The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 4 Μαΐου 2019


Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΔΗΜΗΤΡΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο Παυσανίας περιγράφει το ιερό σπήλαιο της «Μαύρης Δήμητρας», της Δήμητρος Μελαίνης, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη Φιγάλεια της Αρκαδίας.Μιλά για ένα ημιανθρώπινο λατρευτικό άγαλμα, μια αλογοκέφαλη Δήμητρα, χαμένη πια από την μνήμη των κατοίκων της περιοχής. Ο Παυσανίας, έχοντας διαβάσει τον Αρμόδιο Λεπρεάτη, μας διηγείται τον σχετικό μύθο: εκεί κρύφτηκε η θεά γεμάτη οργή, είτε επειδή βιάστηκε από τον Ποσειδώνα είτε επειδή εξαφανίστηκε η κόρη της, με συνέπεια να μη φυτρώνει τίποτε στη γη και να καταστρέφεται ό,τι υπήρχε πάνω της. Η ανθρωπότητα πέθαινε από πείνα.
Κανένας θεός δεν γνώριζε πού κρυβόταν η Δήμητρα, η ύπαρξή τους διακυβευόταν. Τελικά, ο Παν, ο κατσικοπόδαρος αρκαδικός θεός την επεσήμανε μέσα στη σπηλιά και ενημέρωσε τον Δία. Εκείνος έστειλε την Ίριδα, την επίσημη αγγελιαφόρο, αλλά δεν έφερε αποτέλεσμα∙ οι επισκέψεις των θεών που ακολούθησαν, το ίδιο. Μετά έστειλε τις Μοίρες, τις θεές του πεπρωμένου, κι εκείνες κατόρθωσαν να πείσουν τη θεά της γης ν’ αφήσει κατά μέρος τον θυμό της, να επιστρέψει στη θέση της και να επιτρέψει τη γη να καρποφορήσει ξανά.
Μια παραλλαγή θέλει τον Ερμή να φέρνει πίσω την Περσεφόνη και τη Ρέα να οδηγεί την Δήμητρα στον Όλυμπο.
Οι άνθρωποι «ανανέωσαν», γράφει ο Παυσανίας, τη λατρεία της θεάς σ’ εκείνο το σπήλαιο με αφορμή έναν καταστροφικό λιμό του 5ου αιώνα που απείλησε την ύπαρξη ζωής στην Αρκαδία και έφερε τους κατοίκους σε άγρια κατάσταση. Αυτό σηματοδότησε την ανεύρεση της προσβεβλημένης θεάς, της λατρείας που παραμελήθηκε, μετά από καθοδήγηση του μαντείου των Δελφών.
Ο Παυσανίας συνεχίζει περιγράφοντας την ειδική μορφή θυσίας που όρισε η Μαύρη Δήμητρα: πάνω στον βωμό μέσα σε ένα άλσος, μπροστά από τη σπηλιά, έπρεπε να τοποθετηθούν καρποί από διάφορα δέντρα, σταφύλια, κερήθρες, άξεστο μαλλί και να χυθεί λάδι από πάνω τους, την ίδια ώρα που προσφωνούσαν μια προσευχή. Ένας ιερέας και μια ιέρεια εκτελούν τα καθήκοντα.
Δεν απαιτείται θυσία ζώου ούτε βωμός με φωτιά. Αντίθετα, αυτή η «τράπεζα προσφορών» θυμίζει πρακτική της Εποχής του Χαλκού, είτε μινωική είτε μυκηναϊκή ή ακόμη και μικρασιατική.
Ο Παυσανίας δηλώνει ότι ο μύθος για την οργή της θεάς Δήμητρας ήταν γνωστός και στην Θέλπουσα, μια άλλη αρκαδική πόλη, όχι πολύ μακριά από την Φιγαλεία. Ωστόσο, στην Θέλπουσα δινόταν έμφαση στην γέννηση του πρώτου αλόγου, του Αρίωνα ή Ερίωνα. Ο Ποσειδώνας έγινε ο πατέρας του αλόγου, μεταμορφωμένος σε κήλωνα(επιβήτορα) όταν η θεά έφυγε μακριά του, μεταμορφωμένη σε φοράδα για να ξεφύγει. Έτσι, το άλογο γεννήθηκε από μια εξαγριωμένη, οργισμένη μητέρα. Η Θέλπουσα τιμούσα την Δήμητρα Ερινύν, την «θυμωμένη».
Επίσης, κάτι παρεμφερές γινόταν και στην Τιλφούσα της Βοιωτίας, μια πηγή κοντά στην Αλίαρτο, μια πηγή γεμάτη σκαθάρια (τίλφη= σκαθάρι), όπου υπήρχε ιερό του Απόλλωνα.  
Η περιπέτεια της Δήμητρας με τη μορφή της φοράδας έφερε στον κόσμο και μια «μυστική» κόρη, η οποία σχετιζόταν με την Δέσποινα της Λυκόσουρας.

Η Δέσποινα της Λυκόσουρας ήταν μία από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες της Αρκαδίας, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μυστηριακές λατρευτικές τελετές.Τόσο τις τελετές όσο και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι.
"Δέσποινα" δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά ο τρόπος προσαγόρευσής της. Τελικά όμως η Δέσποινα θα πρέπει να ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας:
"ταύτην μάλιστα θεών σέβουσιν οι Αρκάδες την Δέσποιναν, θυγατέρα δε αυτήν Ποσειδώνος φασίν είναι και Δήμητρος. Επίκλησις ες τους πολλούς εστιν αυτή Δέσποινα, καθάπερ και την εκ Διός Κόρην επονομάζουσιν, ιδία δε εστίν όνομα Περσεφόνη, καθά Όμηρος και έτι πρότερον Πάμφως εποίησαν. Της δε Δεσποίνης το όνομα έδεισα ες τους ατελέστους γραφείν."
("Οι Αρκάδες σέβονται και τιμούν αυτή τη Δέσποινα περισσότερο από τους άλλους θεούς, γιατί τη θεωρούν θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Οι περισσότεροι ονομάζουν αυτή τη θεά Δέσποινα όπως και αυτή που εγεννήθη από το Δία ονομάζουν Κόρη, όμως το όνομά της είναι Περσεφόνη, όπως έγραψαν ο Όμηρος και ακόμη παλιότερα ο Πάμφως στα ποιήματά τους. Το όνομα της Δέσποινας φοβήθηκα να το γνωστοποιήσω στους αμύητους.")
Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019



ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ (1932-2016)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






«Δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θεωρητικούς που λαχταρούν μια ζωή να γράψουν κάτι λογοτεχνικό. Εγώ αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου ως πιο προχωρημένο από τους λογοτέχνες, επειδή ακριβώς έγραφα θεωρητικά δοκίμια. Κι όταν στα 48 μου έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, κι έπειτα τα υπόλοιπα, δεν άλλαξα. Εξακολουθώ να αισθάνομαι όπως ένας αθλητής ποδηλάτης, ο οποίος κάπου-κάπου οδηγεί αυτοκίνητο».

Με πρόφαση την επέτειο του θανάτου του, προβαίνω σε ένα χορταστικό αφιέρωμα στον μεγάλο σημειολόγο, όπως χορταστικά ήταν όλα τα βιβλία που μας χάρισε. Αρχής γενομένης το 1985, οταν κυκλοφόρησε «Το όνομα του Ρόδου» στα ελληνικά, περίμενα με ανυπομονησία το επόμενο. Δεν ήταν ποτέ «απλή λογοτεχνία». Ήταν μάθημα ιστορίας, τέχνης, φυσικής, θεοσοφίας, λαογραφίας- ήταν μια αποκάλυψη.
Πώς να μην τον λατρέψω; Πώς να μην ζηλέψω την απέραντη βιβλιοθήκη του; Πώς να μην ψάξω να μάθω κι άλλα, από όσα ανέφερε, ανέλυε και μου προξενούσε το ενδιαφέρον; Πώς να μη θεωρώ μεγάλη έλλειψη την απουσία της φθαρτής του ύπαρξης και ευλογία όσα πρόλαβε να μας κληροδοτήσει;

Θα ξεκινήσω με γενικές βιογραφικές και συγγραφικές πληροφορίες:
Ο Ουμπέρτο γεννήθηκε στην Αλεσσάντρια του Πιεμόντε το 1932, αλλά με την έναρξη του Β΄Π.Π. μετακόμισε με τη μητέρα του σ’ ένα χωριό στα βόρεια της χώρας ( ο πατέρας του είχε στρατευθεί). Στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών έγινε αυτόπτης μάρτυρας μαχών ανάμεσα σε παρτιζάνους και φασίστες, «ένα γουέστερν», όπως το χαρακτήρισε χρόνια μετά.
Ξεκίνησε να σπουδάσει Νομική, αλλά τον συνεπήρε η Μεσαιωνική Φιλοσοφία και Λογοτεχνία, καταλήγοντας να γίνει διδάκτωρ Φιλοσοφίας το 1964. Το θέμα της διατριβής του έγινε και πρώτο του βιβλίο: «Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη».
Η δημοσιογραφία τον έθελγε επίσης και έγινε Διευθυντής του Πολιτιστικού Προγράμματος στο κανάλι της Ιταλικής Κρατικής Τηλεόρασης, μια σπάνια ευκαιρία να γνωρίσει την κοινωνία μέσα από τα ΜΜΕ- τότε ελεγχόμενα από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Το δεύτερο βιβλίο του, «Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα» προανήγγειλε τα επόμενα.
Η μικρή του στήλη στην εφημερίδα Verri με θέματα γλωσσιολογίας και καθημερινής πραγματικότητας τον έκανε γνωστό στη μεγάλη μάζα των Ιταλών. Ήταν αυτή η στήλη που έστρεψε το ενδιαφέρον του στην σημειολογία και είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση δεκάδων δοκιμίων («Μεταξύ ψεύδους και ειρωνίας», «Κήνσορες και θεράποντες», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η αποκάλυψη του Ιωάννη» κλπ).
Το πλήθος και η ευρύτητα των θεμάτων του ήταν τόσο μεγάλα, ώστε τον αποκαλούσαν παντογράφο (tuttografo).
Το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο παίρνοντας την έδρα της Σημειολογίας στο εκεί Πολυτεχνείο. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στις πολιτιστικές μελέτες, τον ρόλο της γλώσσας και της λογοτεχνίας στην κοινωνία, καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στη γλώσσα και στη λογοτεχνία. Το 1974 οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.
Η έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος το 1980 («Το όνομα του Ρόδου») τού χάρισε την παγκόσμια αναγνώριση.
Άλλα γνωστά μυθιστορήματά του είναι:
«Το εκκρεμές του Φουκώ» (1988), «Το νησί της προηγούμενης μέρας» (1994), «Ο Κάντ και ο Ορνιθόρυγχος»(1997), «Μπαουντολίνο» (2001), «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα» (2006), «Το κοιμητήριο της Πράγας» (2010), «Το φύλλο μηδέν»(2015).

Θεωρώ ότι η ανάγνωση/μελέτη των έργων του είναι μια πραγματική πρόκληση μάθησης, σου δίνει την αίσθηση ότι παρακολουθείς το ανάλογο μάθημα στο πανεπιστήμιο, ενώ συγχρόνως απολαμβάνεις την τέχνη της λογοτεχνίας.
Είπε- και με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη- ότι: «μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ήδη ξέρεις».

Ο Έκο αναφέρει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να γράψει «Το όνομα του Ρόδου» χωρίς να έχει διαβάσει τους Λαβυρίνθους του Μπόρχες, «Το εκκρεμές του Φουκώ» χωρίς το Μπουβάρ και Πεσυκέ του Φλωμπέρ.
Αναζητούσε πάντα ένα παλιότερο βιβλίο για να το ενσωματώσει σ’ ένα δικό του.Ίσως γι’ αυτό είναι όλα τους τόσο υπέροχα.
Ο μεγάλος στοχαστής υποστήριζε ότι «το βιβλίο ανήκει σ’ εκείνα τα θαύματα της τεχνολογίας, της οποίας μέρος αποτελούν ο τροχός, το μαχαίρι, το κουτάλι, το σφυρί, το τσουκάλι, το ποδήλατο. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, αυτά δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ. Το βιβλίο είναι μια επιβεβαίωση της ζωής, μια μικρή γεύση αθανασίας- αλίμονο, προς τα πίσω».

