The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ
Του ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Σειρά στο αφιέρωμα, φίλοι μου, έχει ένα έργο που το είχα δει με ορθάνοιχτα μάτια στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του κινηματογράφου ΠΑΛΛΑΣ στη γενέτειρα πόλη μου, τη Λάρισα, στα ευαίσθητα χρόνια της εφηβείας μου. Πρωταγωνιστές ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και η εκτυφλωτική Ελίζαμπεθ Ταίηλορ. Όσοι έχετε δει αυτή τη βερσιόν, με καταλαβαίνετε...

Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Σαίξπηρ και στο  έργο του.
Το έγραψε γύρω στα 1607 και παίχθηκε ως θεατρικό στα 1623. Η πλοκή βασίζεται στην μετάφραση του Τόμας Νόρθ, πάνω στους Βίους Παράλληλους του δικού μας Πλουτάρχου, σ’ εκείνον που αφορά την ζωή του Μάρκου Αντωνίου. Ο Νόρθ έκανε τη μετάφραση το 1579 και ο Σαίξπηρ άφησε αυτούσιες πολλές φράσεις του Νόρθ.
Η υπόθεση έχει ως εξής:

Ο Μάρκος Αντώνιος, ένας από τους τρείς δυνατούς(τριαρχία) της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας(Οκταβιανός και Λέπιδος οι άλλοι δύο) βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και παραμελεί τα καθήκοντά του, γοητευμένος από τα κάλλη της βασίλισσας του τόπου, της Κλεοπάτρας. Συνεχίζει να αγνοεί τα προβλήματα της πατρίδας του, ακόμη και την άτυχη επανάσταση της τρίτης του συζύγου, της Φούλβιας, εναντίον του Οκταβίου και τον θάνατό της.
Ο Οκταβιανός καλεί τον Αντώνιο στη Ρώμη. Χρειάζεται τη βοήθειά του για να στραφεί εναντίον του Σέξτου Πομπήιου, του Μενεκράτη και του Μηνά, τρεις άγριους πειρατές που λυμαίνονται την Μεσόγειο.
Η Κλεοπάτρα εκλιπαρεί τον Αντώνιο να μη φύγει, όμως εκείνος, τη βεβαιώνει για τα βαθιά του αισθήματα και φεύγει.

Στη Ρώμη, κάποιος ρίχνει την ιδέα να παντρευτεί ο Αντώνιος την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία, ώστε η συμμαχία και η φιλία των δύο ανδρών να ενισχυθεί. Και κάποιος ψυθιρίζει στον Αντώνιο ότι δεν τον συμφέρει να πάει ενάντια στη θέληση του Οκτάβιου...
Ο Αινόβαρβος, ο σημαιοφόρος του Αντωνίου, αντιλαμβάνεται ότι η Οκταβία δεν θα καταφέρει ποτέ να ικανοποιήσει τον Αντώνιο, μετά από όσατού έχει προσφέρει η Κλεοπάτρα. Σ’ ένα πασίγνωστο κείμενο, περιγράφει τη γοητεία της βασίλισσας:
«Ο χρόνος δεν περνά από πάνω της, δεν την βαριέσαι ποτέ. Έχει μια ανεξάντλητη ποικιλία:τις άλλες γυναίκες τις χορταίνεις, όσα σου δίνουν τελειώνουν γρήγορα, αλλά αυτή σ’ αφήνει πάντα πεινασμένον, αυτό είναι που σε ικανοποιεί περισσότερο».




Στην Αίγυπτο, η Κλεοπάτρα μαθαίνει για τον γάμο του Αντώνιου με την Οκταβία και ξεσπά μανιασμένη στον αγγελιαφόρο. Ηρεμεί κάπως, μόνον όταν οι κοπέλες της συνοδείας της την βεβαιώνουν ότι η Οκταβία είναι άσχημη: κοντή, με χαμηλό μέτωπο, στρογγυλοπρόσωπη, με άσχημα και λίγα μαλλιά.

Σε μια σύγκρουση, η τριαρχία διαπραγματεύεται με τον Σέξτο Πομπήιο και του προσφέρουν ανακωχή. Μπορεί να κρατήσει για λογαριασμό του τη Σικελία και τη Σαρδηνία, αλλά θα πρέπει να τους βοηθήσει να καθαρίσουν τη θάλασσα από τους πειρατές και να τους πληρώσει φόρο υποτέλειας. Ο Σέξτος Πομπήιος, μετά από τον πρώτο δισταγμό, συμφωνεί.
Γιορτάζουν τη συμφωνία μεθοκοπώντας στη γαλέρα του Σέξτου, αλλά ο Οκταβιανός αποχωρεί νωρίς. Ο Μηνάς προτείνει στον Σέξτο να σκοτώσουν τους τρεις Ρωμαίους και να γίνει ο Σέξτος Πομπήιος κυβερνήτης της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.Εκείνος αρνείται, θεωρώντας ατιμωτική μια τέτοια πράξη. Αργότερα, ο Οκταβιανός και ο Λέπιδος σπάζουν την ανακωχή και στρέφονται και πάλι εναντίον του Σέξτου Πομπήιου. Αυτό, όμως, εξαγριώνει τον Αντώνιο.



