The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Οι φθινοπωρινές καταιγίδες είχαν αρχίσει, δεν υπήρχαν καταφύγια, εμφανίστηκαν αρρώστιες, αλλά οι Έλληνες όλο και πλήθαιναν, όλο κι έσφιγγαν τον κλοιό, δυσκολεύοντας τους Τούρκους.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης, ο στρατιωτικός διοικητής της Τρίπολης, έστειλε δύο παπάδες στο ελληνικό στρατόπεδο, κάνοντας μια προσπάθεια να πείσει τους Έλληνες να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν. Η πρόταση προκάλεσε γέλια, αλλά το θέαμα των απεσταλμένων Ελλήνων ιερέων αναστάτωσε τους πάντες, τους εξαγρίωσε. Οι απεσταλμένοι ήταν εξαθλιωμένοι από την πείνα και τον πυρετό, σχεδόν ετοιμοθάνατοι. Έκαναν μεγάλη προσπάθεια να αρθρώσουν μια λέξη. Στα χέρια και τα πόδια τους ήταν ορατά τα σημάδια από τις αλυσίδες της αιχμαλωσίας.

Όπως μας πληροφορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος στο έργο του «Οι Αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821» (εκδ.1926), είχαν αποκλεισθεί στην Τρίπολη πολλοί Έλληνες μετά τα επαναστατικά γεγονότα (περίπου διακόσια άτομα) και χρησιμοποιούνταν από τους Τούρκους στις οχυρώσεις του κάστρου. Υπάρχουν, ως συνήθως. και άλλοι που γράφουν ότι δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας στην πολιορκημένη πόλη, αλλά ο Γάλλος Raybaud είδε τους απεσταλμένους ιερείς.

Συγχρόνως, οι Τούρκοι ζήτησαν να συναντηθούν οι εκατέρωθεν αντιπροσωπείες για να διαπραγματευθούν, και μ’αυτή την ευκαιρία, κηρύχθηκε ανακωχή. Μια τέντα ετοιμάστηκε για τις αντιπροσωπείες, στη μέση ακριβώς της απόστασης (κάστρο- ελληνικό στρατόπεδο), ενώ γυναικόπαιδα σε άθλια κατάσταση ξεχύθηκαν από το κάστρο, κουβαλώντας όσα πολύτιμα κατείχαν, «για να ημερώσουν την οργή των εχθρών τους». Οι Έλληνες βρέθηκαν σε δίλημμα και αποφάσισαν να αποκρούσουν αυτό το άτακτο και άναρχο πλήθος, διαβλέποντας μόνο προβλήματα. Έτσι, πυροβόλησαν εναντίον τους για να τους εξαναγκάσουν να ξαναμπούν στα τείχη. Το ίδιο, όμως, έκαναν και οι Τούρκοι, θεωρώντας το γεγονός έναν τρόπο να γλυτώσουν από κάμποσα στόματα που γύρευαν άδικα τροφή. Το πλήθος στάθηκε λίγες στιγμές ακίνητο, αποσβολωμένο, διπλά παγιδευμένο. Τελικά, το φρικτό φάσμα της πείνας το έσπρωξε προς τις γραμμές των Ελλήνων.

Περιγράφει δραματικά ο Ι. Φιλήμων: «ότε απωθούμενα τα γυναικόπαιδα εις τα έσω παρά των Ελλήνων ανταπωθούντο δια του πυροβολισμού εις τα έξω, παρά των Τούρκων. Και ήδη σύζυγοι κατά συζύγων, πατέρες κατά τέκνων, τέκνα κατά πατέρων και μητέρων, αδελφοί κατά αδελφών και ομόπιστοι κατά ομοπίστων τον θάνατον εκσφενδόνιζον λόγω σκληράς ανάγκης  και επί ελπίδι ατομικής σωτηρίας. Ο ουρανός επληρώθη των γοερωτέρων οιμωγών των θυμάτων αυτών, επικαλουμένων εν ονόματι του θεού έλεος: Αμάν! Αλλάχ ιστούν! Εις τα κακά της ημέρας ταύτης ουδεμία ευαίσθητος καρδία αντείχε».

Οι Έλληνες, τελικά, οδήγησαν τα γυναικόπαιδα σε μια θέση στα μετόπισθεν, στον δρόμο προς τα Καλάβρυτα. Τρόφιμα δεν υπήρχαν στην ελληνική πλευρά, οι στρατιώτες λιμοκτονούσαν. Αδυνατούσαν να βοηθήσουν το λεφούσι των πεινασμένων, που έπεσαν πάνω σε πεταμένες φλούδες σταφυλιών που είχαν φτύσει οι στρατιώτες…

 

Στις 10 το πρωί βγήκαν από τα τείχη οι αντιπρόσωποι των πολιορκημένων, ακολουθούμενοι από τους σκλάβους και μια πολυάριθμη φρουρά, ενώ μέγα πλήθος τους παρακολουθούσε από ψηλά. Γύρω από την τέντα δημιουργήθηκε ένας κύκλος φρουρών για να απομακρύνει τους περίεργους. Οι Τούρκοι κάθισαν και περίμεναν μια ώρα περίπου ώσπου να παρουσιασθούν ο Μαυρομιχάλης, ο Γερμανός, ο Κολοκοτρώνης, ο Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Δεληγιάννης και ο Αναγνωστόπουλος, ως εκπρόσωπος του Υψηλάντη. Δίπλα του στεκόταν ο Raybaud. Χαιρετίστηκαν όλοι με το χέρι στην καρδιά, εκτός από τον Κολοκοτρώνη.

Ψήθηκαν καφέδες και προσφέρθηκαν σε όλους, τα τσιμπούκια άναψαν. Όσο απολάμβαναν τον καφέ και τον καπνό, κανείς δεν μιλούσε. Πέρασε μισή ώρα, εκνευρίστηκε ο Κολοκοτρώνης.

   «Αρκετά χάσαμε τον καιρό μας με τη βουβαμάρα και το φουμάρισμα!» φώναξε.

Οι Τούρκοι ρώτησαν τότε ποιοι ήταν οι όροι των Ελλήνων. Μια στιγμή δισταγμού επικράτησε, και η φωνή του Κολοκοτρώνη ήχησε ξανά:

   «Θα δώσετε σαράντα εκατομμύρια γρόσια, τα άρματα και τα μισά από τα πράγματά σας. Θα σας οδηγήσουμε στην Καλαμάτα και από κει θα μπαρκάρετε για την Αφρική».

