The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ- Αδερφοφάδες
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Προχωρώντας το βιβλίο, γίνεται όλο και δυσκολότερο να διαλέξω ένα κομμάτι. Όλα μου αρέσουν, όλα θέλω να σας τα μεταφέρω- όλα δείχνουν το μεγαλείο της γραφής του. Ας είναι. Εδώ ας σταθώ, όπως είπε ο ποιητής...

  
   Ο Βάσος έσκυψε το κεφάλι, έπεσε σε λογισμούς∙ θυμήθηκε το σπίτι του, θυμήθηκε τις τέσσερεις αδερφάδες του, που έμεναν στο ράφι ανύπαντρες∙ χρόνια και χρόνια δούλευε μαραγκός να μαζέψει λίγα λεφτά να τις παντρέψει∙δούλευε, δούλευε, τι κατάφερε; Μεροδούλι μεροφάι, τίποτα δεν περίσσευε. Κι ήταν τέσσερεις, τον κοίταζαν στα μάτια πικραμένες, όλο παράπονο. Η πρώτη, η Αριστέα, είχε πια μαραθεί∙έπεσαν τα στήθια της, αφού του κάκου περίμεναν, τόσα χρόνια, ένα χάδι να στυλωθούν∙χόντρυναν οι τρίχες στο απανωχείλι της, την πείραζαν κεφαλόπονοι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, κι είχε γίνει κακιά, όλο νεύρα. Κάποτε, χωρίς λόγο, την έπαιρναν τα κλάματα,έπεφτε κάτω και σκλήριζε. Ο πατέρας πέθανε γρήγορα, δεν πρόφτασε να την παντρέψει∙κι ο Βάσος ήταν μικρός, δούλευε σ’ ένα μαραγκούδικο, βιάζουνταν να γίνει μάστορας, να βγάλει λεφτά,να την προικίσει, μα δεν το αξιώθηκε∙κι η Αριστέα τώρα τον καταριόταν, τον φώναζε ανάξιο κι αναίσθητο, ρίχνουνταν με τα νύχια της και τον γρατσούνιζε και ξεσπούσε σε θρήνο. Η δεύτερη, η Καλλιρόη, ολημέρα στον αργαλειό, ύφαινε τα προυκιά της∙είχε λιώσει, τα μάγουλά της βούλιαξαν, άρχισε κι αυτή να βγάζει μουστάκι, πρόβαινε το δειλινό στο κατώφλι, στολισμένη, πουδραρισμένη, μα κανένας δε γύριζε να τη δει∙και τρύπωνε πάλι μέσα, έμπαινε στον αργαλειό και ύφαινε τα προυκιά της. Η τρίτη, η Τασούλα, ήταν έξυπνη, καμωματού, το στήθος της όρθιο, τα μάτια της γαρίδα και κοίταζε τους άντρες∙αυτή ξεπόρτιζε, είχε φιλενάδες κι είχε βάλει στο μάτι ποιόν να πάρει,έναν αγαθούλη ψιλικατζή, τον Αριστειδάκη, και πηγαινόρχουνταν μπροστά από το μαγαζάκι του και κουνούσε τους γοφούς της. «Δεν τη φοβούμαι αυτή» συλλογίζουνταν ο Βάσος «δεν περιμένει να’ρθουν να την πάρουν∙παίρνει αυτή με το σπαθί της. Κι η τέταρτη, η Δροσούλα, είναι ακόμα μικρή, πάσει στο σκολειό, θα γίνει, λέει, δασκάλα. Δεν τη φοβούμαι κι αυτή∙ τις μεγάλες συλλογιέμαι∙πρέπει να μαζέψω λεφτά, να τις παντρέψω, να μην έχω το κρίμα τους στο λαιμό μου. Πρέπει, πρέπει... Να προφτάσω κι εγώ τη γυναίκα που αγαπώ, να μην τη χάσω∙ πώς να παντρευτώ, Θεέ μου, πώς να παντρευτώ πριν τις παντρέψω και τις τέσσερεις;»
   Αναστέναξε∙σήκωσε το κεφάλι, είδε μπροστά του το δεμένο αντάρτη∙ είχε κι αυτός σκυμμένο κάτω το κεφάλι και συλλογίζουνταν.
   Έκαμε να του δώσει μιαν κλοτσιά, να τον βρίσει, να τον φτύσει, να ξεσκάσει∙μα ευτύς το μετάνοιωσε∙η καρδιά του θαρρείς κι είχε μαλακώσει.
   -Ε, φουκαρά, είπε, φτωχός είσαι και συ σαν και μένα∙παλεύεις κι εσύ, κακομοίρη, και δεν ξέρεις ποιός σού φταίει∙μα μπάς και ξέρω κι εγώ; Ο Θεός έδωκε στους φτωχούς τα μάτια μονάχα για στολίδι.
   -Εγώ, σύντροφε, είπε ο νέος, αρχίζω και βλέπω∙δεν καλοξεδιακρίνω ακ΄μα, μα αρχίζω και βλέπω. Θα δεις και συ- πώς σε λένε, με το καλό;
   -Βάσο, από τη Σάμο∙ μαραγκός.
   -Εμένα, Γιάννη, από το Βόλο.
   -Έχεις αδερφάδες;
   -Όχι, δόξα σοι ο Θεός∙είμαι μοναχογιός και μοναχοπαίδι∙ο κύρης μου πέθανε από το πιοτό, κι η μάνα μου, για να με θρέψει, ξενοδούλευε, έκανε μπουγάδες στα πλούσια σπίτια∙τώρα πιάστηκε, δεν μπορεί να σαλέψει. Κάθε μέρα βάζει έναν συγγενή της και μού γράφει, κι η καρδιά μου σκίζεται όταν διαβάζω τα γράμματά της. «Υπομονή, υπομονή, μάνα» της αποκρίνουμαι «εσένα και μόνο συλλογιέμαι, γρήγορα θα γυρίσω».
   Αναστέναξε.
   -Πότε; Μουρμούρισε∙ πότε; Μπορεί και να μην την ξαναδώ∙ να, σήμερα παρά τρίχα, Βάσο, να με σκοτώσεις.
   Ο Βάσος κοκκίνησε, έκαμε να μιλήσει- μα τι να πει; Πώς να το πει; Το μυαλό του είχε σαστίσει∙έβλεπε τη γριά μάνα του παιδιού, την παράλυτη, έβλεπε τις τέσσερεις αδερφάδες, τις ανύπαντρες, έβλεπε τα τέσσερα ροζωμένα χέρια πού τα’ χε φάει η δουλειά, χωρίς όφελος, μούγκρισε, αγριεύτηκε. Και χωρίς να ξέρει τι κάνει, πετάχτηκε απάνω, φόρεσε τις αρβύλες του, έσκυψε στο δεμένο αντάρτη, του’λυσε τα χέρια.
   -Άντε στο διάολο, του φώναξε, φεύγα! 


Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Η Ιουλία Ιωάννου γράφει για το βιβλίο «Ανεξέλεγκτο πάθος» της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου – Εμπειρία Εκδοτική


«Τα πράγματα ποτέ δεν έρχονται όπως τα υπολογίζεις και πολλές φορές δεν δίνεις την πρέπουσα σημασία σε άλλα, που τα μάτια σου δεν τα αξιολογούν ως σοβαρά. Όμως αυτές οι αβλεψίες κουβαλούν συμφορές. Σύμφορές που δεν πληρώνεις μόνον εσύ, αλλά και άλλοι, αθώοι».
Είχα διαβάσει και το προηγούμενο βιβλίο της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου, «Από ξύλο και ασήμι» και μου άρεσε ο τρόπος που με τις διηγήσεις της καταφέρνει να σε μεταφέρει πίσω στο χρόνο με τόσο ωραίες περιγραφές και διείσδυση στα γεγονότα που καλείται να αφηγηθεί.
Στο νέο της μυθιστόρημα «Ανεξέλεγκτο πάθος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική, η αναμέτρηση των ηρώων με τα λάθη του παρελθόντος που κουβαλούν στις ψυχές τους, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που περιβάλλει τον αναγνώστη είτε πρόκειται να διαβάσει για το σήμερα, είτε για γεγονότα που συνέβησαν δύο αιώνες πριν. Η ιστορία σε μεταφέρει νοερά στους πρόσφυγες που γλίτωσαν από την καταστροφή της Σμύρνης και πάλεψαν να βρουν μια νέα ζωή κοντά στον Πειραιά, και τις περιοχές που κατακλύστηκαν από χιλιάδες αθώες ψυχές. Από το παρελθόν όμως εκείνο μας μεταφέρει στο παρόν της κεντρικής ηρωίδας, της Φρίντας και στον τρόπο που εκείνη αντιμετωπίζει τη ζωή.
Η ευαισθησία, η ευγνωμοσύνη, η αξιοπρέπεια, είναι στοιχεία στο χαρακτήρα ενός ανθρώπου που δεν τα αποκτάει στο διάβα της ζωής του, αλλά πρέπει να τα νιώθει βαθιά μέσα του. Έτσι λοιπόν παρακολουθούμε την αποφασισμένη κοπέλα να θέλει να ξεφύγει από τη φτώχεια και τη δυστυχία με κάθε τρόπο, να μην έχει ηθικές αναστολές μπροστά σε τίποτα και να καταφέρνει να ζήσει το παραμύθι που κάθε γυναίκα ονειρευόταν. Η γνωριμία της με τον Στέφανο Λεμονή και η ζωή που εκείνος της προσφέρει, η αγάπη και η εμπιστοσύνη που απολαμβάνει στον περίγυρό της είναι μερικά μονάχα από τα καλά που της επιφύλασσε η μοίρα.
Παράλληλα η ιστορία μας μεταφέρει σε ένα ακόμη πιο μακρινό παρελθόν, όπου αποκρυπτογραφείτε η πορεία ζωής της οικογένειας Λεμονή, από το 1800, αλλά και νωρίτερα με τις αφηγήσεις για τους προγόνους και τον τρόπο που κατάφεραν να πλουτίσουν μέσα από το εμπόριο και τις ναυτιλιακές εταιρείες σε πολλά μέρη του κόσμου.
Μια ιστορία που εμπλουτίζει τις γνώσεις του αναγνώστη με πληροφορίες γύρω από το εμπόριο, ιδίως κατά την περίοδο των πολέμων, αλλά δίνοντας τόσα στοιχεία όσα χρειάζεται κάθε φορά, χωρίς να κουράζει ή να μακρηγορεί. Ίσως βέβαια με τα τόσα πολλά ονόματα και τις τόσες πολλές αναφορές στις οικογένειες Λεμονή να χαθεί για λίγο, αλλά έχει τόσο ενδιαφέρον να μάθεις τι απέγινε ο καθένας που προχωράς με αμείωτη ένταση την αφήγηση.
Η ονειρεμένη ζωή της Φρίντας δίπλα στο Στέφανο την οδηγεί στην πανέμορφη Ισπανία και την Ανδαλουσία, στην Γρανάδα μέσα από τις εξαιρετικές περιγραφές, τις ιστορίες γύρω από την πλούσια σε παράδοση χώρα και ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας ερωτικής αφήγησης γύρω από τους παθιασμένους χορούς φλαμένγκο, αλλά και των ταυρομαχιών στη Σεβίλλη, καθώς νιώθεις ότι οσφραίνεσαι το αίμα να ρέει στην αρένα, να μαγεύεσαι από το πάθος των θεατών, να τυφλώνεσαι από τα χρώματα της γιορτής που ζουν όλοι μαζί μέσα στο στάδιο, ίδιος θεατής κι εσύ μέσα στο μαγεμένο και εκστασιασμένο πλήθος.
Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να αδιαφορεί για τα αισθήματα των άλλων, να μην ενδιαφέρεται για τα όσα έχει καταφέρει να αποκτήσει και μέσα σε μια στιγμή να παίρνει το ρίσκο να τα γκρεμίσει όλα για ένα ανεξέλεγκτο πάθος που δεν είναι καν έρωτας;
Κι όμως, τα μεγαλύτερα λάθη τα κάνουμε χωρίς ουσιαστικό λόγο, ίσως από ένα καπρίτσιο της μοίρας που θέλει να μας παιδέψει… να μας οδηγήσει να ζήσουμε και στον παράδεισο αλλά και στην κόλαση της επίγειας ζωής…
Είναι τόσα πολλά τα σημαντικά στοιχεία που θα πρέπει κάποιος να αναφέρει για να καλύψει όλη την ιστορία, που καλό θα ήταν να μην στερήσω τη μαγεία σε κάποιον να το ανακαλύψει μόνος του!
Ένα ανεξέλεγκτο πάθος που απογειώνει τον αναγνώστη, και του αφήνει την αίσθηση ότι ταξίδεψε σε χώρες άγνωστες, σε χρόνους μακρινούς, σε ψυχές που είχαν θάψει βαθιά τα κρυφά τους αισθήματα και που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να τα ζήσουν, να τα εκφράσουν…
Ένα μυθιστόρημα που είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και που αφήνει στο τέλος την αίσθηση ότι η μοίρα του ανθρώπου είναι προδιαγεγραμμένη και πως ίσως και χωρίς τη δική μας συγκατάθεση, ό,τι είναι να συμβεί θα συμβεί…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Κοκκινιά και Καστέλα. Φτώχια και πλούτος. Δύο πρόσωπα του Πειραιά, με ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσά τους.
Ο έρωτας και το πάθος μπορούν, άραγε, να εκμηδενίσουν τα εμπόδια και τις διαφορές;
Η Φρίντα, μεγαλωμένη μέσα σε υλικές και συναισθηματικές στερήσεις, αρπάζει το χέρι μιας απρόσμενης τύχης και βλέπει τη ζωή της να αλλάζει μαγικά. Μία αλλαγή εντυπωσιακή, που ορκίζεται να τη διατηρήσει πάση θυσία.
Ψάχνοντας να βρει το μυστικό που κρύβει η πεθερά της, ανακαλύπτει, ως θεατής, το πάθος που κυβερνά την ισπανική ψυχή, μέσα από τις ταυρομαχίες, τον χορό και το τραγούδι. Ένα πάθος που τη συνταράζει όταν φτάνει στην καρδιά της Ανδαλουσίας, στη Γρανάδα.
Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα της γίνεται η αφορμή ώστε να αποκαλυφθεί το παρελθόν της οικογένειάς της και να ανατραπεί η μέχρι τότε ζωή της. Ένα ανεξέλεγκτο πάθος κυριεύει τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Θα καταφέρει να το διαχειριστεί;
Ένα μαγευτικό ταξίδι στον μεταπολεμικό Πειραιά, στο συναρπαστικό Λονδίνο, στην παραμυθένια Ισπανία και στην πλανεύτρα Θεσσαλονίκη. Στους τόπους όπου έζησαν, αγωνίστηκαν, αγάπησαν και μίσησαν, πρόδωσαν και προδόθηκαν οι ήρωες. Ήρωες άλλοτε δυνατοί και άλλοτε αδύναμοι, που αναζητούν την ευτυχία με πάθος, αφήνοντάς το να τους παρασύρει, να τους καταπιεί. Να τους καρφώσει την καρδιά… με ένα κοφτερό μαυριτανικό μαχαίρι…



Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Το ταξίδι στο χρόνο και στην Τραπεζούντα συνεχίζεται με μια τιμητική αναφορά στην Παναγία Σουμελά( στα ποντιακά: σου-Μελά,δηλαδή, από το όρος Μελά).
Το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά αποτελεί αναμφίβολα το πλέον ονομαστό θρησκευτικό ίδρυμα του Πόντου. Βρίσκεται περίπου 40 χλμ. ΝΔ της Τραπεζούντας,σκαρφαλωμένο στο απόκρημνο όρος Μελά.