Ο Αντώνιος επιστρέφει στην Αίγυπτο, όπου, σε μια αστραφτερή τελετή, εκείνος και η Κλεοπάτρα στέφονται βασιλείς της Αιγύπτου και του ενός τρίτου της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας( του μεριδίου του Αντώνιου, δηλαδή).Στη συνέχεια κατηγορεί τον Οκταβιανό ότι δεν τού παραχωρεί το μερίδιό του από τις εκτάσεις του ηττημένου Σέξτου Πομπήιου, οργισμένος συγχρόνως που ο Οκταβιανός έχει φυλακίσει τον Λέπιδο και τού αφήρεσε την εξουσία που τού αναλογούσε.
Ο Οκταβιανός δυσαρεστείται από τη συμπεριφορά του Αντωνίου. Οι δύο άντρες θα πολεμήσουν ο ένας εναντίον του άλλου.
Ο Αινόβαρβος συμβουλεύει τον Αντώνιο να αντιμετωπίσει τον Οκταβιανό στη στεριά, εκεί που έχει το πλεονέκτημα και όχι στη θάλασσα όπου υπερτερεί ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος, με θολωμένη κρίση, δεν τον ακούει. Ο Οκταβιανός τον έχει κιόλας προκαλέσει για μια θαλάσσια αναμέτρηση κι εκείνος δεν μπορεί, παρά να δεχτεί.
Η Κλεοπάτρα προσφέρει τον στόλο της ως βοήθεια και ακολουθεί τον Αντώνιο. Στο Άκτιο, όμως, αποχωρεί και ο Αντώνιος την ακολουθεί σε έξαλη κατάσταση, αφήνοντας τους άνδρες του στην όποια χαλεπή μοίρα τους περιμένει. Ντροπιασμένος από την πράξη του, τα βάζει με την Κλεοπάτρα που τον έκανε δειλό, αλλά η καρδιά του, αδύναμη και δοσμένη για πάντα σε ‘κείνη, εκλιπαρεί:
«Δώσε μου ένα φιλί, έτσι για παρηγοριά, για εξαγορά...»
Ο Οκταβιανός στέλνει έναν αγγελιαφόρο στην Κλεοπάτρα και της ζητά να τον εγκαταλείψει, να πάρει το δικό του μέρος. Η Κλεοπάτρα διστάζει, φλερτάρει με τον αγγελιαφόρο... Ο Αντώνιος μπαίνει και γίνεται έξαλος μαζί της, διατάζει να μαστιγωθεί ο αγγελιαφόρος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να τη συγχωρήσει και να υποσχεθεί ότι αυτή τη φορά θα αντιμετωπίσει τον Οκταβιανό στη στεριά.




Την παραμονή της αναμέτρηση, οι στρατώτες του Αντώνιου βλέπουν περίεργους οιωνούς και θεωρούν ότι ο Ηρακλής εγκαταλείπει τον Αντώνιο, δεν τον προστατεύει πλέον. Ακόμη και ο Αινόβαρβος τον εγκαταλείπει, πηγαίνοντας με το μέρος του Οκταβιανού. Ο Αντώνιος, αντί να δημεύσει την κινητή περιουσία του Αινόβαρβου, τού την στέλνει. Ο Αινόβαρβος νιώθει τόσο πολύ ντροπιασμένος για την συμπεριφορά του, που πεθαίνει από καρδιακή προσβολή.

Ο Αντώνιος χάνει τη μάχη, αφού ο στρατός του τον εγκαταλείπει. Το ταραγμένο του μυαλό νομίζει ότι τον πρόδωσαν οι Αιγύπτιοι και απειλεί ότι θα σκοτώσει την Κλεοπάτρα για την προδοσία της.
Εκείνη, στη δική της απελπισία, θεωρεί ότι μόνον ένας τρόπος της έχει απομείνει για να κερδίσει τον Αντώνιο: να του μηνύσει ότι αυτοκτόνησε με το όνομά του στα χείλη της. Κλειδώνεται στο μαυσωλείο της και τον περιμένει.
Το σχέδιό της αποτυγχάνει. Ο Αντώνιος, αντί να τρέξει κοντά στη νεκρή αγαπημένη, αποφασίζει ότι δεν αξίζει να ζει. Εκλιπαρεί τον βοηθό του, τον Έρωτα, να τον σκοτώσει με το σπαθί του, αλλά εκείνος δεν το αντέχει και αντ’ αυτού, αυτοκτονεί.
Ο Αντώνιος δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το θάρρος και την γενναιότητα του Έρωτα και αποπειράται να τον μιμηθεί. Αυτό που πετυχαίνει είναι να τραυματισθεί. Μέσα στους πόνους που τον κυριεύουν, μαθαίνει ότι η Κλεοπάτρα είναι ζωντανή. Τρέχει κοντά της και πεθαίνει στην αγκαλιά της.