Οι Τούρκοι έμειναν ενεοί. Είπαν ότι οι όροι ήταν σκληροί, προσπάθησαν να τους απαλύνουν. Το ποσό υπήρχε, αλλά πώς να το συγκεντρώσουν; Οι κάτοικοι είχαν καταχωνιάσει τους θησαυρούς τους. Η δική τους αποστολή ήταν μόνο ν’ ακούσουν τις προτάσεις και να τις μεταφέρουν στον Κεχαγιάμπεη. Θα επέστρεφαν την επομένη.

Οι Έλληνες συμφώνησαν και αποφασίστηκε να συνεχισθεί η ανακωχή.

Δύο ημέρες αργότερα βγήκε από το κάστρο ο αρχηγός των Αλβανών Ελμάζ μπέης με το επιτελείο του. Συγκεντρώθηκαν πάλι στην τέντα και ο Αλβανός πρότεινε να εγκαταλείψει την Τρίπολη στην τύχη της, με εξασφάλιση της ελεύθερης διάβασης των Αλβανών του ως την Ήπειρο με τα όπλα και τα υπάρχοντά τους, και να φύγουν μαζί τους οι γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ ( εκείνος έλειπε στην Ήπειρο πολεμώντας τον Αλή Πασά) με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του γιού του Μαυρομιχάλη και των άλλων Ελλήνων ομήρων.

Οι Έλληνες ούτε δέχτηκαν ούτε απέρριψαν τις προτάσεις τους και αποφάσισαν να γίνει νέα συνάντηση.

Ο Κεχαγιάμπεης δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη σ’ αυτές τις προσπάθειες, μάλιστα ήταν αντίθετος, γιατί πίστευε ότι θα έμενε εκτεθειμένος. Ήταν τόσο μεγάλος ο τρόμος που προκαλούσε στους Έλληνες, ώστε όλοι τους θα προτιμούσαν να τον σκοτώσουν, παρά να πάρουν λάφυρα. Η δική του πρόταση ήταν να διώξουν όλους τους αμάχους και να πέσουν ως τον τελευταίο ή να επιχειρήσουν έξοδο απελπισίας.

Διχόνοια έπεσε ανάμεσα στους πολιορκημένους, Άλλοι επιζητούσαν συνθηκολόγηση, άλλοι συνέχιση του πολέμου. Δύο ημέρες πέρασαν χωρίς να συμβεί κάτι, και οι Έλληνες ξανάρχισαν τις εχθροπραξίες. Αυτή τη φορά, η αντίσταση των Τούρκων ήταν αδύναμη, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν περισσότερη ορμή οι Έλληνες, που είχαν κατέβει πλέον ως τα ριζά του κάστρου.

  

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Την 5η Σεπτεμβρίου 1821 πεντακόσιοι Έλληνες, βλέποντας την απραξία των πολιορκημένων Τούρκων, πλησίασαν στην πλευρά όπου βρισκόταν η Ακρόπολη της πόλης, κι έπιασαν θέσεις στα ερείπια κάποιων ήδη πυρπολημένων σπιτιών. Άντεξαν δύο ώρες κάτω από τα σφοδρά τουρκικά πυρά, όταν ξάφνου από μια άλλη πύλη ξεχύθηκε ένα σώμα ιππικού. Οι Έλληνες κινήθηκαν προς τα πίσω με αταξία, με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Ωστόσο, δεν αποθαρρύνθηκαν, αλλά πλησίαζαν όλο και περισσότερο, κυκλώνοντας σταδιακά τη μισή περίμετρο της Τριπολιτσάς, και φθάνοντας τόσο κοντά, ώστε οι Τούρκοι άρχισαν να τους βρίζουν και να σαρκάζουν. Μόλις οι Τούρκοι έβλεπαν ένα φέσι πυροβολούσαν, και το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες όταν παρουσιαζόταν ένα σαρίκι. Οι εξαπατήσεις έδιναν κι έπαιρναν, όπως και οι κοροϊδίες που ακολουθούσαν.

Ο Raybaud σημειώνει ότι οι Έλληνες πολεμούσαν χωρίς να πληρώνονται, χωρίς να έχουν χειρουργούς, χωρίς φάρμακα: «Είδα έναν νεαρό Έλληνα λαβωμένον στο κεφάλι. Το βόλι μπήκε από τον κρόταφο και βγήκε από το μάτι. Ένας κουρελιάρης εμπειρικός γιατρός, χωρίς εργαλεία, χωρίς γνώσεις, ξερίζωσε με ένα ψαλίδι τον βολβό του ματιού που κρατιόταν ακόμη στην κόγχη, και πέρασε μέσα στη φριχτή πληγή ένα είδος γάζας. Ο τραυματίας από θαύμα δεν ανέβασε πυρετό και η πληγή έκλεισε σιγά-σιγά. Παρουσίασε, όμως, πρόβλημα, με το άλλο μάτι, κι έμεινε σχεδόν τυφλός».

Ο Ι. Φιλήμων γράφει: «Ελλείποντος οιουδήποτε νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον, άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνονας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς ή μοναχός ή εμπειρικός επισκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειροτέρων οργάνων και μέσων, οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων…  Τα βότανα ήταν το καθιερωμένο φάρμακο για την επούλωση των κάθε λογής πληγών».

 

Κάθε βράδυ οι στρατιώτες χόρευαν υπό τους ήχους ζουρνά και νταουλιού ή συγκεντρωμένοι γύρω από έναν τραγουδιστή που συνόδευε το τραγούδι του μ’ ένα «ασιατικό μαντολίνο», άκουγαν κάποιον θούριο του Θεσσαλού Ρήγα και τις περισσότερες φορές ένα επίκαιρο πατριωτικό τραγούδι. Την ημέρα δεν υπήρχαν ούτε φρουροί ούτε προχωρημένα φυλάκια. Κάθε στρατιώτης μπορούσε να πλησιάσει τα τείχη, αρκεί να το επέτρεπαν οι Τούρκοι.

Κατά τη διάρκεια των ζεστών μεσημεριανών ωρών, κατά τις οποίες σταματούσαν οι εχθροπραξίες, παρουσιαζόταν το εξής παράξενο: ισάριθμοι Έλληνες και Τούρκοι πλησίαζαν, έδιναν τον λόγο τους ότι δεν έχουν κακό σκοπό, κάθονταν σε δυο αντικριστές γραμμές και άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις, καπνίζοντας τα τσιμπούκια τους. Μάταια οι αρχηγοί έδιναν εντολή να σταματήσουν αυτές οι συναντήσεις, αντίθετα πολλαπλασιάζονταν. Μάλιστα, στήνονταν σκανδαλώδεις αγοραπωλησίες, που μπορούσαν να παρατείνουν την άμυνα των πολιορκημένων. Κι αυτό το τελευταίο, το ξεκίνησαν οι Μανιάτες, γράφει ο Φωτάκος: «Και, καθώς λατρεύουν το χρήμα περισσότερο από όσο μισούν τους Τούρκους, έφθασαν στο σημείο να εγκαταστήσουν υπαίθρια παζάρια υπό την προστασία των τουρκικών κανονιών».

