The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

ΧΙΟΣ 1821-1822

Πριν την καταστροφή

Της Dimitra Papanastasopoulou

Μέρος α΄

 



 

Σχεδόν όλες οι γνωστές και επίσημες ιστορικές πηγές, ελληνικές και ξένες, βεβαιώνουν ότι οι Χιώτες δεν συμφωνούσαν να εξεγερθούν, ότι προτιμούσαν την ησυχία και την ευημερία τους, τα προνόμια που απολάμβαναν από τους Τούρκους. Δειλοί, λοιπόν, οι Χιώτες, αδιάφοροι για τον Αγώνα, κατεσφάγησαν χωρίς να φταίνε οι ίδιοι…

Είναι, όμως, πράγματι αυτή η αλήθεια;

Σήμερα, με ελεύθερη την πρόσβαση σε πρώην απόρρητα γραπτά, καθώς και όσα αποσιωπήθηκαν, μας δίνεται η ευκαιρία να ψάξουμε, να απομακρύνουμε τη σκόνη και να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη.

Σε όλες σχεδόν τις εκθέσεις των ξένων πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη (στους οποίους έφθαναν οι εκθέσεις των κατά τόπους προξένων τους) προς τις κυβερνήσεις τους τονίζεται πως η συμμετοχή του λαού της Χίου στην εξέγερση ήταν καθολική εξ αιτίας των τουρκικών καταπιέσεων, των αυθαιρεσιών και των βαναυσοτήτων.

Πριν παραθέσουμε τις μαρτυρίες, είναι καλό να αναφέρουμε την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί από την προηγούμενη χρονιά (1821).

Η Ύδρα και οι Σπέτσες είχαν προσχωρήσει αμέσως στην Επανάσταση, αλλά όχι και η Χίος. Οι Τούρκοι, αν και διαπίστωσαν αυτή τη στάση, κάλεσαν τα μέλη της Κοινότητας, μαζί με δώδεκα από τους κυριότερους Προεστούς της Χίου στον Μεκενέ. Εκεί ορκίστηκαν πίστη στον σουλτάνο και ανέλαβαν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την πειθαρχία των συμπατριωτών τους.

Έτσι, άρχισαν να απελαύνουν από το νησί όποιον ντόπιο ή ξένο θεωρούσαν επικίνδυνο να παρασύρει τους κατοίκους. Μάλιστα, τοιχοκόλλησαν και προκηρύξεις, καλώντας τους Χιώτες να μείνουν πιστοί στην Πύλη. Οι Τούρκοι δεν είχαν κανέναν λόγο να στείλουν στρατιωτικές ενισχύσεις και στο νησί επικράτησε ησυχία.

Στις 27 Απριλίου (6 Μαϊου) 1821, είκοσι οχτώ καράβια επαναστατών εμφανίστηκαν στο μπουγάζι. Η εμφάνισή τους υπογραμμίστηκε από ένα δυσάρεστο-για τους Τούρκους- γεγονός. Οι επαναστάτες ναυτικοί χτύπησαν και βύθισαν, κάτω από τα τείχη του Κάστρου, ένα τουρκοκρητικό πλοίο, γεμάτο πολεμοφόδια, που πλησίαζε στο λιμάνι. Το τουρκικό πλήρωμα έπεσε στη θάλασσα να σωθεί, αλλά εξοντώθηκε.

Τα καράβια πόδισαν την επομένη κοντά στο χωριό Λειβάδια- περίπου δυόμιση χιλιόμετρα από την πόλη της Χίου. Όταν πήρε να νυχτώνει, κάποιοι επαναστάτες βγηκαν στη στεριά και κάλεσαν τον κόσμο να ξεσηκωθεί, να διώξει τον τύραννο με τη βοήθειά τους.

Οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν, αλλά «αποσταλλέντες εκ των προκρίτων οι Μικές Βλαστός, Χ. Πολυχρόνης και Ιω. Πατρικούσης, τους παρακαλούσι ν’ αποχωρήσωσιν εκείθεν, εάν ήθελον την σωτηρίαν των και την ασφάλειαν, και τους βεβαιώσιν ότι έλμελλον να κινηθώσι και εκείνοι κατά της τυραννίας εις αρμοδιωτέραν περίστασιν, αφού προπαρασκευασθώσι…», γράφει ο Ν, Σπηλιάδης, ενώ ο Τομπάζης σημειώνει στο Ημερολόγιο του καραβιού του: « Απεφασίσθη να σηκώσωμεν τα χωρία και να ελευθερώσωμεν την Χίον, εκείνα δια ξηράς και ημείς δια θαλάσσης. Παντού επικρατούσε επαναστατική ατμόσφαιρα…Μας ήλθε και ένας άνθρωπος από τους προεσούς των χωρίων, εις το οποίον είχωμεν στείλει τα γράμματά μας, και μας λέγει ότι το χωρίον του ήτο έτοιμον να σηκωθείκαι ότι είχε τετρακόσιους ανθρώπους δια να πολεμήσει, πλην ήθελον δια να έβγωμεν και ημείς έξω δια να τους σηκώσωμεν τρόπον τινα βιαστκώς».

Αυτές οι κινήσεις ανησύχησαν τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν δέκα ομήρους.Οι τοπικοί άρχοντες, για να αποδείξουν τη νομιμοφροσύνη τους έδωσαν τριάντα ( οι περισσότεροι ήταν αριστοκράτες και ανάμεσά τους και ο αρχιεπίσκοπος).

Ο στόλος με τους επαναστάτες, έχοντας αποτύχει στον σκοπό του, αναχώρησε μετά από έξι ημέρες. Τότε έφθασαν και από την Κωνσταντινούπολη φιρμάνια, καλώντας τις τουρκικές στρατιωτικές Αρχές του νησιού σε πολεμικές προετοιμασίες και επαγρύπνιση για την έγκαιρη ανατιμετώπιση «των κινήσεων των δολίων υπηκόων της Πύλης». Τα πράγματα είχαν αλλάξει, οι Χιώτες ήταν πλέον ύποπτοι, κρυφοί εχθροί.Και η λύση ήταν μία: άσκηση βίας και τρομοκρατίας.

