια εκπυρσοκροτούν μόνα τους».

Ως στρατιωτικός έχει δίκιο. Οι στρατιωτικοί εκτελούν εντολές με ακρίβεια και πειθαρχία. Αγνοούν τις παραλλαγές, τις εναλλαγές και τις παλινδρομήσεις των διπλωματικών.

Και, φυσικά, οι δύο αρχηγοί των στόλων (ο Ρώσος δεν είχε φθάσει ακόμη) αντιλαμβάνονταν απόλυτα τον κίνδυνο. Για να προλάβουν καταστάσεις, έστειλαν έκτακτους απεσταλμένους στον Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου, να μην εκπλεύσει ο στόλος που προοριζόταν για το τελικό πλήγμα εναντίον των Ελλήνων για να αποτραπεί η σύγκρουση. Αλλά έφθασαν αργά- ο στόλος (92 καράβια) είχε αποπλεύσει…

Επιπλέον, οι Άγγλοι έστειλαν μυστικά τον Craddock στην Αλεξάνδρεια, με σκοπό να αποτρέψει την εκστρατεία του αιγυπτιακού στόλου, με αντάλλαγμα την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του από την Αγγλία- κάτι που ήθελε πολύ ο Μωχάμετ Άλι. Αν πετύχαινε το αγγλικό σχέδιο, θα υπερφαλαγγιζόταν η Γαλλία και η ισορροπία στην περιοχή θα ανατρεπόταν εις βάρος της. Αλλά κι αυτός έφθασε αργά…

Συγρόνως, ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος δέχονται διαταγή από τους τρεις πρεσβευτές να απαιτήσουν από τους Τουρκοαιγυπτίους αποχή από κάθε ναυτική εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων, άλλως θα αντιμετωπίσουν πολεμική αναμέτρηση.

Ήταν η 22η Σεπτεμβρίου όταν ο de Rigny συνάντησε τον Ιμπραήμ (γιο του Μωχάμετ Άλι)και τού γνωστοποίησε το περιεχόμενο της Συνθήκης του Λονδίνου. Τρεις μέρες αργότερα, γίνεται συνάντηση και των τριών (Codrington, de Rigny και Ιμπραήμ). Οι ναύαρχοι δήλωσαν αποφασισμένοι να επιβάλουν ανακωχή και να καταστρλεψουν τον οθωμανικό στόλο, αν αντιταχθούν. Η απάντηση του Ιμπραήμ ήταν ότι είναι υπηρέτης της Πύληςκαι έλαβε εντολή να συνεχίσει τον πόλεμο στον Μοριά και να τον τερματίσει με μια αποφασιστική επίθεση κατά της Ύδρας, υποσχόμενος να στείλει ταχυδρόμους και στην Πόλη και στην Αλεξάνδρεια και, μέχρι να λάβει απαντήσεις ο στόλος θα παρέμενε στο Ναυαρίνο.

Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήταν απροσδόκητες και ραγδαίες. Η επικοινωνία της εποχής δεν επέτρεπαν άμεση επαφή για συνεννοήσεις και νέες εντολές, αναγκάζοντας τους ναυάρχους να δράσουν με δική τους πρωτοβουλία.

Ωστόσο, είχε μπει ο Οκτώβριος, ο χειμώνας πλησίαζε και ήταν πολύ δύσκολο να κρατηθούν τα πολεμικά πλοία στο πέλαγος, για την επίτευξη ενός δραστικού κλοιού, ικανού να ματαιώσει κάθε απόπειρα εξόδου του στόλου του Ιμπραήμ από την ναυτική του βάση. Γι’ αυτό, αποφάσισαν να κάνουν μια ειρηνευτική είσοδο των συμμαχικών στόλων και να αγκυροβολήσουν στον όρμο του Ναυαρίνου.

Η είσοδος αυτή πραγματοποιήθηκε στις 20 Οκτωβρίου( μαζί και με τον ρωσικό στόλο).

 

Την σύγκρουση θα την δούμε την επόμενη εβδομάδα.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΟ ΝΑΥΑΡΙΝΟ

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Η Αγγλο-Γαλλο-Ρωσική Συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827 προέβλεπε «ένοπλη μεσολάβηση» των τριών Δυνάμεων στο ελληνικό πρόβλημα για την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την επιβολή ανακωχής μεταξύ των αντιμαχομένων, και κοινοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ενάμιση μήνα αργότερα(16 Αυγούστου).

Στο βιβλίο των Edouard Driault-Michel Lheritier, Histoire diplomatique de la Grece de 1821 a nos jours, Paris 1926, αναφέρονται τα παρακάτω.

Οι τρεις πρεσβευτές (Stratford Canning της Αγγλίας, Guilleminot της Γαλλίας και Ribeaupierre της Ρωσίας) επέδωσαν στον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών Περτέβ Εφέντη σχετική διακοίνωση, τονίζοντας ότι επιθυμούν την διατήρηση των φιλικών τους σχέσεων με την Υψηλή Πύλη και ότι θα περιμένουν ως το τέλος του μήνα. Ο Περτέβ τους αντιμετώπισε με αδιαφορία και σιωπή και ενημέρωσε τον σουλτάνο. Εκείνος τον φώναξε στις 27 Αυγούστου και του έδωσε την παρακάτω εντολή: «Να τους πεις, κάνετε ό,τι θέλετε.Αλλά μη νομίζετε ότι η συμμαχία σας θα έχει αποτέλεσμα.Θα προκαλέσει την εξολόθρευση των Ελλήνων. Θα σφάξουμε όλους τους Έλληνες που ζουν στην απέραντη χώρα μας. Κι όταν αρχίσει να τρέχει το αίμα, τόσο το χειρότερο αν χυθεί και το αίμα των Αρμενίων, των άλλων ραγιάδων μας, ακόμα και των Φράγκων».

