The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016



ΡΙΟ ΝΤΕ ΤΖΑΝΕΙΡΟ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Όλος ο πλανήτης είναι στραμμένος στο λαμπερά φωτισμένο Ρίο Ντε Τζανέϊρο, την πρώην πρωτεύουσα της Βραζιλίας (από το 1960 είναι η Μπραζίλια), χάρη στους Ολυμπιακούς Αγώνες που φιλοξενούνται στα εδάφη του.
Όλοι οι δέκτες είναι στραμμένοι στο στάδιο Μαρακανά και στα εκεί τεκτενόμενα.
Ποιά είναι, όμως, αυτή η πόλη των Καριόκας,(έτσι αποκαλούνται οι κάτοικοί της) που οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνον το θεαματικό της καρναβάλι και το τεράστιο άγαλμα του Χριστού με τα χέρια σε έκταση;

Η πόλη, στην ουσία ο κόλπος Γκουαναμπαρά, ανακαλύφηκε την 1η Ιανουαρίου 1502, εξ ού και το όνομά της που σημαίνει Ποταμός του Ιανουαρίου (Ρίο= μεγάλη υδάτινη επιφάνεια, ποτάμι), ενώ οι θαυμαστές της την αποκαλούν και «θαυμάσια πόλη». Η ανακάλυψη έγινε από τον εξερευνητή Γκασπάρ ντε Λέμος, κυβερνήτη ενός πλοίου μιας πορτογαλικής αποστολής. Εκείνη την εποχή η περιοχή κατοικούνταν από αυτόχθονες φυλές (Τούπι, Πούρι, Μποτοκούντο, Μαξακαλί).

Ο πρώτος πορτογαλικός οικισμός ιδρύθηκε το 1565, ενώ η πόλη απειλήθηκε (ή κατακτήθηκε) από μια πλειάδα Γάλλων πειρατών και τυχοδιωκτών, μέχρι που στα τέλη του 17ου αιώνα ο χρυσός και τα διαμάντια που έκαναν την εμφάνισή τους στην γειτονική περιοχή Μίνας Γκεράϊς, μετέτρεψαν το Ρίο σε λιμάνι σπουδαίο για τις εξαγωγές.
Η πορτογαλική διοίκηση των αποικιών της Αμερικής μεταφέρθηκε στο Ρίο το 1763 και ανεδειξαν την πόλη ως κύρια αποικιακή πρωτεύουσα όλων των κτήσεών τους στην Αμερική, για να δεχθεί την βασιλική οικογένεια της Πορτογαλίας το 1808 (ζητούσαν καταφύγιο επειδή τότε η Πορτογαλία κατακτήθηκε από τον Ναπολέοντα) και να γίνει η πρώτη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα εκτός Ευρώπης.
Κάποιες από τις αυτόχθονες φυλές συμμάχησαν με τους Πορογάλους, κάποιες με τους Γάλλους. Μετά την πλήρη επικράτηση των Πορτογάλων εξοντώθηκαν όσοι είχαν πάρει το πλευρό των Γάλλων, με το σύνολο να αφομοιώνεται στα πορτογαλικά ήθη και έθιμα.



Στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την ανεξαρτησία της Βραζιλίας, το Ρίο έγινε προορισμός για εκαντοντάδες χιλιάδες Πορτογάλους μετανάστες, κυρίως φτωχούς χωρικούς, που άλλοι απέκτησαν εδάφη στις γύρω περιοχές και άλλοι έγιναν έμποροι στην πόλη.
Οι μαύροι κάτοικοι προέρχονται κυρίως από σκλάβους της Αφρικής (Αγκόλα και Μοζαμβίκη κυρίως) και αποτελούν τον μισό πληθυσμό της πόλης. Είναι σπάνιο να βρεις κάποιον που να μην προέρχεται από την Υποσαχάρια Αφρική. Ίσως γι’ αυτό ένα σημαντικό κομμάτι των αφρικάνικων παραδόσεων επέζησε ως τις μέρες μας, όπως είναι ο χορός σάμπα και το διάσημο καρναβάλι.