Άρχισαν, λοιπόν, να εφοδιάζουν το Κάστρο, κατάσχεσαν τις αποθήκες με το σιτάρι και έφεραν άλλους εξακόσιους στρατιώτες. Η τροφοδοσία τους βάρυνε τους Χιώτες. Αλλά, οι στρατιώτες συμπεριφέρονταν άσχημα, αυθαιρετούσαν, και τα έκτροπα δεν άργησαν.

«Δεν παρήρχετο ουδέ ημέρα χωρίς να ακούωνται φόνοι και αρπαγαί και ύβρεις παντείαι, και άλλοι πολλοί αισχροί και ακατανόμαστοι αικισμοί. Και εις την πόλιν και εις τα αγροκήπια όλοι έτρεμον, κανείς δεν ετόλμα να φαίνηται συχνά ούτε εις τας αγοράς ούτε εις τας οδούς ούτε εις αυτά τα ίδια του τα παράθυρα, δια να μη φονευθή παρά των διαβαινόντων χολομανών Τούρκων, οίτινες επιστόλιζον μετά πάσης αδείας τους Χριστιανούς. Τα εργαστήρια είχαν κλείσει, είχαν παύσει και τα πλοιάρια να μεταφέρωσι τροφάς εκ της Ασίας και ο λαός ήρχισε να γογγύζει», γράφει ο Αλ. Βλαστός, γιος του προεστού Βλαστού.

Για να επιβληθεί, δήθεν, η τάξη διορίστηκε διοικητής του νησιού ο Βαχίτ πασάς. Ο Βαχίτ, πριν αναλάβει την διοίκηση της Χίου, ήταν πρεσβευτής της Τουρκίας στην Αυλή του Ναπολέοντα, είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών, διευθυντής των Αυτοκρατορικών Ναυπηγείων και διοικητής της Αττάλειας. Επρόκειτο για έναν πραγματικό τύραννο, έναν βασανιστή ψυχών και σωμάτων που δεν δίστασε να περιγράψει στα Απομνημονεύματά του με ωμό τρόπο τη φονική του δράση στην Χίο.

Τον συνόδευε ο Ελέζ Αγάς( Χατζή Ελιάς Ζαδέ Ελέζογλου) με χίλιους διακόσιους άνδρες. Η χρηματική επιβάρυνση των Χιωτών άγγιξε τα είκοσι πέντε χιλιάδες γρόσια τον μήνα. Κι εκείνοι τα πλήρωναν.

Ο Βαχίτ πασάς, αντί να καταστείλει τις αυθαιρεσίες, τυραννούσε με τη στάση του περισσότερο τον κόσμο. Κάθε μέρα επιστράτευε πεντακόσια με εξακόσια άτομα για να εκτελέσουν ταπεινωτικές αγγαρείες, χωρίς πληρωμή, χωρίς ούτε ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Οι Τούρκοι επιβλέποντες δεν έχαναν ευκαιρία να τους μαστιγώσουν, λέγοντας περιφρονητικά: «Σκάφτε, χριστιανικά σκυλιά! Θα βρήτε τον Χριστό σας παραχωμένο!»

Οι όμηροι πληρώνοντας βαριά λύτρα πέτυχαν την ελευθερία τους και συμφώνησαν να θητεύουν εναλλακτικά, κάθε μήνα σαράντα επίσημοι Χιώτες. Και οι κάτοικοι των χωριώνάρχισαν να εκδηλώνουν τη δυσφορία τους, η ζύμωση και η αναταραχή αποκορυφώθηκαν στην περιοχή των Λειβαδιών, όπου η καταπίεση ήταν ιδιαίτερα αισθητή.

Εν αιθρία, έφθασε η διαταγή στον Βεχίτ να στρατολογήσει διακόσιους πενήντα Χιώτες για τον οθωμανικό στόλο. Στους Βροντάδος και στη Λαγκάδα, που όφειλαν να δώσουν τους περισσότερους, επικράτησε αναστάτωση, οι άνθρωποι αντέδρασσαν ανοιχτά, και η Κοινότητα, θεωρώντας ότι έτσι θα προλάβαινε τα χειρότερα, εξαγόρασε τη θητεία πληρώνοντας ογδόντα χιλιάδες γρόσια…

 

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

 

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΣΤΑ 1822

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Στο χρονικό του ο Σρέμπιαν μας δίνει πληροφορίες για την οργάνωση της αστυνομίας στην Κόρινθο, όπως και για τα αγορανομικά μέτρα προστασίας των καταναλωτών, εγκωμιάζοντας τη δραστηριότητα του Υπουργού της Αστυνομίας Ανδρέα Μεταξά: «Ήταν ο καλύτερος και άσκησε τα καθήκοντά του με μεγάλη επιτυχία. Είχε αποχτήσει πείρα από την μακροχρόνια παραμονή του στη Μόσχα, όπου υπηρέτησε ως αξιωματούχος της Ρωσικής Αστυνομίας. Έτσι, ήταν σε θέση να οργανώσει την υπηρεσία με τον πιο ορθολογιστικό τρόπο».

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Α. Μεταξάς ήταν να δώσει εντολή να καθαριστούν οι δρόμοι της πόλης που ήταν βορβορώδεις και σιχαμεροί. Γι’ αυτό τον σκοπό χρησιμοποίησε Τούρκους αιχμαλώτους.

Το δεύτερο ήταν η απαγόρευση στους κατοίκους να πετούν σκουπίδια μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους, με τιμωρία πρόστιμο 25 γρόσια ή φάλαγγα. Οι φουρνάρηδες, οι χασάπηδες και γενικώς οι έμποροι, πωλούσαν σύμφωνα με τις τιμές που κοινοποιούσε η αστυνομική αρχή. Ένας αξιωματικός πραγματοποιούσε πολλές φορές την εβδομάδα ελέγχους κι αν διαπίστωνε ανωμαλίες, ενεργούσε κατάσχεση μέτρων και σταθμών, ενώ επέβαλε πρόστιμο επί τόπου. Κι επειδή οι έμποδοι αδιαφορούσαν για την κατάσχεση των μέτρων και σταθμών, εφ’ όσον ήταν πέτρες, εύκολες να αντικατασταθούν, καθιερώθηκε η ποινή της φάλαγγας. Βεβαίως, η συγκεκριμένη ποινή δεν είχε καμία σχέση με τις εμπειρίες του Μεταξά στην Ρωσία. Επρόκειτο για τον κολασμό που επέβαλαν οι Τούρκοι στους εμπόρους, κυρίως στους φουρνάρηδες.

