The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944
ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



(Απόσπασμα από το βιβλίο μου ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ)


«Σαν να τη βλέπω μπροστά μου. Τα λόγια της έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου, θυμάμαι μέχρι και σε ποιά σημεία σταματούσε, ανίκανη να συνεχίσει... Χώριζαν παιδιά και  άντρες  σε πεντάδες και τους έβαζαν να γονατίζουν με τα χέρια και τα κεφάλια σηκωμένα ψηλά, με κενά μεταξύ τους.  Οι γυναίκες, οι αδελφές  και οι μάνες  συνωστίζονταν λίγα μέτρα πιο πέρα,σφίγγοντας τα δόντια και τρώγοντας τα χέρια τους, ψάχνοντας με το βλέμμα να διακρίνουν τους δικούς τους ανάμεσα σε χιλιάδες άτομα.
   »Εμφανίστηκαν οι κουκουλοφόροι και άρχισαν να κοιτάζουν κρυμένοι τα σφιγμένα πρόσωπα. Ο εφιάλτης άρχισε. Οι σατανάδες διάλεγαν και απομάκρυναν από το πλήθος τους άτυχους. Απομάκρυναν όσους είχαν διαλέξει και τους έστηναν λίγο πιο πέρα, αντίκρυ από την εκκλησία, στη μάντρα του παλιού υφαντουργείου.Ο στριγγός ήχος των πυροβολισμών μαρτυρούσε σε όσους δεν έβλεπαν τι συνέβαινε. Ζητούσαν τις ταυτότητες και, όταν επρόκειτο για εκείνους που δούλευαν για τους Γερμανούς, τους έδιωχναν, τους ανέβαζαν σε καμιόνια και γλύτωναν.
   »Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, η ζέστη μεγάλωσε μαζί με την αγωνία και τονν φόβο. Κάποια στιγμή είδαν τον Μιχάλη. Ο προδότης στάθηκε από πάνω του και ζήτησε την ταυτότητά του. Δεν έχω. Η μάνα, στο άκουσμα της δυνατής φωνής, πόνεσε, κρατήθηκε για να μην ουρλιάξει και πλησίασε όσο μπορούσε.
   »Αφήστε με να περάσω, το παιδί μου είναι, παρακαλούσε και ο δρόμος άνοιγε βαριά και σιωπηλά με σεβασμό και φόβο.
   »Ο κουκουλοφόρος θύμωσε και άρχισε να τον χτυπά άνανδρα και να τον προστάζει να πει το όνομά του. Ο Μιχάλης δε μιλούσε. Ένας άλλος κουκουλοφόρος πλησίασε, γιατί του φάνηκε γνωστή η φυσιογνωμία του.
   »Μη ρωτάς και πάρ’ τον. Καπετάνιος των ανταρτών είναι, τον ξέρω.
   »Τον οδήγησαν στη μάντρα και η μάνα πλησίασε, όσο επιτρεπόταν, τρεκλίζοντας και κρατώντας με τα δυό της χέρια σφαλιστό το στόμα που ήθελε να ουρλιάξει, να εξαπολύσει κεραυνούς.
   »Η καρδιά της δεν άντεχε αυτό που ζούσε∙ τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Το μυαλό της τρελαμένο, έκανε χίλιες σκέψεις. Γιατί μου έδωσε τη βέρα; Ποιός από τους δύο είναι και ποιόν προσπαθεί να γλυτώσει; Για όλα ήταν ικανοί οι γιοί της, το ήξερε καλά. Λίγα λεπτά αργότερα, όποιος από τους δύο κι αν ήταν, έπεσε νεκρός, στοιβαγμένος πάνω σε άλλους νεκρούς, ένας αποτρόπαιος λόφος πτωμάτων που έβαφαν και πότιζαν το χώμα της Κοκκινιάς με το αίμα της ανυπότακτης καρδιάς τους.
   »Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και όλες οι γυναίκες έμειναν να περιμένουν μέχρι να έρθει η ώρα για να πάρουν τους νεκρούς τους. Νωρίς το απόγευμα, οι Γερμανοί τους φόρτωσαν σε καμιόνια, τους πήγαν στο νεκροταφείο και, αφού τους έριξαν όλους μαζί σε μεγάλους λάκκους, έφυγαν. Αυτό που έκαναν οι γυναίκες μετά, ξεπερνά τα όρια της ψυχικής αντοχής. Άρχισαν να ψάχνουν με σεβασμό, να μετακινούν με πόνο, να γυρεύουν τον δικό τους νεκρό, ώρες ολόκληρες... Όμως οι νεκροί ήταν πολλοί, το ίδιο και οι λάκκοι, και οι τυχερές λίγες».


Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Με τις καμπάνες να ηχούν χαρμόσυνα, τη μελωδία των χαιρετισμών να γεμίζει την ατμόσφαιρα από την πρώτη μέρα του μήνα, ο μήνας της Παναγίας φθάνει στη μέση και στην κορύφωση των εορτασμών. Ένας μήνας ξεχωριστός για μένα για πολλούς προσωπικούς λόγους.  
Πολλοί ονομάζουν τον Δεκαπενταύγουστο «Πάσχα του Καλοκαιριού» και είναι, πράγματι τεράστια η λαμπρότητα με την οποία η Χριστιανοσύνη υμνεί και γιορτάζει την μετάσταση της Μητέρας όλων μας στους ουρανούς, την αιώνια Ανάσταση που προσφέρεται στον καθένα και που όλοι μας μπορούμε να βιώσουμε, αρκεί να έχουμε πίστη.

Σύμφωνα με την παράδοσή μας, τρείς μέρες νωρίτερα η Παναγία δέχτηκε την επίσκεψη του Γαβριήλ, ο οποίος της ανήγγειλε ότι «τα ανθρώπινα για σένα τελείωσαν». Η Παναγία έχει χρόνο να ετοιμαστεί για το μεγάλο και παντοτεινό της ταξίδι: διανέμει τα ρούχα της και αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο της στην προσευχή, ετοιμάζεται να αντικρύσει τη δόξα και τη λαμπρότητα του αιώνιου.

Η εικόνα της Κοίμησης που σας παρουσιάζω είναι έργο της νιότης του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και βρίσκεται στο νησί της Σύρου. Ο ζωγράφος ήταν περίπου 25 ετών όταν τη φιλοτέχνησε, ακολουθώντας την παραδοσιακή, αποκαλυπτική εικονογραφία της Ορθοδοξίας, με κάποιες μικρές παραλλαγές. Βλέπουμε, δηλαδή, μια δυναμική σύνθεση με την τοποθέτηση της Παναγίας ελαφρά διαγώνια και όχι σε ορθή γωνία, ταυτόχρονα με την σχεδόν ομόλογη του Ιησού, ο οποίος σκύβει προς εκείνη. Πρόκειται για λεπτομέρειες που δίνουν το στίγμα της εποχής και των ανησυχιών του ζωγράφου.




  

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΥ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η διπλή πολιτική δολοφονία που έγινε την 28η Ιουνίου 1914 στο Σεράγεβο, με θύματα τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκο Φερδινάνδο και την σύζυγό του Δούκισσα Σοφία του Χόχενμπεργκ, ήταν το έναυσμα για τον Μεγάλο Πόλεμο (Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Δράστης ένας Σερβοβόσνιος φοιτητής, ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ, και μέγας συντονιστής της ομάδας των επτά δολοφόνων ο Ντανίλο Ίλιτς. Στόχος η απόσπαση των νότιων σλαβικών επαρχιών της Αυστροουγγαρίας για την δημιουργία της Μεγάλης Σερβίας.

Το Σεράγεβο, αν και μικρή πόλη, ήταν τότε πρωτεύουσα της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, περιοχές προσαρτημένες βίαια στους κόλπους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας μόλις από το 1908 (μέχρι τότε ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Η πόλη ήταν γεμάτη στενά σοκάκια και σπίτια με χαμηλές σκεπές και είχε έναν  κύριο δρόμο, την οδό Απέλ, να εκτείνεται κατά μήκος ενός χειμάρρου. Οι κάτοικοί της ήταν Ορθόδοξοι Σέρβοι, Καθολικοί Κροάτες, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι.
Τρείς μέρες νωρίτερα είχε φθάσει εκεί ο διάδοχος του αυτροουγγρικού θρόνου με την σύζυγό του, δίνοντας στην πόλη μια απρόσμενη εορταστική κίνηση. Ο διάδοχος βρισκόταν εκεί  ως γενικός επιθεωρητής των στρατιωτικών δυνάμεων και επρόκειτο να παραστεί σε δημόσια γυμνάσια.
Το Σεράγεβο είχε να δεχθεί τόσο επίσημα πρόσωπα από το 1910, όταν το επισκέφθηκε αυτοπροσώπως ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Ο αυτοκράτορας είχε σταθεί τυχερός τότε, αφού τα σχέδια της δολοφονίας του ναυάγησαν και ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του αυτοκτόνησε λόγω της αποτυχίας του.
Τώρα, το ζεύγος των νεαρών διαδόχων απολάμβανε μια ζεστή υποδοχή και μια μεγάλη εγκαρδιότητα από τους κατοίκους της μικρής πρωτεύουσας, έχοντας επιλέξει για διαμονή ένα ξενοδοχείο στο δυτικό προάστειο Ίλιτζα. Σκόπευαν να αναχωρήσουν αμέσως μετά τους εορτασμούς, αλλά ο στρατηγός και κυβερνήτης της περιοχής Όσκαρ Ποτιόρεκ τους έπεισε να παραμείνουν ως την Κυριακή, 28 Ιουνίου. Εκείνοι δέχτηκαν- πήραν μια απόφαση που αποδείχτηκε μοιραία για τις δικές τους ζωές, τις ζωές των τριών μικρών παιδιών τους, αλλά και τις ζωές εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών- θυμάτων του πολέμου.