Ο Οκταβιανός προσπαθεί να πείσει την Κλεοπάτρα να παραδοθεί. Θυμωμένη εκείνη, αρνείται, με τη σκέψη μιας αλυσσοδεμένης γυναίκας να ποδοπατείται και να ντροπιάζεται στους δρόμους της Ρώμης.
Προδίδεται και αιχμαλωτίζεται από τους Ρωμαίους, δίνοντας στον Οκταβιανό όσα ζητά. Ωστόσο, ο θησαυροφύλακας λέει στον Οκταβιανό ότι δεν του τα έδωσε όλα, ότι κρατά κάποιο θησαυρό για τον εαυτό της. Κι άλλη προδοσία...
Ο Οκταβιανός την καλοπιάνει- δεν χρειάζεται τα πλούτη της, αλλά η σκλάβα Ντοραμπέλλα, προειδοποιεί την αγαπημένη της βασίλισσα, ότι ο πανίσχυρος Ρωμαίος την έχει στο μυαλό του μόνο για λάφυρο.




Η Κλεοπάτρα αυτοκτονεί, αφήνοντας το δηλητήριο ενός φιδιού να μπει στο αίμα της. Πεθαίνει ήσυχα και σε έκσταση, αναπολώντας τη γνωριμία της με τον Αντώνιο και την αγάπη τους. Οι σκλάβες της, Ίρα και Σαρμιάν αυτοκτονούν επίσης δίπλα της, ενωμένες μαζί της και στο θάνατο- όπως ήξεραν ότι ήταν καθήκον τους να κάνουν.
Ο Οκταβιανός βρίσκει τις τρεις γυναίκες νεκρές και νιώθει αντικρουόμενα αισθήματα. Οι θάνατοι του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας τού αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για να γίνει Αυτοκράτορας, αλλά τρέφει κάποια αισθήματα συμπάθειας γι’ αυτούς.
«Θα ταφεί δίπλα στον Αντώνιό της. Κανένας τάφος σ’ ολόκληρη τη γη δεν θ τους χωρίσει. Ένα τόσο διάσημο ζευγάρι..»
Και διατάζει να γίνει μια δημόσια, στρατιωτική κηδεία.


Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Με την ονομασία Σικελικοί Εσπερινοί είναι γνωστή η επανάσταση των Σικελών που έλαβε χώρα το 1282 εναντίον του καθεστώτος του Καρόλου  Ανδεγαυού (Ντ’ Ανζού), του Γάλλου  βασιλιά, ο οποίος με παπική συναίνεση είχε καταλάβει το βασίλειο της Σικελίας από το 1268 και είχε σκοπό να κατακτήσει και την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγος, σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄της Αραγονίας πιστεύεται ότι αναμείχθηκαν στην  λαϊκή εξέγερση, με τρόπο ώστε τελικά η Σικελία να περάσει στον έλεγχο της Αραγονίας.
Η επανάσταση πήρε αυτό το όνομα λόγω τού ότι ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της  Δευτέρας του Πάσχα (30 Μαρτίου 1282) και ήταν η αρχή ενός μακρού πολέμου, ο οποίος κράτησε είκοσι χρόνια.