 

Η είδηση ότι οι Τούρκοι ετοίμαζαν εισβολή στον Μωριά ανησύχησε το στρατηγείο των πολιορκητών και ο Υψηλάντης αποφάσισε να γίνει έφοδος. Τα μέσα ήταν πενιχρά, αλλά η μανία για εκδίκηση μεγάλη.

Ο Raybaud ανέλαβε να προκαλέσει ένα ρείγμα στο τείχος. Ανέβασε τα βαρύτερα κανόνια σ’ ένα ύψωμα όπου βρίσκονταν οχτακόσιοι άνδρες του Γιατράκου κι άρχισε τις βολές. Σύντομα, όμως, λόγω έλλειψης βλημάτων, αναγκάστηκε να σταματήσει.

Κάποιος πρότεινε ν’ ανατινάξουν νύχτα τις τρεις πύλες του κάστρου και να βάλουν συγχρόνως φωτιά, μιας και η φύλαξή τους ήταν υποτονική. Αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να καταλάβουν την Τριπολιτσά μετά από έφοδο…

Ξαφνικά, στις 8 Σεπτεμβρίου, φάνηκε οθωμανικός στόλος στον Μωριά. Αδυνατώντας να αποβιβαστεί στην Καλαμάτα, επειδή ο συνταγματάρχης Baleste κινητοποίησε δυνάμεις στις ακτές, ο στόλος κατευθύνθηκε προς την Πάτρα. Στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς εκδηλώθηκε ανησυχία, καθώς επιβαλλόταν να προωθηθούν κάποιοι στην Πάτρα, αλλά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να φύγει.

Έτσι, ο κλήρος έπεσε στον Υψηλάντη. Τού είπαν ότι ήταν απαραίτητο να πάει στην Πάτρα, να ανεβάσει το ηθικό του κόσμου και να ξαναρχίσει την πολιορκία της πόλης, κι εκείνος πείσθηκε κι αποφάσισε να ξεκινήσει στις 13 Σεπτεμβρίου.

Στο μεταξύ, η κατάσταση των πολιορκημένων είχε φθάσει στο απροχώρητο. Γυναίκες, παιδιά, γέροι, όλοι εξουθενωμένοι από την πείνα, έβγαιναν από το κάστρο και παραδίνονταν στους Έλληνες. Όλα έδειχναν ότι το τέλος πλησίαζε. Ένα από τα προμηνύματα ήταν η ξαφνική κάθοδος των Μανιατών στον κάμπο. Εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ψηλά στην πλαγιά κι εγκαταστάθηκαν στην πρώτη γραμμή, σχεδόν κάτω από τα τείχη, έτοιμοι να βρεθούν πρώτοι μέσα σην πόλη, μόλις δινόταν το σύνθημα της σφαγής και της λεηλασίας. Ένα γεγονός που προκάλεσε την οργή των υπολοίπων Ελλήνων.

Ο Υψηλάντης έφυγε για την Πάτρα, ακολουθούμενος από όλους τους ξένους. Μόνον ο Raybaud έμεινε, ως υπεύθυνος για τους βομβαρδισμούς, και ο λόχος του Gordon που αρνήθηκε ν’ ακολουθήσει τον Υψηλάντη. Η αρχιστρατηγία πέρασε στα χέρια του Πέτρου Μαυρομιχάλη και ως τοποτηρητής ορίστηκε ο Αναγνωστόπουλος.

 

 

 

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

 

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ, Σεπτέμβριος 1821

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Η τόσο συζητημένη μάχη της Τριπολιτσάς δεν είναι δυνατόν να περιληφθεί σε ένα και μόνο άρθρο. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, χωρίς να πλατιάζω χωρίς ουσιαστικό λόγο, με στόχο μια πολύπλευρη ματιά, τόσο από Έλληνες, όσο και από ξένους. Μεταξύ των ξένων κυριαρχεί το δίτομο χρονικό του Γάλλου λοχαγού Maxime Raybaud( Mémoires sur la Grèce pour servir à l’ histoire de la guerre de lIndépendance, accompagnés de plans topographiques, Paris 1824) που καλύπτει τα δύο πρώτα έτη της εξέγερσης. Ο Raybaud έφθασε στο Μεσολόγγι μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και άλλους στρατιωτικούς και πολεμοφόδια, με το μπρίκι «Μιχαήλ Στρογγανώφ» στις 3 Αυγούστου 1821 και ονομάστηκε ταγματάρχης, σύμφωνα με τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγεννεσίας.

Στις 11 Αυγούστου πέρασαν στην Πελοπόννησο και τρεις ημέρες αργότερα, διαβαίνοντας τα Τρίκορφα, μπήκαν στο στρατόπεδο της Τριπολιτσάς. Βλέποντας την πόλη από ψηλά, το θέαμα, ανάμεσα στον πυρπολημένο κάμπο, ήταν απερίγραπτο. Μικρά αλσύλια και μιναρέδες, πράσινες τέντες και θόλοι των τζαμιών, μπερδεμένοι, με τον καλοκαιρινό ήλιο να φλογώνει τον τόπο και τους ανθρώπους. Δεν υπήρχε ούτε ένας θάμνος ούτε μια πηγή. Η πόλη ήταν οχυρωμένη με τείχος 14 πόδια ψηλό, πύργους με κανόνια και περίμετρο 1.900 οργιές.

Το ελληνικό στρατόπεδο, 900 οργιές μακρύτερα στα ριζά των βουνών, είχε διάταξη ημισελήνου. Το επαναστατικό στράτευμα ήταν χωρισμένο σε τέσσερα σώματα με διοικητές τον Κολοκοτρώνη(2.500 άνδρες), τον Γιατράκο (600 άνδρες), τον Αναγνωσταρά (1.000 άνδρες) και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη (1.500 Μανιάτες). Το ισχυρότερο ήταν του Κολοκοτρώνη στο αριστερό τμήμα του στρατοπέδου. Ο Γιατράκος βρισκόταν στο δεξιό, ο Αναγνωσταράς στο κέντρο και ο Μαυρομιχάλης στα κορφοβούνια, πίσω από τη γραμμή του μετώπου. Από την άλλη πλευρά του κάμπου, ο Μανωλάκης του Πραστού με 300 άνδρες φρουρούσε τα περάσματα προς το Άργος και το Ναύπλιο (Ανάπλι), ενώ άλλοι 150 είχαν αποκλείσει τον δρόμο για το Λοντάρι.