Η τελευταία μέρα των πριγκίπων ξεκίνησε με την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Μετά, ανέβηκαν σε τρένο με προορισμό το κέντρο του Σεράγεβο, όπου θα επακολουθούσε παρέλαση. Η διαδρομή ήταν σύντομη- μόλις 15 λεπτά. Τους περίμενε ο ίδιος ο Ποτιόρεκ με μια τιμητική φρουρά που παρουσίασε όπλα με την εμφάνιση του πρίγκιπα. Ακολούθησε η επιβίβαση σε έξι αυτοκίνητα. Στο πρώτο κάθισαν ο αρχηγός της αστυνομίας και ο δήμαρχος της πόλης. Στο δεύτερο, ένα ανοιχτό σπόρ Gräf & Stift ανέβηκε το πριγκιπικό ζεύγος και ο στρατηγός.
Σε μικρή απόσταση από τον σταθμό υπήρχε ένας στρατώνας. Έγινε μια στάση και ο διάδοχος έκανε μια σύντομη επιθεώρηση. Όταν τα αυτοκίνητα μπήκαν στην οδό Απέλ, οι δείχτες των ρολογιών έδειχναν δέκα το πρωί. Η πομπή ακολουθούσε την όχθη του ποταμού και το συγκεντρωμένο πλήθος ζητωκραύγαζε, κάτω από τον πρωινό ήλιο. Είκοσι τέσσερις κανονιοβολισμοί ακούστηκαν από το κάστρο της πόλης και ο ευχαριστημένος Φραγκίσκος Φερδινάνδος κοιτούσε ολόγυρα, χωρίς να υποψιάζεται ότι ήταν στόχος, και μάλιστα πολύ εύκολος, λόγω της ελάχιστης ταχύτητας και της ανοιχτωσιάς του αυτοκινήτου.

Μια βόμβα εκτοξεύεται από τον 19χρονο Νετζέλκο Τσαμπρίνοβιτς, έναν από την ομάδα των δολοφόνων, αλλά αστοχεί. Βρίσκει την διπλωμένη σκεπή του αυτοκινήτου, πέφτει, κυλά στο δρόμο και εκρύγνυται κάτω από το αυτοκίνητο που ακολουθούσε, τραυματίζοντας τον συνταγματάρχη Μερίτσι και άλλον έναν επιβάτη. Ο Τσαμπρίνοβιτς παίρνει κυάνιο και πέφτει στο ποτάμι. Η ατυχία εξακολουθεί να τον ακολουθεί: το κυάνιο είναι αλλοιωμένο και η ποσότητα μικρή, ανεπαρκής να φέρει τον ποθούμενο θάνατο. Επιπλέον, το ποτάμι-χείμαρρος δεν έχει νερό∙ το σώμα του Γαβρίνοβιτς προσγειώνεται σε στρώμα άμμου και το πλήθος τον συλλαμβάνει αμέσως...
Ο διάδοχος, αρκετά ψύχραιμος, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και ενημερώνεται για όσα συνέβησαν. Λίγο αργότερα, η πομπή συνεχίζει την πορεία προς το Δημαρχείο.
Ο ταραγμένος Δήμαρχος Fehim Effendi Curcic αρχίζει να εκφωνεί την ομιλία του:
«... οι κάτοικοι του Σεράγεβο υποδέχονται την Υψηλότητά σας με μεγάλο ενθουσιασμό...»
Ο διάδοχος χάνει την ψυχραιμία του και ξεσπά:
«Ήρθα εδώ ως καλεσμένος σας κι εσείς με υποδεχτήκατε με βόμβες!»
Ωστόσο, δεν ματαιώνει τη συνέχεια των εκδηλώσεων. Δεν επιθυμεί να ερμηνεύσουν μια τέτοια συμπεριφορά όσοι δεν αποδέχονται τους Αυστριακούς ως κυριάρχους.
Αλλά, οι τοπικές αρχές παραλείπουν- έστω κι εκείνη την ώρα- να τον η πληροφορήσουν ότι η συγκεκριμένη ημέρα, γιορτή του Αγίου Βίτου, ήταν συγχρόνως και ανάμνηση μιας σοβαρής ήττας των Σέρβων από τους Τούρκους, αρκετές εκατοντάδες χρόνια πριν, το 1389, στην περίφημη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (πεδίο των κοτσυφιών). Οι Σέρβοι είχαν καταφέρει να δολοφονήσουν τον Τούρκο Σουλτάνο( Μουράτ Α΄), αλλά κατακτήθηκαν από τους Τούρκους και έμειναν κατακτημένοι εως πρόσφατα (ως το 1908, όπως γράφω παραπάνω). Η παρουσία, επομένως, του νέου κυρίαρχου σ’ αυτή την επέτειο ήταν απόλυτα προκλητική για τους αντιφρονούντες...
Επιπλέον, παρά τις πληροφορίες των αρχών της Βιέννης ότι Σέρβοι εθνικιστές προετοίμαζαν τη δολοφονία του διαδόχου, οι υπεύθυνοι εκώφευσαν θεωρώντας τες λανθασμένες και παραπλανητικές, αν και η πηγή ήταν ο ίδιος ο Σέρβος πρωθυπουργός Νίκολας Πάσιτς...

Ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος, σε πλήρη άγνοια, εκφράζει την επιθυμία να επισκεφθεί τους τραυματίες στο νοσοκομείο. Η σύζυγός του Σοφία τον ακολουθεί.
Η πομπή συνεχίζει την μοιραία πορεία της, αλλά...
Οι ταραγμένοι Αυστριακοί, με τον επι κεφαλής τους(συνταγματάρχη Μερίτσι) βαριά τραυματισμένο, έχοντας αποφασίσει μια αλλαγή ασφαλείας, λησμονούν να την ανακοινώσουν στον οδηγό του αυτοκινήτου στο οποίο επιβαίνει το πριγκιπικό ζεύγος. Έτσι, όταν το σπορ ανοιχτό αυτοκίνητο φθάνει στην λεγόμενη Λατινική Γέφυρα, στρίβει δεξιά στην στενή οδό Φραγκίσκου Ιωσήφ (προς τιμήν του αυτοκράτορα και πατέρα του πρίγκιπα).
Ο στρατηγός Ποτιόρεκ αντιδρά, φωνάζει στον οδηγό να γυρίσει πίσω. Το σπόρ αυτοκίνητο σταματά. Δεν διαθέτει πίσω κίνηση και οι άνδρες το σπρώχνουν.
Σε ένα μικρό στέγαστρο βρίσκεται ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Πάσχοντας από διαβήτη, είχε μπει σε έναν φούρνο της οδού Φραγκίσκου Ιωσήφ να πάρει κάτι γλυκό να φάει. Βγαίνοντας είδε μπροστά του, ανέλπιστα, το σταματημένο αυτοκίνητο με τον άνθρωπο που ήθελε να δολοφονήσει να κάθεται στη θέση του.
Χωρίς να χάσει λεπτό, έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε δύο φορές. Η πρώτη σφαίρα πέτυχε την Σοφία στην κοιλιά, η δεύτερη τη φλέβα του λαμού του διαδόχου. Η Σοφία φεύγει πρώτη, πεσμένη στα γόνατα του συζύγου της. Ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος θα την ακολουθήσει δέκα λεπτά αργότερα.

Ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ συνελλήφθη, δικάστηκε και επειδή ήταν ανήλικος (κάτω των 21) δεν εκτελέστηκε, αλλά φυλακίστηκε. Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από φυματίωση.

Η Αυστροουγγαρία θεώρησε υπεύθυνη την Σερβία για τις δολοφονίες και της κήρυξε τον πόλεμο ένα μήνα αργότερα. Έναν πόλεμο στον οποίο θα εμπλακεί ολόκληρη η Ευρώπη (και οι ΗΠΑ το 1917), έναν πόλεμο που θα κρατήσει τέσσερα χρόνια και θα εξαφανίσει τις μεγάλες αυτοκρατορίες: Ρωσίας, Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας και Οθωμανών.


                                    



Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

ΤΟΝΤΑ ΡΑΜΠΑ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Ο Ιούνιος τελειώνει και το καλοκαίρι αρχίζει...
Ένα ακόμη απόσπασμα από το «Τόντα Ράμπα», ένας αποχαιρετισμός στην δροσερή άνοιξη που έδωσε τη σκυτάλη στην εποχή που συμβολίζει την ξεγνοιασιά, τις διακοπές και ίσως έναν εφήμερο έρωτα για τα νιάτα που περνούν σαν αστραπή, συλλέγοντας όσα μπορούν και όσα προλαβαίνουν...
---