Η αρχή έγινε στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, λίγο έξω από το Παλέρμο και διαδόθηκε με ταχύτητα αστραπής στο νησί. Επί έξι ολόκληρες εβδομάδες γίνονταν σφαγές Γάλλων στρατιωτών και κατοίκων.
Οι αφορμές δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένες, όσο αφορά τα ονόματα των εμπλεκομένων. Βλέπετε, πάντα οι αφορμές προέρχονται από λάθος πράξεις σε λάθος στιγμή, πολλές φορές από άσημους ανθρώπους. Πάντως, ενώ οι Σικελοί γιόρταζαν την γιορτή του Πάσχα στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, Γάλλοι αξιωματούχοι πέρασαν από εκεί για να πάρουν μέρος στη γιορτή, ήδη μεθυσμένοι και χωρίς να αντιλαμβάνονται τις εχθρικές διαθέσεις των ντόπιων.
Ένας από τους Γάλλους παρέσυρε μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα με ερωτικούς σκοπούς. Ο σύζυγός της τού επιτέθηκε με μαχαίρι και τον πλήγωσε θανάσιμα. Οι υπόλοιποι Γάλλοι επιχείρησαν να παρέμβουν και να πάρουν εκδίκηση, αλλά το πλήθος των Σικελών, που είχαν όλοι πάνω τους μαχαίρια, κινήθηκε εναντίον τους, με αποτέλεσμα να τους δολοφονήσουν όλους.
Ήταν η στιγμή που οι καμπάνες ήχησαν, σημαίνοντας τον Εσπερινό της Δευτέρας του Πάσχα. Άντρες έφυγαν τρέχοντας για το Παλέρμο καλώντας τον κόσμο να ξεσηκωθεί εναντίον των κατακτητών. Η φράση «θάνατος στους Γάλλους» κυριάρχησε και όποιος Γάλλος εμφανίστηκε μπροστά στο έξαλο πλήθος χτυπήθηκε, ανεξάρτητα με το αν ήταν γυναίκα ή παιδί. Σπίτια άνοιξαν δια της βίας και οι Σικελές που είχαν παντρευτεί Γάλλους δολοφονήθηκαν μαζί με τους συντρόφους τους.
Η 30η Μαρτίου που ξημέρωσε βρήκε 2000 Γάλλους νεκρούς και τους Σικελούς στασιαστές κύριους της πόλης τους, να έχουν ανακηρύξει το Παλέρμο Κοινότητα και έχουν εκλέξει ως αρχηγό τον ιππότη Ρογήρο Μαστράντζελο.
Η σημαία των Ντ’ Ανζού κατέβηκε και ανέβηκε ο αυτοκρατορικός αετός, ένα έμβλημα που τούς είχε παραχωρήσει ο Φρειδερίκος Β΄. Πρέσβεις έφυγαν αμέσως με μια επιστολή για τον Πάπα Μαρτίνο Δ΄, ζητώντας του να πάρει υπό την προστασία του την Κοινοτητά τους.
 Έξω από το Παλέρμο, στο Κάστρο του Βικάρι είχε καταφύγει ο Γάλλος δικαστικός εκπρόσωπος με κάποιους φίλους του. Επειδή η φρουρά του ήταν μικρή, διαπραγματευόταν τη ζωή του με το κάστρο. Ο χάρος είχε άλλα σχέδια. Ένας Σικελός έρριξε ένα βέλος και σκότωσε έναν από τους Γάλλους φίλους του δικαστή. Ήταν ένα σύνθημα για να σφάξουν όλους, όσους ήταν μέσα στο κάστρο.
Το παράδειγμα του Παλέρμο ακολούθησε και το Κορλεόνε και ανακήρυξε εαυτόν  Κοινότητα. Οι σφαγές των Γάλλων συνεχίζονταν, καθώς όλο και περισσότεροι Σικελοί μετείχαν στην εξέγερση. Στις 13 Απριλίου, δεκαπέντε μέρες μετά, όλο το δυτικό και κεντρικό κομμάτι της Σικελίας ήταν στα χέρια των στασιαστών και οι Γάλλοι των υπολοίπων περιοχών τρομοκρατημένοι.
Στις 28 Απριλίου η Μεσσήνη, η σημαντική πόλη-λιμάνι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει, πήγε με το μέρος των επαναστατών. Ο στόλος των Γάλλων που ήταν στο λιμάνι της πυρπολήθηκε.
Όταν αποκαταστάθηκε κάπως η τάξη στην πόλη της Μεσσήνης, το επόμενο σοβαρό βήμα που έπρεπε να γίνει ήταν να μαθευτούν τα νέα στην Κωνσταντινούπολη, θεωρώντας ότι ο Μιχαήλ Η΄ θα τους έστελνε χρηματική βοήθεια, αφού είχαν νικήσει τον κοινό τους εχθρό.
Ο Μιχαήλ Η΄ φέρεται να σημείωσε στο ημερολόγιό του: «εάν τολμούσα να ισχυριστώ ότι ήμουν όργανο του Θεού που έφερε την ελευθερία στους Σικελούς, θα έλεγα μόνον την αλήθεια».