Όλοι μαζί δεν υπερέβαιναν τους 7.000 και δεν ήταν επαρκώς οπλισμένοι. Είχαν ένα παμπάλαιο μπρούτζινο κανόνι των 18, δύο άλλα των 16, δύο καρονάδες των 12 και 5-6 ορειβατικά, όλα σε κακή κατάσταση. Διέθεταν ακόμη τρία βομβοβόλα από την Μονεμβασιά, που τα πηγαινόφερναν με κόπο, σέρνοντάς τα σε φρικτούς δρόμους, εκ των οποίων τα δύο ήταν ήδη αχρηστευμένα.

Οι Τούρκοι ήταν διπλάσιοι σε αριθμό, πολύ καλά εξοπλισμένοι με 60 κανόνια και αρχηγό τον Κεχαγιάμπεη, έναν άντρα που προκαλούσε τρόμο. Διέθεταν ακόμη ένα πολύ ισχυρό ιππικό. Ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ήταν, πριν την πολιορκία, 34.000 ψυχές.

Οι νεοαφιχθέντες κατευθύνθηκαν αμέσως στο αρχηγείο του Δημητρίου Υψηλάντη, ανώτατου διοικητή των Ελλήνων (στον τομέα του Αναγνωσταρά), πατώντας πάνω σε σκορπισμένα εδώ κι εκεί τούρκικα κεφάλια σε αποσύνθεση. Η μπόχα ήταν αφόρητη. Το αρχηγείο δεν ήταν παρά μια καλύβα – ένα ξεροτείχι τετράγωνο και δίπλα μια σκηνή με πολλαπλές εσόδους-εξόδους και κανένα κάθισμα, όπου συναντούσε τους υπόλοιπους καπεταναίους όταν ο ήλιος μεσουρανούσε καυτός.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν κοντός, με σώμα εύθραυστο και φαλακρό κεφάλι. Τού έλειπε η θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει τα πλήθη, αρετή τόσο απαραίτητη σε καιρό ξεσηκωμού, έδινε την εντύπωση ότι αυτό το καθήκον της ηγεσίας ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Είχε, ωστόσο, μεγάλες ψυχικές αντοχές και απύθμενο θάρρος.

Έμαθαν ότι οι Έλληνες είχαν κόψει το υδραγωγείο της πόλης, ακριβώς πάνω στην πηγή του. Ήταν μεγάλο λάθος, αφού θα μπορούσαν να το κόψουν πιο κοντά στις θέσεις τους και να μην ταλαιπωρούνται και οι ίδιοι, κουβαλώντας νερό από μακριά, ενώ οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς υδρεύονταν από τα πηγάδια τους.

Η στρατηγική τους ως εκείνη τη στιγμή ήταν οι παρενοχλήσεις όσων Τούρκων έβγαιναν από τα τείχη και η παρεμπόδιση των ανεφοδιασμών τους, στοχεύοντας στον χρόνο που θα έφερνε πείνα και επιδημίες στους πολιορκημένους.

 

Φίλες και φίλοι, την επόμενη εβδομάδα θα παρακολουθήσουμε τις μάχες. Ως τότε, να είστε όλες και όλοι καλά!

 

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΧΙΟΣ 1821-1822

Πριν την καταστροφή

Της Dimitra Papanastasopoulou

Μέρος α΄

 



 

Σχεδόν όλες οι γνωστές και επίσημες ιστορικές πηγές, ελληνικές και ξένες, βεβαιώνουν ότι οι Χιώτες δεν συμφωνούσαν να εξεγερθούν, ότι προτιμούσαν την ησυχία και την ευημερία τους, τα προνόμια που απολάμβαναν από τους Τούρκους. Δειλοί, λοιπόν, οι Χιώτες, αδιάφοροι για τον Αγώνα, κατεσφάγησαν χωρίς να φταίνε οι ίδιοι…

Είναι, όμως, πράγματι αυτή η αλήθεια;

Σήμερα, με ελεύθερη την πρόσβαση σε πρώην απόρρητα γραπτά, καθώς και όσα αποσιωπήθηκαν, μας δίνεται η ευκαιρία να ψάξουμε, να απομακρύνουμε τη σκόνη και να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη.

Σε όλες σχεδόν τις εκθέσεις των ξένων πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη (στους οποίους έφθαναν οι εκθέσεις των κατά τόπους προξένων τους) προς τις κυβερνήσεις τους τονίζεται πως η συμμετοχή του λαού της Χίου στην εξέγερση ήταν καθολική εξ αιτίας των τουρκικών καταπιέσεων, των αυθαιρεσιών και των βαναυσοτήτων.

Πριν παραθέσουμε τις μαρτυρίες, είναι καλό να αναφέρουμε την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί από την προηγούμενη χρονιά (1821).

Η Ύδρα και οι Σπέτσες είχαν προσχωρήσει αμέσως στην Επανάσταση, αλλά όχι και η Χίος. Οι Τούρκοι, αν και διαπίστωσαν αυτή τη στάση, κάλεσαν τα μέλη της Κοινότητας, μαζί με δώδεκα από τους κυριότερους Προεστούς της Χίου στον Μεκενέ. Εκεί ορκίστηκαν πίστη στον σουλτάνο και ανέλαβαν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την πειθαρχία των συμπατριωτών τους.

Έτσι, άρχισαν να απελαύνουν από το νησί όποιον ντόπιο ή ξένο θεωρούσαν επικίνδυνο να παρασύρει τους κατοίκους. Μάλιστα, τοιχοκόλλησαν και προκηρύξεις, καλώντας τους Χιώτες να μείνουν πιστοί στην Πύλη. Οι Τούρκοι δεν είχαν κανέναν λόγο να στείλουν στρατιωτικές ενισχύσεις και στο νησί επικράτησε ησυχία.

Στις 27 Απριλίου (6 Μαϊου) 1821, είκοσι οχτώ καράβια επαναστατών εμφανίστηκαν στο μπουγάζι. Η εμφάνισή τους υπογραμμίστηκε από ένα δυσάρεστο-για τους Τούρκους- γεγονός. Οι επαναστάτες ναυτικοί χτύπησαν και βύθισαν, κάτω από τα τείχη του Κάστρου, ένα τουρκοκρητικό πλοίο, γεμάτο πολεμοφόδια, που πλησίαζε στο λιμάνι. Το τουρκικό πλήρωμα έπεσε στη θάλασσα να σωθεί, αλλά εξοντώθηκε.

Τα καράβια πόδισαν την επομένη κοντά στο χωριό Λειβάδια- περίπου δυόμιση χιλιόμετρα από την πόλη της Χίου. Όταν πήρε να νυχτώνει, κάποιοι επαναστάτες βγηκαν στη στεριά και κάλεσαν τον κόσμο να ξεσηκωθεί, να διώξει τον τύραννο με τη βοήθειά τους.

Οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν, αλλά «αποσταλλέντες εκ των προκρίτων οι Μικές Βλαστός, Χ. Πολυχρόνης και Ιω. Πατρικούσης, τους παρακαλούσι ν’ αποχωρήσωσιν εκείθεν, εάν ήθελον την σωτηρίαν των και την ασφάλειαν, και τους βεβαιώσιν ότι έλμελλον να κινηθώσι και εκείνοι κατά της τυραννίας εις αρμοδιωτέραν περίστασιν, αφού προπαρασκευασθώσι…», γράφει ο Ν, Σπηλιάδης, ενώ ο Τομπάζης σημειώνει στο Ημερολόγιο του καραβιού του: « Απεφασίσθη να σηκώσωμεν τα χωρία και να ελευθερώσωμεν την Χίον, εκείνα δια ξηράς και ημείς δια θαλάσσης. Παντού επικρατούσε επαναστατική ατμόσφαιρα…Μας ήλθε και ένας άνθρωπος από τους προεσούς των χωρίων, εις το οποίον είχωμεν στείλει τα γράμματά μας, και μας λέγει ότι το χωρίον του ήτο έτοιμον να σηκωθείκαι ότι είχε τετρακόσιους ανθρώπους δια να πολεμήσει, πλην ήθελον δια να έβγωμεν και ημείς έξω δια να τους σηκώσωμεν τρόπον τινα βιαστκώς».

Αυτές οι κινήσεις ανησύχησαν τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν δέκα ομήρους.Οι τοπικοί άρχοντες, για να αποδείξουν τη νομιμοφροσύνη τους έδωσαν τριάντα ( οι περισσότεροι ήταν αριστοκράτες και ανάμεσά τους και ο αρχιεπίσκοπος).

Ο στόλος με τους επαναστάτες, έχοντας αποτύχει στον σκοπό του, αναχώρησε μετά από έξι ημέρες. Τότε έφθασαν και από την Κωνσταντινούπολη φιρμάνια, καλώντας τις τουρκικές στρατιωτικές Αρχές του νησιού σε πολεμικές προετοιμασίες και επαγρύπνιση για την έγκαιρη ανατιμετώπιση «των κινήσεων των δολίων υπηκόων της Πύλης». Τα πράγματα είχαν αλλάξει, οι Χιώτες ήταν πλέον ύποπτοι, κρυφοί εχθροί.Και η λύση ήταν μία: άσκηση βίας και τρομοκρατίας.

Άρχισαν, λοιπόν, να εφοδιάζουν το Κάστρο, κατάσχεσαν τις αποθήκες με το σιτάρι και έφεραν άλλους εξακόσιους στρατιώτες. Η τροφοδοσία τους βάρυνε τους Χιώτες. Αλλά, οι στρατιώτες συμπεριφέρονταν άσχημα, αυθαιρετούσαν, και τα έκτροπα δεν άργησαν.

«Δεν παρήρχετο ουδέ ημέρα χωρίς να ακούωνται φόνοι και αρπαγαί και ύβρεις παντείαι, και άλλοι πολλοί αισχροί και ακατανόμαστοι αικισμοί. Και εις την πόλιν και εις τα αγροκήπια όλοι έτρεμον, κανείς δεν ετόλμα να φαίνηται συχνά ούτε εις τας αγοράς ούτε εις τας οδούς ούτε εις αυτά τα ίδια του τα παράθυρα, δια να μη φονευθή παρά των διαβαινόντων χολομανών Τούρκων, οίτινες επιστόλιζον μετά πάσης αδείας τους Χριστιανούς. Τα εργαστήρια είχαν κλείσει, είχαν παύσει και τα πλοιάρια να μεταφέρωσι τροφάς εκ της Ασίας και ο λαός ήρχισε να γογγύζει», γράφει ο Αλ. Βλαστός, γιος του προεστού Βλαστού.

Για να επιβληθεί, δήθεν, η τάξη διορίστηκε διοικητής του νησιού ο Βαχίτ πασάς. Ο Βαχίτ, πριν αναλάβει την διοίκηση της Χίου, ήταν πρεσβευτής της Τουρκίας στην Αυλή του Ναπολέοντα, είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών, διευθυντής των Αυτοκρατορικών Ναυπηγείων και διοικητής της Αττάλειας. Επρόκειτο για έναν πραγματικό τύραννο, έναν βασανιστή ψυχών και σωμάτων που δεν δίστασε να περιγράψει στα Απομνημονεύματά του με ωμό τρόπο τη φονική του δράση στην Χίο.

Τον συνόδευε ο Ελέζ Αγάς( Χατζή Ελιάς Ζαδέ Ελέζογλου) με χίλιους διακόσιους άνδρες. Η χρηματική επιβάρυνση των Χιωτών άγγιξε τα είκοσι πέντε χιλιάδες γρόσια τον μήνα. Κι εκείνοι τα πλήρωναν.

Ο Βαχίτ πασάς, αντί να καταστείλει τις αυθαιρεσίες, τυραννούσε με τη στάση του περισσότερο τον κόσμο. Κάθε μέρα επιστράτευε πεντακόσια με εξακόσια άτομα για να εκτελέσουν ταπεινωτικές αγγαρείες, χωρίς πληρωμή, χωρίς ούτε ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Οι Τούρκοι επιβλέποντες δεν έχαναν ευκαιρία να τους μαστιγώσουν, λέγοντας περιφρονητικά: «Σκάφτε, χριστιανικά σκυλιά! Θα βρήτε τον Χριστό σας παραχωμένο!»

Οι όμηροι πληρώνοντας βαριά λύτρα πέτυχαν την ελευθερία τους και συμφώνησαν να θητεύουν εναλλακτικά, κάθε μήνα σαράντα επίσημοι Χιώτες. Και οι κάτοικοι των χωριώνάρχισαν να εκδηλώνουν τη δυσφορία τους, η ζύμωση και η αναταραχή αποκορυφώθηκαν στην περιοχή των Λειβαδιών, όπου η καταπίεση ήταν ιδιαίτερα αισθητή.