Το απόσπασμα το διαλέγω από το βιβλίο « ο Κάντ και ο ορνιθόρυγχος» που κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας το 1999 από τον εκδοτικό οίκο Ελληνικά Γράμματα.
«Ένα πολυσυζητημένο βιβλίο που έχει προδιαγράψει την πορεία του στο χώρο των φανατικών (και μη) της Σημειωτικής, πυκνό από τα νοήματα του πολυγραφόρατου φιλοσόφου και στοχαστή, όσο και την έκδηλη πρόθεσή του να συνδυάσει το εύρος και το βάθος της μελέτης του με μια διάθεση αυτοσαρκασμού και ανατρεπτικού χιούμορ, ώστε να κάνει το έργο πιο εύληπτο και πιο ευχάριστο και στον λιγότερα μυημένο αναγνώστη», σημειώνεται στο οπισθόφυλλο.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

  
   Συχνά, μπροστά στο άγνωστο φαινόμενο, αντιδρούμε κατά προσέγγιση: αναζητούμε τη λεπτομέρεια του περιεχομένου, που ήδη είναι παρούσα στην εγκυκλοπαίδειά μας, που καλώς είτε κακώςς φαίνεται να εξηγεί το νέο γεγονός. Ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας βρίσκουμε στον Μάρκο Πόλο, που βλέπει στην Ιάβα (τώα το καταλαβαίνουμε εμείς) ρινόκερους. Ωστόσο, πρόκειται για ζώα που εκείνος δεν έχει ξαναδεί ποτέ του, με τη διαφορά ότι, κατ’ αναλογία προς άλλα γνωστά ζώα, διακρίνει το σώμα τους, τα τέσσερα πόδια και το κέρατο. Επειδή η κουλτούρα που είχε του παρείχε την έννοια του μονόκερου, με άλλα λόγια του τετράποδου που είχε στη μουσούδα του ένα κέρατο, χαρακτηρίζει τα ζώα εκείνα μονόκερους. Στη συνέχεια, επειδή είναι χρονικογράφος έντιμος και λεπτολόγος, σπεύδει να μας πει ότι τούτοι οι μονόκεροι είναι πολύ παράξενοι, ωστόσο, λίγο εξειδικευμένοι θα λέγαμε, δεδομένου ότι δεν είναι λευκοί και λεπτοί,αλλά έχουν «τρίχωμα βούβαλου και πόδια σαν του ελέφαντα», το κέρατό τους είναι μαύρο και άγαρμπο, η γλώσσα αγκαθωτή, το κεφάλι σαν του αγριογούρουνου: «Είναι πολύ άσχημο στην όψη τούτο το ζωντανό. Δεν είναι, όπως λέγεται στα μέρη μας, καμιά κούκλα για τη βιτρίνα, ίσα ίσα».
   Ο Μάρκο Πόλο φαίνεται να παίρνει μια απόφαση: αντί να ανατμήσει το περιεχομενο προσθέτοντας ένα νέο ζώο στο σύμπαν των ζώων, διορθώνει την ισχύουσα πριγραφή των μονόκερων που, αν βέβαια υπάρχουν, είναι όπως εκείνος τους είδε και όχι όπως διηγείται ο μύθος. Τροποποιεί την ένταση αφήνοντας σε εκκρεμότητα την έκταση. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται ότι είχε πρόθεση να κάνει στην πραγματικότητα, χωρίς πολλές ταξινομητικές ανησυχίες.



Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018


ΜΕΤΕΩΡΑ
Μέρος α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



«Ανεξάρτητα από την γεωλογική εξήγηση της προέλευσης των Μετεώρων, εκείνο που προκάλεσε και πάντα θα προκαλεί τον θαυμασμό είναι η ανεπανάληπτη και μοναδική ομορφιά του πέτρινου δάσους με τα μοναστήρια στις κορυφές τους. Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον φανταστικό τόπο ήρθαν για την άσκησή τους οι μοναχοί και πρόσθεσαν στα θαυμαστά δημιουργήματα της φύσης τον ανθρώπινο μόχθο και την καλαισθησία» ( Νίκος Νικονάνος)

Πλησιάζοντας τους «φύλακες-δράκους» της Θεσσαλίας των μεσαιωνικών χρόνων, όσες φορές κι αν τους έχεις αντικρύσει, σε πιάνει δέος. Τα βράχια υψώνονται σχεδόν κατακόρυφα, άπαρτα κάστρα, γλιστερά και – εκ πρώτης όψεως-αφιλόξενα, φθάνουν κι αγγίζουν τον ουρανό, εεξ ού και η ονομασία τους: μετέωρα, χαρακτηρισμός από τα χείλη του Οσίου Αθανασίου, κτήτορα του Μεγάλου Μετεώρου, όταν πρωτοανέβηκε τον 14ο αιώνα να ασκητέψει σ’ ένα φυσικό κοίλωμα των βράχων.

Η τελευταία μου επίσκεψη, πριν δυο μήνες περίπου, ένα σύντομο πέρασμα μιας εκτενέστερης εκδρομής, άφησε πάλι την καρδιά γεμάτη, τους λογισμούς ανήσυχους για τη σπουδαιότητα της ύπαρξής μας, για τους στόχους ζωής και το στιγμιαίο μας πέρασμα. «Τι να προλάβεις να πρωτοκάνεις;» ρωτάμε πολλές φορές. Η απάντηση όλων των καλογήρων που ανέβηκαν αυτά τα τρομερά βράχια και μεγαλούργησαν, απομονωμένοι επί αιώνες από τους συνανθρώπους τους της εύφορης πεδιάδας, απαντά: «πολλά, αρκεί να μένεις προσηλωμένος στον στόχο σου».