Ο Περτέβ Εφέντης δεν βιάστηκε και οι πρεσβευτές έστειλαν τους δραγουμάνους τους(Chabert της Αγγλίας, Degranges της Γαλλίας και Franchini της Ρωσίας) στον Υπουργό την 30ή Αυγούστου, αξιώνοντας μια απάντηση.

   «Δεν καταλαβάινω τίποτε! Τι σημαίνει μέτρα για τερματισμό των εχθροπραξιών και την ίδια στιγμή φιλία με την Πύλη; Η νότα σας είναι σκοτεινή, αντιφατική. Χάνω το μυαλό μου! Πώς θα σταματήσει ο πόλεμος χωρίς να διαταραχθούν οι σχέσεις μας; Ανακατεύονται ποτέ η έχθρα με την φιλία; Γίνεται να βρεθούν αντάμα το νερό με τη φωτιά; Να μου εξηγήσετε τι σημαίνουν όλα αυτά» ήταν η απάντηση, μαζί με την άρνηση να παραλάβει τη διακοίνωση που είχαν φέρει οι δραγουμάνοι. Εκείνοι επέλεξαν ν’ αφήσουν τα έγγραφα πάνω στο σοφά του υπουργικού γραφείου και ν’ αποχωρήσουν, ενώ ο Υπουργός ωριόταν: «Σας είπα, κύριοι, δεν τη δέχομαι. Πάρτε αυτό το χαρτί. Δεν μπορείτε να το αφήσετε χωρίς τη θέλησή μου. Αυτά είναι παιδαριωδίες!»

Οι δραγουμάνοι έφυγαν και επέστρεψαν την επομένη για να πάρουν την τελική απάντηση:

«Η απάντησή μου, κατηγορηματική, οριστική, αμετάβλητη, αιώνια, είναι ότι η Υψηλή Πύλη δεν δέχεται καμιά πρόταση σχετικά με τους Έλληνες. Και θα επιμείνει σ’ αυτό για πάντα, ως την Δευτέρα Παρουσία! Η επανάσταση των Ελλήνων είναι εσωτερική υπόθεση… Με κουράζετε και κουράζεστε χωρίς λόγο».

Τέσσερις ημέρες αργότερα ο Γάλλος δραγουμάνος Desgranges έκανε άλλη μια προσπάθεια. Είπε στον Περτέβ ότι οι Δυνάμεις αποφάσισαν να διακόψουν τις εχθροπραξίες στην Ελλάδα. Οι ναύαρχοι διατάχθηκαν να δράσουν, κι όλα αυτά γίνονται για το καλό της Τουρκίας, για να προληφθεί ένας Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Τριακόσιες χιλιάδες Ρώσοι είναι έτοιμοι να εισβάλουν στις Ηγεμονίες. Απάντηση δεν έλαβε, όπως και σε μια ακόμη τελευταία επίσκεψη. Οι Τούρκοι ήταν αδιάλλακτοι και οι τρεις Δυνάμεις προχώρησαν στην εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου, δηλαδή, στην αποκατάσταση των σχέσεων με την Ελλάδα, την αποστολή προξενικών πρακτόρων και στην εντολή στους τρεις ναυάρχους να επιβάλουν ανακωχή. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να καταλήξουν σε σύγκρουση με την Τουρκία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις του τότε Γάλλου προξένου στη Μάλτα Miege που γνώριζε άριστα όλο το διπλωματικό παρασκήνιο:

«Η συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827 είχε ένα και μόνο σκοπό: να εμποδίσει τους Ρώσους να περάσουν τον Προύθο. Οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού δεν διανοήθηκαν ποτέ την προσφυγή στα όπλα για τον καταναγκασμό της Πύλης να δεχτεί τους όρους που υποκρίνονταν ότι ήθελαν να επιβάλουν. Το Διβάνι γνώριζε τις πραγματικές διαθέσεις των δύο Δυνάμεων και έδειξε αδιαλλαξία».

«Σ’ αυτό, βέβαια, έπαιξαν ρόλο και οι παρεμβάσεις των Αυστριακών. Δεν έπρεπε να πέσει ούτε μια κανονιά. Το μόνο που επιθυμούσαν οι Αγγλογάλλοι ήταν να αφαιρέσουν από τη Ρωσία κάθε πρόσχημα να διαταράξει την ευρωπαϊκή ειρήνη. Ελάχιστη ήταν η ανησυχία τους για την σωτηρία των Ελλήνων», σημειώνει ο ιστορικός Julien de la Graviere.

 

 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Μέρος δ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Στη δεύτερη συνάντηση τού Αλβανού Ελμάζ μπέη με τους αρχηγούς των Ελλήνων, ήταν παρούσα και η Μπουμπουλίνα, η οποία άφησε τα πλοία της στο Ναύπλιο και πήγε ως την Τρίπολη με μια ομάδα ανδρών της. Ο Ελμάζ αναφέρθηκε και πάλι στη διάσωση του χαρεμιού του Χουρσίτ Πασά, αλλά μετά τις αντιρρήσεις της ελληνικής πλευράς, συμφώνησε να πραγματοποιήσει έξοδο των Αλβανών στις 22 Σεπτεμβρίου, με όλα τους τα όπλα και τα πολύτιμα πράγματά τους και υποσχέθηκε να μη στραφεί ξανά εναντίον των Ελλήνων.