Εν αιθρία, έφθασε η διαταγή στον Βεχίτ να στρατολογήσει διακόσιους πενήντα Χιώτες για τον οθωμανικό στόλο. Στους Βροντάδος και στη Λαγκάδα, που όφειλαν να δώσουν τους περισσότερους, επικράτησε αναστάτωση, οι άνθρωποι αντέδρασσαν ανοιχτά, και η Κοινότητα, θεωρώντας ότι έτσι θα προλάβαινε τα χειρότερα, εξαγόρασε τη θητεία πληρώνοντας ογδόντα χιλιάδες γρόσια…

 

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

 

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΣΤΑ 1822

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Στο χρονικό του ο Σρέμπιαν μας δίνει πληροφορίες για την οργάνωση της αστυνομίας στην Κόρινθο, όπως και για τα αγορανομικά μέτρα προστασίας των καταναλωτών, εγκωμιάζοντας τη δραστηριότητα του Υπουργού της Αστυνομίας Ανδρέα Μεταξά: «Ήταν ο καλύτερος και άσκησε τα καθήκοντά του με μεγάλη επιτυχία. Είχε αποχτήσει πείρα από την μακροχρόνια παραμονή του στη Μόσχα, όπου υπηρέτησε ως αξιωματούχος της Ρωσικής Αστυνομίας. Έτσι, ήταν σε θέση να οργανώσει την υπηρεσία με τον πιο ορθολογιστικό τρόπο».

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Α. Μεταξάς ήταν να δώσει εντολή να καθαριστούν οι δρόμοι της πόλης που ήταν βορβορώδεις και σιχαμεροί. Γι’ αυτό τον σκοπό χρησιμοποίησε Τούρκους αιχμαλώτους.

Το δεύτερο ήταν η απαγόρευση στους κατοίκους να πετούν σκουπίδια μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους, με τιμωρία πρόστιμο 25 γρόσια ή φάλαγγα. Οι φουρνάρηδες, οι χασάπηδες και γενικώς οι έμποροι, πωλούσαν σύμφωνα με τις τιμές που κοινοποιούσε η αστυνομική αρχή. Ένας αξιωματικός πραγματοποιούσε πολλές φορές την εβδομάδα ελέγχους κι αν διαπίστωνε ανωμαλίες, ενεργούσε κατάσχεση μέτρων και σταθμών, ενώ επέβαλε πρόστιμο επί τόπου. Κι επειδή οι έμποδοι αδιαφορούσαν για την κατάσχεση των μέτρων και σταθμών, εφ’ όσον ήταν πέτρες, εύκολες να αντικατασταθούν, καθιερώθηκε η ποινή της φάλαγγας. Βεβαίως, η συγκεκριμένη ποινή δεν είχε καμία σχέση με τις εμπειρίες του Μεταξά στην Ρωσία. Επρόκειτο για τον κολασμό που επέβαλαν οι Τούρκοι στους εμπόρους, κυρίως στους φουρνάρηδες.

Οι αστυνομικοί ξεχώριζαν από το χοντρό ραβδί τους από ξύλο ελιάς με εξογκώματα. Η ανακοίνωση των αποφάσεων στο κοινό γινόταν από αστυνομικό τελάλη στους δρόμους: «Όποιος βγαίνει από το σπίτι του μετά τις 10 πρέπει να κρατάει φανάρι, αλλιώς θα τιμωρείται με 20 μπαστουνιές. Σήμερα η τιμή του ριζιού είναι…, του ψωμιού…, του λαδιού…»

Δημοσιονομική πολιτική δεν υπήρχε. Είσπραξη φόρων από το Δημόσιο δεν γινόταν. Όταν έγινε μια πρώτη προσπάθεια επιβολής κεφαλικού φόρου, οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν, λέγοντας ότι ελευθερία και δοσίματα δεν συμβιβάζονται.

Όταν έπιαναν έναν κλέφτη επ’ αυτοφώρω, τον κρεμούσαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να ακουμπούν στο χώμα μόνο τα δάχτυλα των ποδιών του. Τού κρεμούσαν μια βαριά σιδερόμπαλα στον λαιμό και τον ξυλοφόρτωναν.

Αυτή η αυστηρότητα είχε ενοχλήσει τους εμπόρους και για να αποφύγουν την τιμωρία, προτιμούσαν να μην πουλάνε καθόλου. Έλεγαν στους πελάτες ότι το είδος που ζητούσαν είχε εξαντληθεί. Κι αυτό γινόταν πολύ συχνά με το ρύζι και τα κρεμμύδια.

Όμως, ο Υπουργός Μεταξάς, μόλις μάθαινε ότι ένα είδος ήταν σε έλλειψη, έδινε εντολές για έρευνες, και αν διαπιστωνόταν παράβαση, το χρηματικό πρόστιμο και η φάλαγγα επιβάλονταν.

Παρ’ όλα αυτά, ένας φούρναρης επέμενε να παρανομεί, πουλώντας στους στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου άθλιο και ελλιποβαρές ψωμί. Τον έπιασαν, λοιπόν, τού φόρτωσαν τα ελλιποβαρή καρβέλια και τον διαπόμπευσαν στους δρόμους της πόλης. Επικεφαλής ήταν ένας τυμπανιστής. Η διαπόμπευση τελείωσε με την επιβολή της φάλαγγας.Ο φούρναρης έβγαλε τα παπούτσια του, οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν στο έδαφος και δέχτηκε 25 μπαστουνιές στις πατούσες. Κι από εκείνη τη στιγμή τα ψωμιά είχαν το σωστό βάρος και την ανάλογη ποιότητα.

 

Εκείνον τον καιρό (Ιανουάριος-Απρίλιος 1822) οι ξένοι εθελοντές ίδρυσαν στην Κόρινθο μια Τεκτονική Στοά. Οι περισσότεροι ήταν ήδη μέλη της Στοάς Ελευθεροτεκτόνων Μασσαλίας. Πήραν το όνομα Αδελφοί του Απόλλωνος, επειδή αποφάσισαν να πραγματοποιούν τις συγκεντρώσεις τους στα ερείπια του ναού του Απόλλωνα. Τα μέλη της Στοάς εφοδιάζονταν με ειδικά αναγνωριστικά διπλώματα. Η μασονική ιδιότητα δημιούργησε μια προσέγγιση ανάμεσα στους Γάλλους και τους Γερμανούς, που ως τότε βρίσκονταν σε μόνιμη διαμάχη, εξαιτίας διαφόρων εθνικών προκαταλήψεων.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

 

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΣΤΑ 1822

Μέρος Α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Ο Karl Martin Schrebian, Πρώσσος υπολοχαγός, έφθασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1822, αναζητώντας τύχη και στρατιωτική σταδιοδρομία. Τα όνειρά του δεν ευοδώθηκαν και τα αισθήματά του για τους Έλληνες έγιναν εχθρικά. Γι’ αυτό, τα όσα κατέγραψε είναι απόλυτα αληθινά, καθόλου εξωραϊσμένα ή ειδωμένα από συναισθηματισμούς.