Οι αστυνομικοί ξεχώριζαν από το χοντρό ραβδί τους από ξύλο ελιάς με εξογκώματα. Η ανακοίνωση των αποφάσεων στο κοινό γινόταν από αστυνομικό τελάλη στους δρόμους: «Όποιος βγαίνει από το σπίτι του μετά τις 10 πρέπει να κρατάει φανάρι, αλλιώς θα τιμωρείται με 20 μπαστουνιές. Σήμερα η τιμή του ριζιού είναι…, του ψωμιού…, του λαδιού…»

Δημοσιονομική πολιτική δεν υπήρχε. Είσπραξη φόρων από το Δημόσιο δεν γινόταν. Όταν έγινε μια πρώτη προσπάθεια επιβολής κεφαλικού φόρου, οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν, λέγοντας ότι ελευθερία και δοσίματα δεν συμβιβάζονται.

Όταν έπιαναν έναν κλέφτη επ’ αυτοφώρω, τον κρεμούσαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να ακουμπούν στο χώμα μόνο τα δάχτυλα των ποδιών του. Τού κρεμούσαν μια βαριά σιδερόμπαλα στον λαιμό και τον ξυλοφόρτωναν.

Αυτή η αυστηρότητα είχε ενοχλήσει τους εμπόρους και για να αποφύγουν την τιμωρία, προτιμούσαν να μην πουλάνε καθόλου. Έλεγαν στους πελάτες ότι το είδος που ζητούσαν είχε εξαντληθεί. Κι αυτό γινόταν πολύ συχνά με το ρύζι και τα κρεμμύδια.

Όμως, ο Υπουργός Μεταξάς, μόλις μάθαινε ότι ένα είδος ήταν σε έλλειψη, έδινε εντολές για έρευνες, και αν διαπιστωνόταν παράβαση, το χρηματικό πρόστιμο και η φάλαγγα επιβάλονταν.

Παρ’ όλα αυτά, ένας φούρναρης επέμενε να παρανομεί, πουλώντας στους στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου άθλιο και ελλιποβαρές ψωμί. Τον έπιασαν, λοιπόν, τού φόρτωσαν τα ελλιποβαρή καρβέλια και τον διαπόμπευσαν στους δρόμους της πόλης. Επικεφαλής ήταν ένας τυμπανιστής. Η διαπόμπευση τελείωσε με την επιβολή της φάλαγγας.Ο φούρναρης έβγαλε τα παπούτσια του, οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν στο έδαφος και δέχτηκε 25 μπαστουνιές στις πατούσες. Κι από εκείνη τη στιγμή τα ψωμιά είχαν το σωστό βάρος και την ανάλογη ποιότητα.

 

Εκείνον τον καιρό (Ιανουάριος-Απρίλιος 1822) οι ξένοι εθελοντές ίδρυσαν στην Κόρινθο μια Τεκτονική Στοά. Οι περισσότεροι ήταν ήδη μέλη της Στοάς Ελευθεροτεκτόνων Μασσαλίας. Πήραν το όνομα Αδελφοί του Απόλλωνος, επειδή αποφάσισαν να πραγματοποιούν τις συγκεντρώσεις τους στα ερείπια του ναού του Απόλλωνα. Τα μέλη της Στοάς εφοδιάζονταν με ειδικά αναγνωριστικά διπλώματα. Η μασονική ιδιότητα δημιούργησε μια προσέγγιση ανάμεσα στους Γάλλους και τους Γερμανούς, που ως τότε βρίσκονταν σε μόνιμη διαμάχη, εξαιτίας διαφόρων εθνικών προκαταλήψεων.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

 

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΣΤΑ 1822

Μέρος Α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Ο Karl Martin Schrebian, Πρώσσος υπολοχαγός, έφθασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1822, αναζητώντας τύχη και στρατιωτική σταδιοδρομία. Τα όνειρά του δεν ευοδώθηκαν και τα αισθήματά του για τους Έλληνες έγιναν εχθρικά. Γι’ αυτό, τα όσα κατέγραψε είναι απόλυτα αληθινά, καθόλου εξωραϊσμένα ή ειδωμένα από συναισθηματισμούς.

Ήταν αρχές Μαρτίου όταν πήγε στην Κόρινθο. «Κάθε μέρα έφθαναν από διάφορες επαρχίες του Μωριά, ακόμα και από τη Στερεά, ομάδες αρματωμένων Ελλήνων με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, με τους παπάδες επικεφαλής για να λεηλατήσουν τον Ακροκόρινθο. Η κυβέρνηση ήταν ανίσχυρη και δε μπορούσε να σταματήσει τις επιδρομές. Υπήρχαν μέρες που βρίσκονταν στην πόλη πάνω από δύο χιλιάδες λαφυραγωγοί», σημειώνει.

Οι δύο φούρνοι της πόλης ήταν αδύνατο να θρέψουν τόσους πεινασμένους. Το ψωμί ήταν άθλιο, δεν τρωγόταν, και ήταν τυχερός όποιος μπορούσε, πληρώνοντας πανάκριβα (40 παράδες), να αποκτήσει ένα καρβέλι για να μην πεθάνει από την πείνα. Πρώτοι έπαιρναν ψωμί οι στρατιώτες- τα σώματα του Νικηταρά, του Γιατράκου και το Τακτικό του Υψηλάντη, και ακολουθούσαν οι εθελοντές.