 Η Ραχήλ σηκώνεται θυμωμένη, μα ο Γερανός ξεμάκρυνε κιόλας, συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά του. Κατεβαίνει και κλείνεται στην καμπίνα του.
   Η ψυχή του είναι ανήσυχη. Περνά ένα πονεμένο σταθμό. Όπως συχνά του συνέβηκε μέσα στις κρίσες της νεανικής ηλικίας, όλη η αγωνία του συγκεντρώθηκε μια νύχτα στην πλαστική εικόνα ενούς όνειρου: στρατιωτική παρέλαση. Ο στρατηγός περνά και κοιτάει έναν έναν τους στρατιώτες μέσα στο ασπράδι του ματιού. Διαλέγει, σβήνει τους δειλούς. Λέει: «Είσαι δειλός». Τον πετά έξω από τις γραμμές και πάει στον παρακάτω. Όλοι οι στρατιώτες τρέμουν. Έρχεται η σειρά του Γερανού. Ο στρατηγός, ορθός μπροστά του, τον εξετάζει: τον ξεψαχνίζει ώρες ολόκληρες. Με τη ματιά του περνά αντίπερα την καρδιά του Γερανού. Επιτέλους λέει: «Εσύ δεν μπορείς να πολεμήσεις αριστερά, γιατί βλέπεις και δεξιά. Δεν μπορείς να πολεμήσεις δεξιά, γιατί βλέπεις κι αριστερά.Δεν ξέρω τι να σε κάνω... Μ’ ενοχλείς».
   Τον άρπαξε από τους ώμους και τον τράνταξε. Ο Γερανός ξύπνησε αναπηδώντας. Από τη στιγμή εκείνη ο Γερανός υποφέρει τρομερά. Νιώθει να πετιούνται από τα σπλάχνα του περφάνιες σκληρές και φωνές απελπισμένες... Και ύστερα αυτός ο Αζάντ με τον ορμητικό αισθηματισμό του, και η Ραχήλ με τ’ αμυγδαλάτα μάτια της που ψάχνει για τον πιο δυνατό, και αυτός ο απαίσιος άνθρωπος πού του πέταξε την τρομερή φράση... Ο Αμίτα πάλι τον απελπίζει με τη βουδική μαρτυρική γλυκάδα του και το χαμόγελό του το ευγενικό και τραγικό... Ο Γερανός κοιτάει από το φινιστρίνι τη θάλασσα, παρακολουθεί με μάτια μισόκλειστα το ρυθμικό και γλυκό κυμάτισμα που κάνουν τα φαρδιά κύματα. Ησυχάζει λίγο. Για να νικήσει ολότελα την ανησυχία του, στρέφει τις σκέψεις του κατά την περίφημη χώρα που τα μάτια του αρχίζουν να καταχτούν. Νιώθει μέσα στο κεφάλι, απ’ το ‘να μελίγγι στο άλλο, τα γιγάντια βουνά του Καυκάσου. Μέσα σ’ αυτή την απέραντη εικόνα, ξεκαθαρίζει την πεισματάρικη, βαθιά ύπαρξη, με το κεφάλι παραγιομισμένο χώματα: το χωριάτη. Ο Γερανός, περνώντας τον Καύκασο, τονε σίμωσε πολλές φορές. Ερώτησες, απάντησες, παράπονα και κραυγές χύνουνται μέσα στη μνήμη του. Ο Γερανός θέλει να τα βάλει σε τάξη. Μιλάει ξανά με το γιό του:
   «Ένας χωριάτης είδε πάνω από’ να βαθύ γκρεμό τον Αμιράν δεμένο. Αναστέναζε, μούγκριζε, προσπάθαγε με όλη τη δύναμή του ν’ αρπάξει το σπαθί του που βρισκόταν πλάι του. Ο Αμιράν σσέρνει φωνή, καλέι το χωριάτη σε βοήθεια. Ο χωριάτης σιμώνει: «Λευτέρωσέ με, του λέει, και όλη η ανθρωπότητα θα λευτερωθεί, γιατί εγώ αγαπώ τους φτωχούς και τους πεινασμένους».  Άρπαξε το ψωμί από το δισάκι του χωριάτη και το’ σφιξε στο πελώριο χέρι του. Μονομιάς από το ψωμί έτρεξε αίμα και ίδρωτας.
   »Δυστυχισμένε, φώναξε ο Αμιράν, πώς μπορείς και τρώς τέτοιο ψωμί;
   »Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να τρώμε; Ρώτησε ο χωριάτης.
   »Να, κοίταξε, απάντησε ο Αμιράν.
   »Σφίγγει με το χέρι του έν’ άλλο ψωμί, κυλάει γάλα.
   »Αν με λευτερώσεις, λέει, δε θα τρώς πια το ψωμί σου ζυμωμένο μ’ αίμα και ίδρωτα!
   »Άκουγα το Γιωργιανό χωριάτη, ένα απομεσήμερο, να μου ιστορεί τούτο το θρύλο, πέρα στο χωριό Τελάβ της όμορφης Κακετίας. Καθούμασταν πάνω σε μια πέτρα, μπρος στο κάστρο του τελευταίου βασιλιά της Γεωργίας, του γενναίου και άτυχου Ηρακλή. Πλάι μας, καθισμένος κατάχαμα, γριές χωριάτισσες, αμίλητες και χλωμές, άπλωναν μπροστά τους τη φτωχιά πραμάτεια τους:μερικά μισοσαπημένα κυδώνια, χοντρές κόκκινες κολοκύθες, λίγο καλαμπόκι πάνω σ’ ένα μαντίλι, αυγά και ραδίκια. Πλέκανε υπομονετικές και θλιμμένες. Μακριά, κάτω απ’ τον γλυκό ήλιο, άστραφτε η φαρδιά κοίτη του αποξηραμένου Αλατζάν. Πελώριες, πολύ όμορφες, χιονοσκέπαστες, οι κορφές του Καύκασου υψώνουνταν στον ουρανό χωρίζοντας την Ευρώπη από την Ασία. Φωτίζουνταν γαληνεμένες, απρόσιτες, σκληρές και παρθένες όπως διαμάντι. Μα τα θλιμμένα λόγια του χωριάτη είχαν ταράξει την καρδιά μου.


Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

ΠΑΝ Ο ΤΡΑΓΟΠΟΔΑΡΟΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Γέννημα θρέμμα της Αρκαδικής γης, αυτός ο κακάσχημος, τραγοπόδαρος, με μια τρομακτική οσμή να σου κόβει την αναπνοή, αλλά γλετζές, γκροτέσκος, με ιδιαίτερα σεξουαλικά γούστα, ένας τύπος  «όπου γάμος και χαρά», ήτανένα πλάσμα που κανείς δεν παραδεχόταν ότι το γέννησε. Στον ομηρικό ύμνο «εις Πάνα», αναφέρεται ότι η (άγνωστη) μητέρα του, μόλις είδε το γενειοφόρο με αυτιά και κέρατα κατσικιού «τερατωτόν» που έφερε στον κόσμο το εγκατέλειψε τρομαγμένη. Αντίθετα, ο Ερμής- που φέρεται ως  πατέρας του, σύμφωνα με κάποιες δοξασίες, τον δέχτηκε καλόκαρδα, τόν τύλιξε σε δέρματα λαγού, τον ανέβασε στον Όλυμπο και εκεί, όλοι τον δέχτηκαν. Περισσότερο φιλικός ήταν ο Διόνυσος, με τον οποίο έγιναν φίλοι.
Θεωρείται εφευρέτης του ποιμενικού αυλού, της αποκαλούμενης σύριγγος, και λεγόταν ότι η Σύριγξ ήταν νύμφη, η οποία, κυνηγημένη από τον Πάνα μεταμορφώθηκε σε καλαμιά, για να αποφύγει τον βιασμό της. Ο Πάνας έκοψε ένα κομμάτι καλαμιάς και έφτιαξε μια φλογέρα. Ύστερα, θέλησε να συναγωνιστεί τον Απόλλωνα και την λύρα του... Δεν τα κατάφερε, αλλά ένας από τους κριτές, ο Μίδας, έδωσε ψήφο υπέρ του Πάνα. Ο Απόλλων, οργισμένος, έκανε τα αυτιά του γαϊδουρινά.

Τα διαθέσιμα μυθικά στοιχεία μιλούν για τον Πάνα ως ποιμενικό θεό, του οποίου η λατρεία ξεκίνησε από την Αρκαδία και εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα, συχνά συνδυασμένη με την οργιαστική λατρεία της Κυβέλης και του Διονύσου.
Βασική ιδιότητα του Πάνα ήταν η προθυμία για γονιμοποίηση, έχουμε δηλαδή μια εντονότατη προσωποποίηση της γεννετήσιας δύναμης της ζωής, γι’ αυτό η λατρεία του αναφερόταν στον κύκλο ανανέωσης της ζωής εν γένει.
Ο μύθος που θέλει τον Ερμή πατέρα του είναι ουσιαστικός, αφού ο Ερμής είναι φαλλική θεότητα.Ο κομπασμός του Πάνα ότι κοιμήθηκε με όλες τις μαινάδες της ακολουθίας του Διόνυσου παραπέμπει επίσης  σε παλαιότερη ομαδική οργιαστική λατρεία για την ανανέωση της ζωής.
Η συνεργασία/ αποδοχή των Ολύμπιων θεών με τον Πάνα δείχνει την απόλυτη σύνδεσή του με την επίσημη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, ενώ ο ζωομορφισμός του, παράλληλος με τον δενδρομορφισμό των νυμφών οδηγούν σε ακόμη παλαιότερα στρώματα λατρείας.
Το δέρμα του λαγού, με το οποίο τον κάλυψε ο Ερμής, αναφέρεται σε μαγικές πράξεις στα πλαίσια της οργιαστικής λατρείας.

Ο μύθος για τον θάνατό του είναι πλασμένος αναλογικά με τους μύθους για τον θάνατο άλλων θεών που ανήκαν στον κύκλο της βλάστησης ( π.χ. Άδωνις. Έτσι, ο δαίμων της ελληνικής γης, με ιδιότητες άμεσα συγγενικές με τις δοξασίες περί ανανέωσης της φύσης, ήταν λογικό να πεθάνει, αφήνοντας όμως τον ήχο της φλογέρας του ν’ αντιλαλεί στην ύπαιθρο.

Ωστόσο, ο θάνατος του Πάνα ήταν τόσο σημαντικός που έφτασε να συμβολίζει τον θάνατο ολόκληρου του αρχαίου κόσμου. Έναν θάνατο που δεν επήλθε ακαριαία, αλλά σταδιακά, έναν θάνατο που συνέβη όταν ο Πάνας λατρευόταν ακόμη παντού και δοξαζόταν. Η ανανέωση που ερχόταν ήταν εντελώς διαφορετική, όπως συμβαίνει σε κάθε νέα αρχή.

ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ ΚΑΙ ΜΥΚΗΝΕΣ
Όταν ο μύθος έγινε ιστορία
Μέρος Α΄
Η ανακάλυψη των Μυκηνών
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε ότι ο Σλήμαν με την στάση της απόκρυψης των ευρημάτων του στην Τροία, ήρθε σε ρήξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πονηρά σκεπτόμενος, απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση προσφέροντας τον θησαυρό με αντάλλαγμα να του δοθεί άδεια ανασκαφής στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών. Πήρε την πολυπόθητη άδεια, με τον όρο να παρακολουθείται το έργο του από τις αρμόδιες αρχές και, με τον Παυσανία ανα χείρας, άρχισε να περιφέρεται στον χώρο.

