The world I love:my novels, my favorite themes

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

ΤΟΝΤΑ ΡΑΜΠΑ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Ο Ιούνιος τελειώνει και το καλοκαίρι αρχίζει...
Ένα ακόμη απόσπασμα από το «Τόντα Ράμπα», ένας αποχαιρετισμός στην δροσερή άνοιξη που έδωσε τη σκυτάλη στην εποχή που συμβολίζει την ξεγνοιασιά, τις διακοπές και ίσως έναν εφήμερο έρωτα για τα νιάτα που περνούν σαν αστραπή, συλλέγοντας όσα μπορούν και όσα προλαβαίνουν...
---

 Η Ραχήλ σηκώνεται θυμωμένη, μα ο Γερανός ξεμάκρυνε κιόλας, συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά του. Κατεβαίνει και κλείνεται στην καμπίνα του.
   Η ψυχή του είναι ανήσυχη. Περνά ένα πονεμένο σταθμό. Όπως συχνά του συνέβηκε μέσα στις κρίσες της νεανικής ηλικίας, όλη η αγωνία του συγκεντρώθηκε μια νύχτα στην πλαστική εικόνα ενούς όνειρου: στρατιωτική παρέλαση. Ο στρατηγός περνά και κοιτάει έναν έναν τους στρατιώτες μέσα στο ασπράδι του ματιού. Διαλέγει, σβήνει τους δειλούς. Λέει: «Είσαι δειλός». Τον πετά έξω από τις γραμμές και πάει στον παρακάτω. Όλοι οι στρατιώτες τρέμουν. Έρχεται η σειρά του Γερανού. Ο στρατηγός, ορθός μπροστά του, τον εξετάζει: τον ξεψαχνίζει ώρες ολόκληρες. Με τη ματιά του περνά αντίπερα την καρδιά του Γερανού. Επιτέλους λέει: «Εσύ δεν μπορείς να πολεμήσεις αριστερά, γιατί βλέπεις και δεξιά. Δεν μπορείς να πολεμήσεις δεξιά, γιατί βλέπεις κι αριστερά.Δεν ξέρω τι να σε κάνω... Μ’ ενοχλείς».
   Τον άρπαξε από τους ώμους και τον τράνταξε. Ο Γερανός ξύπνησε αναπηδώντας. Από τη στιγμή εκείνη ο Γερανός υποφέρει τρομερά. Νιώθει να πετιούνται από τα σπλάχνα του περφάνιες σκληρές και φωνές απελπισμένες... Και ύστερα αυτός ο Αζάντ με τον ορμητικό αισθηματισμό του, και η Ραχήλ με τ’ αμυγδαλάτα μάτια της που ψάχνει για τον πιο δυνατό, και αυτός ο απαίσιος άνθρωπος πού του πέταξε την τρομερή φράση... Ο Αμίτα πάλι τον απελπίζει με τη βουδική μαρτυρική γλυκάδα του και το χαμόγελό του το ευγενικό και τραγικό... Ο Γερανός κοιτάει από το φινιστρίνι τη θάλασσα, παρακολουθεί με μάτια μισόκλειστα το ρυθμικό και γλυκό κυμάτισμα που κάνουν τα φαρδιά κύματα. Ησυχάζει λίγο. Για να νικήσει ολότελα την ανησυχία του, στρέφει τις σκέψεις του κατά την περίφημη χώρα που τα μάτια του αρχίζουν να καταχτούν. Νιώθει μέσα στο κεφάλι, απ’ το ‘να μελίγγι στο άλλο, τα γιγάντια βουνά του Καυκάσου. Μέσα σ’ αυτή την απέραντη εικόνα, ξεκαθαρίζει την πεισματάρικη, βαθιά ύπαρξη, με το κεφάλι παραγιομισμένο χώματα: το χωριάτη. Ο Γερανός, περνώντας τον Καύκασο, τονε σίμωσε πολλές φορές. Ερώτησες, απάντησες, παράπονα και κραυγές χύνουνται μέσα στη μνήμη του. Ο Γερανός θέλει να τα βάλει σε τάξη. Μιλάει ξανά με το γιό του:
   «Ένας χωριάτης είδε πάνω από’ να βαθύ γκρεμό τον Αμιράν δεμένο. Αναστέναζε, μούγκριζε, προσπάθαγε με όλη τη δύναμή του ν’ αρπάξει το σπαθί του που βρισκόταν πλάι του. Ο Αμιράν σσέρνει φωνή, καλέι το χωριάτη σε βοήθεια. Ο χωριάτης σιμώνει: «Λευτέρωσέ με, του λέει, και όλη η ανθρωπότητα θα λευτερωθεί, γιατί εγώ αγαπώ τους φτωχούς και τους πεινασμένους».  Άρπαξε το ψωμί από το δισάκι του χωριάτη και το’ σφιξε στο πελώριο χέρι του. Μονομιάς από το ψωμί έτρεξε αίμα και ίδρωτας.
   »Δυστυχισμένε, φώναξε ο Αμιράν, πώς μπορείς και τρώς τέτοιο ψωμί;
   »Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να τρώμε; Ρώτησε ο χωριάτης.
   »Να, κοίταξε, απάντησε ο Αμιράν.
   »Σφίγγει με το χέρι του έν’ άλλο ψωμί, κυλάει γάλα.
   »Αν με λευτερώσεις, λέει, δε θα τρώς πια το ψωμί σου ζυμωμένο μ’ αίμα και ίδρωτα!
   »Άκουγα το Γιωργιανό χωριάτη, ένα απομεσήμερο, να μου ιστορεί τούτο το θρύλο, πέρα στο χωριό Τελάβ της όμορφης Κακετίας. Καθούμασταν πάνω σε μια πέτρα, μπρος στο κάστρο του τελευταίου βασιλιά της Γεωργίας, του γενναίου και άτυχου Ηρακλή. Πλάι μας, καθισμένος κατάχαμα, γριές χωριάτισσες, αμίλητες και χλωμές, άπλωναν μπροστά τους τη φτωχιά πραμάτεια τους:μερικά μισοσαπημένα κυδώνια, χοντρές κόκκινες κολοκύθες, λίγο καλαμπόκι πάνω σ’ ένα μαντίλι, αυγά και ραδίκια. Πλέκανε υπομονετικές και θλιμμένες. Μακριά, κάτω απ’ τον γλυκό ήλιο, άστραφτε η φαρδιά κοίτη του αποξηραμένου Αλατζάν. Πελώριες, πολύ όμορφες, χιονοσκέπαστες, οι κορφές του Καύκασου υψώνουνταν στον ουρανό χωρίζοντας την Ευρώπη από την Ασία. Φωτίζουνταν γαληνεμένες, απρόσιτες, σκληρές και παρθένες όπως διαμάντι. Μα τα θλιμμένα λόγια του χωριάτη είχαν ταράξει την καρδιά μου.


Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

ΠΑΝ Ο ΤΡΑΓΟΠΟΔΑΡΟΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Γέννημα θρέμμα της Αρκαδικής γης, αυτός ο κακάσχημος, τραγοπόδαρος, με μια τρομακτική οσμή να σου κόβει την αναπνοή, αλλά γλετζές, γκροτέσκος, με ιδιαίτερα σεξουαλικά γούστα, ένας τύπος  «όπου γάμος και χαρά», ήτανένα πλάσμα που κανείς δεν παραδεχόταν ότι το γέννησε. Στον ομηρικό ύμνο «εις Πάνα», αναφέρεται ότι η (άγνωστη) μητέρα του, μόλις είδε το γενειοφόρο με αυτιά και κέρατα κατσικιού «τερατωτόν» που έφερε στον κόσμο το εγκατέλειψε τρομαγμένη. Αντίθετα, ο Ερμής- που φέρεται ως  πατέρας του, σύμφωνα με κάποιες δοξασίες, τον δέχτηκε καλόκαρδα, τόν τύλιξε σε δέρματα λαγού, τον ανέβασε στον Όλυμπο και εκεί, όλοι τον δέχτηκαν. Περισσότερο φιλικός ήταν ο Διόνυσος, με τον οποίο έγιναν φίλοι.
Θεωρείται εφευρέτης του ποιμενικού αυλού, της αποκαλούμενης σύριγγος, και λεγόταν ότι η Σύριγξ ήταν νύμφη, η οποία, κυνηγημένη από τον Πάνα μεταμορφώθηκε σε καλαμιά, για να αποφύγει τον βιασμό της. Ο Πάνας έκοψε ένα κομμάτι καλαμιάς και έφτιαξε μια φλογέρα. Ύστερα, θέλησε να συναγωνιστεί τον Απόλλωνα και την λύρα του... Δεν τα κατάφερε, αλλά ένας από τους κριτές, ο Μίδας, έδωσε ψήφο υπέρ του Πάνα. Ο Απόλλων, οργισμένος, έκανε τα αυτιά του γαϊδουρινά.

Τα διαθέσιμα μυθικά στοιχεία μιλούν για τον Πάνα ως ποιμενικό θεό, του οποίου η λατρεία ξεκίνησε από την Αρκαδία και εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα, συχνά συνδυασμένη με την οργιαστική λατρεία της Κυβέλης και του Διονύσου.
Βασική ιδιότητα του Πάνα ήταν η προθυμία για γονιμοποίηση, έχουμε δηλαδή μια εντονότατη προσωποποίηση της γεννετήσιας δύναμης της ζωής, γι’ αυτό η λατρεία του αναφερόταν στον κύκλο ανανέωσης της ζωής εν γένει.
Ο μύθος που θέλει τον Ερμή πατέρα του είναι ουσιαστικός, αφού ο Ερμής είναι φαλλική θεότητα.Ο κομπασμός του Πάνα ότι κοιμήθηκε με όλες τις μαινάδες της ακολουθίας του Διόνυσου παραπέμπει επίσης  σε παλαιότερη ομαδική οργιαστική λατρεία για την ανανέωση της ζωής.
Η συνεργασία/ αποδοχή των Ολύμπιων θεών με τον Πάνα δείχνει την απόλυτη σύνδεσή του με την επίσημη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, ενώ ο ζωομορφισμός του, παράλληλος με τον δενδρομορφισμό των νυμφών οδηγούν σε ακόμη παλαιότερα στρώματα λατρείας.
Το δέρμα του λαγού, με το οποίο τον κάλυψε ο Ερμής, αναφέρεται σε μαγικές πράξεις στα πλαίσια της οργιαστικής λατρείας.