Ο Κάρολος Ντ’ Ανζού βρισκόταν στην Νεάπολη και στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Αρκέστηκενα στείλει έναν υποναύαρχο με τέσσερις γαλέρες να επιτεθεί. Εκείνος, όμως, όταν έφτασε στη Μεσσήνη, καταδιώχτηκε από τις γαλέρες των Σικελών, οι οποίοι τού αιχμαλώτισαν τις δύο.
Και τότε, ο Κάρολος κατάλαβε απόλυτα τι συνέβαινε. Ξεχνώντας την εκστρατεία εναντίον της Πόλης, στράφηκε εναντίον της Σικελίας, έχοντας την υποστήριξη του Πάπα, ο οποίος είχε αγνοήσει το γράμμα των Σικελών και τον Μάϊο, μάλιστα, αναθεμάτισε όχι μόνο τους επαναστάτες αλλά και όσους τους βοήθησαν.
Ο Κάρολος ζήτησε βοήθεια και από τη Γαλλία. Ο Γάλλος βασιλιάς Φίλιππος φοβόταν τον Πέτρο Γ’ της Αραγονίας. Τού έστειλε μια επιστολή ζητώντας εγγυήσεις ότι η Αραγονία δεν θα στρεφόταν εναντίον του Καρόλου. Αν το έκανε, αυτό θα σήμαινε εχθρική ενέργεια και η Γαλλία θα έστελνε στρατό εναντίον της Αραγονίας.
Ο Πέτρος Γ΄ απάντησε αδιάφορα ότι ετοιμαζόταν να χτυπήσει τους Μαυριτανούς της Αλγερίας. Πράγματι, στις 3 Ιουνίου ξεκίνησε χωρίς να βιάζεται για τις αφρικανικές ακτές. Σταμάτησε για ανεφοδιασμό στη Μινόρκα και μετά άραξε στο Κόλλο, σε μια πολύ βολική απόσταση από τη Σικελία, περιμένοντας τις εξελίξεις.

Ο Κάρολος ετοίμασε ένα μεγάλο στρατό και στόλο, αποφασισμένος να χτυπήσει τη Σικελία σκληρά και αποτελεσματικά και στρατοπέδευσε βόρεια της Μεσσήνης. Ο Πάπας έστειλε τον καρδινάλιο Γεράρδο της Πάρμας στη Σικελία για να εξασφαλίσει την άνευ όρων παράδοση, ενώ ο Κάρολος υποσχόταν ένα σωρό μεταρρυθμίσεις.
Οι Σικελοί, όμως, ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν μέχρι τέλους. Δίπλα τους ήρθαν και κάποιοι Γενουάτες, που θεωρούσαν τον Κάρολο εχθρό.
Οι επιθέσεις του Καρόλου, που ξεκίνησαν στις 6 Αυγούστου  αναχαιτίσθηκαν με επιτυχία, εμψυχώνοντας τους Σικελούς, που πολεμούσαν όλοι, άνδρες και γυναίκες πολίτες, κάτω από συνεχείς κατακλυσμιαίες βροχές. Ωστόσο, στάθηκαν τυχεροί με τις σοδειές τους σε φρούτα και λαχανικά, και με τα ψάρια που έπιαναν, αποφεύγοντας μια πιθανή λιμοκτονία, καθώς η πολιορκία στη Μεσσήνη στένευε, αν και χωρίς αποτέλεσμα.
Οι Σικελοί νικούσαν, αλλά συναισθάνονταν τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Ο Πάπας Μαρτίνος Δ΄δεν δεχόταν να γίνει το νησί τους ανεξάρτητο. Έπρεπε να βρουν μια λύση. Κι αυτή η λύση ήταν ο Πέτρος Γ΄της Αραγονίας.
Ο Καταλανός Γουλιέλμος του Καστελανού, απεσταλμένος του Πέτρου Γ΄πήγε στο Παλέρμο και ήρθε σε επαφή με τους επαναστάτες και τους πρόσφερε τη λύση, την οποία δέχτηκαν με προνοητικότητα.
Τρείς εκπρόσωποί τους έφυγαν με τον Γουλιέλμο και πήγαν να ικετέψουν τον Πέτρο Γ΄στο Κόλλο να τους βοηθήσει. Ο βασιλιάς παρίστανε τον δύσκολο για τρεις μέρες, για να δεχτεί μετριόφρονα, έχοντας συμβουλευτεί όλους τους στρατηγούς του προηγουμένως.
Η μεγάλη στρατιά από την Αραγονία όδευε προς τη Σικελία. Αποβιβάστηκε στο Τραπάνι στις 30 Αυγούστου, ενώ ο Κάρολος συνέχιζε να πολιορκεί τη Μεσσήνη. Ο Πέτρος Γ΄ τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το νησί μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου. Ένας εικοσαετής ευρωπαϊκός πόλεμος άρχιζε.