Αυτή η επαναληπτική κίνηση του Αλβανού μπέη προκάλεσε πανικό στους Τούρκους πολίτες της πόλης. Το ίδιο βράδυ βγήκαν από τα τείχη πολλοί πλούσιοι Εβραίοι και Τούρκοι και πήγαν στις σκηνές των Ελλήνων αρχηγών, γυρεύοντας προστασία. Και τότε, άρχισαν οι συναλλαγές που γέμισαν με πλούτη τη Μπουμπουλίνα, τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη και άλλους. Οι πολιορκημένοι, τρέμοντας για τη ζωή τους και τις ζωές των μελών των οικογενειών τους, προσπαθούσαν απεγνωσμένα να εξαγοράσουν με τεράστια ποσά ένα υποτυπώδες καταφύγιο στο ελληνικό στρατόπεδο. Οι συνεννοήσεις γίνονταν με το φως της ημέρας και όταν έπεφτε το σκοτάδι, υποζύγια φορτωμένα με ασήμι και πολύτιμα αντικείμενα έβγαιναν από την πόλη και κατέληγαν στις σκηνές των καπεταναίων.

Στην ουσία ο πόλεμος είχε σταματήσει, πολιορκία δεν υπήρχε. Μέσα στην πόλη, εκτός από τους Έλληνες που είχαν αρχίσει να πηγαινοέρχονται, υπήρχαν και οι όμηροι, όπως ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, ο Φωτάκος, που είχαν δοθεί στους Αλβανούς ως εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας.

Ο Raybaud σχολιάζει άσχημα αυτές τις συμπεριφορές, δεν αντιλαμβάνεται πώς γίνεται να είναι κανείς από τη μια ιδιοτελής και ορκισμένος να πολεμήσει για την ελευθερία, και από την άλλη να μετατρέπεται σε αρπακτικό, παραβλέποντας την αναζήτηση με κάθε μέσον πόρων για τη διατήρηση των ανδρών και των αναγκαίων πυρομαχικών, αφού ο κάθε καπετάνιος έπρεπε να τα εξασφαλίζει για τους δικούς του, έχοντας ήδη ξοδέψει τη δική του περιουσία.

Δεν άργησε να επέλθει ρήξη στις σχέσεις Τούρκων-Αλβανών, τουφεκιές έπεφταν μέσα από τα τείχη, ενώ οι Έλληνες περίμεναν ανυπόμονα να εξέλθουν οι Αλβανοί- όπως είχε συμφωνηθεί- για να ορμήσουν εκείνοι, έτοιμοι να εκδικηθούν για όσα είχαν γίνει ως εκείνη τη στιγμή από τους Τούρκους, (σφαγές στη Σμύρνη, στην Πόλη, στην Έφεσο, στο Αϊβαλί), να πάρουν το αίμα και τις ταπεινώσεις αιώνων πίσω, εκείνη ακριβώς την ώρα. Τίποτε και κανένας δεν είχε τη δύναμη να σταματήσει το ποτάμι της απύθμενης οργής τους.

 

Ξημέρωσε η Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 1821, μια ηλιόλουστη και πολύ ζεστή μέρα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, σιωπή επικρατούσε και κάποιοι έτρωγαν κάτι πρόχειρο. Άξαφνα, φωνές αντήχησαν: «Ρεσάλτο! Ρεσάλτο!» Έλληνες πηδούσαν στα τείχη χωρίς να βρίσκουν αντίσταση. Το κανόνι άρχισε να ρίχνει εναντίον της πόλης, εκρήξεις, πυκνός καπνός παντού και οι στρατιώτες ορμούσαν ακάθεκτοι…

Ο Ι.Φιλήμων ιστορεί πώς ξεκίνησε η έφοδος: «Όλα άρχισαν από τη φιλία του Μανώλη Δούνια (ενός Τσάκωνα) με έναν Τούρκο πυροβολητή. Την 22η Σεπτεμβρίου τού έδωσε ψωμί και υποσχέθηκε ότι θα τον έσωζε. Την επομένη, ο Τούρκος ανέβασε τον Δούνια και δύο συντρόφους του στην ντάπια. “ Τη ώρα εκείνη οι άλλοι τηλεβολισταί Τούρκοι έλειπον εκείθεν, και εκ ταύτης ο Δούνιας, ωφελούμενος της ευκαιρίας, συνέλαβε τον φίλον αυτού Τούρκον, και δια του σημείου της χειρός σημάνας εκάλεσε τους τυχόντας πλησίον Έλληνας… Αμέσως ο είς επί των ώμων του άλλου ανέβησαν μετά σπουδής το τείχος, περί τους πεντήκοντα, έστησαν επί των εκεί μεγάρων του Μουσταφά βεγή την σημαίαν και ήνοιξαν την πύλην της Ναυπλίας”(εννοεί την πύλη που οδηγούσε στο Ναύπλιο).