Ο μύθος για τον θάνατό του είναι πλασμένος αναλογικά με τους μύθους για τον θάνατο άλλων θεών που ανήκαν στον κύκλο της βλάστησης ( π.χ. Άδωνις. Έτσι, ο δαίμων της ελληνικής γης, με ιδιότητες άμεσα συγγενικές με τις δοξασίες περί ανανέωσης της φύσης, ήταν λογικό να πεθάνει, αφήνοντας όμως τον ήχο της φλογέρας του ν’ αντιλαλεί στην ύπαιθρο.

Ωστόσο, ο θάνατος του Πάνα ήταν τόσο σημαντικός που έφτασε να συμβολίζει τον θάνατο ολόκληρου του αρχαίου κόσμου. Έναν θάνατο που δεν επήλθε ακαριαία, αλλά σταδιακά, έναν θάνατο που συνέβη όταν ο Πάνας λατρευόταν ακόμη παντού και δοξαζόταν. Η ανανέωση που ερχόταν ήταν εντελώς διαφορετική, όπως συμβαίνει σε κάθε νέα αρχή.

ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ ΚΑΙ ΜΥΚΗΝΕΣ
Όταν ο μύθος έγινε ιστορία
Μέρος Α΄
Η ανακάλυψη των Μυκηνών
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε ότι ο Σλήμαν με την στάση της απόκρυψης των ευρημάτων του στην Τροία, ήρθε σε ρήξη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πονηρά σκεπτόμενος, απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση προσφέροντας τον θησαυρό με αντάλλαγμα να του δοθεί άδεια ανασκαφής στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών. Πήρε την πολυπόθητη άδεια, με τον όρο να παρακολουθείται το έργο του από τις αρμόδιες αρχές και, με τον Παυσανία ανα χείρας, άρχισε να περιφέρεται στον χώρο.

Το 1876 ανακάλυψε τον πρώτο περίβολο και τους γνωστούς λακκοειδείς τάφους πίσω από την Πύλη των Λεόντων. Εκατοντάδες ευρήματα ήρθαν στο φως και θάμπωσαν ξανά τον κόσμο, όπως η περίφημη χρυσή ταφική μάσκα που αποδόθηκε στον Αγαμέμνονα, 19 σκελετοί και σαράντα κιλά χρυσά κτερίσματα. Ο Σλήμαν αναφωνεί : «Βρήκα τους σκελετούς του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας, του Ευρυμέδοντα και των μελών της οικογένειας του Πέλοπα!»

Και, φυσικά, σπεύδει να τηλεγραφήσει στον βασιλιά Γεώργιο Α΄:
 «...Εύρον εντός των Τάφων μεγάλους θησαυρούς αρχαϊκών αντικειμένων εκ καθαρού χρυσού. Οι θησαυροί ούτοι αρκούν και μόνον να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείον, που θα είναι το αξιολογώτερον του κόσμου. Και το οποίον ανά τους αιώνας θα ελκύει εις Ελλάδαν χιλιάδας ξένους από όλας τας χώρας…»

Για άλλη μια φορά είχε «χτυπήσει» σωστά, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν απλοί μύθοι, αλλά υπήρχε ιστορία σ’ εκείνους τους τόπους. Ως το τέλος της ζωής του (26 Δεκεμβρίου 1890) πίστευε ότι είχε πράγματι ανακαλύψει τους τάφους των Ατρειδών.
Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε χρόνια αργότερα, ο λαμπερός, χρυσός θησαυρός, ήταν  για άλλη μια φορά ( όπως και στην Τροία) άνθρακας: όσα ανακάλυψε ο Σλήμαν ανήκαν σε άρχοντες που έζησαν τουλάχιστον 300 με 400 χρόνια νωρίτερα από τους Ατρείδες...

Τα ευρήματα των Μυκηνών στεγάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, στην ειδική Μυκηναϊκή Αίθουσα.



ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΛΗΜΑΝ ΚΑΙ ΤΡΟΙΑ
Όταν ο μύθος έγινε ιστορία
Μέρος Α΄
Η ανακάλυψη της Τροίας
Της Δήμητρας  Παπαναστασοπούλου


Ο Ερρίκος Σλήμαν γεννήθηκε στο Νόϊμπόκοβ της Γερμανίας στις αρχές του 1822. Ο πατέρας του ήταν πάστορας και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Ρομαντικός, αλλά δραστήριος, υπήρξε λάτρης του Ομήρου και δεινός έμπορος, συνδυάζοντας δύο πράγματα επιφανειακά άσχετα.
Σε νεαρή ακόμη ηλικία έφυγε για το Άμστερνταμ. Μέσα σε μία μόνο χρονιά έμαθε ολλανδικά, ισπανικά, ιταλικά, πορτογαλικά και ρωσικά (τελικά έμαθε 22 γλώσσες!) Στη συνέχεια πήγε στη Ρωσία και μετά στο Παρίσι, όπου έμαθε αρχαία ελληνικά και λατινικά. Είναι ήδη μεγιστάνας του πλούτου από το εμπόριο του λουλακιού και θεωρεί ότι ήρθε η στιγμή να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο του όνειρο: τη μελέτη της αρχαίας ιστορίας της Ελλάδας, ποτισμένος ως το μεδούλι από την ποίηση του Ομήρου. Χωρίζει την Ρωσίδα σύζυγό του Αικατερίνη Λυσέ και παρακολουθεί μαθήματα αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1866-1870.
Τον Φεβρουάριο του 1868 έστειλε μια επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος : «...Εδώ στο Παρίσι όπου βρίσκομαι, υπάρχουν πολλές όμορφες γυναίκες, η μια πιο γοητευτική από την άλλη. Και είναι δια να ξέρετε Άγιε Πάτερ, η κάθε μια τους ένας πειρασμός. Δεν θα ήθελα να μπλέξω με μια Γαλλίδα, γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να βρω κοντά της, την αληθινή ευτυχία...».
Ο Αρχιεπίσκοπος του απάντησε στέλνοντας μια φωτογραφία της 17χρονης ξαδέλφης του Σοφίας, κόρης του Αθηναίου υφασματέμπορου Εγκαστρωμένου και θείου του. Ο Σλήμαν ήρθε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς και ο Αρχιεπίσκοπος τον πάντρεψε με τη Σοφία.
Ένα επιβλητικό τριώροφο μέγαρο, κατασκευή Ερνέστου Τσίλλερ, έγινε το σπίτι τους, που ονομάστηκε από τον Σλήμαν Ιλίου Μέλαθρον, δηλαδή Παλάτι του Ιλίου(=Τροίας). Το ζευγάρι απέκτησε ένα κορίτσι, την Ανδρομάχη, και ένα αγόρι, τον Αγαμέμνονα.

Το 1870 το ζευγάρι έφυγε για τον Μαρμαρά της Μικράς Ασίας και ακολούθως κατευθύνθηκε στον λόφο Χισαρλίκ της Τουρκίας, όπου άρχισε να ανασκάπτει, έχοντας οδηγό τον... Όμηρο. Η Σοφία στάθηκε δίπλα του ως σύντροφος και ως πολύτιμη βοηθός. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί σύγχρονες μεθόδους αρχαιολογικής έρευνας τον 19ο αιώνα, ακριβώς τις ίδιες που χρησιμοποιούνται και σήμερα.
Την Τροία την αναζήτησαν κι άλλοι πολλοί, νωρίτερα, χωρίς κανείς να καταφέρει να ορίσει πού βρισκόταν η αρχαία πόλη των Ομηρικών επών. Ο Σλήμαν, έχοντας ανα χείρας τα βιβλία του Ομήρου, όμως, στην καρδιά το άσβεστο πάθος και στις τσέπες του το πολύτιμο χρήμα, οδηγήθηκε στον συγκεκριμένο λόφο. Εκεί βρήκε τον βρετανό αρχαιολόγο Φράνκ Κάλβερτ, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να ανασκάπτει χωρίς επιτυχία. Τα χρήματα που διέθετε είχαν τελειώσει όταν έφτασε το ζεύγος Σλήμαν και γνωρίστηκαν. Έτσι, ο Κάλβερτ αποχώρησε και ο Σλήμαν συνέχισε ακριβώς στο ίδιο σημείο.
Το 1872 ανακάλυψε ερείπια τειχών, βέβαιος ότι επρόκειτο για τα οχυρωματικά τείχη της ομηρικής Τροίας. Εκτός από τους εργάτες που απασχολούσε, ανάσκαπτε και ο ίδιος και η Σοφία. Έτσι, στις 30 Μαϊου 1873, ανάμεσα στα ευρήματα είδαν  μια ορειχάλκινη ασπίδα, μια χύτρα, ένα αργυρό αγγείο, ένα ορειχάλκινο αγγείο, ένα χρυσό, δύο χρυσά κύπελλα, ένα μικρό κύπελλο από ήλεκτρο, δύο χρυσά διαδήματα, 56 χρυσά σκουλαρίκια και 8.750 χρυσά δαχτυλίδια και κουμπιά.
Το ζευγάρι αποφάσισε να το κρατήσει μυστικό από όλους- παρά τον ενθουσιασμό του-ώστε να μη μπορέσει να διεκδικήσει τα ευρήματα η τουρκική κυβέρνηση.
Ο Ντέϊβιντ Τρέηλ, καθηγητής κλασικής φιλολογίας του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας των ΗΠΑ, στο βιβλίο του «Ο Σλήμαν της Τροίας: Θησαυρός και απάτη» που εκδόθηκε το 1995, γράφει:

...Ολόκληρος ο τότε Τύπος αναμετέδιδε την εικόνα που ο Σλήμαν είχε πλάσει: «Μέσα στη φλεγόμενη Τροία, ενώ οι Αχαιοί είχαν κυριεύσει την πόλη και πυρπολούσαν τα πάντα, μια αρχόντισσα προσπαθούσε να γλιτώσει τα κοσμήματά της. Παγιδεύτηκε στα ερείπια του σπιτιού της και πέθανε αγκαλιά με τα χρυσαφικά της: Ιδού τα ερείπια του καμένου σπιτιού, ιδού ο σκελετός, ιδού το κολιέ, ιδού και το δαχτυλίδι της».
Ο σκελετός, όμως, είχε βρεθεί αλλού, ανήκε σε άλλη από την καταστροφή εποχή και κανένα βέβαια στοιχείο δε μαρτυρούσε πως επρόκειτο για αρχόντισσα. Σε ένα τρίτο σημείο είχε βρεθεί το δαχτυλίδι και σ’ ένα τέταρτο το κολιέ. Ο Σλήμαν τα είχε μαζέψει κι είχε στήσει το δικό του σκηνικό, πετυχαίνοντας να κάνει πάταγο.
 Κατάφερε να στρέψει πάνω του και πάνω στην Ιλιάδα και στον Όμηρο τα φώτα της διεθνούς δημοσιότητας, αλλά κατάστρεψε πολύτιμα για τους ιστορικούς στοιχεία. Δεν είχε ιδέα από στρωματογραφία κι ούτε που κατάλαβε ότι δεν είχε ανακαλύψει μία αλλά εννέα Τροίες. Παρουσίασε ως «θησαυρό του Πριάμου» ένα θησαυρό κατά χίλια χρόνια αρχαιότερο, βρήκε μιαν ασπίδα και τη χρέωσε στον Αχιλλέα, δωροδόκησε εργάτες κι έβγαλε από τη χώρα σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα και καταγγέλθηκε για τη «θησαυρομανία» του, ανοιχτά...

Ήταν απόλυτα φυσικό να έρθει αντιμέτωπος με την τουρκική κυβέρνηση για την απόκρυψη του θησαυρού. Ο Σλήμαν δεν προήθηκε. Απευθύνθηκε στην ελληνική κυβέρνηση για να δεχθεί τον θησαυρό, με αντάλλαγμα μια άδεια ανασκαφής στις Μυκήνες.
Αλλά, γι’ αυτό, θα μιλήσουμε την επόμενη εβδομάδα.




Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

ΤΟΝΤΑ ΡΑΜΠΑ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Με το καλοκαίρι προ των πυλών, συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον μεγάλο μας συγγραφέα, έστω και ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω...
Σειρά για τον Ιούνιο έχει το μυθιστόρημά του Τόντα Ράμπα, ένας πραγματικός γύρος του κόσμου με ήρωες διαφορετικούς σε κάθε χώρα, αλλά στην ουσία έναν. Κάνουμε στάση στην Μπουχάρα και αναπνέουμε τον δικό της αέρα...
---
Ο νοτιοδυτικός άνεμος του Καρακούμ φυσά στη Μπουχάρα και τα λασπόσπιτα θρίβουνται και ξεχαρβαλώνουνται. Ο αγέρας είναι παραγιομισμένος στυφές μυρουδιές από σαπημένα πεπόνια, από κανέλα και κάτουρο. Δεξά ζερβά στα πεζοδρόμια απλώνουνται φαρδιά ντιβάνια σκεπασμένα με κόκκινα χαλιά και κίτρινες ψάθες. Αμίλητοι, σταυροποδιασμένοι, οι μουσουλμάνοι πίνουν κοκτσάι, πράσινο τσάι, και δροσιστικά σερμπέτια. Όλες οι κεφαλές αστράφτουν, σκεπασμένες με τουμπετέϊκας- φέσια κεντημένα με χρυσό και λούλουδα αστραφτερά. Καμήλες αργοκίνητες με μακρύ ρυθμικό βήμα περνούν τα παζάρια τα γιομάτα ίσκιο.
   Μια κοπελίτσα κάπου εφτά χρόνω περνά. Τα μαλλιά της αλειμμένα με δαφνόλαδο, γυαλοκοπούν στον ήλιο, απλώνουνται σε λιγνές πάμπολες κοτσίδες πάνω στους αδύνατους ώμους, κατεβαίνουν και σιγανοτρέμουν πάνω στα μικρά, καλοζυγιασμένα κιόλας λαγόνια. Κάθε κοτσίδα τελειώνει σ’ ένα μικρό ασημένιο νόμισμα ή σ’ ένα τρύπιο κοχύλι του Σεραφσάν, του ποταμού με το φαρμακερό νερό, ή σ’ ένα μικροσκοπικό μπρούτζινο μισοφέγγαρο. Η κοπελίτσα περνά και τιτινίζει. Από το κορμί της βγαίνει, όπως μικρό ζο που βρίσκεται σε οργασμό, μια πηχτή μυρουδιά από μόσχο. Τα μαύρα μάτια της τα βαμμένα με σουρμά σκορπούν βαριές και φιλήδονες ματιές.
   Η καυτή σκόνη ανεβαίνει στρουφιχτά, χώνεται στα κορμιά και τα κόκαλα. Διψάς, σκάς. Αξάφνου να ο Κόκ- Γκούμπας, ο «πράσινος θόλος» του μεγάλου Τζαμιού, ο μεντρεσές Σίρ-Αράμπ και το τζαμί Μαγκάκ-ι- Αλτάρα! Η καρδιά και τα μάτια δροσίζουνται. Πάνω από τα λάσπινα τούτα χαμόσπιτα κι απ’ αυτή τη βρώμικη ανθρώπινη μάζα, ο Θεός αστράφτει όπως πελώριο λουλούδι κάκτου- νέος, φιλήδονος και άσπλαχνος, ρουφώντας και μετουσιώνοντας τις λάσπινες ρίζες του- ανθρώπους και χαμόσπιτα. Ο άνθρωπος ο διψασμένος, κακομοιριασμένος, που σέρνεται μέσα στη σκόνη, σηκώνει τα μάτια, τον αντικρίζει και χαμογελά. Όχι ο θεός∙ αυτός ο ίδιος ο σκούληκας είναι, που έγινε πεταλούδα.