Ο Κωλέτης, Υπουργός Πολέμου εκείνη την περίοδο, έδωσε εντολή να τοιχοκολληθούν ανακοινώσεις, σε όλα τα σταυροδρόμια της Κορίνθου, που καλούσαν τους ξένους εθελεοντές να παρουσιασθούν με τα υπηρεσιακά τους έγγραφα, ορισμένη ώρα στην κατοικία του.

Ο Κωλέτης, καλοσπουδασμένος στο σχολείο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, μεταφύτευε στην επαναστατημένη Ελλάδα την διπλοπροσωπεία και την πολιτική απάτη. Μαζί με τους Φαναριώτες θα γίνει ο κατ’ εξοχήν φαυλοκράτης στον δημόσιο βίο μετά την απελευθέρωση. Οι χωρίς αντίκρυσμα υποσχέσεις του ήταν η προσφιλέστερη από τις δημαγωγικές του μεθόδους. Ο ίδιος θα ισχυρισθεί αργότερα ότι «αδίκως τού προσάπτεται η μομφή του απατάν τους πάντας δι’ υποσχέσεων και παρασημοφοριών… Αλλ’ όταν μου ζητώσι θέσιν προξένου δι’ ένα άνθρωπόν των, όστις ουδεμίαν γλώσσαν ξένην γνωρίζει αλλά και την ελληνικήν ομιλεί ατελέστατα, καταγόμενος εξ Αλβανών, και επιμένουσι, ενώ τους εξήγησα τους λόγους, δι’ ούς δεν γίνεται, τότε βεβαίως αναγκάζομαι να υποσχεθώ, ότι όχι μόνον τούτο, αλλά και την Σελήνην και τους αστέρας δύναμαι να τους χαρίσω» (‘Σελίδες τινές της Ιστορίας του βασιλέως Όθωνος, Αθήνησιν, 1898).

Ο Κωλέτης καθόταν σταυροπόδι κατάχαμα καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Έπαιρνε τα χαρτιά και τα εξέταζε με προσοχή. Ο κάθε εθελοντής, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά του καθοριζόταν από τον Υπουργό στην αντίστοιχη βαθμίδα του στρατού. Υπήρχαν, όμως, πολλοί χωρίς πιστοποιητικά κι έδειχναν μόνον τον βαθμό τους που αναγραφόταν στο διαβατήριό τους. Μ΄αυτόν τον τρόπο άρχισαν οι αυθαιρεσίες, οι παραπλανήσεις και τα παράπονα.

Ο Κωλέτης, αφού έκαμε τον έλεγχο, μίλησε στους ξένους αξιωματικούς, δίνοντας ανεδαφικές και απραγματοποίητες υποσχέσεις: «Κύριοι, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ευπρόσδεκτοι είσαστε. Σας λέω μονάχα, έτι πρόχειρα, ότι σχεδιάζουμε την οργάνωση δώδεκα συνταγμάτων πεζικού και τεσσάρων συνταγμάτων πυροβολικού. Είναι αυτονόητο, κύριοι, ότι θα διοριστείτε όλοι με άμεση προαγωγή κατά δύο βαθμούς. Κύριοι, δώστε μας ένα μικρό χρονικό περιθώριο και θα δείτε. Όλοι θα βρείτε απασχόληση, όλοι θα μπορέσετε να προσφέρετε τις γνώσεις σας, να αφιερώσετε τις δυνάμεις σας στο νέο κράτος. Δεν θα διστάσουμε να σας πολιτογραφήσουμε Έλληνες και να σας παραδώσουμε στην ιστορία της πατρίδος μας».

Λόγια και υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, αφού για να συγκροτηθούν οι μονάδες που έταζε ο Υπουργός χρειάζονταν στρατιώτες. Και στρατιώτες δεν υπήρχαν στον Μωριά, εκτός από τους ατάκτους που ακολουθούσαν τους καπεταναίους.

Οι άνθρωποι του Κωλέτη άρχισαν να διαδίδουν ότι οι μαχητές του νέου τακτικού στρατού θα βρίσκονταν στις επαρχίες πέρα από τον Ισθμό, στη Ρούμελη, δηλαδή, και μάλιστα εντός Μαρτίου. Ο μήνας πέρασε και δεν έγινε το παραμικρό.  Οι ξένοι άρχισαν ν’ απελπίζονται, αντιμετωπίζοντας και την πείνα, μιας και τα όσα χρήματα είχαν, τελείωσαν.

«Ως τώρα βολεύονταν αρπάζοντας πρόβατα από τα κοπάδια που έβοσκαν γύρω από την Κόρινθο. Αλλά βλέποντας οι τσοπάνηδες πως αποδεκατίζονταν τα ζωντανά τους, απομακρύνθηκαν. Κι έτσι, οι ξένοι έχασαν τη μόνη σίγουρη πηγή επισιτισμού τους».

 

 

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

 

ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΑΧΜΟΥΤ Β΄ (1785-1839)

Ο Σουλτάνος των χρόνων της Επανάστασης

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στα χρόνια της Επανάστασης του Γένους μας, σκέφτηκα να ρίξω λίγο φως στον ηγέτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄, που βρισκόταν στον θρόνο από το 1808 ως τον θάνατό του από φυματίωση το 1839.

 

Γεννήθηκε στο παλάτι του Τοπ Καπί, στην Πόλη και ήταν δευτερότοκος γιος του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄και της έβδομης συζύγου του Ναξιντίλ Σουλτάν. Οι πηγές αναφέρουν ότι επρόκειτο για μια Γεωργιανή σκλάβα, αλλά κυκλοφορεί ευρέως και ο μύθος για μια εξισλαμισμένη Γαλλίδα χριστιανή, την Αιμέ ντι Μπουκ Ριβερύ, εξαδέλφη της Ιωσηφίνας ντε Μπωαρναί (συζύγου του Αυτοκράτορος της Γαλλίας Ναπολέοντα Α΄Βοναπάρτη). Καθώς ταξίδευε σε πολύ μικρή ηλικία με τους γονείς της, το πλοίο τους έπεσε σε πειρατικά χέρια. Οι γονείς της σκοτώθηκαν και η ίδια πουλήθηκε σκλάβα. Όταν μεγάλωσε, ξαναπουλήθηκε για το χαρέμι του σουλτάνου, λόγω της ομορφιάς της.