Το 1876 ανακάλυψε τον πρώτο περίβολο και τους γνωστούς λακκοειδείς τάφους πίσω από την Πύλη των Λεόντων. Εκατοντάδες ευρήματα ήρθαν στο φως και θάμπωσαν ξανά τον κόσμο, όπως η περίφημη χρυσή ταφική μάσκα που αποδόθηκε στον Αγαμέμνονα, 19 σκελετοί και σαράντα κιλά χρυσά κτερίσματα. Ο Σλήμαν αναφωνεί : «Βρήκα τους σκελετούς του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας, του Ευρυμέδοντα και των μελών της οικογένειας του Πέλοπα!»

Και, φυσικά, σπεύδει να τηλεγραφήσει στον βασιλιά Γεώργιο Α΄:
 «...Εύρον εντός των Τάφων μεγάλους θησαυρούς αρχαϊκών αντικειμένων εκ καθαρού χρυσού. Οι θησαυροί ούτοι αρκούν και μόνον να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείον, που θα είναι το αξιολογώτερον του κόσμου. Και το οποίον ανά τους αιώνας θα ελκύει εις Ελλάδαν χιλιάδας ξένους από όλας τας χώρας…»

Για άλλη μια φορά είχε «χτυπήσει» σωστά, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν απλοί μύθοι, αλλά υπήρχε ιστορία σ’ εκείνους τους τόπους. Ως το τέλος της ζωής του (26 Δεκεμβρίου 1890) πίστευε ότι είχε πράγματι ανακαλύψει τους τάφους των Ατρειδών.
Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε χρόνια αργότερα, ο λαμπερός, χρυσός θησαυρός, ήταν  για άλλη μια φορά ( όπως και στην Τροία) άνθρακας: όσα ανακάλυψε ο Σλήμαν ανήκαν σε άρχοντες που έζησαν τουλάχιστον 300 με 400 χρόνια νωρίτερα από τους Ατρείδες...

Τα ευρήματα των Μυκηνών στεγάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, στην ειδική Μυκηναϊκή Αίθουσα.



ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ ΚΑΙ ΤΡΟΙΑ
Όταν ο μύθος έγινε ιστορία
Μέρος Α΄
Η ανακάλυψη της Τροίας
Της Δήμητρας  Παπαναστασοπούλου


Ο Ερρίκος Σλήμαν γεννήθηκε στο Νόϊμπόκοβ της Γερμανίας στις αρχές του 1822. Ο πατέρας του ήταν πάστορας και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Ρομαντικός, αλλά δραστήριος, υπήρξε λάτρης του Ομήρου και δεινός έμπορος, συνδυάζοντας δύο πράγματα επιφανειακά άσχετα.
Σε νεαρή ακόμη ηλικία έφυγε για το Άμστερνταμ. Μέσα σε μία μόνο χρονιά έμαθε ολλανδικά, ισπανικά, ιταλικά, πορτογαλικά και ρωσικά (τελικά έμαθε 22 γλώσσες!) Στη συνέχεια πήγε στη Ρωσία και μετά στο Παρίσι, όπου έμαθε αρχαία ελληνικά και λατινικά. Είναι ήδη μεγιστάνας του πλούτου από το εμπόριο του λουλακιού και θεωρεί ότι ήρθε η στιγμή να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο του όνειρο: τη μελέτη της αρχαίας ιστορίας της Ελλάδας, ποτισμένος ως το μεδούλι από την ποίηση του Ομήρου. Χωρίζει την Ρωσίδα σύζυγό του Αικατερίνη Λυσέ και παρακολουθεί μαθήματα αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1866-1870.
Τον Φεβρουάριο του 1868 έστειλε μια επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος : «...Εδώ στο Παρίσι όπου βρίσκομαι, υπάρχουν πολλές όμορφες γυναίκες, η μια πιο γοητευτική από την άλλη. Και είναι δια να ξέρετε Άγιε Πάτερ, η κάθε μια τους ένας πειρασμός. Δεν θα ήθελα να μπλέξω με μια Γαλλίδα, γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να βρω κοντά της, την αληθινή ευτυχία...».
Ο Αρχιεπίσκοπος του απάντησε στέλνοντας μια φωτογραφία της 17χρονης ξαδέλφης του Σοφίας, κόρης του Αθηναίου υφασματέμπορου Εγκαστρωμένου και θείου του. Ο Σλήμαν ήρθε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς και ο Αρχιεπίσκοπος τον πάντρεψε με τη Σοφία.
Ένα επιβλητικό τριώροφο μέγαρο, κατασκευή Ερνέστου Τσίλλερ, έγινε το σπίτι τους, που ονομάστηκε από τον Σλήμαν Ιλίου Μέλαθρον, δηλαδή Παλάτι του Ιλίου(=Τροίας). Το ζευγάρι απέκτησε ένα κορίτσι, την Ανδρομάχη, και ένα αγόρι, τον Αγαμέμνονα.