Η παράδοση λέει ότι ιδρύθηκε το 386. Οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν από την Παναγία στις απάτητες βουνοκορφές του όρους Μελά, όπου ανακάλυψαν την εικόνα της Παναγίας, για να ιδρύσουν ένα μοναστήρι προς τιμήν της. Την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας την ανακάλυψαν σε ένα σπήλαιο του Μελά, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, τοποθετημένη εκεί από Αγγέλους κατ’ εντολή Της. Πρόκειται για μία από τις εικόνες της Παναγίας που εικονογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και μεταφέρθηκε στην Αθήνα μετά τον θάνατό του από τον μαθητή του Ανανία, όπου τοποθετήθηκε σε μια εκκλησία, αφιερωμένη στην Θεοτόκο( γι’ αυτό και η προσωνυμία Αθηνιώτισσα).
Ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, με τη βοήθεια της γειτονικής μονής Βαζελώνα έκτισαν μέσα στην ίδια σπηλιά ένα κελί και αργότερα μια μικρή εκκλησία.
Το μικροσκοπικό-τότε-μοναστήρι είχε σοβαρό πρόβλημα ύδρευσης, αλλά λύθηκε με θαύμα. Οι σημερινοί προσκυνητές αδυνατούν να καταλάβουν, πώς αναβλύζει νερό μέσα από ένα γρανιτένιο βράχο επί τόσους αιώνες. Και το θαύμα δεν σταματά εκεί: το νερό που αναβλύζει έχει θεραπευτικές ιδιότητες, και αυτές του οι ιδιότητες έφεραν πολλούς προσκυνητές στα απόκρημνα βράχια όχι μόνο χριστιανούς, αλλά και μουσουλμάνους.

Οι ιστορικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, όμως, τοποθετούν την ίδρυση του μοναστηριού στον 10ο ή 11ο αιώνα, όταν η απειλή των αραβικών και των ληστρικών επιδρομών έγιναν παρελθόν.
Η φήμη του μοναστηριού εδραιώθηκε στους αιώνες που βασίλεψαν οι Μεγάλοι Κομνηνοί, ενώ και οι ίδιοι οι αυτοκράτορες χρησιμοποίησαν το μοναστήρι πολλές φορές ως καταφύγιο.
Τα θαύματα που αποδίδονται στην Παναγία Σουμελά είναι άπειρα, αλλά θα σταθώ σε ένα της εποχής του Αλέξιου Γ’ Κομνηνού, που αφορά την διάσωσή του από πιθανό ναυάγιο. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που ο Αλέξιος Γ΄υπήρξε μέγας ανακαινιστής και δωρητής του περίφημου μοναστηριού.
Στην πόρτα της εισόδου της μονής υπήρχε μέχρι το 1650 και η εξής επιβεβαιωτική επιγραφή:

«Κομνηνός Αλέξιος, εν Χριστώ σθένων, πιστός Βασιλεύς,Στερρός, Ένδοξος, Μέγας,Αεισέβαστος,Ευσεβής, Αυτοκράτωρ Πάσης Ανατολής τε και Ιβηρίας, κτήτωρ πέφυκε της μονής ταύτης νέος(1360 μ.X.) INΔ  IΓ΄».


Εκτός από τον Αλέξιο, και άλλοι αυτοκράτορες μερίμνησαν με χρυσόβουλα την ενίσχυση των προνομίων και της περιουσίας της ασκητικής πολιτείας στο όρος Μελά, μη εξαιρουμένου και του Οθωμανού σουλτάνου Σελίμ Α΄, ο οποίος θεραπεύθηκε πίνοντας το θαυματουργό αγίασμα.

Το μοναστήρι συνέχισε να αποτελεί σπουδαίο θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο και στα χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση της Τραπεζούντας.
Το 1860 χτίστηκε κοντά στο σπήλαιο ένας εκπληκτικός και πανοραμικός ξενώνας, μαζί με άλλους λειτουργικούς χώρους για τις ανάγκες των προσκυνητών, ενώ δημιουργήθηκε και μια βιβλιοθήκη. Επίσης, όχι σε μεγάλη απόσταση από τη μονή, χτίστηκαν μικροί ναοί, αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους. Ένας από αυτούς, αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη, χτίστηκε σε απόσταση 12χλμ, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα. Ένα παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας βρίσκεται σε απόσταση μόνο 2 χλμ και είναι ο χώρος όπου έκρυψαν οι μοναχοί το 1922 τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, τον σταυρό του αυτοκράτορα Κομνηνού Μανουήλ Γ΄(1390-1417) και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου.
Ήταν η χρονιά (1922) που οι Τούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς, βάζοντας φωτιά, το μοναστήρι, αφού πρώτα έκλεψαν τα πολύτιμα αντικείμενα που φυλάσσονταν εκεί.