Το 1808, ο σουλτάνος Μουσταφά Δ΄, ετεροθαλής αδελφός του Μαχμούτ, διέταξε να θανατωθεί ο Μαχμούτ και ο προηγούμενος σουλτάνος και εξάδελφός τους Σελίμ Γ, για να καταστείλει μια εξέγερση. Ο Σελίμ Γ΄ δολοφονήθηκε, αλλά ο Μαχμούτ γλύτωσε. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την σωτηρία του, με κυριότερη αυτή του Τούρκου ιστορικού του 19ου αιώνα Αχμέτ Σεβντέτ Πασά, που έχει ως εξής:

Μια σκλάβα, η Τζεβρίλ, όταν αντιλήφθηκε την αναταραχή στο παλάτι και την δολοφονία του Σελίμ Γ΄, μάζεψε στάχτες. Όταν οι δολοφόνοι πλησίασαν στα διαμερίσματα του χαρεμιού όπου έμενε ο Μαχμούτ, κατάφερε να τους καθυστερήσει, ρίχνοντας τις στάχτες στα μάτια τους και επιφέροντας μια προσωρινή αδυναμία στην όραση. Αυτή η καθυστέρηση ήταν αρκετή για να μπορέσει ο εικοσιτριάχρονος Μαχμούτ να βγει από ένα παράθυρο και να σκαρφαλώσει στην οροφή του χαρεμιού. Από εκεί έτρεξε προς την οροφή της Τρίτης Αυλής, όπου κάποιοι οπαδοί του τον είδαν και τον βοήθησαν να κατεβεί. Ώσπου να γίνει αυτό, κατέφθασε με τους άνδρες του ένας από τους αρχηγούς της εξέγερσης, ο Αλεμντάρ Μουσταφά Πασά και όρμησε στα διαμερίσματα του νεκρού Σελίμ Γ΄. Βλέποντας τη σορό του, ανακήρυξε αμέσως Παντισάχ (σουλτάνο) τον Μαχμούτ Β΄, κι εκείνος τον όρισε Μέγα Βεζίρη.

 

Ο Μαχμούτ Β΄ ήταν ο 30ός σουλτάνος και η περίοδος της βασιλείας του υπήρξε μια από τις κρισιμότερες στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει, όχι μόνο τους απελευθερωτικούς αγώνες των υπόδουλων λαών (Σέρβους και Έλληνες) και τα αποσχιστικά κινήματα τοπικών αξιωματούχων(Αγιάννηδων), αλλά και τις εχθρικές και επιζήμιες συμπεριφορές των Αλή Πασά Τεπελενλή των Ιωαννίνων και Μοχάμεντ Άλι Πασά της Αιγύπτου, καθώς και τον ανταγωνισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών δυναμεων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

 

Όταν έγινε σουλτάνος, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (είχε ξεσπάσει το 1806) βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Μαχμούτ Β΄ δεν κατάφερε να νικήσει και αναγκάστηκε να υπογράψει την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) που σήμαινε την απώλεια της Βεσσαραβίας (ανατολικής Μολδαβίας) προς όφελος των Ρώσων και την παροχή μιας κάποιας αυτονομίας στους Σέρβους.

Η σκληρότητα με την οποία αντιμετώπισε την Ελληνική Επανάσταση δημιούργησε την εικόνα ενός αδίστακτου και αιμοδιψούς σουλτάνου από την ελληνική πλευρά της ιστορίας. Αντίθετα, οι Τούρκοι και οι Ευρωπαίοι βιογράφοι του τον περιγράφουν ως έναν από τους ικανότερους σουλτάνους και εξάρουν το μεταρρυθμιστικό του έργο.

 

Ο σουλτάνος έκανε ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει και να διαλύσει την εξέγερση των Ελλήνων, αλλά επί ματαίω. Κατάφερε, βέβαια, να δολοφονήσει τον ασυμβίβαστο και αυτονομημένο Αλή Πασά των Ιωαννίνων το 1822, να πνίξει στο αίμα τους Γενίτσαρους και να τους εξαφανίσει το 1826, αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά.

 

Ζήτησε τη βοήθεια του Μωχάμετ Άλι για να αντιμετωπίσει τους Έλληνες κι εκείνος έστειλε στρατό με αρχηγό τον γιο του Ιμπραήμ. Ωστόσο, μετά την ήττα του τουρκικού στόλου στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου(1827), ο Μαχμούτ Β΄ υποχρεώθηκε σε υποχώρηση. Την επόμενη χρονιά ξέσπασε νέος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος και ο σουλτάνος αναγκάστηκε να υπογράψει την Συνθήκη της Αδριανούπολης(1829), με την οποία, μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας.

 

Ο Μοχάμετ Άλι Πασά της Αιγύπτου χτύπησε ξανά το 1831, καταλαμβάνοντας την Συρία και την περιοχή του Ικονίου, νικώντας κατά κράτος τις τουρκικές δυνάμεις. Ο σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια των Ρώσων και υποχρεώθηκε να υπογράψει μια ταπεινωτική συνθήκη, τη Συνθήκη της Κιουτάχειας (1833) η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ανεξαρτησία της Αιγύπτου (επιτεύχθηκε το 1839).

 

Ο Μαχμούτ Β΄ συνέδεσε το όνομά του με πολλές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του φεουδαρχικού κατακερματισμού της Αυτοκρατορίας και στον εξευρωπαϊσμό της. Ανάμεσα σε άλλες ήταν η ίδρυση υπουργείων σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η ίδρυση κοσμικών και στρατιωτικών σχολών, η κατάργηση των σαρικιών και η καθιέρωση του κόκκινου φεσιού των Αιγυπτίων, χωρίς να καταφέρει να εξαλείψει την ρίζα των αιτίων της παρακμής της αυτοκρατορίας του.