ΟΙ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΙΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Οι Αργοναύτες φτάνουν  στον προορισμό τους, την Αία, τη χώρα που βρίσκεται στις εσχατιές της ανατολής και φυλάει ως κόρη οφθαλμού το χρυσόμαλλο δέρας.
Η αρχαιότερη παράδοση έλεγε ότι η Αία ήταν στην ουσία δύο νησιά. Στ ένα βασίλευε ο Αιήτης και στο άλλο η αδελφή του μάγισσα Κίρκη. Αργότερα, τα δύο νησιά ταυτίστηκαν με την Κολχίδα, την περιοχή που βρίσκεται στην ανατολική παραλία του Ευξείνου Πόντου, στους πρόποδες του Καυκάσου.
Ο βασιλιάς Αιήτης είχε παντρευτεί την Ωκεανίδα Ιδυία και απέκτησε τον Άψυρτο, την Μήδεια και την Χαλκιόπη. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος μας περιγράφει το παλάτι του  «με τις μεγάλες πόρτες, το περιστύλιο και τον πέτρινο εξώστη που στηριζόταν σε χάλκινες κολώνες... Κοντά στην είσοδο, πυκνές κληματαριές άπλωναν σε μεγάλο ύψος την καταπράσινη φυλλωσιά τους και σκέπαζαν με τη σκιά τους τέσσαρες πηγές ανοιγμένες από τον ίδιο τον Ήφαιστο. Κρασί και γάλα έρρεαν άφθονα από τις δύο πρώτες∙ από την τρίτη έρρε λάδι, που η μυρωδιά του έμοιαζε με τα γλυκότερα αρώματα∙ από την τελευταία ανάβλυζε νερό θαυμάσιο, πάντα ζεστό μέσα στα κρύα του χειμώνα και κρύο σαν πάγος το καλοκαίρι. Με αυτά τα θαύματα ο μεγάλος τεχνίτης, ο Ήφαιστος, είχε στολίσει το παλάτι του Αιήτη. Τού είχε δώσει ακόμη δύο ταύρους με χάλκινα πόδια και στόμα επίσης χάλκινο, από το οποίο έβγαιναν αδιάκοπα γλώσσες φωτιάς∙ τέλος, τού είχε δώσει κι ένα άροτρο μονοκόμματο, κατασκευασμένο από το καλύτερο ατσάλι».

Ο Ιάσων παρουσιάστηκε μπροστά στον Αιήτη, συνοδευόμενος από τα παιδιά του Φρίξου, τον Τελαμώνα και τον Αυγεία. Ο Αιήτης οργίστηκε ακούγοντας τι ήθελε ο Ιάσων, αλλά το έκρυψε. Υποσχέθηκε ότι θα τού έδινε το χρθσόμαλλο κριάρι, αν ήταν πρόθυμος να υποστεί σε μια δοκιμασία.
«Σ’ ένα μέρος με το όνομα του Άρη έχω δύο ταύρους με χάλκινα πόδια και στόμα που βγάζει φωτιά. Εγώ ο ίδιος τους ζεύω και οργώνω τέσσερα στρέμματα άγονη γη. Μόλις τελειώσω, σπέρνω, όχι τα δώρα της Δήμητρας, αλλά τα δόντια ενός τρομερού δράκοντα, από τα οποία ξεφυτρώνουν αμέσως γίγαντες που με περικυκλώνουν. Ορμώ εναντίον τους και τους νικώ. Άρχισα το πρωί με τους ταύρους και το βράδυ είχα τελειώσει τον θερισμό. Αν, λοιπόν, τόσο πολύ θέλεις να πάρεις το χρυσόμαλλο κριάρι, πρέπει να κάνεις εσύ όλα αυτά».
Να σημειώσουμε εδώ ότι τούτος ο δράκος ήταν εκείνος που είχε εξοντώσει ο Κάδμος και τα μισά του δόντια τα είχε πάρει ο Αιήτης από την θεά Αθηνά.