Ένας αγωνιστής, ο φροντιστής Αναγνώστης Λυμπερόπουλος ή Χασαμπασιώτης, που μπήκε από τους πρώτους στην Τρίπολη, έχει διαφορετική άποψη. Γράφει ο Γιάννης Αναπλιώτης στα «Απομνημονεύματα Κωνσταντή Λυμπεροπούλου, μετά βιογραφίας του Αναγνώστη Λ. Λυμπεροπούλου, φροντιστού του Αγώνος και πατρός του Κωνσταντή»:

«…Οι Οθωμανοί εκάλουν εις τας επάλξεις τους φίλους των, οίτινες επλεόνασαν των Οθωμανών φυλάκων, και ιδόντες πλειοτέρους τους Έλληνες ανεχώρησαν και άφησαν τους Έλληνες κυρίους αυτής, τους οποίους προτρέψαντες οι κάτω του φρουρίου Έλληνες, να ανοίξουν την πόρταν του φρουρίου και σπεύσαντες να ανοίξωσιν υπέφεραν πολύ, ώστε να σπάσουν τους μοχλούς και κλείθρα της θύρας. Άμα η πόρτα ηνεώχθη, πάραυτα οι Έλληνες ώρμησαν εντός της πόλεως άνευ της αδείας των αρχηγών των. Τότε ο φροντιστής Α. Λυμπερόπουλος, έχων και τον Π.Κεφάλαν με άλλους 16 οπλίτας, ο οποίος Κεφάλας έλεγεν “θα με σκοτώσουν Αναγνώστη” και ούτος τού είπε να μη φοβήται  “διότι ξεύρω τους δρόμους”. Και ούτως επήγαν από δρόμον και δεν έπεσεν κατ’ αυτών ουδέν όπλον, ώστε όπου έφθασαν εις τα σπίτια του δεφτέρ Κεχαγιά εντός των οποίων ήτον 85 οπλίται Οθωμανοί. Άμα έφθασαν εις την θύραν εκτύπησεν αυτήν ο Χασαμπασιώτης και τού είπον από έσωθεν ποίος είναι και τους είπεν “εγώ είμαι ο Αναγνώστης από τον Χασάνπασα και ήλθα να σας φυλάξω”. Και αμέσως άνοιξαν την θύραν και εισήλθαν 16 Έλληνες εν οίς και ο Κεφάλας. Και αμέσως ο Λυμπερόπουλος εβγήκεν με λευκήν σημαίαν εις το παράθυρον και έλεγεν “Έλληνες είναι εδώ”.

Μέσα στην πόλη η κατάσταση ήταν απερίγραπτη: πτώματα αποσυντεθεμένα στους δρόμους, συμπλοκές παντού, εκπαραθυρώσεις, γκρεμίσματα οικιών, εκρήξεις, φωτιές που ξεπηδούσαν εδώ κι εκεί, άγρια ξεφωνητά, αίμα να ρέει. Αδέσποτα σκυλιά, με την πείνα να σχίζει τα σωθικά τους, ορμούσαν μετά τους επιτιθέμενους στα νεκρά κορμιά και τα κατάτρωγαν… Η φρίκη κυριαρχούσε.

Το σεράϊ του Χουρσίτ έπιασε φωτιά, οι γυναίκες κατατρομαγμένες οδηγήθηκαν από Αλβανούς στον Αναγνωσταρά, ο οποίος ανέλαβε την προστασία τους. Τις απομόνωσαν σε κάποιο σημείο του στρατοπέδου και αργότερα προστέθηκαν και κάποιοι Τούρκοι επίσημοι που βρέθηκαν στο σεράι. Ανάμεσά τους και ο μισητός Κεχαγιάμπεης. Παρά το μίσος που έτρεφαν όλοι οι Έλληνες γι’ αυτόν, κράτησαν μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και δεν τον λιντσάρησαν, παρά τίμησαν την συμφωνία του Κολοκοτρώνη να τον παραδώσει στους Αλβανούς.

Όταν μπήκαν στην Τρίπολη ο Κολοκοτρώνης με τον Γιατράκο έφιπποι, προσπάθησαν να συγκεντρώσουν τους στρατιώτες και να τους βγάλουν από την πόλη, αλλά στάθηκε αδύνατο. Ήταν όλοι τους μεθυσμένοι για λεηλασία και εκδίκηση. Επικρατούσε μόνον ο νόμος της καταστροφής και το σύνθημα της ολοκληρωτικής σφαγής.

Επί τρεις ημέρες οι Έλληνες συνέχιζαν ακάματοι να σφάζουν και να καίνε, να προβαίνουν σε αγριότητες, ώσπου να ημερέψουν οι ψυχές, ώσπου να μη μείνει κανένας εχθρός ζωντανός, μήτε Τούρκος μήτε Εβραίος.

 

Όταν ο Χουρσίτ έμαθε τι συνέβη στην Τρίπολη, βρισκόταν στη Λάρισα- ήδη σε δυσμένεια από τον σουλτάνο- και ενδιαφέρθηκε για το χαρέμι του, καταφέρνοντας να πετύχει την ανταλλαγή του. Την άνοιξη της επόμενης χρονιάς, το χαρέμι έφθασε στη Λάρισα. Η εικόνα των περισσοτέρων- εγκυμονούσαν- εξόργισε τον Χουρσίτ. Έδωσε εντολή να τις κλείσουν σε σακιά και να τις πετάξουν στον Πηνειό. Ήταν η τελευταία φρικαλέα πράξη του. Το χαρέμι του, έχοντας γλυτώσει το εχθρικό μαχαίρι, βρήκε τον θάνατο από τον ίδιο.

 

 

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Οι φθινοπωρινές καταιγίδες είχαν αρχίσει, δεν υπήρχαν καταφύγια, εμφανίστηκαν αρρώστιες, αλλά οι Έλληνες όλο και πλήθαιναν, όλο κι έσφιγγαν τον κλοιό, δυσκολεύοντας τους Τούρκους.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης, ο στρατιωτικός διοικητής της Τρίπολης, έστειλε δύο παπάδες στο ελληνικό στρατόπεδο, κάνοντας μια προσπάθεια να πείσει τους Έλληνες να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν. Η πρόταση προκάλεσε γέλια, αλλά το θέαμα των απεσταλμένων Ελλήνων ιερέων αναστάτωσε τους πάντες, τους εξαγρίωσε. Οι απεσταλμένοι ήταν εξαθλιωμένοι από την πείνα και τον πυρετό, σχεδόν ετοιμοθάνατοι. Έκαναν μεγάλη προσπάθεια να αρθρώσουν μια λέξη. Στα χέρια και τα πόδια τους ήταν ορατά τα σημάδια από τις αλυσίδες της αιχμαλωσίας.