Ήταν αρχές Μαρτίου όταν πήγε στην Κόρινθο. «Κάθε μέρα έφθαναν από διάφορες επαρχίες του Μωριά, ακόμα και από τη Στερεά, ομάδες αρματωμένων Ελλήνων με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, με τους παπάδες επικεφαλής για να λεηλατήσουν τον Ακροκόρινθο. Η κυβέρνηση ήταν ανίσχυρη και δε μπορούσε να σταματήσει τις επιδρομές. Υπήρχαν μέρες που βρίσκονταν στην πόλη πάνω από δύο χιλιάδες λαφυραγωγοί», σημειώνει.

Οι δύο φούρνοι της πόλης ήταν αδύνατο να θρέψουν τόσους πεινασμένους. Το ψωμί ήταν άθλιο, δεν τρωγόταν, και ήταν τυχερός όποιος μπορούσε, πληρώνοντας πανάκριβα (40 παράδες), να αποκτήσει ένα καρβέλι για να μην πεθάνει από την πείνα. Πρώτοι έπαιρναν ψωμί οι στρατιώτες- τα σώματα του Νικηταρά, του Γιατράκου και το Τακτικό του Υψηλάντη, και ακολουθούσαν οι εθελοντές.

Ο Κωλέτης, Υπουργός Πολέμου εκείνη την περίοδο, έδωσε εντολή να τοιχοκολληθούν ανακοινώσεις, σε όλα τα σταυροδρόμια της Κορίνθου, που καλούσαν τους ξένους εθελεοντές να παρουσιασθούν με τα υπηρεσιακά τους έγγραφα, ορισμένη ώρα στην κατοικία του.

Ο Κωλέτης, καλοσπουδασμένος στο σχολείο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, μεταφύτευε στην επαναστατημένη Ελλάδα την διπλοπροσωπεία και την πολιτική απάτη. Μαζί με τους Φαναριώτες θα γίνει ο κατ’ εξοχήν φαυλοκράτης στον δημόσιο βίο μετά την απελευθέρωση. Οι χωρίς αντίκρυσμα υποσχέσεις του ήταν η προσφιλέστερη από τις δημαγωγικές του μεθόδους. Ο ίδιος θα ισχυρισθεί αργότερα ότι «αδίκως τού προσάπτεται η μομφή του απατάν τους πάντας δι’ υποσχέσεων και παρασημοφοριών… Αλλ’ όταν μου ζητώσι θέσιν προξένου δι’ ένα άνθρωπόν των, όστις ουδεμίαν γλώσσαν ξένην γνωρίζει αλλά και την ελληνικήν ομιλεί ατελέστατα, καταγόμενος εξ Αλβανών, και επιμένουσι, ενώ τους εξήγησα τους λόγους, δι’ ούς δεν γίνεται, τότε βεβαίως αναγκάζομαι να υποσχεθώ, ότι όχι μόνον τούτο, αλλά και την Σελήνην και τους αστέρας δύναμαι να τους χαρίσω» (‘Σελίδες τινές της Ιστορίας του βασιλέως Όθωνος, Αθήνησιν, 1898).

Ο Κωλέτης καθόταν σταυροπόδι κατάχαμα καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Έπαιρνε τα χαρτιά και τα εξέταζε με προσοχή. Ο κάθε εθελοντής, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά του καθοριζόταν από τον Υπουργό στην αντίστοιχη βαθμίδα του στρατού. Υπήρχαν, όμως, πολλοί χωρίς πιστοποιητικά κι έδειχναν μόνον τον βαθμό τους που αναγραφόταν στο διαβατήριό τους. Μ΄αυτόν τον τρόπο άρχισαν οι αυθαιρεσίες, οι παραπλανήσεις και τα παράπονα.

Ο Κωλέτης, αφού έκαμε τον έλεγχο, μίλησε στους ξένους αξιωματικούς, δίνοντας ανεδαφικές και απραγματοποίητες υποσχέσεις: «Κύριοι, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ευπρόσδεκτοι είσαστε. Σας λέω μονάχα, έτι πρόχειρα, ότι σχεδιάζουμε την οργάνωση δώδεκα συνταγμάτων πεζικού και τεσσάρων συνταγμάτων πυροβολικού. Είναι αυτονόητο, κύριοι, ότι θα διοριστείτε όλοι με άμεση προαγωγή κατά δύο βαθμούς. Κύριοι, δώστε μας ένα μικρό χρονικό περιθώριο και θα δείτε. Όλοι θα βρείτε απασχόληση, όλοι θα μπορέσετε να προσφέρετε τις γνώσεις σας, να αφιερώσετε τις δυνάμεις σας στο νέο κράτος. Δεν θα διστάσουμε να σας πολιτογραφήσουμε Έλληνες και να σας παραδώσουμε στην ιστορία της πατρίδος μας».

Λόγια και υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αφού για να συγκροτηθούν οι μονάδες που έταζε ο Υπουργός χρειάζονταν στρατιώτες. Και στρατιώτες δεν υπήρχαν στον Μωριά, εκτός από τους ατάκτους που ακολουθούσαν τους καπεταναίους.

Οι άνθρωποι του Κωλέτη άρχισαν να διαδίδουν ότι οι μαχητές του νέου τακτικού στρατού θα βρίσκονταν στις επαρχίες πέρα από τον Ισθμό, στη Ρούμελη, δηλαδή, και μάλιστα εντός Μαρτίου. Ο μήνας πέρασε και δεν έγινε το παραμικρό.  Οι ξένοι άρχισαν ν’ απελπίζονται, αντιμετωπίζοντας και την πείνα, μιας και τα όσα χρήματα είχαν, τελείωσαν.

«Ως τώρα βολεύονταν αρπάζοντας πρόβατα από τα κοπάδια που έβοσκαν γύρω από την Κόρινθο. Αλλά βλέποντας οι τσοπάνηδες πως αποδεκατίζονταν τα ζωντανά τους, απομακρύνθηκαν. Κι έτσι, οι ξένοι έχασαν τη μόνη σίγουρη πηγή επισιτισμού τους».

 

 

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

 

ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΑΧΜΟΥΤ Β΄ (1785-1839)

Ο Σουλτάνος των χρόνων της Επανάστασης

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στα χρόνια της Επανάστασης του Γένους μας, σκέφτηκα να ρίξω λίγο φως στον ηγέτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄, που βρισκόταν στον θρόνο από το 1808 ως τον θάνατό του από φυματίωση το 1839.