Είχε δεκαέξι συζύγους και απέκτησε είκοσι δύο γιους και είκοσι δύο κόρες. Κατάφεραν να επιζήσουν, τουλάχιστον ως την ενηλικίωσή τους, δύο γιοι και πέντε κόρες.

 

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΛΑΣ (ΤΣΟΠΑΝΑΚΟΣ)

Ο ραψωδός του Αγώνα

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Ο Παναγιώτης Κάλας ή Τσοπανάκος, με καταγωγή από την Καρύταινα και γεννημένος στη στη Δημητσάνα το 1789, είναι ο ποιητής του αγώνα της ανεξαρτησίας.

Ήταν τόσο ανάπηρος, ώστε δεν μπορούσε να κρατήσει όπλο στα χέρια του. Τα φυσικά του ελαττώματα δεν τον κράτησαν μακριά από τις μάχες. Η δύναμη του ποιητικού, εμψυχωτικού του λόγου, έδινε φτερά στους αγωνιστές που τον αποκαλούσαν ποιητή της επαναστάσεως.

Βρέθηκε σε μία μάχη, στην οποία ο στρατηγός Νικηταράς νίκησε και οι στρατιώτες του μάζεψαν πολλά λάφυρα και ζώα. Ο Τσοπανάκος πήρε ένα άλογο, του το χάρισε ο ίδιος ο Νικηταράς, για να το έχει να πηγαίνει καβάλα και να μην κουράζεται. Ο Τσοπανάκος όμως, επειδή δεν είχε λεφτά για να το ταΐζει του έστειλε το παρακάτω δίστιχο:

«Το δώρο σου Νικηταρά, άλογο χωρίς νουρά,

ή μου στέλνεις και κριθάρι, ή σου στέλνω το τομάρι.

Τσοπανάκος»

Τελικά, κράτησε το άλογο. Το 1825, ιππεύοντάς το με προορισμό την Δημητσάνα, πεινασμένος όπως ήταν, στάθηκε κάτω από μια κορομηλιά, χωρίς να αφιππεύσει, και έφαγε τόσο πολλά κορόμηλα, ώστε πέθανε.

 «Ραχιτικός και σπιθαμιαίος», όπως τον περιγράφει ο ιστορικός Θ. Ρηγόπουλος, «γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, ήτο ευφυής και με πνεύμα ποιητικόν. Ούτος εξύμνει και έψαλλεν ως άλλος Πίνδαρος τα κατορθώματα των Ελλήνων και τους αριστεύοντας εις τας μάχας κατά το πρώτον έτος της Επαναστάσεως».

Ακολουθώντας τον Π.Κολοκοτρώνη, σκάρωνε επί τόπου τα στιχάκια του και τα τραγουδούσε με τη συνοδεία της λύρας του. Διέθετε μεγάλη ευφράδεια και φλογερά πατριωτικά αισθήματα. Όποτε μιλούσε ή τραγουδούσε τον άκουγαν όλοι με προσοχή. Ξεσήκωνε τις ψυχές των αγωνιστών:

 

«Τώρα που πιάστη ο πόλεμος

και των Τουρκών ο θάνατος

πολεμούν μέσα στου Λάλα

σκούζουν Τούρκοι άλα άλα.

Τώρα που πιάστη ο πόλεμος

Και των Τουρκών ο όλεθρος

πολεμούν στα Δολιανά

κλαίνε μάνες και παιδιά».

 

Το 1838 κυκλοφόρησε μια συλλογή των πατριωτικών του ασμάτωναπό τον Ν. Παπαδημητρίου με τίτλο « Άσματα πολεμιστήρια του υπέρ της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Αγώνος στιχουργηθέντα υπό του Παναγιώτου Τσομπανάκου Δημιτσανίτου, και εκδοθέντα υπό του τυπογράφου Ν. Παπαδημητρίου εκ Τριπόλεως. Εν Αθήναις 1838».

 

Ο εκδότης γράφει, ότι ο λαϊκός ποιητής του Αγώνα που πέθανε το 1825 σε ηλικία 36 ετών, ονομαζόταν Παναγιώτης Κάλας και «ήταν δυστυχής κατά το σώμα, έπασχε από αθριτικόν πάθος».

Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει και μια εικόνα του ποιητή που παραπέμπει στον Κουασιμόδο του Βικτορα Ουγκώ: Παραμορφωμένος, νάνος, καμπούρης, φαλακρός.

Και έρχεται η φοβερή περιγραφή του Ι.Φιλήμονα, ο οποίος τον γνώρισε προσωπικά σε διάφορα πεδία μαχών:

«Ανήρ δυσμορφότατος, κυφός και οιονεί νάνος,επαρουσιασθη νέος της εποχής Τυρταίος, εξάπτων τον ενθουσιασμόν των στρατιωτών δια των δημωδών ποιήσεων  και διαιωνίζων την μνήμην των υπέρ πατρίδος πεσόντων. Ήτο εν φαινόμενον περίεργον, από της ποιήσεως την βιοτήν έχων. Τας αυτοσχεδίους ποιήσεις τούτου οι μεν νοήμονες επήνουν ως αναγκαίας, οι δε στρατιώται ήκουον ευχαρίστως ως ευλήπτους. Βεβαίως, μεταξύ του αμαθούς αυτού κυφού και του χωλού, αλλά περιφήμου ποιητού της αρχαιότητος Τυρταίου, ουδεμία υπήρξε σύγκρισις, ειμή καθ’ όσον ο μεν Τυρταίος ειργάσθη πεμφθείς παρά των συμπολιτών αυτού εναντίον των Ελλήνων, ο δε Τσομπανάκος ωρμήθη εξ οικείας προαιρέσεως εναντίον των Τούρκων».

 

Για τον φλογερό πατριωτισμό του λαϊκού βάρδου και τον χαρακτήρα του γράφει ο εκδότης των ποιημάτων του: «Μίσος προς τους τυράννους, άπειρος ενθουσιασμός, διακής προς την πατρίδα έρως, και αφέλεια φυσική περί τα εκτιθέμενα, ιδού ο κύριος χαρακτήρ του στιχουργού μας, όστις εξύμνησεν αρκετά τα ένδοξα κατορθώματα του αθανάτου αγώνος μας, και προ πάντων όσα εις τα Αρήια πεδία της Πελοποννήσου έγιναν…Νους ευφυής, πνεύμα ποιητικόν, αστείος και καλόφωνος, αν έβλεπε κανένα άτοπον εις την πατρίδα του αμέσως το εστιχούργει, και καθήμενος εις γωνίαν τινα το ετραγώδει».