Όπως μας πληροφορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος στο έργο του «Οι Αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821» (εκδ.1926), είχαν αποκλεισθεί στην Τρίπολη πολλοί Έλληνες μετά τα επαναστατικά γεγονότα (περίπου διακόσια άτομα) και χρησιμοποιούνταν από τους Τούρκους στις οχυρώσεις του κάστρου. Υπάρχουν, ως συνήθως. και άλλοι που γράφουν ότι δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας στην πολιορκημένη πόλη, αλλά ο Γάλλος Raybaud είδε τους απεσταλμένους ιερείς.

Συγχρόνως, οι Τούρκοι ζήτησαν να συναντηθούν οι εκατέρωθεν αντιπροσωπείες για να διαπραγματευθούν, και μ’αυτή την ευκαιρία, κηρύχθηκε ανακωχή. Μια τέντα ετοιμάστηκε για τις αντιπροσωπείες, στη μέση ακριβώς της απόστασης (κάστρο- ελληνικό στρατόπεδο), ενώ γυναικόπαιδα σε άθλια κατάσταση ξεχύθηκαν από το κάστρο, κουβαλώντας όσα πολύτιμα κατείχαν, «για να ημερώσουν την οργή των εχθρών τους». Οι Έλληνες βρέθηκαν σε δίλημμα και αποφάσισαν να αποκρούσουν αυτό το άτακτο και άναρχο πλήθος, διαβλέποντας μόνο προβλήματα. Έτσι, πυροβόλησαν εναντίον τους για να τους εξαναγκάσουν να ξαναμπούν στα τείχη. Το ίδιο, όμως, έκαναν και οι Τούρκοι, θεωρώντας το γεγονός έναν τρόπο να γλυτώσουν από κάμποσα στόματα που γύρευαν άδικα τροφή. Το πλήθος στάθηκε λίγες στιγμές ακίνητο, αποσβολωμένο, διπλά παγιδευμένο. Τελικά, το φρικτό φάσμα της πείνας το έσπρωξε προς τις γραμμές των Ελλήνων.

Περιγράφει δραματικά ο Ι. Φιλήμων: «ότε απωθούμενα τα γυναικόπαιδα εις τα έσω παρά των Ελλήνων ανταπωθούντο δια του πυροβολισμού εις τα έξω, παρά των Τούρκων. Και ήδη σύζυγοι κατά συζύγων, πατέρες κατά τέκνων, τέκνα κατά πατέρων και μητέρων, αδελφοί κατά αδελφών και ομόπιστοι κατά ομοπίστων τον θάνατον εκσφενδόνιζον λόγω σκληράς ανάγκης  και επί ελπίδι ατομικής σωτηρίας. Ο ουρανός επληρώθη των γοερωτέρων οιμωγών των θυμάτων αυτών, επικαλουμένων εν ονόματι του θεού έλεος: Αμάν! Αλλάχ ιστούν! Εις τα κακά της ημέρας ταύτης ουδεμία ευαίσθητος καρδία αντείχε».

Οι Έλληνες, τελικά, οδήγησαν τα γυναικόπαιδα σε μια θέση στα μετόπισθεν, στον δρόμο προς τα Καλάβρυτα. Τρόφιμα δεν υπήρχαν στην ελληνική πλευρά, οι στρατιώτες λιμοκτονούσαν. Αδυνατούσαν να βοηθήσουν το λεφούσι των πεινασμένων, που έπεσαν πάνω σε πεταμένες φλούδες σταφυλιών που είχαν φτύσει οι στρατιώτες…

 

Στις 10 το πρωί βγήκαν από τα τείχη οι αντιπρόσωποι των πολιορκημένων, ακολουθούμενοι από τους σκλάβους και μια πολυάριθμη φρουρά, ενώ μέγα πλήθος τους παρακολουθούσε από ψηλά. Γύρω από την τέντα δημιουργήθηκε ένας κύκλος φρουρών για να απομακρύνει τους περίεργους. Οι Τούρκοι κάθισαν και περίμεναν μια ώρα περίπου ώσπου να παρουσιασθούν ο Μαυρομιχάλης, ο Γερμανός, ο Κολοκοτρώνης, ο Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Δεληγιάννης και ο Αναγνωστόπουλος, ως εκπρόσωπος του Υψηλάντη. Δίπλα του στεκόταν ο Raybaud. Χαιρετίστηκαν όλοι με το χέρι στην καρδιά, εκτός από τον Κολοκοτρώνη.

Ψήθηκαν καφέδες και προσφέρθηκαν σε όλους, τα τσιμπούκια άναψαν. Όσο απολάμβαναν τον καφέ και τον καπνό, κανείς δεν μιλούσε. Πέρασε μισή ώρα, εκνευρίστηκε ο Κολοκοτρώνης.

   «Αρκετά χάσαμε τον καιρό μας με τη βουβαμάρα και το φουμάρισμα!» φώναξε.

Οι Τούρκοι ρώτησαν τότε ποιοι ήταν οι όροι των Ελλήνων. Μια στιγμή δισταγμού επικράτησε, και η φωνή του Κολοκοτρώνη ήχησε ξανά:

   «Θα δώσετε σαράντα εκατομμύρια γρόσια, τα άρματα και τα μισά από τα πράγματά σας. Θα σας οδηγήσουμε στην Καλαμάτα και από κει θα μπαρκάρετε για την Αφρική».