Ανάμεσα στα Αντιχάσια και την Πίνδο, στη βορειοδυτική πλευρά της Θεσσαλίας, στους αρχαίους Σταγούς( σήμερα Καλαμπάκα) και πάνω από το μικρό και γραφικό Καστράκι, υψώνονται τούτοι οι σκουρόχρωμοι βράχοι, σχηματίζοντας ένα τοπίο που κόβει την ανάσα.



Με ύψος να φτάνουν τα 400μ. καταλαμβάνουν μια έκταση 30 τ.χλμ. και εξακολουθούν να κρατούν μυστική την προέλευσή τους. Άλλοι μιλούν για διαβρωσιγενείς σχηματισμούς, επομένως για σκληρά κροκαλοπαγή πετρώματα,απομονωμένα μετά την διάβρωση των γειτονικών τους ψαμμιτικών και αργιλοαμμωδών πετρωμάτων, και άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για δελτοειδή κώνο ποταμού, ο οποίος στον πλειογενή αιώνα είχε τη μορφή λίμνης, εκτεταμένης σε όλη τη σημερινή θεσσαλική πεδιάδα, μεταφέροντας άμμο, λάσπη, κροκάλες, χαλίκια και άλλες φερτές ύλες στην έξοδό του στην συγκεκριμμένη περιοχή και σχηματίζοντας κώνους καθώς συγκολλούνταν μεταξύ τους. Όταν αργότερα τα νερά αποσύρθηκαν, κατατμήθηκαν σε βράχους διαφόρων σχημάτων. Όποια και να είναι η προέλευση, είναι βέβαιο ότι ο αέρας των αιώνων έβαλε την τελική πινελιά της διάβρωσης στη μορφή τους, τους σμίλεψε όπως ο γλύπτης το έργο του.
Άγνωστος παραμένει και ο χρόνος που οι πρώτοι ερημίτες σκαρφάλωσαν στους απόκρημνους βράχους, αναζητώντας τον Θεό, είναι, ωστόσο υπολογίσιμος ο χρόνος της οργάνωσής τους κι αυτό συνέβη το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα. Τότε συνεστήθη η σκήτη της Δούπιανης ή σκήτη των Σταγών και συγκροτήθηκε η πρώτη μορφή της μοναστικής κοινωνίας των Μετεώρων, με οργάνωση παρεμφερή με εκείνη των ιδιόρρυθμων σκητών του Αγίου Όρους.

Όπως αναφέρουν οι πηγές, κάτω από τον βράχο(«στύλο») της Δούπιανης υπήρχε από τα 1200(σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες) ο ναός της Θεοτόκου, όπου μαζεύονταν οι μοναχοί κάθε Κυριακή για την κοινή τους προσευχή, δημιουργώντας σιγά σιγά την πρώτη μοναχική πολιτεία. Η σκήτη υπαγόταν στην επισκοπή Σταγών, είχε προϊστάμενο με τίτλο «πρώτος της σκήτης των Σταγών» και έδρα τον ναό της Θεοτόκου της Δούπιανης.
Στα μέσα του 14ου αιώνα, «πρώτος»  ήταν ο Νείλος, μια από τις πλεόν ηγετικές μορφές του μετεωρίτικου μοναχισμού. Με δικές του ενέργειες η σκήτη απέκτησε προνόμια και κτίστηκαν τέσσερις ναοί στα γύρω σπήλαια.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε ο Αθανάσιος, ιδρύοντας το Μεγάλο Μετέωρο και οργανώνοντας κοινοβιακά ολόκληρη την μοναστική πολιτεία των βράχων. Η ακμή είχε αρχίσει για να παρουσιάσει κάμψη τον επόμενο αιώνα(15ος) και ξανά άνοδο τον 16ο αιώνα κατά τον οποίο ανακαινίζονται τα παλιά και χτίζονται νέα μοναστήρια, παρά Τον τούρκικο ζυγό.

Σήμερα, διατηρούνται επτά μονές (από τις 24 που υπήρχαν): της Μεταμορφώσεως (ή Μεγάλο Μετέωρο), του Βαρλαάμ, του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Στεφάνου, του Ρουσάνου και της Υπαπαντής.





Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018


ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ
Μέρος β΄
Ο συνεταιρισμός
Της Dimitra Papanastasopoulou