Το 1923 το μοναστήρι υπέστη τις συνέπειες των ιστορικών εξελίξεων και εγκαταλήφθηκε από τους μοναχούς που είχαν απομείνει.
Το 1930, στα πλαίσια της ελληνοτουρκικής φιλίας που προωθούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τούρκος ομόλογός του Ισμέτ Ινονού, δόθηκε άδεια σε μια αντιπροσωπεία να πάει στην Τραπεζούντα και να φέρει στην Ελλάδα τα κρυμμένα σύμβολα της Ορθοδοξίας.
Μόνο δύο μοναχοί του μοναστηριού βρίσκονταν εν ζωή: ο υπέργηρος Ιερεμίας που ζούσε στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης και δεν είχε δυνάμεις να ταξιδέψει και ο αρκετά νέος Αμβρόσιος Σουμελιώτης, που ήταν προϊστάμενος στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα της Τούμπας στην Θεσσαλονίκη.
Ο Ιερεμίας αποκάλυψε στον Αμβρόσιο που ήταν κρυμμένα τα ιερά κειμήλια και εκείνος αναχώρησε στα μέσα Οκτωβρίου για την Τραπεζούντα. Δεν άργησε να επιστρέψει με τα κειμήλια, χαρίζοντας στους Ποντίους της Ελλάδας, τον χαμένο τους Πόντο:
«Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος», έγραψε ο Υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης.
Είναι ο ίδιος που το 1931 προτείνει να βρεθεί μια περιοχή στην Ελλάδα, να χτιστεί μια εκκλησία και να ενθρονιστεί η θαυματουργή εικόνα, που την φιλοξενούσε ήδη το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Και γράφει στην εφημερίδα «Πατρίς» των Αθηνών :


 «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φοβούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»


Τελικά, είκοσι χρόνια αργότερα(1951), ο Κρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Κτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία των Ποντίων, θεμελιώνοντας την Νέαν Παναγία Σουμελά στην Καστανιά της Βέροιας, στο όρος Βέρμιο.
Η τεράστια εκκλησία έκτοτε είναι τόπος προσκυνήματος για όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, αν και δεν βρίσκεται σε βραχώδη και ερυμνήν περιοχή.

Όσο για την Παναγία Σουμελά της Τραπεζούντας, αναστηλώθηκε μόλις το 2001.





ΝΑΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Σειρά στο ονειρικό ταξίδι στους ναούς μας της αρχαιότητας έχει ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας. Κι αν πιστέψουμε όσα μας άφησε ο Παυσανίας, εκτός του ότι πρόκειται για έναν από τους επιβλητικότερους και σημαντικότερους ναούς, «ναν δ' σοι πελοποννησίοις εσί, μετά γε τόν ν Τεγέ προτιμτο οτος ν το λίθου τε ς κάλλος καί τς ρμονίας νεκα», δηλαδή, τον βρήκε δεύτερο σε σημασία ναό στην Πελοπόννησο, μετά τον ναό της Τεγέας.

Από τον 7ο π.Χ. αιώνα υπήρχε στην ίδια τοποθεσία ένας ναός αφιερωμένος από τους Φιγαλείς στον Απόλλωνα Βασσίτα, τον οποίο λάτρευαν ως Επικούριο, βοηθό και συμπαραστάτη στις ασθένειες και στους πολέμους. Σ΄αυτόν τον αρχικό ναό έγιναν διάφορες προσθήκες/διορθώσεις δύο αιώνες αργότερα, από τις οποίες σώζονται ως σήμερα πολλά κομμάτια.

Ο σημερινός ναός ανεγέρθηκε στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα (420-410π.Χ.) μετά από υπόδειξη των ιερέων του Απόλλωνα από τους Δελφούς. Οι αρχαίες πηγές δεν είναι ξεκάθαρες ως προς το αν οι ιερείς έδωσαν μόνον οδηγίες για το σημείο κατασκευής του ναού και τον αρχιτεκτονικό ρυθμό ή αν πρόσθεσαν και άλλες για τον τρόπο κατασκευής του. Αρχιτέκτονας ήταν ο γνωστός Ικτίνος, ο κατασκευαστής του Παρθενώνα.
Σύμφωνα με την μυθολογία μας, ο Απόλλων εγκατέληψε τη γη από τον συγκεκριμένο ναό, επιστρέφοντας στο άστρο του Σείριου. Ο Σείριος ήταν ο τόπος όπου βασίλευε και από όπου θα επιστρέψει ξανά, μέσω του συγκεκριμένου ναού του.
Θεμελιωμένος πάνω σε φυσικό βράχο του όρους Κωτιλίου, σε ύψος 1.130μ., βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου, μεταξύ Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας, σε ένα απόκρημνο ψήλωμα, που αφήνει τον επισκέπτη άναυδο με το δυσπρόσιτο και την αγριότητα του τοπίου. Ακόμη και στις μέρες μας, με όλες τις ευκολίες που διαθέτουμε, η επίσκεψη είναι επίπονη.

Η πλαγιά πάνω στην οποία είναι χτισμένος ο ναός διαμορφώθηκε τεχνητά σε οριζόντιο επίπεδο και ο ναός τοποθετήθηκε έκκεντρα σε μια ειδική πέτρινη βάση. Στη βάση αυτή τοποθετήθηκαν στρώσεις από πλάκες που ενώνονταν μεταξύ τους με ανοδείδωτους σιδερένιους συνδετήρες, γεμάτους με μόλυβδο για να απορροφούν τους κραδασμούς. Κάτω από τη βάση τοποθετήθηκαν στρώματα αργίλου και βότσαλα θαλάσσης.
Αν και λέγεται ότι αυτή η ιδιάζουσα κατασκευή-μοναδική  στον κόσμο- κάνει τον ναό να  μετατοπίζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να βλέπει πάντα το σημείο του βορρά, είναι σίγουρο ότι πρόκειται για έναν από τους δύο  καλύτερα διατηρημένους αρχαίους ναούς της πατρίδας μας( ο άλλος είναι του Ηφαίστου).