Και ο Αμίτα σηκώνει κι αυτός τα μάτια και αμογελά. Μπουχάρα! Μπουχάρα! Πόσο λαχτάρησε τη στιγμή τούτη! Ένιωθε σαν αμάρτημα στην ασκητική Μόσχα τη σαρκική τούτη χαρά του. Δεν ορκίστηκε να παραιτηθεί από την τέχνη και την ομορφιά και ν’ αφοσιωθεί ολόκληρος στο αυστηρό χρέος της τωρινής στιγμής; Ναι... ναι... μα, να, γευόταν τώρα ηδονικά το γλυκο τούτο απαγορευμένο καρπό: την Μπουχάρα!
   Περνά γρήγορα το σκοτεινό παζάρι με τις στέγες από δοκάρια μπογιατισμένα και ψάθες. Χώνεται μες στα στενά, βρώμικα δρομάκια: εδώ δουλεύουν τις γυριστές γυναίκειες παντούφλες∙ και τα κόκκινα και πράινα χάμουρα για γαϊδούρια και άλογα. Εκεί σφυροκοπούν το μπακίρι και φτιάχνουν λεπτά καφέμπρικα σε σχήμα πουλιού...
   Ο Αμίτα βιάζεται να φτάξει στο βάθος, στ’ όμορφο περουζένιο τζαμί. Είχε ακούσει, καταμεσίς στο πολύβουο παζάρι, τη φωνή του μουεζίνη, καθαρή, κυριαρχική, να πετιέται στον αγέρα όπως σπαθί γυμνό. Καλούσε απελπισμένα τους πιστούς στη μεσημεριάτικη προσευχή: Λαϊλάχ, ιλ Αλλάχ...
   Σκυλι΄λουφάζουν στη σκιά, χοντροί αγάδες περνούν θρονιασμένοι πάνω σε γαϊδούρια, γυναίκες μουσουλμάνες, το πρόσωπο σκεπασμένο με χοντρό μαύρο πανί, περνούν σέρνοντας τα στραβοπατημένα πέδιλά τους... Αξάφνου, πελώριος πετιέται ο θόλος του τζαμιού, ολόκληρος φτιαγμένος από γαλάζια και σξ πορσελάνη. Αστράφτει κάτω από τον ήλιο, όπως τέντα μυθικού σουλτάνου, στημένη μέσα στη λάσπη, περιχυμένη από μετάξι και σμαράγδια. Νιώθεις ότι ο θεός που κατοικεί κάτω από ένα τέτοιο θόλο αγαπά τη γήινη ζωή και τα θερμά χρώματα και τις σκεπασμένες γυναίκες.




Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΤΖΙΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η Πλατεία Κοτζιά είναι μια από τις πιο σημαντικές κεντρικές πλατείες της πρωτεύουσας.  Κατά την Τουρκοκρατία στη συμβολή των οδών Ευπόλιδος και Απελλού υπήρχε ένας ναός του Αγ. Δημητρίου, του επονομαζόμενου Τζηρίτη. Αυτό το προσωνύμιο οφειλόταν στο «τζιρίτι» που σήμαινε «έφιππος ακοντισμός». Ήταν ένα πολεμικό τούρκικο αγώνισμα το οποίο ελάμβανε χώρα εκεί ακριβώς, αν και υπήρχαν κι άλλες περιοχές της Αθήνας που το φιλοξενούσαν.
Στο πρώτο πολεοδομικό σχέδιο των Αθηνών (1833) οι Στ. Κλεάνθης και Εδ. Σάουμπερτ οραματίζονταν μια μεγάλη πλατεία, τον περίφημο «κήπο του λαού», που θα εκτεινόταν από την Ομόνοια ως την οδό Ευριπίδου.
Η πλατεία αυτή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, θα περιελάμβανε κτίρια με στοές, όπου θα υπήρχαν κατοικίες στον όροφο και καταστήματα στο ισόγειο, ενώ ο ελεύθερος χώρος θα κοσμούνταν με δενδροστοιχίες και αναβρυτήρια.
Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, λόγω του τεράστιου κόστους της απαλλοτρίωσης των οικοπέδων. Έτσι, το 1851 με Βασιλικό Διάταγμα καταργήθηκε και μέρος της περιοχής οικοπεδοποιήθηκε. Διατηρήθηκε ελεύθερο μόνο το κεντρικό μέρος της, αυτό που σήμερα βρίσκεται μπροστά από το Δημαρχείο και την Εθνική Τράπεζα, επειδή τα ρέματα που το διέσχιζαν δυσκόλευαν την οικοδόμηση.
Εκείνα τα χρόνια, η περιοχή ήταν γνωστή ως «στα Κανόνια» ή «Πλατεία Γυμνασίων», λόγω των πυροβόλων που βρίσκονταν σε υπόστεγο στην ανατολική πλευρά, καθώς και των στρατιωτικών ασκήσεων που εκτελούνταν εκεί. Οι σπουδαστές της Σχολής Ευελπίδων έκαναν επίσης τις ασκήσεις ιππασίας σ’ αυτόν τον χώρο. Λεγόταν ακόμη και «Πλατεία Λουδοβίκου», μια αναφορά στον πατέρα του βασιλιά Όθωνα.
Όταν την δεκαετία του 1870 άρχισε να κατασκευάζεται το Δημοτικό Θέατρο, το όνομα άλλαξε σε «Πλατεία Νέου Θεάτρου». Πληθώρα ονομάτων ακολουθούν λόγω των επιβλητικών κτιρίων που την περικλείουν σιγά-σιγά: «Πλατεία Ταχυδρομείου», «Πλατεία Εθνικής Τραπέζης», «Πλατεία Δημαρχείου».
Επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη πραγματοποιήθηκε ασφαλτόστρωση των δρόμων γύρω από το Δημοτικό Θέατρο, ενώ αναμορφώθηκε ο Κήπος μεταξύ Εθνικής Τραπέζης και Δημοτικού Θεάτρου με φοίνικες και παρτέρια. Τότε τοποθετήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων- όπως έγινε και σε άλλες πλατείες της πόλης- ένα μικρό ξύλινο κιόσκι.
Στον μεσοπόλεμο, γύρω από την πλατεία υπήρχαν υπαίθρια μαγαζάκια προσφύγων μικροπωλητών: τσαγκάρηδων, κουρέων κλπ.  Το 1939 το Δημοτικό Θέατρο κατεδαφίστηκε με πρωτοβουλία του υπουργού-διοικητή πρωτευούσης Κ.Κοτζιά, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες. Ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς είχε χρηματίσει Δήμαρχος Αθηναίων μεταξύ 1934-1936 και έμεινε γνωστός για την κατασκευή των προσφυγικών κατοικιών της οδού Αλεξάνδρας.
Το 1951, μετά δηλαδή τον θάνατο του Κ.Κοτζιά, η πλατεία πήρε το όνομά του. Δύο χρόνια μετά, όταν με την ανακατασκευή της πλατείας Ομονοίας απομακρύνθηκαν από εκεί τα ανθοπωλεία, μεταφέρθηκαν στην Πλατεία Κοτζιά και τα περίπτερα στήθηκαν παράλληλα με την οδό Αιόλου. Στο κέντρο της πλατείας τοποθετήθηκε ένα μαρμάρινο συντριβάνι και γύρω του παρτέρια πρασίνου.
Κατά την μεταπολεμική περίοδο πολυώροφα κτίρια υψώθηκαν γύρω από την πλατεία τόσο από μπετόν όσο και από γυαλί. Εργάτες έκαναν στέκι την πλατεία, αναζητώντας ένα μεροκάματο.
Το 1977 η πλατεία άλλαξε πάλι όνομα και έγινε «Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως». Τα Κυριακάτικα πρωινά εμφανιζόταν τότε ο Σαμψών επιδεικνύοντας το ρωμαλέο του σώμα.
Αν και έχουν περάσει από τότε σαράντα ακριβώς χρόνια, οι Αθηναίοι δίνουν ραντεβού στην «Πλατεία Κοτζιά»...



ΗΩΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης, η Ηώς, σύμφωνα με κάποιες δοξασίες είχε μητέρα τη Νύχτα και πατέρα έναν Γίγαντα, τον Πάλλαντα. Ο Βορράς, ο Νότος και ο Ζέφυρος είναι γιοί της που τους απόκτησε από τον Αστραίο, ενώ ο Ησίοδος προσθέτει και ένα τέταρτο γιό, τον Εωσφόρο-εκείνον που φέρνει την αυγή∙ τα αμέτρητα άστρα του ουρανού είναι επίσης δικά της παιδιά.