Εκτός από τους Πορτογάλους, η Βραζιλία δέχτηκε πληθώρα μεταναστών από την Ιταλία, την Ισπανία, την Γερμανία, την Ιαπωνία, χωρίς να λείπουν οι Εβραίοι και οι Άραβες.
Κι αν σε όλα αυτά προσθέσουμε τις εξωτικές ακτές της Κόπακαμπάνα και της Ιπανέμα με τα τεράστια υπερπολυτελή ξενοδοχεία, το σκηνικό γίνεται παραμυθένιο, ερωτικό, παθιασμένο, γεμάτο μουσική, ξέφρενο χορό και διάθεση για έντονη ζωή.

Όμως, δίπλα στους λιγότερους εκπληκτικά πλούσιους κατοίκους, που ζουν αποστειρωμένοι σε κάποιες συγκεκριμένες περιοχές της πόλης, οι φτωχοί ζουν σε άθλιες φαβέλες, των οποίων οι συνθήκες υγιεινής και επιβίωσης, μαζί με τις αιματηρές συγκρούσεις που συμβαίνουν συχνότατα ανάμεσα στην αστυνομία και στις συμμορίες διακίνησης ναρκωτικών, πολύ φοβάμαι ότι θα σας κάνουν να ανατριχιάσετε, παρά τις πρόσφατες κυβερνητικές προσπάθειες για βελτιώσεις. Μα, ναι, βάλτωσαν κι αυτές, έμειναν στο πίσω μέρος των εγκεφάλων, αφού κι εκεί επικράτησε καθεστώς φαυλότητας.
Μιλάμε, λοιπόν, για μια πόλη των άκρων αντιθέσεων, του άσπρου και του μαύρου, όπως οι πεζόδρομοι με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, του φωτός και του σκότους, της ζωής και του θανάτου.



Μπορούμε, άρα γε, να ελπίζουμε ότι το φως της δάδας που ταξίδεψε από την δική μας σεμνή Ολυμπία μέχρι εκεί, στο Μαρακάνα, θα καταφέρει να λιγοστέψει το σκοτάδι; Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.











Η ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
ΜΗΔΕΙΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Περνάμε στην πολύκροτη τραγωδία Μήδεια, όπου η παιδοκτονία  που μας παρουσιάζεται δεν οφείλεται ούτε σε θεϊκή παρέμβαση ούτε σε παράνοια. Η τραγική ηρωίδα έχει πλήρη συναίσθηση και συνείδηση της πράξης της, αντιμετωπίζει  με εμπάθεια, αλλά και διανοητική διαύγεια  την δόλια στάση του Ιάσωνα, ο οποίος σκοπέυει να την αποπέμψει και να προβεί σε νέο γάμο με την Κορίνθια Γλαύκη, θυγατέρα του βασιλιά της πόλης.
Η προδοσία είναι φανερή και αναπότρεπτη, η Μήδεια απογυμνώνεται ηθικά και κοινωνικά. Κλαίει, θρηνεί, επικαλείται τους παλιούς όρκους πίστης που της έδωσε ο Ιάσων, νιώθει αδικημένη, δυστυχής και επαναστατεί στην ιδέα ότι όσα επένδυσε και στήριξε στην αγάπη του πήγαν χαμένα.
Η γριά τροφός, στον πρόλογο του έργου, σκέφτεται πως η Μήδεια διαθέτει μια ισχυρή και βίαιη προσωπικότητα κι έτσι δεν πρόκειται να ανεχθεί να την κακομεταχειρισθούν. Δεν κάνει καμία νύξη για παραφροσύνη.
Το άγριο βλέμμα της και η υπερβολική δυσθυμία της προδίδουν οργή και αγανάκτηση, μια αδάμαστη ψυχή, χωρίς να της αφαιρούν την δυνατότητα να στοχάζεται, να κρίνει και να αξιολογεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, τις δυνάμεις της, αλλά και τα εγκλήματα που διέπραξε κατά το παρελθόν στο όνομα του έρωτά της για τον Ιάσονα.
Όταν παρουσιάζεται μπροστά στις Κορίνθιες εκθέτει μια σειρά από σκέψεις, οι οποίες δεν είναι απλά λογικές, αλλά κάθε μια από αυτές μπορούν να θεωρηθουν γνωμικά, σοφές ρήσεις που έχουν να κάνουν με την απατηλότητα των φαινομένων, την κοινωνική συμπεριφορά, τον θεσμό του γάμου, την υποτιμημένη θέση της γυναίκας μέσα στην οικογένεια, την έλλειψη ελευθερίας της συζύγου και την ταυτόχρονη εξάρτησή της από τον σύζυγο, την μειονεκτική θέση του αλλοδαπού και την ψυχολογία της προδομένης γυναίκας.
«Όταν αδικηθεί η γυναίκα, ωε προς τα συζυγικά της δικαιώματα, καμιά άλλη ψυχή δεν είναι πιο αιμοχαρής από τη δική της», λέει η Μήδεια και οι Κορίνθιες γυναίκες συμμερίζονται τα αισθήματά της.