Η επιμήκης περίπτερη δομή του (39,87 Χ 16,13μ.) είναι κατασκευασμένη από τοπικό ανοιχτό γκρίζο ασβεστόλιθο. Η εξωτερική εξάστηλη κιονοστοιχία έχει αυστηρό δωρικό ρυθμό, με μη λαξευμένες μετόπες. Στο εμπρόσθιο τμήμα τόσο του πρόναου όσο και του οπισθόδομου υπάρχουν δύο κίονες,  επίσης δωρικού ρυθμού. Ωστόσο, στον σηκό υπάρχει μια σειρά εντοιχισμένων ιωνικών κιόνων και στο νότιο τμήμα, όπου και το άδυτο, υψώνονται άλλοι δύο κίονες ιωνικού ρυθμού στο μακρινό άκρο λοξών τοίχων. Ανάμεσά τους, βρίσκεται ένας και μοναδικός κίονας κορινθιακού ρυθμού. Το κιονόκρανό του αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα κορινθιακού ρυθμού και θεωρείται πρότυπο.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα του ναού είναι ο προσανατολισμός: είναι κατασκευασμένος με διεύθυνση βορρά-νότου, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που έχουν διεύθυνση ανατολή-δύση. Κάποιες πηγές το αποδίδουν σε παραδόσεις των αρχαίων Αρκάδων. Θα εισάγω, όμως και ένα άλλο αληθινό στοιχείο: ο προσανατολισμός του ναού βλέπει πάντα το σημείο του Βορρά, τον αστερισμό του Σείριου, δηλαδή το άστρο του Κυνός, από όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία μας, και όπως ανέφερα παραπάνω, καταγόταν ο θεός Απόλλων.

Η διακόσμηση κεντρίζει το ενδιαφέρον λόγω των διαφορετικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν: τοίχοι, βάσεις, κίονες από ασβεστόλιθο, κορινθιακό και ιωνικά κιονόκρανα από μάρμαρο Δολιανών, όπως και οι μετόπες της ζωφόρου, τα ερείσματα και τα κεραμίδια της οροφής.
Μέσα στο ναό, χωρίς να υπάρχει το καθιερωμένο βάθρο, υπήρχε ένα χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα, ύψους 12 ποδιών. Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι όταν ιδρύθηκε η Μεγαλόπολη μεταφέρθηκε εκεί και τοποθετήθηκε μπροστά από τον ναό του Λυκαίου Δία. Έκτοτε, αγνοείται η τύχη του.

Η ζωφόρος σ’ αυτόν τον ναό περιτρέχει το εσωτερικό του σηκού, και όχι, όπως συνήθως, το εξωτερικό του ναού. Τα θέματά της είναι δύο: η μάχη με τις Αμαζόνες, που απεικονίζζεται σε 11 κομμάτια, και η μάχη Κενταύρων-Λαπιθών    ( ένα αγαπημένο θέμα, που είχε ήδη εμφανιστεί στις μετόπες του Παρθενώνα) σε επίσης 11 κομμάτια. Το κεντρικό και τελευταίο κομμάτι αναπαριστούσε τον Απόλλωνα, ο οποίος, με τη βοήθεια της Άρτεμης, έφερνε τη δικαιοσύνη στον κόσμο, μετά την αναταραχή που είχαν προκαλέσει οι δύο αιματοχυσίες. Τα εκπληκτικά «ζωντανά» γλυπτά αποδίδονται στον γλύπτη Παιώνιο- εκείνον που φιλοτέχνησε και το άγαλμα της Νίκης (Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας).

Η ζωφόρος, φίλες και φίλοι, εκλάπη επί Τουρκοκρατίας με τις ευλογίες του Βελή Μπέη (γιού του Αλή Πασά), επωλήθη στους Άγγλους και κομμάτια της κοσμούν σήμερα το Βρεττανικό Μουσείο, το Μουσείο του Λούβρου και του Μονάχου.

Η πρώτη σημαντική ζημιά έγινε όταν έπεσε η στέγη, λόγω της φυσικής φθοράς των ξύλινων δοκών που την συγκρατούσαν και μια ακόμη σοβαρότερη τον 1ο μ.Χ. αιώνα, όταν προσπάθησαν να αποσπάσουν τον μόλυβδο από τις συνδέσεις της βάσης.
Στα 1765, ο Γάλλος αρχαιολόγος J.Bocher ταυτοποίησε τον ναό και η πρώτη συστηματική ανασκαφή ξεκίνησε στα 1812.
Ακολούθησαν οι αρχαιοκαπηλείες, η κλοπή της ζωφόρου και τον επόμενο αιώνα πλέον η Αρχαιολογική Εταιρία άρχισε ανασκαφές και αναστηλωτικές επεμβάσεις.
Έντονη εντύπωση προκαλεί το πλήθος των όπλων- ιδιαίτερα των αμυντικών- που βρέθηκαν, προφανώς δείγματα ευγνωμοσύνης και προσφοράς στον Επικούριο Απόλλωνα.
Ωστόσο, η σοβαρότερη καταστροφή έγινε στη νότια πλευρά του ναού: προκλήθηκαν (μάλλον από τους αρχαιοκαπήλους)  καθιζήσεις στο δάπεδο και στα νότια σκαλοπάτια, οι κίονες έχασαν την κατακόρυφο και ένας έσπασε. Η έκταση της καταστροφής είναι τόση, που  ο ναός δεν βλέπει πλέον το σημείο του βορρά, αλλά παρουσιάζει απόκλιση περίπου είκοσι μοιρών.