Ο Ιάσων, φυσικά, δέχτηκε. Η θεά Αφροδίτη παρενέβη να βοηθήσει, εμφυσώντας μεγάλο έρωτα στη Μήδεια για τον Ιάσονα, ώστε να του παρέχει όση βοήθεια χρειαζόταν. Πήρε από ένα κουτί ένα φίλτρο με το όνομα του Προμηθέα∙αν κάποιος, μετά από νυκτερινή θυσία στην Εκάτη, άλειφε το σώμα του μ’ αυτό, γινόταν αμέσως και μια μια ολόκληρη μέρα, άτρωτος στο σίδερο, αναίσθητος στη φωτιά και εξαιρετικά δυνατός και θαρραλέος.
Το φυτό από το οποίο παράγεται εγεννήθη για πρώτη φορά στις κοιλάδες του Καυκάσου, από το αίμα που έσταζε το ράμφος του αετού που έτρωγε το συκώτι του Προμηθέα. Ο διπλός μίσχος φέρει πλατύ άνθος του ίδιου χρώματος με τον κρόκο της Κιλικίας. Η ρίζα του μοιάζει με σάρκα κομμένη πρόσφατα και περιέχει ένα μελανό υγρό, όπως εκείνο που στάζει από τις δρυς των βουνών.
Η Μήδεια το είχε συλλέξει εδώ και πολύ καιρό μέσα σ’ ένα κοχύλι της Κασπίας θάλασσας, αφού το είχε υποβάλει επτά φορές σε καθαρμό και, ντυμένη στα μαύρα, είχε επικαλεστεί μέσα στη φρίκη του ερέβους επτά φορές τη Βρυμώ.
Τη στιγμή που έκοψε τη ρίζα η γη σείστηκε και ο Προμηθέας  αισθάνθηκε πόνους στα σπλάχνα του.
Όταν η Μήδεια έδωσε το φίλτρο στον Ιάσονα, του είπε και πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσει.
«Όταν ο πατέρας μου σού δώσει τα δόντια του δράκου που θα σπείρεις στο χωράφι του Άρη, να περιμένεις να γίνει μεσάνυχτα. Τότε, ντυμένος στα μαύρα και αφού υποβληθείς σε κάθαρση στα νερά του ποταμού, θα σκάψεις μόνος σου ένα στρογγυλό τάφο σε μέρος μακρυνό. Τα χαράματα, θα βρέξεις το φίλτρο και θα τρίψεις μ’ αυτό, όχι μόνο το σώμα σου, αλλά και το σπαθί σου, το ακόντιο και την ασπίδα σου. Θα αισθανθείς υπεράνθρωπος. Το σίδερο των πολεμιστών θα λυγίζει πάνω σου και θα αντιμετωπίσεις τη φωτιά που ξερνούν οι ταύροι.
Αφού υποτάξεις τους ταύρους και οργώσεις το χωράφι, θα πεταχτούν οι γιοί της γης. Εσύ να πετάξεις μακριά τους μια μεγάλη πέτρα. Σαν σκυλιά που διεκδικούν μια λεία, θα ριχτούν ο ένας στον άλλο, γύρω από την πέτρα. Τότε να ορμήσεις πάνω τους».
Όλα αυτά η Μήδεια τα πρόσφερε με το αντάλλαγμα και την υπόσχεση του Ιάσονα ότι θα την πάρει μαζί του στην Ελλάδα.
Ο Ιάσων τα κατάφερε μια χαρά και επέστρεψε στο παλάτι, να το ανακοινώσει στον Αιήτη.
Φίλοι, Μυθολόγοι, την άλλη εβδομάδα θα δούμε την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά!   



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Μέρος δ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou





Το ταξίδι των ηρώων μας συνεχίζεται με την Αργώ να εισέρχεται στον Ελλήσποντο και να φθάνει στην χώρα των Δολιόνων. Ο βασιλιάς τους Κύζικος τους υποδέχτηκε με λαμπρότητα και οι αργοναύτες σκέφτηκαν να κάνουν μια εκδρομή στο όρος Δίνδυμο, από όπου η θέα ήταν εξαίσια.
Ωστόσο, ενώ οι περισσότεροι ανέβαιναν στο βουνό, κάποιοι γίγαντες προσπάθησαν να κλείσουν με πελώριες πέτρες το λιμάνι και να «πιάσουν» το πλοίο, να το αποκλείσουν. Και πάλι ο Ηρακλής έσωσε την κατάσταση, γιατί είχε προτιμήσει να παραμείνει στην ακτή, εξολοθρεύοντάς τους.
Οι αργοναύτες έφυγαν, αλλά μια μεγάλη θαλασσοταραχή τους έρριξε απότομα στην ίδια ακτή, μέσα στη νύχτα. Οι Δολιανοί θεώρησαν ότι δέχονται επίθεση και, με επι κεφαλής τον Κύζικο, όρμησαν επάνω τους. Νικήθηκαν και ο Κύζικος πέθανε.
Με το φως της αυγής είδαν όλοι με ποιούς πολεμούσαν. Στενοχωρημένοι, εκήδευσαν με τιμές τον Κύζικο, αλλά η βασίλισσα Κλυτία δεν άντεξε το χτύπημα και αυτοκτόνησε.
Άνεμοι αντίθετοι άρχισαν να φυσούν, εμποδίζοντας τους αργοναύτες να φύγουν. Δώδεκα μερόνυχτα λυσσομανούσαν, μέχρι που ο μάντης Μόψος, ακούγοντας το τραγούδι μιας αλκυόνης, αντελήφθη ότι η Ήρα περίμενε θυσία. Έτσι κι έγινε. Ο Ιάσων ανέβηκε στο Δίνδυμο, έκανε το καθήκον του και ικέτευσε την πανίσχυρη θεά να κατασιγάσει τη μανία των ανέμων, να τους επιτρέψει να συνεχίσουν την πορεία τους.
Η ικεσία εισακούσθηκε: τα δένδρα γέμισαν ξαφνικά με καρπούς, η γη, από όπου περνούσαν οι ήρωες, έβγαζε άφθονα λουλούδια, τα λιοντάρια βγήκαν από τις σπηλιές τους, πλησίασαν τους αργοναύτες και τους χάϊδευαν με τις ουρές τους, ήρεμα και ειρηνικά. Και το πιο εκπληκτκό απ’ όλα, το όρος Δίνδυμο, που μέχρι τότε δεν είχε καμία πηγή, απέκτησε μια μεγάλη, ψηλά, στην κατάξερη κορυφή του. Οι κάτοικοι της περιοχής την ονομάζουν πηγή του Ιάσονα.