Το 1870 το ζευγάρι έφυγε για τον Μαρμαρά της Μικράς Ασίας και ακολούθως κατευθύνθηκε στον λόφο Χισαρλίκ της Τουρκίας, όπου άρχισε να ανασκάπτει, έχοντας οδηγό τον... Όμηρο. Η Σοφία στάθηκε δίπλα του ως σύντροφος και ως πολύτιμη βοηθός. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί σύγχρονες μεθόδους αρχαιολογικής έρευνας τον 19ο αιώνα, ακριβώς τις ίδιες που χρησιμοποιούνται και σήμερα.
Την Τροία την αναζήτησαν κι άλλοι πολλοί, νωρίτερα, χωρίς κανείς να καταφέρει να ορίσει πού βρισκόταν η αρχαία πόλη των Ομηρικών επών. Ο Σλήμαν, έχοντας ανα χείρας τα βιβλία του Ομήρου, όμως, στην καρδιά το άσβεστο πάθος και στις τσέπες του το πολύτιμο χρήμα, οδηγήθηκε στον συγκεκριμένο λόφο. Εκεί βρήκε τον βρετανό αρχαιολόγο Φράνκ Κάλβερτ, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να ανασκάπτει χωρίς επιτυχία. Τα χρήματα που διέθετε είχαν τελειώσει όταν έφτασε το ζεύγος Σλήμαν και γνωρίστηκαν. Έτσι, ο Κάλβερτ αποχώρησε και ο Σλήμαν συνέχισε ακριβώς στο ίδιο σημείο.
Το 1872 ανακάλυψε ερείπια τειχών, βέβαιος ότι επρόκειτο για τα οχυρωματικά τείχη της ομηρικής Τροίας. Εκτός από τους εργάτες που απασχολούσε, ανάσκαπτε και ο ίδιος και η Σοφία. Έτσι, στις 30 Μαϊου 1873, ανάμεσα στα ευρήματα είδαν  μια ορειχάλκινη ασπίδα, μια χύτρα, ένα αργυρό αγγείο, ένα ορειχάλκινο αγγείο, ένα χρυσό, δύο χρυσά κύπελλα, ένα μικρό κύπελλο από ήλεκτρο, δύο χρυσά διαδήματα, 56 χρυσά σκουλαρίκια και 8.750 χρυσά δαχτυλίδια και κουμπιά.
Το ζευγάρι αποφάσισε να το κρατήσει μυστικό από όλους- παρά τον ενθουσιασμό του-ώστε να μη μπορέσει να διεκδικήσει τα ευρήματα η τουρκική κυβέρνηση.
Ο Ντέϊβιντ Τρέηλ, καθηγητής κλασικής φιλολογίας του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας των ΗΠΑ, στο βιβλίο του «Ο Σλήμαν της Τροίας: Θησαυρός και απάτη» που εκδόθηκε το 1995, γράφει:

...Ολόκληρος ο τότε Τύπος αναμετέδιδε την εικόνα που ο Σλήμαν είχε πλάσει: «Μέσα στη φλεγόμενη Τροία, ενώ οι Αχαιοί είχαν κυριεύσει την πόλη και πυρπολούσαν τα πάντα, μια αρχόντισσα προσπαθούσε να γλιτώσει τα κοσμήματά της. Παγιδεύτηκε στα ερείπια του σπιτιού της και πέθανε αγκαλιά με τα χρυσαφικά της: Ιδού τα ερείπια του καμένου σπιτιού, ιδού ο σκελετός, ιδού το κολιέ, ιδού και το δαχτυλίδι της».
Ο σκελετός, όμως, είχε βρεθεί αλλού, ανήκε σε άλλη από την καταστροφή εποχή και κανένα βέβαια στοιχείο δε μαρτυρούσε πως επρόκειτο για αρχόντισσα. Σε ένα τρίτο σημείο είχε βρεθεί το δαχτυλίδι και σ’ ένα τέταρτο το κολιέ. Ο Σλήμαν τα είχε μαζέψει κι είχε στήσει το δικό του σκηνικό, πετυχαίνοντας να κάνει πάταγο.
 Κατάφερε να στρέψει πάνω του και πάνω στην Ιλιάδα και στον Όμηρο τα φώτα της διεθνούς δημοσιότητας, αλλά κατάστρεψε πολύτιμα για τους ιστορικούς στοιχεία. Δεν είχε ιδέα από στρωματογραφία κι ούτε που κατάλαβε ότι δεν είχε ανακαλύψει μία αλλά εννέα Τροίες. Παρουσίασε ως «θησαυρό του Πριάμου» ένα θησαυρό κατά χίλια χρόνια αρχαιότερο, βρήκε μιαν ασπίδα και τη χρέωσε στον Αχιλλέα, δωροδόκησε εργάτες κι έβγαλε από τη χώρα σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα και καταγγέλθηκε για τη «θησαυρομανία» του, ανοιχτά...

Ήταν απόλυτα φυσικό να έρθει αντιμέτωπος με την τουρκική κυβέρνηση για την απόκρυψη του θησαυρού. Ο Σλήμαν δεν προήθηκε. Απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση για να δεχθεί τον θησαυρό, με αντάλλαγμα μια άδεια ανασκαφής στις Μυκήνες.
Αλλά, γι’ αυτό, θα μιλήσουμε την επόμενη εβδομάδα.