Ο ναός σήμερα, δυστυχώς, είναι καλυμένος με μια κακόγουστη τέντα- Κύριος οίδε για ποιούς λόγους. Όταν πήγα εγώ, δεν την είχαν τοποθετήσει ακόμη, κάνοντάς με ευτυχή που πρόλαβα να τον δω στο φως του ήλιου.


















Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου






Φεβρουάριος, φίλες και φίλοι, και συνεχίζω το μεγάλο αφιέρωμα στον Καζαντζάκη ξεφυλλίζοντας το μυθιστόρημά του : Αδερφοφάδες. Απολαύστε μια εξαίσια περιγραφή των αναστεναριών!



   Το πρωί πού ξυπνούσε κι άνοιγε το σταυρωτό παραθυράκι του κελιού του κι έβλεπε κατάστηθά του το κακοκτράχαλο βουνό, την Αϊτοράχη,χωρίς νερά, χωρίς δεντρά, χωρίς πουλιά, όλο πέτρα, αναστέναζε∙ο νους του έφευγε και γύριζε πίσω στο αρχοντοχώρι όπου τώρα κι εβδομήντα χρόνια εόχε γεννηθεί, στον Άι-Κωσνταντίνο, πέρα, μακριά πολύ, σ’ ένα αμμουδερό ακρογιάλι της Μαύρης Θάλασσας. Τι ησυχία, τι ευτυχία, πόσο το φρόντιζε ο Θεός! Σίγουρα ό,τι στορούσε το μεγάλο κόνισμα, ζερβά του Χριστού, στο τέμπλο της εκκλησιάς του χωριού, δεν ήταν θεοπαρμένη φαντασία του ζωγράφου, ήταν αήθινό: ο προστάτης του χωριού, ο ισαπόστολος Κωνσταντίνος, κρατούσε στην απαλάμη του, σα μια φωλιά αυγά, το χωριό και το απίθωνε στα πόδια του Θεού. Κι όταν έμπαινε ο Μάης κι έφτανε η γιορτή του Αγίου, τι μεθύσι ιερό χωρίς κρασί, τι θεοκατάνυξη κυρίευε το χωριό! Πώς όλοι ξεχνούσαν τις καθημερινές έγνοιες, ξεχνούσαν πώς ήταν ανθρώπινα σκουλήκια, και πετούσαν πολύχρωμες, μεγάλες ίσαμε τον ουρανό, φτέρουγες! Μπορεί το λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο; Αναρωτόταν ο παπα-Γιάνναρος∙ μπορεί, μπορεί, αποκρίνουνταν ο ίδιος, μα μονάχα για μιάν ώρα, για δυό ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει∙ αυτό θα πει αιωνιότητα, αυτό θα πει Πυρκαγιά του Θεού, που οι απλοί ανθρώποι το λένε Παράδεισο.
   Πολλές φορές είχε μπεί στον Παράδεισο ετούτον ο παπα-Γιάνναρος, το αναθυμόταν στο άγριο πετροχώρι ετούτο κάθε πρωί, κι ο νους του έφευγε και ταξιδεύουνταν πέρα, ξαναγύριζε στη Μαύρη Θάλασσα. Ήταν ένα ιερό αδελφάτο μέσα στο χωριό, εφτά νομάτοι,οι Αναστενάρηδες, αυτό ήταν το ιερατικό τους τ’ όνομα, κι αυτός, ο παπα-Γιάνναρος, ήταν ο αρχηγός,ο Αρχιαναστενάρης. Παλιά, παμπάλαιη τελετή,που μπορεί να ξεπερνούσε τα χρόνια της χριαστιανοσύνηςκαι ν’αποκρατούσε από την παμπάλαιη ειδωλολατρεία. ‘Αναβαν μεγάλη φωτιά στη μέση του χωριού, μαζεύουνταν ψαλμουδώντας τριγύρα ο λαός, έρχουνταν οι μουζικάντες με τη λύρα και με τη γκάϊδα, άνοιγε η πόρτα της εκκλησιάς και πρόβαιναν γυμνοπόδαροι οι Αναστενάρηδες, σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τους «παππούδες»- τα παλιά κονίσματα του Αγίου Κωνσταντίνου και της μάνας του της Αγίας Ελένης. Δεν ήταν οι άγιοι αυτοί ζωγραφισμένοι, όπως συνηθίζεται πάντα,σε ιερατική ακινησία∙είχαν ανασηκωμένα τα πόδια τους, ανασκούμπωναν τα χρυσά ρούχα τους και πηδούσαν στον αέρα χορεύοντας.

   Ως να τους δούν, αγρίευαν η λύρα κι η γκάϊδα,πηδούσε ξεφρενιασμένος ο αχός, έσερνε φωνές ο λαός,πολλές γυναίκες έπεφταν κάτω και σπάραζαν∙ κι οι Αναστενάρηδες προχωρούσαν γοργά, ο ένας πίσω από τον άλλο, και τραβούσε μπροστά ο παπα-Γιάνναρος, βιαστικός, με σηκωμένο το λαιμό, και τραγουδούσε άγρια ερωτικά τραγούδια στο Θάνατο το θυμοκράτη, που μας ανοίγει-ας είναι καλά!- τη θύρα και μπαίνουμε στην αιωνιότητα. Οι φλόγες είχαν κατακάψει τ’ αγιασμένα ξύλα, τριζοκοπούσε η θρακιά, και μ’ ένα πήδο σάλτερνε μέσα ο παπα-Γιάνναρος και πίσω του το αδελφάτο όλο, οι πυροβάτες, λαχπατούσαν τ’ αναμμένα κάρβουνα κι άρχιζαν το χορό∙ κι ο παπα-Γιάνναρος έσκυβε,φούχτωνε αναμμένα κάρβουνα και τα πετούσε, τραγουδώντας, στο λαό∙ σα να κρατούσε αγιαστούρα και ράντιζε τους πιστούς με αγιασμένο νερό. Τι θα πεί Παράδεισο κι αιώνια ζωή και Θεός; Να, ετούτη η φωτιά είναι η Παράδεισο, ετούτος ο χορός είναι ο Θεός και δε βαστούσε μια μονάχα στιγμή, μα στους αιώνες των αιώνων!   