Οι Τούρκοι έμειναν ενεοί. Είπαν ότι οι όροι ήταν σκληροί, προσπάθησαν να τους απαλύνουν. Το ποσό υπήρχε, αλλά πώς να το συγκεντρώσουν; Οι κάτοικοι είχαν καταχωνιάσει τους θησαυρούς τους. Η δική τους αποστολή ήταν μόνο ν’ ακούσουν τις προτάσεις και να τις μεταφέρουν στον Κεχαγιάμπεη. Θα επέστρεφαν την επομένη.

Οι Έλληνες συμφώνησαν και αποφασίστηκε να συνεχισθεί η ανακωχή.

Δύο ημέρες αργότερα βγήκε από το κάστρο ο αρχηγός των Αλβανών Ελμάζ μπέης με το επιτελείο του. Συγκεντρώθηκαν πάλι στην τέντα και ο Αλβανός πρότεινε να εγκαταλείψει την Τρίπολη στην τύχη της, με εξασφάλιση της ελεύθερης διάβασης των Αλβανών του ως την Ήπειρο με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους, και να φύγουν μαζί τους οι γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ ( εκείνος έλειπε στην Ήπειρο πολεμώντας τον Αλή Πασά) με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του γιού του Μαυρομιχάλη και των άλλων Ελλήνων ομήρων.

Οι Έλληνες ούτε δέχτηκαν ούτε απέρριψαν τις προτάσεις τους και αποφάσισαν να γίνει νέα συνάντηση.

Ο Κεχαγιάμπεης δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη σ’ αυτές τις προσπάθειες, μάλιστα ήταν αντίθετος, γιατί πίστευε ότι θα έμενε εκτεθειμένος. Ήταν τόσο μεγάλος ο τρόμος που προκαλούσε στους Έλληνες, ώστε όλοι τους θα προτιμούσαν να τον σκοτώσουν, παρά να πάρουν λάφυρα. Η δική του πρόταση ήταν να διώξουν όλους τους αμάχους και να πέσουν ως τον τελευταίο ή να επιχειρήσουν έξοδο απελπισίας.

Διχόνοια έπεσε ανάμεσα στους πολιορκημένους, Άλλοι επιζητούσαν συνθηκολόγηση, άλλοι συνέχιση του πολέμου. Δύο ημέρες πέρασαν χωρίς να συμβεί κάτι, και οι Έλληνες ξανάρχισαν τις εχθροπραξίες. Αυτή τη φορά, η αντίσταση των Τούρκων ήταν αδύναμη, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν περισσότερη ορμή οι Έλληνες, που είχαν κατέβει πλέον ως τα ριζά του κάστρου.

  

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Την 5η Σεπτεμβρίου 1821 πεντακόσιοι Έλληνες, βλέποντας την απραξία των πολιορκημένων Τούρκων, πλησίασαν στην πλευρά όπου βρισκόταν η Ακρόπολη της πόλης, κι έπιασαν θέσεις στα ερείπια κάποιων ήδη πυρπολημένων σπιτιών. Άντεξαν δύο ώρες κάτω από τα σφοδρά τουρκικά πυρά, όταν ξάφνου από μια άλλη πύλη ξεχύθηκε ένα σώμα ιππικού. Οι Έλληνες κινήθηκαν προς τα πίσω με αταξία, με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Ωστόσο, δεν αποθαρρύνθηκαν, αλλά πλησίαζαν όλο και περισσότερο, κυκλώνοντας σταδιακά τη μισή περίμετρο της Τριπολιτσάς, και φθάνοντας τόσο κοντά, ώστε οι Τούρκοι άρχισαν να τους βρίζουν και να σαρκάζουν. Μόλις οι Τούρκοι έβλεπαν ένα φέσι πυροβολούσαν, και το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες όταν παρουσιαζόταν ένα σαρίκι. Οι εξαπατήσεις έδιναν κι έπαιρναν, όπως και οι κοροϊδίες που ακολουθούσαν.

Ο Raybaud σημειώνει ότι οι Έλληνες πολεμούσαν χωρίς να πληρώνονται, χωρίς να έχουν χειρουργούς, χωρίς φάρμακα: «Είδα έναν νεαρό Έλληνα λαβωμένον στο κεφάλι. Το βόλι μπήκε από τον κρόταφο και βγήκε από το μάτι. Ένας κουρελιάρης εμπειρικός γιατρός, χωρίς εργαλεία, χωρίς γνώσεις, ξερίζωσε με ένα ψαλίδι τον βολβό του ματιού που κρατιόταν ακόμη στην κόγχη, και πέρασε μέσα στη φριχτή πληγή ένα είδος γάζας. Ο τραυματίας από θαύμα δεν ανέβασε πυρετό και η πληγή έκλεισε σιγά-σιγά. Παρουσίασε, όμως, πρόβλημα, με το άλλο μάτι, κι έμεινε σχεδόν τυφλός».

Ο Ι. Φιλήμων γράφει: «Ελλείποντος οιουδήποτε νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον, άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνονας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς ή μοναχός ή εμπειρικός επισκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειροτέρων οργάνων και μέσων, οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων…  Τα βότανα ήταν το καθιερωμένο φάρμακο για την επούλωση των κάθε λογής πληγών».