 

 

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ 1821

Μέρος β’

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Ο Πέτρος Μέγγος πήρε μέρος στην πολιορκία της Άρτας από τον Καραϊσκάκη και τους Αρβανίτες που συνεργάζονταν με τους Έλληνες όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη οι επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον του Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

«Η Άρτα δεν έπεσε» γράφει ο κακώς πληροφορημένος Μέγγος, «επειδή οι Αρβανίτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους Έλληνες μετά τη φυλάκιση του αρχηγού τους Ταχήρ Αμπάζη όταν εκείνος πήγε στο Μεσολόγγι. Τον υποπτέυονταν οι δικοί μας. Γυρίζοντας κι αυτός στην Άρτα πήρε το τμήμα του και μπήκε στο κάστρο. Έτσι λύθηκε ξαφνικά η πολιορκία. Βγήκαν ύστερα οι Τούρκοι από το φρούριο κι έκαψαν την πόλη».

Πράγματι, μ’ αυτόν τον τρόπο ναυάγησε η επιχείρηση για την κατάληψη της Άρτας, λόγω της δυσπιστίας των συμμαχικών αρβανίτικων τμημάτων. Αλλά κατακράτηση του Ταχήρ Αμπάζη δεν έγινε. Γράφει ο Μακρυγιάννης, συμπολεμιστής τότε του Μέγγου: « Τον Ταϊρ Αμπάζη, έναν αγαπημένον του Αλήπασα, γνωστικόν και πολλά άξιον Τούρκον Αρβανίτη, τον είχαν σταλμένον οι Τούρκοι, το κόμμα του Αλήπασα, εις το Μεσολόγγι και Βραχώρι, σε όλα αυτά τα μέρη να ιδή τα τρέχοντα των Ρωμαίγων αν δουλεύουν διά τον αφέντη τους τον Αλήπασα, όπως έλεγαν. Πηγαίνοντας εκεί, ηύρε τις Τούρκισσες βαφτισμένες, τους ντόπιους Τούρκους σκοτωμένους, τα τζαμιά τους γκρεμισμένα. Τότε αυτός πικράθη πολύ, και Τούρκος θρήσκος- δεν τον βάστηξαν κι αυτ’ηνοι οι προκομένοι στανικώς εκεί τον στείλαν κι ήρθε εις την Άρτα και λέγει των Τούρκων όλα αυτά κι’ ότι χάθη η Τουρκιά και να λάβουν μέτρα»

 

Ο Μέγγος γνώρισε από κοντά τον Καραϊσκάκη. «Ύψος πέντε πόδια κι οχτώ ίντσες. Μέτριες αναλογίες. Ήμουν μπροστά όταν πληγώθηκε, αλλά όχι σοβαρά. Στεκόταν όρθιος και χωρίς κανέναν λόγο ακάλυπτος μπροστά στον εχθρό. Φώναζε στους Τούρκους πως είναι δειλοί και γι’ αυτό δεν τολμούσαν να χτυπηθούν μαζί του. Ένας Τούρκος σήκωσε το ντουφέκι του και πυροβόλησε. Ο Καραϊσκάκης δέχτηκε το βόλι ανάμεσα στα σκέλια του».

Ωστόσο, ο Γ. Γαζής, ο γραμματικός του Καραϊσκάκη, παρουσιάζει το περιστατικό αλλιώς:  «Στις 8 Ιουνίου 1821, κατά τη μάχη στο Κομπότι, ο Καραϊσκάκης ανέβηκε σε μια κοτρώνα κι έβριζε μεγαλόφωνα τους Τούρκους. Για να τους καταφρονέσει μάλιστα περισσότερο κατέβασε τα βρακιά κι έδειξε τα οπίσθιά του. Εκείνη τη στιγμή τον σημάδεψε ένας Γκέκας και τον τραυμάτισε στα μεριά και στα γεννητικά όργανα».

Είναι περίεργο που ο αυτόπτης Μέγγος δεν αναφέρει αυτό το γεγονός. Δεν αποκλείεται, βέβαια, η αφήγηση του Γαζή να αν’ηκει στη μυθολογία των γνωστών χωρατών του γενναίου, αλλά αθυρόστομου καπετάνιου. Όμως, αυτόν τον τραυματισμό τον αναφέρει και ο βιογράφος του Καραϊσκάκη Δ. Αινιάν: «εις Κομπότι επληγώθη εις τα αιδοία καταφρονήσας περισσότερον από ό,τι έπρεπε τον κίνδυνον».

Ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να λέει πως ο Έλληνας στρατιώτης δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ φτωχός ούτε πολύ πλούσιος. «Αν έχει στο κεμέρι πάνω από τέσσερα-πέντε τάλληρα δύσκολα γίνεται χρήσιμος».

 

Εκεί στο Κομπότι ο Μέγγος, κάνοντας χρέη διερμηνέα, γνώρισε και τον Γερμανό συνταγματάρχη Von Stahl, 40 ετών τότε,ενταγμένος ήδη στο σώμα του Καραϊσκάκη.

Σε κάποια αναμέτρηση με τους Τούρκους πληγώθηκε και πέθανε μετά από οκτώ ημέρες. Ο Μέγγος γράφει ότι, λίγο πριν ξεψυχήσει, τού χάρισε τις πιστόλες του και όλα του τα χρήματα- τρία τάληρα.