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ (1083-1153)
Μεγάλη Κομνηνή ή Αναχουτλού
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Η Άννα, η Μεγάλη Κομνηνή, εκτός από πριγκίπισσα ήταν γιατρός και ιστορικός, μια πραγματική λόγια της εποχής της.
Πρωτότοκη κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκαινας, εγγονή της Άννας Δαλασσηνής και συγγραφέας του αξιολώτατου έργου Αλεξιάς, γεννήθηκε στην Πορφύρα, δηλαδή στο δωμάτιο του ανακτόρου της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο γεννιούνταν οι αυτοκρατορικοί γόνοι. Για ένα διάστημα ήταν διάδοχος του πατέρας της, μέχρι που γεννήθηκε ο αδελφός της Ιωάννης Μέγας Κομνηνός.
Έλαβε εξαιρετική μόρφωση, ιδιαίτερα στην κλασσική γραμματεία, ενώ παράλληλα σπούδασε μαθηματικά, μουσική, αστρονομία και ιατρική.

Το 1091, σε ηλικία μόλις εννέα ετών μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄και εννέα χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Δούκα, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.
Στα 1118 πέθανε ο πατέρας της, αλλά ο σύζυγός της δεν συνέδραμε στην συνωμοσία εναντίον του αδελφού της και νόμιμου διαδόχου του θρόνου, στην οποία την οδήγησε η ματαιοδοξία και η φιλοδοξία της, με αποτέλεσμα να αποτύχει.
Ο Βρυέννιος πέθανε το 1137 και η Άννα αποσύρθηκε στην Αγία Μονή Κεχαριτωμένης, όπου συνέγραψε το μεγάλο της έργο Αλεξιάς (15 κεφάλαια/βιβλία), όπου αναφέρεται στην ιστορία του αγαπημένου της πατέρα. Τόσο η γλώσσα, όσο και η μορφή του κειμένου αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα του αττικισμού. Είναι ένα σημαντικό έργο-πηγή για την Α΄Σταυροφορία και πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.
Πηγές της, εκτός των προσωπικών της βιωμάτων, υπήρξαν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ατταλειάτης, ο Σκυλίτζης και ο Βρυέννιος.

Αναφερόμενη στον πατέρα της, η Άννα Κομνηνή τον επαινεί με αναφορές στην ρητορική του δεινότητα και στο παρουσιαστικό του («στον βασιλικό θρόνο είχε και χάρη και μεγαλείο») παρά το γεγονός ότι ο Αλέξιος Α΄ήταν μεν γυμνασμένος, αλλά κοντόχοντρος. Τα εγκωμιαστικά της λόγια- που κινούνται στα όρια της ιστορικής πραγματικότητας, χωρίς αναφορές στο ηγεμονικό του έργο- είναι μία ακόμη απόδειξη της εξαιρετικής της κλασικής παιδείας και της συγγραφικής της ικανότητας.

Να, ένα δείγμα από την Αλεξιάδα, σε μετάφραση της ιστορικού Αλόης Σιδέρη:

"Ακάθεκτος κυλάει ο χρόνος και στην αέναη κίνησή του παρασύρει και παραλλάζει τα πάντα και τα καταποντίζει στο βυθό της αφάνειας. Πότε πράγματα ασήμαντα και πότε μεγάλα και αξιομνημόνευτα και, όπως λέει ο τραγικός ποιητής, φέρνει στο φως τα άδηλα και κρύβει τα φανερά. Αλλά ο λόγος της ιστορίας γίνεται φράγμα πανίσχυρο για το ρεύμα του χρόνου και σταματάει κατά κάποιον τρόπο την ακάθεκτη ροή του κι απ' όσα συμβαίνουν στο κύλισμά του, συγκρατεί και περισφίγγει όλα όσα επιπλέουν και δεν τ' αφήνει να ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς. Αυτή τη διαπίστωση έχω κάμει εγώ, η Άννα, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών".

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης  της αφιέρωσε το ποίημα  Άννα Κομνηνή στα 1920, παρουσιάζοντάς την να θρηνεί για τη χηρεία της:        


Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της.
 «Και ρείθροις δακρύων», μας λέγει,
 «περιτέγγω τους οφθαλμούς..... Φευ των κυμάτων»
 της ζωής της,
 «φευ των επαναστάσεων».
Την καίει η οδύνη
 «μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».
Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε(κι ας μην τ’ ομολογεί)
η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει·
μα την πήρε σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Όταν πέθανε η Άννα Κομνηνή- εξακολουθεί να είναι άγνωστο το πότε ακριβώς- τάφηκε κοντά στον πατέρα της, στην Μονή Παμμακάριστου.







.