Το μοναδικό θέαμα της χαραυγής με τη σύγχρονη υποχώρηση του σκότους και την «εξαφάνιση» των φωτεινών άστρων, οι αρχαίοι μας πρόγονοι τα «έδεσαν» στο πρόσωπο της Ηώς, της προσωποποίησης της Αυγής αποδίδοντάς της τα υπέροχα επίθετα της ροδοδάχτυλης, της χιονβλέφαρης, της φωτεινής, της χαρωπής, της λευκής, αλλά και της χρυσοπέδιλης.
Είναι εκείνη που τρέχει στον ουρανό πετώντας με τα φτερά της ή ιππεύοντας το άλογό της ή οδηγώντας το δικό της άρμα με τα λευκά ή κόκκινα άλογα, έχοντας προπομπό τον Αυγερινό και συνοδεία τους αέρινους γιούς της. Είναι εκείνη που στο πέρασμά της η Νύχτα φεύγει υποχωρώντας στην μακρινή Δύση και η θεά του φωτός απλώνεται πάνω σε θάλασσες και στεριές, χύνει με το άπατο κανάτι της δροσιά στη γη, ξυπνά όλη την πλάση και ετοιμάζει τον ερχομό του Ήλιου.
Οι παραδόσεις την θέλουν να έχει εξοργίσει την Αφροδίτη, αφού ο Άρης βρέθηκε στο κρεββάτι της, κι εκείνη να την καταριέται να μη βρίσκει ποτέ ικανοποίηση, παρά ν αβρίσκεται σε μια διαρκή και μάταιη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου.

Τι έκρυβαν οι δοξασίες της Ηούς;
-την αρχέγονη ιδέα της θεάς του φωτός που καταδιώκει, αιχμαλωτίζει και εξουσιάζει τον δαίμονα του σκοταδιού, έναν γίγανατ του νυχτερινού ουρανού, κι αυτό το καταδεικνύουν οι ετυμολογίες των ονομάτων Ωρίων, Κέφαλος και Αστραίος.
-τον συσχετισμό της θεάς του πρωινού με την αυγή της ζωής του ανθρώπου και την πίστη ότι η γυναικεία θεότητα παίρνει μαζί της τα παλικάρια που πεθαίνουν πάνω στη νιότη τους.
-την πίστη ότι η θεά, ως γυναίκα, απαιτεί το μερίδιό της από τα όμορφα παλικάρια της ανθρώπινης κοινότητας, μια πίστη κατοχυρωμένη με σχετικό λατρευτικό  τυπικό που προβλέπει ανθρωποθυσίες, και
-το προνόμιο της βασίλισσας στις μητριαρχικές κοινωνίες στην ύπαρξη πολλών εραστών, διαδοχικών ή ταυτόχρονων, έναν θεσμό που διαφαίνεται και μέσα από τους μύθους της Ελένης και της Πηνελόπης.

Αλληγορίες της ημέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους είναι και το αργό, ατελείωτο σβήσιμο της ζωής του Τιθωνού(του όμορφου θνητού νέου που ερωτεύθηκε βαθιά και τον πήρε μαζί της, ξεχνώντας να ζητήσει να του χαρισθεί η αιώνια νεότητα) σε βαθιά γεράματα, κάτω από την ακοίμητη φροντίδα της Ηούς, όπως και το ξεψύχισμα του Μέμνονα στην αγκαλιά της.
Το παλάτι της Ηούς ήταν στον μακρινό Ωκεανό κι εκεί έφερε στον κόσμο τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα, καρπούς του έρωτά της με τον Τιθωνό. Εκεί στο μεταίχμιο του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών, στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης, στο μεταίχμιο της ημέρας και της νύχτας. Έτσι, ο Μέμνων συμβόλιζε την νύχτα και ο Ημαθίων την ημέρα. Ο Ημαθίων βρίσκεται στη χώρα των Εσπερίδων, στα σύνορα της ημέρας, ενώ ο Μέμνων βασιλεύει στην χώρα των Αιθιόπων, σύμβολο της νύχτας.
Ο Μέμνων ξεκίνησε από τη χώρα των Αιθιόπων με μεγάλο στρατό να βοηθήσει τους Τρώες που πολεμούσαν με τους Έλληνες. Εκεί, έπεσε νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα. Η Ηώς πήρε το νεκρό σώμα του γιού της και το μετέφερε στον Κάτω Κόσμο, χύνοντας δάκρυα πυκνά, δάκρυα που μούσκεψαν τη γη και χλώμιασαν το πρωινό, δάκρυα που μάζεψαν σύννεφα και έκρυψαν τον Ήλιο. Ή θεά του φωτός ήταν τόσο απλεπισμένη, που το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μείνει για πάντα εκεί, στο βασίλειο των σκιών και του θανάτου, να φέγγει μόνο για το γιό της.
Όμως, η τάξη των πραγμάτων την ήθελε στο φως κι εκεί ξαναγύρισε, βρίσκοντας τη λησμονιά σε άλλες, αμέτρητες ερωτικές περιπέτειες.