Οι Αμπελακιώτες από τα τέλη του 17ου αιώνα ασχολήθηκαν με τη βαφή των βαμβακερών νημάτων, μια τέχνη που την έμαθαν στους κιρχανάδες (νηματοβαφεία) της Λάρισας και του Τυρνάβου. Γρήγορα διαπίστωσαν ότι αυτή η τέχνη μπορεί να είναι προσοδοφόρα και τη μετέφεραν στο χωριό τους. 
Η βαφή γινόταν με τη χρήση του φυτού ριζάρι (ρούβια η βαφική ή ερυθρόδανο) που κάποιοι έφεραν από τη Μικρά Ασία και το καλλιέργησαν στη Θεσσαλία.
Γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι τα βαμμένα με αυτή την ανεξίτηλη και ζωηρή κόκκινη βαφή νήματα ήταν εξαιρετικής ποιότητας και η ζήτησή τους στην Ευρώπη τεράστια. Έτσι, αποφάσισαν να συνεταιριστούν και να αντιμετωπίσουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Οι μικρές οικοτεχνίες πολλαπλασιάστηκαν, όλοι καταπιάστηκαν μ’ αυτό, παίρνοντας βαμβάκι αρχικά από την Κοιλάδα των Τεμπών. Όταν οι παραγγελίες αυξήθηκαν, οι προμήθειες επεκτάθηκαν σ΄ολόκληρη τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία!
Συγχρόνως, συνεργάστηκαν με Ηπειρώτες εμπόρους που τους έδειξαν τους δρόμους για την Αυστρία και τη Γερμανία. Δεν άργησαν να επεκταθούν στην κεντρική Ευρώπη, με τις παραγγελίες να αυξάνονται συνεχώς.
Ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει τη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Κλάρκ:
«το ωραίο κόκκινο χρώμα του τουρκικού βαμβακιού για πολύν καιρό θα κρατήσει την αρχική του φήμη. Ουδέποτε στην Αγγλία μπόρεσαν να το απομιμηθούν τέλεια. Η αγγλική βαμβακερή κλωστή είναι μεν πολύ λεπτότερη, όμως δεν έχει την αντοχή που έχει η κλωστή που παρασκευάζεται στην Τουρκία, κι’ ούτε το χρώμα της αγγλικής είναι τόσο στερεό».
Οι λόγιοι Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς στο έργο τους «Νεωτερική Γεωγραφία», γραμμένο πριν το 1790 και τυπωμένο στη Βιέννη το 1791 [φιλοτίμω χρηματική συνδρομή του εντιμοτάτου κυρίου Ίβου Δροσινού Χατζή Ίβου του εξ Αμπελακίων], μας δίνουν αξιοπρόσεχτες πληροφορίες για την εμποροβιοτεχνική ανάπτυξη των Αμπελακίων στα χρόνια εκείνα:
«Αμπελάκια, χώρα χριστιανική εις τους βορείους πρόποδας της Όσσας, […]. Έχει έως 550 σπίτια από τα οποία ολίγα τινά είνε πολλά όμορφα με το να είνε οικοδομημένα κατά τον τρόπο της Ευρώπης. Αυτή η χώρα προτήτερα από ολίγα χρόνια δεν ήταν τίποτες, τώρα όμως είνε ακουστή και πλούσια δια τα εξαίρετα νήματα οπού βάφονται εις αυτήν και διά το εμπόριο οπού κάμνουν οι ίδιοι με αυτά εις όλη τη Γερμανία. Και οι ίδιοι οι Τούρκοι και οι Λαρισαίοι μάλιστα οι περίοικοί της τη σέβονται διά το κέρδος οπού έχουν απ’ αυτήν, ωσάν οπού διά μέσου αυτής πουλούν τα νήματά τους και ζουν».
Ανάμεσα στα 1750 και 1760 σχηματίστηκε η πρώτη βιοτεχνία οικογενειακής μορφής, και μετά από λίγα χρόνια έγιναν πέντε.
Μια τέτοια ιδρύθηκε στις 15 Απριλίου 1771 από τους Κόμη Δροσινό και Γεώργιο Τότο:«Με το παρόν γράμμα μαρτυρικόν και εξουφλητικόν φανερόνω ο κάτου υγεμεν ότι εις τους 1771 απριλλίου 15 εσυμφώνησε ο κυρ γιοργιος Τότου μετά του κυρ Κόμη Δροσινού να δουλεύουν την κοκιναδικήν τέχνην ο μεν κόμις να πιγενι δια την βρόπα να πολει τα νίματα το δε ό τότους να κομαντάρι εδώ τα κιρχανάδια καί ότι κέρδως ήθελε ξαποστίλη ό πλουσιόδωρος θεός να μεράζουν ίσια προς ίσια όσον καί αποσον καί εις την ζημίαν, την δε την σήμερον εθεόρισαν τον λογαριασμόν τους καί έδοσαν τέλος ή συντροφιά. Εν έτι 1777 Ιουνίου 27, αμπελλάκια» (Η. Νικολόπουλος, «Δομές και θεσμοί στην τουρκοκρατία: Τα Αμπελάκια και ο κοινωνικοοικονομικός μετασχηματισμός του ελλαδικού χώρου»).



Οι απασχολούμενοι εργάτες έφταναν τους χίλιους- άνδρες και γυναίκες. Με τις απαιτήσεις της παραγωγής να αυξάνονται, οι πέντε βιοτεχνίες κατάλαβαν ότι το συμφέρον τους ήταν η δημιουργία ενός μεγαλύτερου φορέα. 
Το 1778 ενώθηκαν ιδρύοντας τον πρώτο αγροτικό συνεταιρισμό στην Ελλάδα, την «Κοινή Συντροφία και Αδελφότητα των Αμπελακίων»  με πρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο(Σβάρτς) και μετόχους όλους τους Αμπελακιώτες (παραγωγοί, εργάτες, τεχνίτες, έμποροι, άντρες και γυναίκες). Οι γαιοκτήμονες συμμετείχαν με τα χωράφια τους, οι κεφαλαιούχοι με τα χρήματα τους, οι τεχνίτες και οι εργάτες με την εργασία τους. Η κατώτερη συνεταιριστική μερίδα ήταν 1.700 φράγκα, ενώ η μεγαλύτερη 6.800, για να αποφευχθεί η κυριαρχία των μεγάλων κεφαλαιούχων. Το 1780 ο συνεταιρισμός είχε 6.000 ενεργά μέλη, με τα καθαρά κέρδη να διανέμονται δίκαια.
Όσα χρόνια διήρκησε ο συνεταιρισμός το χωριό γνώρισε μεγάλη ακμή και ανάπτυξη. Τα Αμπελάκια απέκτησαν 17 υποκαταστήματα σε ευρωπαϊκές πόλεις. Όλοι οι πράκτορες, αντιπρόσωποι και υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών πρακτορείων ήταν Αμπελακιώτες και μέλη της Κοινής Συντροφίας. Το χωριό γνώρισε ανέλπιστα πλούτη, τα σπίτια έγιναν μεγαλύτερα, πλουσιότερα και οικοδομήθηκαν πολλά αρχοντικά, σχολεία, νοσοκομεία, δρόμοι.

Ο συνεταιρισμός διαλύθηκε το 1812. Οι λόγοι του αφανισμού ήταν η εφεύρεση της ανιλίνης που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα με το ριζάρι, αλλά κόστιζε φθηνότερα, οι συγκρούσεις των μελών, η πτώση της ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω των Ναπολεόντειων πολέμων, η ανάπτυξη της βρετανικής κλωστοϋφαντουργίας και η υψηλή φορολογία που επέβαλε ο Αλή Πασάς.
Η παρακμή δεν άργησε να έλθει και η λήθη εγκαταστάθηκε μόνιμα.






Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018


ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Είχα να πάω στα Αμπελάκια από τα χρόνια της εφηβείας μου. Πολλές φορές στα προηγούμενα χρόνια τα διάβαινα από την απόσταση της Εθνικής οδού, αλλά τα πέντε χιλιόμετρα που τα χωρίζουν από αυτή, δεν τα έκανα. Ωστόσο, πάντα ήταν στο μυαλό μου, πάντα μιλούσα γι’ αυτά στους φίλους μου.
Τον προηγούμενο μήνα αποφασίσαμε να κάνουμε μια εκδρομή κι αυτή τη φορά μπήκαν στο πρόγραμμα.
Το γραφικό χωριό, σκαρφαλωμένο στις βορειοδυτικές πλαγιές του Κίσσαβου, με απόκρημνες χαράδρες να το ζώνουν, βρίσκεται μια ανάσα από την Κοιλάδα των Τεμπών- ένα από τα ωραιότερα τοπία που συναντά κανείς στην Εθνική οδό Λάρισας-Θεσσαλονίκης. Σήμερα ζει στη σκιά του παρελθόντος, της ιστορίας του, και το μόνο παρήγορο είναι οι επισκέψεις μικρών και μεγαλύτερων μαθητών. Αρχές χειμώνα, όπως το επισκεφθήκαμε, οι ταβέρνες του ήταν κλειστές και η εγκατάλειψη φανερή, παρά τα καλοδιατηρημένα σπίτια. Το καλντερίμι, οι απότομες ανηφόρες και κάποια σκαλοπάτια, μας είχαν ανοίξει την όρεξη. Η μυρωδιά του φρέσκου, ψημένου ψωμιού μας σταμάτησε έξω από τον παραδοσιακό φούρνο και δεν μετανιώσαμε για τις μικρές αγορές μας.



Δεν είναι γνωστό πότε πρωτοεμφανίστηκε ως οικισμός, ωστόσο στα μεσαιωνικά χρόνια είχε ζωή, ήταν κομμάτι του φρουρίου της κοιλάδας των Τεμπών και μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς (1393) πολλοί ανέβηκαν ως εκεί από την πεδιάδα. Απόκτησαν το όνομά τους, από τα αμπέλια που καλλιεργούνταν, αρκετές δεκαετίες αργότερα(1454), όταν ένας Τούρκος τιμαριούχος συγκέντρωσε άπορους χωρικούς με σκοπό να καλλιεργήσουν τη γη του. Ένα επίσημο έγγραφο απογραφής και φορολογικής καταγραφής της Θεσσαλίας (το χειρόγραφο του Maliyeden Mudevver) το αναφέρει.
Έχοντας αποκτήσει κάποια προνόμια αυτοδιοίκησης, οι Έλληνες κάτοικοι των Αμπελακίων ασχολούνταν με την υφαντουργία, τη μεταξουργία, τη νηματοβαφήκαι την αμπελοκαλλιέργεια για δικό τους λογαριαμό, υποχρεωμένοι μονάχα στην καταβολή φόρου υποτέλειας στους κατακτητές.

Όπου υπάρχει πολιτισμός, υπάρχουν και σχολεία. Στα Αμπελάκια από το 1749 ιδρύθηκε ένα σημαντικό σχολείο, το επονομαζόμενο Ελληνομουσείο, λειτουργώντας αρχικά στον πρόναο της εκκλησίας που στις μέρες μας είναι θεμελιωμένη η Αγία Παρασκευή. Λειτούργησε κάμποσες δεκαετίες και έκλεισε κάποια χρόνια μετά την πτώχευση της Κοινής Συντροφίας, δηλαδή του Συνεταιρισμού (1812). Έγινε τόσο ονομαστό, ώστε κλήθηκαν και δίδαξαν σ’αυτό αρχαία ελληνικά, φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες διάσημοι Έλληνες διδάσκαλοι όπως ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Άνθιμος Γαζής, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νεόφυτος Δούκας και ο Κωνσταντίνος Κούμας.


Από τα πολλά αρχοντικά των προηγούμενων αιώνων, σήμερα διατηρείται- γίνονται σοβαρές εργασίες αναπαλαίωσης αυτόν τον καιρό- το τριώροφο του Γεωργίου Σβάρτς (ή Μαύρου), χτισμένο μεταξύ 1787 και 1798. Ένα σπουδαίο και ιδιαίτερο κτίσμα, κατοικία του Σβάρτς, αλλά και έδρα της διάσημης Κοινής Συντροφίας των Αμπελακίων, στο ισόγειο του οποίου (κατώι) στεγάζονταν το ταμείο και το θησαυροφυλάκιο.
Πέτρινο, εντυπωσιακό δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, σε σχήμα Γ, με τον τρίτο και τελευταίο όροφο να προεξέχει και να φωτίζεται από μια σειρά παραθύρων, στολισμένων με χρωματιστά τζάμια στη στέψη τους, διαθέτει εξαιρετική ξύλινη εσωτερική επένδυση, πλούσια τοιχογραφία και εξαιρετικές ξυλόγλυπτες οροφές.
Στον υπερυψωμένο χώρο λειτουργούσε η αίθουσα συνεδριάσεων του Συνεταιρισμού, στον πρώτο όροφο (μεσιακό) διέμενε η οικογένεια του Σβάρτς τους χειμωνιάτικους μήνες, ενώ ο τρίτος και τελευταίος(ξάνωγο) χρησίμευε για τη θερινή διαμονή, εκμεταλευόμενοι τα μεγάλα ανοίγματα και την κυκλοφορία του δροσερού αέρα.