 

Γεννήθηκε στο παλάτι του Τοπ Καπί, στην Πόλη και ήταν δευτερότοκος γιος του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄και της έβδομης συζύγου του Ναξιντίλ Σουλτάν. Οι πηγές αναφέρουν ότι επρόκειτο για μια Γεωργιανή σκλάβα, αλλά κυκλοφορεί ευρέως και ο μύθος για μια εξισλαμισμένη Γαλλίδα χριστιανή, την Αιμέ ντι Μπουκ Ριβερύ, εξαδέλφη της Ιωσηφίνας ντε Μπωαρναί (συζύγου του Αυτοκράτορος της Γαλλίας Ναπολέοντα Α΄Βοναπάρτη). Καθώς ταξίδευε σε πολύ μικρή ηλικία με τους γονείς της, το πλοίο τους έπεσε σε πειρατικά χέρια. Οι γονείς της σκοτώθηκαν και η ίδια πουλήθηκε σκλάβα. Όταν μεγάλωσε, ξαναπουλήθηκε για το χαρέμι του σουλτάνου, λόγω της ομορφιάς της.

Το 1808, ο σουλτάνος Μουσταφά Δ΄, ετεροθαλής αδελφός του Μαχμούτ, διέταξε να θανατωθεί ο Μαχμούτ και ο προηγούμενος σουλτάνος και εξάδελφός τους Σελίμ Γ, για να καταστείλει μια εξέγερση. Ο Σελίμ Γ΄ δολοφονήθηκε, αλλά ο Μαχμούτ γλύτωσε. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την σωτηρία του, με κυριότερη αυτή του Τούρκου ιστορικού του 19ου αιώνα Αχμέτ Σεβντέτ Πασά, που έχει ως εξής:

Μια σκλάβα, η Τζεβρίλ, όταν αντιλήφθηκε την αναταραχή στο παλάτι και την δολοφονία του Σελίμ Γ΄, μάζεψε στάχτες. Όταν οι δολοφόνοι πλησίασαν στα διαμερίσματα του χαρεμιού όπου έμενε ο Μαχμούτ, κατάφερε να τους καθυστερήσει, ρίχνοντας τις στάχτες στα μάτια τους και επιφέροντας μια προσωρινή αδυναμία στην όραση. Αυτή η καθυστέρηση ήταν αρκετή για να μπορέσει ο εικοσιτριάχρονος Μαχμούτ να βγει από ένα παράθυρο και να σκαρφαλώσει στην οροφή του χαρεμιού. Από εκεί έτρεξε προς την οροφή της Τρίτης Αυλής, όπου κάποιοι οπαδοί του τον είδαν και τον βοήθησαν να κατεβεί. Ώσπου να γίνει αυτό, κατέφθασε με τους άνδρες του ένας από τους αρχηγούς της εξέγερσης, ο Αλεμντάρ Μουσταφά Πασά και όρμησε στα διαμερίσματα του νεκρού Σελίμ Γ΄. Βλέποντας τη σορό του, ανακήρυξε αμέσως Παντισάχ (σουλτάνο) τον Μαχμούτ Β΄, κι εκείνος τον όρισε Μέγα Βεζίρη.

 

Ο Μαχμούτ Β΄ ήταν ο 30ός σουλτάνος και η περίοδος της βασιλείας του υπήρξε μια από τις κρισιμότερες στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει, όχι μόνο τους απελευθερωτικούς αγώνες των υπόδουλων λαών (Σέρβους και Έλληνες) και τα αποσχιστικά κινήματα τοπικών αξιωματούχων(Αγιάννηδων), αλλά και τις εχθρικές και επιζήμιες συμπεριφορές των Αλή Πασά Τεπελενλή των Ιωαννίνων και Μοχάμεντ Άλι Πασά της Αιγύπτου, καθώς και τον ανταγωνισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών δυναμεων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

 

Όταν έγινε σουλτάνος, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (είχε ξεσπάσει το 1806) βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Μαχμούτ Β΄ δεν κατάφερε να νικήσει και αναγκάστηκε να υπογράψει την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) που σήμαινε την απώλεια της Βεσσαραβίας (ανατολικής Μολδαβίας) προς όφελος των Ρώσων και την παροχή μιας κάποιας αυτονομίας στους Σέρβους.

Η σκληρότητα με την οποία αντιμετώπισε την Ελληνική Επανάσταση δημιούργησε την εικόνα ενός αδίστακτου και αιμοδιψούς σουλτάνου από την ελληνική πλευρά της ιστορίας. Αντίθετα, οι Τούρκοι και οι Ευρωπαίοι βιογράφοι του τον περιγράφουν ως έναν από τους ικανότερους σουλτάνους και εξάρουν το μεταρρυθμιστικό του έργο.

 

Ο σουλτάνος έκανε ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει και να διαλύσει την εξέγερση των Ελλήνων, αλλά επί ματαίω. Κατάφερε, βέβαια, να δολοφονήσει τον ασυμβίβαστο και αυτονομημένο Αλή Πασά των Ιωαννίνων το 1822, να πνίξει στο αίμα τους Γενίτσαρους και να τους εξαφανίσει το 1826, αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά.

 

Ζήτησε τη βοήθεια του Μωχάμετ Άλι για να αντιμετωπίσει τους Έλληνες κι εκείνος έστειλε στρατό με αρχηγό τον γιο του Ιμπραήμ. Ωστόσο, μετά την ήττα του τουρκικού στόλου στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου(1827), ο Μαχμούτ Β΄ υποχρεώθηκε σε υποχώρηση. Την επόμενη χρονιά ξέσπασε νέος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος και ο σουλτάνος αναγκάστηκε να υπογράψει την Συνθήκη της Αδριανούπολης(1829), με την οποία, μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας.

 

Ο Μοχάμετ Άλι Πασά της Αιγύπτου χτύπησε ξανά το 1831, καταλαμβάνοντας την Συρία και την περιοχή του Ικονίου, νικώντας κατά κράτος τις τουρκικές δυνάμεις. Ο σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια των Ρώσων και υποχρεώθηκε να υπογράψει μια ταπεινωτική συνθήκη, τη Συνθήκη της Κιουτάχειας (1833) η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ανεξαρτησία της Αιγύπτου (επιτεύχθηκε το 1839).

 

Ο Μαχμούτ Β΄ συνέδεσε το όνομά του με πολλές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του φεουδαρχικού κατακερματισμού της Αυτοκρατορίας και στον εξευρωπαϊσμό της. Ανάμεσα σε άλλες ήταν η ίδρυση υπουργείων σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η ίδρυση κοσμικών και στρατιωτικών σχολών, η κατάργηση των σαρικιών και η καθιέρωση του κόκκινου φεσιού των Αιγυπτίων, χωρίς να καταφέρει να εξαλείψει την ρίζα των αιτίων της παρακμής της αυτοκρατορίας του.

Είχε δεκαέξι συζύγους και απέκτησε είκοσι δύο γιους και είκοσι δύο κόρες. Κατάφεραν να επιζήσουν, τουλάχιστον ως την ενηλικίωσή τους, δύο γιοι και πέντε κόρες.