Δεν έπαιρναν μισθό ούτε ρούχα ούτε παπούτσια. Και υπήρχε πείνα. Το σιτηρέσιο δυο χούφτες αλεύρι για τον καθένα. Κι έπρεπε να το ψήσεις ο ίδιος. Γράφει ο Ιωάν. Φιλήμων: « Οσάκις δ’ οι κλίβανοι ουκ επήρκουν, οι στρατιώται έμασσον (ζύμωναν) επί δέρματος ή επί πλακός ή επί τμήματος σανίδος, τον χορηγούμενον αυτοίς, συμμιγή πάντοτε και ως επί το πλείστον εξ ελύμου (καλαμποκιού) και εντός πεπυρακτωμένοης τέφρας εκ φρυγάνων, ημίοπτον δια τούτο ή ένωμον γινόμενον».

  

Κυριακή 16 Μαΐου 2021

 

ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ  ΤΟΥ 1821

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Το 1830 κυκλοφόρησε στην Νέα Υόρκη ένα βιβλίο με τον πελώριο τίτλο  «Αφήγηση ενός Έλληνα στρατιώτη με ανέκδοτα και περιστατικά που απεικονίζουν τον χαρακτήρα και τα έθμα των Ελλήνων και Τούρκων της Μ. Ασίας και λεπτομερής εξιστόρηση γεγονότων του πρόσφατου πολέμου στην Ελλάδα, όπου ο συγγραφέας είχε σημαντική δράση και στη στεριά και στη θάλασσα από την αρχή ως το τέλος του ξεσηκωμού».

Αυτός ο αγωνιστής λεγόταν Πέτρος Μέγγος και καταγόταν από τη Σμύρνη. Το χρονικό του Μέγγου ξεχωρίζει για την απλότητα της αφηγησης και για την ειλικρίνειά του. Είναι το ημερολόγιο ενός στρατιώτη, ανεπιτήδευτο, με πλήθος σκηνές και λεπτομέρειες του πολεμικού βίου.

Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση και άρχισαν οι διωγμοί του Μικρασιατικού Ελληνισμού, ο Πέτρος ήταν 19 ετών. Εξασφάλισε διαβατήριο από το προξενείο και κατέφυγε στην Τεργέστη. Εκεί συνάντησε πολλούς ‘Ελληνες από την Βλαχία που είχαν πολεμήσει υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και προσπαθούσαν να κατεβούν στον Μοριά. Οι Αυστριακές Αρχές, όμως, στα πλαίσια της φιλοτουρκικής πολιτικής του ανακτοβουλίου της Βιέννης, απαγόρευαν την έξοδο των Ελλήνων και ξένων εθελοντών με προορισμό την Ελλάδα. Έτσι, όλοι εκείνοι αναγκάζονταν να κατευθυνθούν στην Ανκόνα.

Εκείνες τις ημέρες άραξε στην Τεργέστη ένα ελληνικό καράβι με ρωσική σημαία. Ο Σαντορινιός καπετάνιος προσφέρθηκε να μεταφέρει χωρίς ναύλο τους Έλληνες εθελοντές, που αριθμούσαν τους σαράντα. Όλοι τους φρόντιζαν ν’ αγοράσουν όπλα με κάθε μυστικότητα, αποφεύγοντας τα αυστριακά κρατητήρια. Ο Πέτρος Μέγγος αγόρασε ένα σπαθί και δύο πιστόλες, τα έκρυψε κάτω από τον μανδύα του και προχώρησε προς το λιμάνι για να μπαρκάρει. Ένας μυστικός τον είδε και άρχισε να τον τραβά στην Αστυνομία. Ευτυχώς, με μισό τάληρο πείσθηκε να τον αφήσει…

Αρχές Νοεμβρίου 1821 ο Μέγγος βγήκε στο Μεσολόγγι. Κατά την εκεί παραμονή του πρόσεξε ότι μόλις έφθαναν στην πόλη χαρμόσυνες ειδήσεις από τα πεδία των μαχών,έβγαινε ο ντελάλης στους δρόμους και καλούσε τον κόσμο στην εκκλησία, φωνάζοντας: «Να δοξολογήσουμε τον Ύψιστο!»

Μετά από περίπου μία εβδομάδα ο Μέγγος πέρασε στην Πάτρα με ένα ρουμελιώτικο σώμα. Η πολιορκία του κάστρου συνεχιζόταν, αλλά όχι συστηματικά. Οι στρατιώτες γύριζαν στα χωριά για να μαζέψουν ελιές, γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος να επιβιώσουν οι οικογένειές τους.

 

Το «βάπτισμα του πυρός» το πήρε σε μια αιφνιδιαστική έξοδο των Τούρκων. Παραλίγο να αιχμαλωτισθεί ο Μαυροκορδάτος. Εκείνος γλύτωσε, αλλά έπεσαν στα χέρια των Τούρκων ένας Γάλλος και ο γιατρός του Μαυροκορδάτου, ενώ σκοτώθηκαν γύρω στους σαράντα Έλληνες. Ο Μέγγος γλύτωσε πηδώντας πάνω σ’ ένα επτανησιακό καράβι που τον οδήγησε ξανά στο Μεσολόγγι.

Πρόκειται για την μοιραία τουρκική αιφνιδιαστική επιχείρηση της 22ης Νοεμβρίου 1821, μια συνδυασμένη επίθεση αποβατικών τμημάτων του Γιουσούφ Πασά από τη Ναύπακτο και έξοδο των Τούρκων από το κάστρο, που οδήγησε στην οριστική λύση της τρίτης πολιορκίας του φρουρίου. Λόγω των σφαλμάτων της ηγεσίας των πολιορκητών η Πάτρα θα παρέμενε στα χέρια των Τούρκων σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Η διάλυση του στρατοπέδου ήταν αξιοθρήνητη. Γράφει ο Ι.Φιλήμων: «Επί τοσούτον δε συνέβη έμφοβος η φυγή αύτη, ώστε οι πλείστοι μεν έφερον ό,τι εφόρουν, οι δ’ αρχηγοί, πατά την αποσκευήν άπασαν, άφησαν και τους ίππους αυτών. Τα ίδια έπαθον δυστυχήματα, τυχόντες εκεί, ό,τε Μαυροκορδάτος, Καρατζάς και οι δια την εθνικήν συνέλευσιν μεταβαίνοντες εις το Άργος παραστάται της Δυτικής Ελλάδος».