 

Κάθε βράδυ οι στρατιώτες χόρευαν υπό τους ήχους ζουρνά και νταουλιού ή συγκεντρωμένοι γύρω από έναν τραγουδιστή που συνόδευε το τραγούδι του μ’ ένα «ασιατικό μαντολίνο», άκουγαν κάποιον θούριο του Θεσσαλού Ρήγα και τις περισσότερες φορές ένα επίκαιρο πατριωτικό τραγούδι. Την ημέρα δεν υπήρχαν ούτε φρουροί ούτε προχωρημένα φυλάκια. Κάθε στρατιώτης μπορούσε να πλησιάσει τα τείχη, αρκεί να το επέτρεπαν οι Τούρκοι.

Κατά τη διάρκεια των ζεστών μεσημεριανών ωρών, κατά τις οποίες σταματούσαν οι εχθροπραξίες, παρουσιαζόταν το εξής παράξενο: ισάριθμοι Έλληνες και Τούρκοι πλησίαζαν, έδιναν τον λόγο τους ότι δεν έχουν κακό σκοπό, κάθονταν σε δυο αντικριστές γραμμές και άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις, καπνίζοντας τα τσιμπούκια τους. Μάταια οι αρχηγοί έδιναν εντολή να σταματήσουν αυτές οι συναντήσεις, αντίθετα πολλαπλασιάζονταν. Μάλιστα, στήνονταν σκανδαλώδεις αγοραπωλησίες, που μπορούσαν να παρατείνουν την άμυνα των πολιορκημένων. Κι αυτό το τελευταίο, το ξεκίνησαν οι Μανιάτες, γράφει ο Φωτάκος: «Και, καθώς λατρεύουν το χρήμα περισσότερο από όσο μισούν τους Τούρκους, έφθασαν στο σημείο να εγκαταστήσουν υπαίθρια παζάρια υπό την προστασία των τουρκικών κανονιών».

 

Η είδηση ότι οι Τούρκοι ετοίμαζαν εισβολή στον Μωριά ανησύχησε το στρατηγείο των πολιορκητών και ο Υψηλάντης αποφάσισε να γίνει έφοδος. Τα μέσα ήταν πενιχρά, αλλά η μανία για εκδίκηση μεγάλη.

Ο Raybaud ανέλαβε να προκαλέσει ένα ρείγμα στο τείχος. Ανέβασε τα βαρύτερα κανόνια σ’ ένα ύψωμα όπου βρίσκονταν οχτακόσιοι άνδρες του Γιατράκου κι άρχισε τις βολές. Σύντομα, όμως, λόγω έλλειψης βλημάτων, αναγκάστηκε να σταματήσει.

Κάποιος πρότεινε ν’ ανατινάξουν νύχτα τις τρεις πύλες του κάστρου και να βάλουν συγχρόνως φωτιά, μιας και η φύλαξή τους ήταν υποτονική. Αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να καταλάβουν την Τριπολιτσά μετά από έφοδο…

Ξαφνικά, στις 8 Σεπτεμβρίου, φάνηκε οθωμανικός στόλος στον Μωριά. Αδυνατώντας να αποβιβαστεί στην Καλαμάτα, επειδή ο συνταγματάρχης Baleste κινητοποίησε δυνάμεις στις ακτές, ο στόλος κατευθύνθηκε προς την Πάτρα. Στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς εκδηλώθηκε ανησυχία, καθώς επιβαλλόταν να προωθηθούν κάποιοι στην Πάτρα, αλλά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να φύγει.

Έτσι, ο κλήρος έπεσε στον Υψηλάντη. Τού είπαν ότι ήταν απαραίτητο να πάει στην Πάτρα, να ανεβάσει το ηθικό του κόσμου και να ξαναρχίσει την πολιορκία της πόλης, κι εκείνος πείσθηκε κι αποφάσισε να ξεκινήσει στις 13 Σεπτεμβρίου.

Στο μεταξύ, η κατάσταση των πολιορκημένων είχε φθάσει στο απροχώρητο. Γυναίκες, παιδιά, γέροι, όλοι εξουθενωμένοι από την πείνα, έβγαιναν από το κάστρο και παραδίνονταν στους Έλληνες. Όλα έδειχναν ότι το τέλος πλησίαζε. Ένα από τα προμηνύματα ήταν η ξαφνική κάθοδος των Μανιατών στον κάμπο. Εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ψηλά στην πλαγιά κι εγκαταστάθηκαν στην πρώτη γραμμή, σχεδόν κάτω από τα τείχη, έτοιμοι να βρεθούν πρώτοι μέσα σην πόλη, μόλις δινόταν το σύνθημα της σφαγής και της λεηλασίας. Ένα γεγονός που προκάλεσε την οργή των υπολοίπων Ελλήνων.

Ο Υψηλάντης έφυγε για την Πάτρα, ακολουθούμενος από όλους τους ξένους. Μόνον ο Raybaud έμεινε, ως υπεύθυνος για τους βομβαρδισμούς, και ο λόχος του Gordon που αρνήθηκε ν’ ακολουθήσει τον Υψηλάντη. Η αρχιστρατηγία πέρασε στα χέρια του Πέτρου Μαυρομιχάλη και ως τοποτηρητής ορίστηκε ο Αναγνωστόπουλος.

 

 

 

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ, Σεπτέμβριος 1821

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Η τόσο συζητημένη μάχη της Τριπολιτσάς δεν είναι δυνατόν να περιληφθεί σε ένα και μόνο άρθρο. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, χωρίς να πλατιάζω χωρίς ουσιαστικό λόγο, με στόχο μια πολύπλευρη ματιά, τόσο από Έλληνες, όσο και από ξένους. Μεταξύ των ξένων κυριαρχεί το δίτομο χρονικό του Γάλλου λοχαγού Maxime Raybaud( Mémoires sur la Grèce pour servir à l’ histoire de la guerre de lIndépendance, accompagnés de plans topographiques, Paris 1824) που καλύπτει τα δύο πρώτα έτη της εξέγερσης. Ο Raybaud έφθασε στο Μεσολόγγι μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και άλλους στρατιωτικούς και πολεμοφόδια, με το μπρίκι «Μιχαήλ Στρογγανώφ» στις 3 Αυγούστου 1821 και ονομάστηκε ταγματάρχης, σύμφωνα με τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγεννεσίας.