Το Δημόσιο το αγόρασε το 1965 και έκτοτε λειτουργεί ως μουσείο.
Η εσωτερική του ερήμωση με συντάραξε. Στην αρχή θεώρησα ότι οφειλόταν στις εργασίες και στο πήγαινε- έλα των εργατών, αλλά σε σχετική μου ερώτηση, ο φύλακας εξεπλάγη. «Δεν υπάρχουν έπιπλα» μου είπε. «Τα έχω δει με τα μάτια μου» απάντησα. Έμεινε ενεός να με κοιτά ψελλίζοντας «δεν είναι δυνατόν, οι κληρονόμοι τα πήραν το 1970». Έληξα το θέμα πικραμένη, λέγοντάς του ότι όπως και σήμερα, και τότε τα σχολεία έκαναν εκπαιδευτικές εκδρομές- σε μια τέτοια τα είδα κι εγώ.
Κάπου στο διαδίκτυο βρήκα μια παλιά φωτογραφία ενός από τους χώρους και την προσθέτω εδώ, για να πάρετε μια ιδέα...



Τι κρίμα, σκεφτόμουν γυρίζοντας και φωτογραφίζοντας τους γυμνούς, σκονισμένους χώρους. Κανείς δεν σκέφτηκε να φωτογραφίσει το χώρο με τα λιγοστά, αλλά χαρακτηριστικά του έπιπλα, να μεγενθύνει τις φωτογραφίες και να τις κρεμάσει, να βλέπουν οι επόμενες γενιές πώς ήταν το αρχοντικό...

Ο Γεώργιος Μαύρος ή Σβάρτς ή Σφράτς ή Σφράτσης (1738-1818) γεννήθηκε στα Αμπελάκια. Ο πατέρας του, σύμφωνα με τον Γιάννη Κορδάτο, ήταν βαφέας των διάσημων κόκκινων νημάτων και μεγαλέμπορος στην Αυστρία, τη Γερμανία και στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης. Ο Γεώργιος, ζώντας στην Βιέννη, έμαθε τη δουλειά από τον πατέρα του, εργάστηκε ως έμπορος και επέστρεψε στα Αμπελάκια πολύ αργότερα, για να οργανώσει τον Συνεταιρισμό. Διετέλεσε πρόεδρος του συνεταιρισμού ως το τέλος, ως την πτώχευση. Γνωρίζοντας την γερμανική, εμπορευόταν με Γερμανούς και Αυστριακούς μεγαλεμπόρους και ήταν εκείνοι που τον αποκαλούσαν Σβάρτς, μεταφράζοντας το όνομά του στη γλώσσα τους. Πέθανε άδοξα στη Βιέννη, όντας φυλακισμένος για χρέη, λόγω της χρεωκοπίας του Συνεταιρισμού.






Φίλες και φίλοι, στο β΄μέρος θα μιλήσουμε για τον Συνεταιρισμό. Ως τότε, να είστε όλοι καλά!

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018


ΔΙΟΝ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Μέρος Γ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Στο σημερινό, τελευταίο αφιέρωμα στο Δίον, θα σας ξεναγήσω στο Ιερό της θεάς Δήμητρας, εκεί όπου βρίσκονται τα παλαιότερα ως τώρα ιερά κτίσματα (6ος π.Χ. αιώνας), εκεί όπου βρέθηκε και ο εξαιρετικός μυκηναϊκός σφραγιδόλιθος του 15ου π.Χ. αιώνα.
Το ιερό κατασκευάστηκε από λίθους και πλίνθους και δύο αιώνες αργότερα αντικαταστάθηκε από δύο δωρικούς ναούς εν παραστάση, το εσωτερικό των οποίων διέθετε ξύλινα θρανία, πάνω στα οποία τοποθετούσαν τα αφιερώματα στη θεά: πήλινα ειδώλια, κοσμήματα, λυχνάρια, μικρά αγγεία. Η ανασκαφή έφερε στο φως τις βάσεις των λατρευτικών αγαλμάτων καθώς και ένα μαρμάρινο κεφάλι της Δήμητρας (4ος π.Χ. αιώνας).
Η ταύτιση της λατρείας της επιβεβαιώνεται από μία επιγραφή, χαραγμένη στη βάση ενός αγγείου, στην οποία αναγράφεται το όνομα της θεάς.
Στα κλασικά χρόνια χτίστηκαν εκεί κοντά μονόχωροι ναϊσκοι με λίθινα τραπέζια μπροστά από το λατρευτικό άγαλμα, όπου τοποθετούσαν τους πρώτους καρπούς της συγκομιδής, τις λεγόμενες απαρχές.
Υπάρχει πιθανότητα σε έναν από αυτούς να λατρευόταν και η Βαυβώ- η γυναίκα που με τα άσεμνα αστεία της προκάλεσε το γέλιο της θλιμμένης θεάς από τον χαμό της μονάκριβης Κόρης.
Τρία πηγάδια εντοπίστηκαν δίπλα στο ναό, προφανώς μια τοπική επανάληψη του Καλλίχορου φρέατος- της ιερής πηγής της Ελευσίνας.

Το ιερό της Δήμητρας είναι το αρχαιότερο που ανασκάφτηκε ως τώρα στη Μακεδονία, με μια αδιάκοπη λειτουργία ως τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Στα ανατολικά του ναού κυλά το ποτάμι του Δίου, πλωτό στα αρχαία χρόνια, όπως μας παραδίδει ο Παυσανίας, ένα μυστηριακό ποτάμι, αφού ο μύθος θέλει να έχει σχέση με τον Ορφέα και την αποτρόπαια σφαγή του απότ τις μαινάδες της περιοχής.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι μαινόμενες γυναίκες, σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια στους πρόποδες του Ολύμπου, όχι μακριά από το Δίον, τον εκλεκτό μουσικό, επειδή οι μελωδίες του μάγευαν ανθρώπους, ζώα και φυτά. Ύστερα, σκέφτηκαν να πλύνουν τα ματωμένα τους χέρια στα νερά του Ελικώνα, ο οποίος έρρεε στην χαράδρα του Ολύμπου. Το ποτάμι εξαφανίστηκε για να μη δεχθεί το μίασμα και ξαναβγήκε στην επιφάνεια στο Δίον- αυτή τη φορά με άλλο όνομα- Βαφύρας.
Το νερό έπαιζε πάντα αποφασιστικό ρόλο στον τόπο και ως τις μέρες μας εξακολουθεί να επιβάλλει την παρουσία του με συνεχείς πλημμύρες.
Ένας ναός δίπλα σε ιερή πηγή αφιερώθηκε στην Άρτεμη στα κλασικά χρόνια, για να παραχωρήσει  τη θέση του στην Ίσιδα Λοχία( βρέθηκαν δύο χαμηλά βάρθρα που έφεραν πλάκες με λαξευμένα αποτυπώματα ποδιών και αναθηματικές επιγραφές προς τιμήν της)- τη θεά που αντικατέστησε την Άρτεμη, ενώ λίγο πιο πέρα στήθηκε αφιέρωμα στην θεά Αφροδίτη Υπολυμπιδία.