Το ταξίδι συνεχίστηκε και ο επόμενος σταθμός ήταν η Μυσία. Ο Ηρακλής, έχοντας σπάσει το κουπί του, βγήκε και προχώρησε στο εσωτερικό, ψάχνοντας ένα κατάλληλο δέντρο, για να φτιάξει άλλο κουπί.
Στο μεταξύ, ο φίλος του Ύλας, έψαχνε να βρει μια πηγή, αλλά τον παρέσυρε μια νύμφη στα βάθη των νερών, όπου κατοικούσε. Ο Ηρακλής με τον Πολύφημο άρχισαν να τον ψάχνουν, αγωνιώντας για την τύχη του, αλλά οι υπόλοιποι αργοναύτες, συμφωνώντας με τη γνώμη των Γλαύκου, Καλάϊδος και  που Ζήτη, τους εγκατέλειψαν και συνέχισαν την πορεία τους.
Η χώρα που συναντούν είναι μια σκοτεινή χώρα, στην οποία κυβερνά ο Άμυκος, γιός του Ποσειδώνα. Ο κακός βασιλιάς αναγκάζει όλους τους ξένους που πατούν τη γη του να παλεύουν μαζί του, με σκοπό να τους σκοτώσει. Κανείς δεν γλυτώνει από τα δυνατά του χέρια.
Βλέποντας την Αργώ, ο Άμυκος πλησιάζει και ρωτά ποιός θα αναμετρηθεί μαζί του. Ο Πολυδεύκης δέχεται την πρόσκληση/πρόκληση, αλλά αυτή τη φορά ο Άμυκος δεν ήταν τυχερός. Ο Πολυδεύκης τερμάτισε τη ζωή του βασιλιά χτυπώντας τον δυνατά στον λαιμό. Οι κάτοικοι όρμησαν εναντίον του, οι αργοναύτες έσπευσαν να βοηθήσουν και το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν πολλοί κάτοικοι.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Πολυδεύκης νίκησε, αλλά χάρισε τη ζωή στον Άμυκο, αφού απέσπασε την υπόσχεση ότι δεν θα σκότωνε άλλον επισκέπτη.




Λίγες μέρες αργότερα έφτασαν στην Σαλμυδησσό, όπου συνάντησαν τον τυφλωμένο από τον Δία Φινέα, τον οποίο ταλαιπωρούσαν οι Άρπυιες, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη ανάρτηση, παίρνοντάς του το φαγητό και αφήνοντάς τον σε ένα όριο μεταξύ ζωής και θανάτου.
Οι αργοναύτες χρειάζονταν τη βοήθειά του, να τους πει με ποιό τρόπο θα περνούσαν από τις τρομερές Συμπληγάδες Πέτρες, κι εκείνος τους ζήτησε για αντάλλαγμα να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες, πράγμα που έγινε με τη σύμπραξη των αδελφών Κάλαϊ και Ζήτη.
Οι Συμπληγάδες ήταν τεράστιοι σκόπελοι, που ο άνεμος τους έκανε να χτυπούν ο ένας πάνω στον άλλο, με τρόπο που έκλεινε η δίοδος ανάμεσά τους. Επικρατούσε πάντα ομίχλη, ο θόρυβος από τις συγκρούσεις τους ήταν φοβερός και ανατριχιαστικός. Ούτε πουλί δεν προλάβαινε να περάσει και να μείνει ζωντανό από το απαίσιο αγκάλιασμά τους.
Ο Φινέας τους είπε ν’ αφήσουν ένα περιστέρι. Αν εκείνο κατάφερνε να περάσει, αυτό θα σήμαινε ότι θα τα κατάφερναν. Αν όχι, να γυρίσουν πίσω.
Και οι αργοναύτες, όταν πλησίασαν τις φοβερές Πέτρες, άφησαν ελεύθερο ένα περιστέρι, κοιτώντας το με αγωνία. Το περιστέρι πρόλαβε να περάσει, με τις Πέτρες να συνθλίβουν μόνον την άκρη της ουράς του.



Αναθαρρημένοι οι ήρωες, πλησίασαν όσο ήταν δυνατό και περίμεναν τη στιγμή που τα βράχια άνοιγαν. Τότε, κωπηλατώντας με όση δύναμη διέθεταν όρμησαν στο μικρό πέρασμα. Η Ήρα τους βοήθησε και πέρασαν, με κάποιες ζημιές στην άκρη της πρύμνης τους.
Από τότε, οι Συμπληγάδες έμειναν ακίνητες, έτσι όπως όρισε η μοίρα: να μείνουν αιώνια ακίνητες μόλις θα κατάφερνε ένα πλοίο να περάσει ανάμεσά τους.