Στις 11 Αυγούστου πέρασαν στην Πελοπόννησο και τρεις ημέρες αργότερα, διαβαίνοντας τα Τρίκορφα, μπήκαν στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς. Βλέποντας την πόλη από ψηλά, το θέαμα, ανάμεσα στον πυρπολημένο κάμπο, ήταν απερίγραπτο. Μικρά αλσύλια και μιναρέδες, πράσινες τέντες και θόλοι των τζαμιών, μπερδεμένοι, με τον καλοκαιρινό ήλιο να φλογώνει τον τόπο και τους ανθρώπους. Δεν υπήρχε ούτε ένας θάμνος ούτε μια πηγή. Η πόλη ήταν οχυρωμένη με τείχος 14 πόδια ψηλό, πύργους με κανόνια και περίμετρο 1.900 οργιές.

Το ελληνικό στρατόπεδο, 900 οργιές μακρύτερα στα ριζά των βουνών, είχε διάταξη ημισελήνου. Το επαναστατικό στράτευμα ήταν χωρισμένο σε τέσσερα σώματα με διοικητές τον Κολοκοτρώνη(2.500 άνδρες), τον Γιατράκο (600 άνδρες), τον Αναγνωσταρά (1.000 άνδρες) και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη (1.500 Μανιάτες). Το ισχυρότερο ήταν του Κολοκοτρώνη στο αριστερό τμήμα του στρατοπέδου. Ο Γιατράκος βρισκόταν στο δεξιό, ο Αναγνωσταράς στο κέντρο και ο Μαυρομιχάλης στα κορφοβούνια, πίσω από τη γραμμή του μετώπου. Από την άλλη πλευρά του κάμπου, ο Μανωλάκης του Πραστού με 300 άνδρες φρουρούσε τα περάσματα προς το Άργος και το Ναύπλιο (Ανάπλι), ενώ άλλοι 150 είχαν αποκλείσει τον δρόμο για το Λοντάρι.

Όλοι μαζί δεν υπερέβαιναν τους 7.000 και δεν ήταν επαρκώς οπλισμένοι. Είχαν ένα παμπάλαιο μπρούτζινο κανόνι των 18, δύο άλλα των 16, δύο καρονάδες των 12 και 5-6 ορειβατικά, όλα σε κακή κατάσταση. Διέθεταν ακόμη τρία βομβοβόλα από την Μονεμβασιά, που τα πηγαινόφερναν με κόπο, σέρνοντάς τα σε φρικτούς δρόμους, εκ των οποίων τα δύο ήταν ήδη αχρηστευμένα.

Οι Τούρκοι ήταν διπλάσιοι σε αριθμό, πολύ καλά εξοπλισμένοι με 60 κανόνια και αρχηγό τον Κεχαγιάμπεη, έναν άντρα που προκαλούσε τρόμο. Διέθεταν ακόμη ένα πολύ ισχυρό ιππικό. Ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ήταν, πριν την πολιορκία, 34.000 ψυχές.

Οι νεοαφιχθέντες κατευθύνθηκαν αμέσως στο αρχηγείο του Δημητρίου Υψηλάντη, ανώτατου διοικητή των Ελλήνων (στον τομέα του Αναγνωσταρά), πατώντας πάνω σε σκορπισμένα εδώ κι εκεί τούρκικα κεφάλια σε αποσύνθεση. Η μπόχα ήταν αφόρητη. Το αρχηγείο δεν ήταν παρά μια καλύβα – ένα ξεροτείχι τετράγωνο και δίπλα μια σκηνή με πολλαπλές εσόδους-εξόδους και κανένα κάθισμα, όπου συναντούσε τους υπόλοιπους καπεταναίους όταν ο ήλιος μεσουρανούσε καυτός.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν κοντός, με σώμα εύθραυστο και φαλακρό κεφάλι. Τού έλειπε η θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει τα πλήθη, αρετή τόσο απαραίτητη σε καιρό ξεσηκωμού, έδινε την εντύπωση ότι αυτό το καθήκον της ηγεσίας ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Είχε, ωστόσο, μεγάλες ψυχικές αντοχές και απύθμενο θάρρος.

Έμαθαν ότι οι Έλληνες είχαν κόψει το υδραγωγείο της πόλης, ακριβώς πάνω στην πηγή του. Ήταν μεγάλο λάθος, αφού θα μπορούσαν να το κόψουν πιο κοντά στις θέσεις τους και να μην ταλαιπωρούνται και οι ίδιοι, κουβαλώντας νερό από μακριά, ενώ οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς υδρεύονταν από τα πηγάδια τους.

Η στρατηγική τους ως εκείνη τη στιγμή ήταν οι παρενοχλήσεις όσων Τούρκων έβγαιναν από τα τείχη και η παρεμπόδιση των ανεφοδιασμών τους, στοχεύοντας στον χρόνο που θα έφερνε πείνα και επιδημίες στους πολιορκημένους.

 

Φίλες και φίλοι, την επόμενη εβδομάδα θα παρακολουθήσουμε τις μάχες. Ως τότε, να είστε όλες και όλοι καλά!