Το νερό, υπό μορφήν φοβερών πλημμυρών, μαζί με τον οργισμένον Εγκέλαδο, αποφάσισε να στερήσει τη ζωή στο Δίον τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Τα ερείπια σκεπάστηκαν από τα νερά, πριν έρθει ο Θεοδόσιος να τα καταστρέψει. Ο αρχαίος ιερός τόπος βυθίστηκε στη σιωπή, με μόνο τον ήχο του νερού να σιγοψιθυρίζει τα λατρευτικά άσματα, για αιώνες πολλούς.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018


ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙ ΤΟ ΦΩΣ





Η συγγραφέας Δήμητρα Παπαναστασοπούλου, με αυτό της το πόνημα μας μεταφέρει στη βενετοκρατούμενη Κρήτη του 16ου αιώνα, με μια τρυφερή και παράλληλα βίαιη ιστορία, γεμάτη έντονα συναισθήματα και μια πλοκή που δεν σου επιτρέπει να το αφήσει από τα χέρια σου.

Οι ήρωες έρχονται να σε παρασύρουν με τη δράση τους, μα και τα γήινα χαρακτηριστικά που τους δίνει η συγγραφέας, σε καθηλώνουν με τη δομημένη παρουσία τους μέσα στην ιστορία και άξια κερδίζουν το μερίδιο συμπάθειας ή αντιπάθειας που τους αναλογεί... Άνθρωποι είναι, μην το ξεχνάμε!

Ως ιστορικό μυθιστόρημα λοιπόν, έχει όλα εκείνα τα στοιχεία του συγκροτημένου κειμένου, δίχως ιστορικά λάθη και κενά δράσης, που δίχως να δυσκολευτείς ως αναγνώστης, σε μεταφέρουν στο κλίμα της εποχής, δίνοντάς σου το δικαίωμα να το ζήσεις.

Αξίζει βέβαια να αναφέρουμε ότι το βιβλίο αυτό είναι πολύ προσεγμένο στον τρόπο γραφής του, από λογοτεχνικής άποψης και σχεδιασμού, δίχως υπερβολές και «κενές» σελίδες εντυπωσιασμού... με ανούσιες περιγραφές.

Και αν μερικά βιβλία τα ξεχνά με την ολοκλήρωση της «νάγνωσης», αυτό πιστέψτε με... δεν σας το επιτρέπει.
Παύλος Ανδριάς
By Aylogyros news


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Μια ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει, κλείνοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη σκοτεινιασμένο ορίζοντα, η ομίχλη πύκνωσε και το τοπί σχεδόν εξαφανίστηκε. Το Κανάλι,αλλού φαρδύτερο και αλλού στενότερο, επέτρεπε στον ταξιδιώτη να διακρίνει τα παλάτια, αλλά με τη θαμπή ατμόσφαιρα που δημιούργησαν το ψιλόβροχο και η ομίχλη, η Αρσινόη μόλις και μετά βίας ξεχώριζε πλέον τα μέγαρα, τα οποία όρθωναν το ανάστημά τους περήφανα και στις δυο του πλευρές. Τα σχήματα των παλατιών άλλαζαν, κουνιόντουσαν, σαν να ήθελαν να πλησιάσει το ένα το άλλο και να αγκαλιαστούν, οι θεσπέσιες λεπτές κολόνες χόρεταν, οι δαντελωτές τους λεπτομέρειες δημιουργούσαν νέα, ακαθόριστα και ονειρικά συμπλέγματα.
   Είναι δυνατόν αυτή η μαγική πόλη να γίνεται ομορφότερη με τη βροχή και την ομίχλη; Τότε, αν βγει ο ήλιος,τι θα αντικρίσουν τα μάτια μου; συλλογιζόταν συνεπαρμένη, αποφασισμένη να παραμείνει στο κατάστρωμα και να δέχεται το απαλό χάδι της βροχής στο πρόσωπό της, ένα διαφορετικό, εκπληκτικό και απόλυτα προσωπικό καλωσόρισμα.
   Η γαλέρα είχε πλησιάσει αρκετά τη γέφυρα Ριάλτο. Με τις εντολές του Φερδινάνδου και των άλλων αξιωματούχων το πλοίο κεντράριζε, παίρνοντας την κατάλληλη θέση, ώστε το κατάρτι να βρεθεί ακριβώς κάτω από το κέντρο της γέφυρας.Κάποιοι άνδρες πάνω της, βλέποντας απο μακριά το πλοίο να πλησιάζει, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή και τη δυνατή φωνή του Φερδινάνδου για να τραβήξουν τους μοχλούς και από τις δυο πλευρές.
   Η Αρσινόη, με τα μάτια ορθάνοιχτα από την κατάπληξη, απομακρύνοντας κάθε τόσο το νερό της βροχής που την εμπόδιζε να βλέπει καθαρά, παρακολουθούσε άναυδη. Μπροστά της βρισκόταν μια ξύλινη γέφυρα, στηριζόμενη σε ένα σωρό ξύλινες κολόνες, με κενά ανάμεσά τοτς για να περνούν οι γόνδολες, σχηματίζοντας μια αμβλεία γωνία. Όρθιες σανίδες, με επίσης ξύλινη σκεπή, με μικρά ανοίγματα για φως και αέρα,υψώνονταν και στα δυο ανηφορικά της σκέλη, ενώ στη μέση ακριβώς, υπήρχε ένας επίπεδος ανοιχτός χώρος με μικρά κιγκλιδώματα και στις δυο πλευρές του.