Η Μήδεια, ως ικανή να αναλύσει ακόμη και την ψυχική της κατάσταση, αποφασίζει να τιμωρήσει τον επίορκο και καταστρώνει μεδοδικά και ψύχραιμα το ολέθριο σχέδιό της. Αποφασίζει να αποστερήσει τον Ιάσονα από ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: τους απογόνους του, που, όμως, είναι συγχρόνως τα δικά της παιδιά.
Γνωρίζει πολύ καλά ότι η απόλυτη εκδίκηση συμπίπτει με την δική της έσχατη οδύνη, κι αυτός είναι ο λόγος της τραγικότητας αυτής της ηρωίδας, που ομολογεί ότι το πάθος της για εκδίκηση κατισχύει της ικανότητάς της να πάρει μια φρόνιμη απόφαση.
Ωστόσο, η υπερβολή και η απάνθρωπη ή αυτοκαταστροφική αποκοτιά δεν αποτελεί πάντα μια ψυχοπαθολογική έκφραση.  Ακόμη και ο Κρέων, ο βασιλιάς της Κορίνθου και πατέρας της μέλλουσας νύφης, ο οποίος έχει κάθε λόγο να φοβάται τις αντιδράσεις μιας αδικημένης γυναίκας, δεν της καταλογίζει παραλογισμό, αλλά ανησυχεί επειδή η Μήδεια είναι εξαιρετικά έξυπνη και γνώστρια κακών τεχνασμάτων ( «σοφή πέφυκας και κακών πολλών ίδρις»), ενώ ήδη στερείται την παρουσία του συζύγου από τη ζωή της.

Η Μήδεια σφάζει τα παιδιά της πιο πολύ θρηνώντας, παρά θριαμβολογώντας σε βάρος του άπιστου Ιάσονα. Με αυτή την πράξη της αυτοδικίας προκαλεί το έσχατο κακό τόσο στον εχθρό της, όσο και στον εαυτό της.
Μετά την αποτρόπαιη και μιαρή πράξη απομένει άτεκνη και παντελώς έρημη, μ’ ένν ανομολόγητο θρίαμβο κρυμένον στα σωθικά της, χωρίς να μπορεί να τον περιφέρει, να τον παρουσιάσει στον κόσμο.
Τούτη η ηρωίδα αποσύρεται από τη ζωή των θνητών, όχι με τον τρόπο του Ηρακλή και της Αγαύης, αλλά με μια τελείως διαφορετική πορεία, όμοια με ανάληψη στον ουρανό.
Πρόκειται για μια υπερβατική διάσταση παιδοκτονίας. Η Μήδεια δεν είναι μια παρανοϊκή ερωτευμένη, δεν είναι μια κοινή εγκληματίας που στερείται  του αισθ΄΄ηματος της μητρότητας. Ανήκει σε ένα γένος που έλκει την καταγωγή του από τον θεό Ήλιο, κι αυτό γίνεται γνωστό στον θεατή από την αρχή του δράματος. Αυτό το θεϊκό σπέρμα που κουβαλά την κάνει να τολμά να παίρνει τέτοιες αποφάσεις, ασύλληπτες σε έναν απλό θνητό.
Δεν είναι άσκοπο το γεγονός ότι επικαλείται τη  βοήθεια αρνητικών θεϊκών δυνάμεων για να επιτλέσει το ανίερο σχέδιό της. Προσεύχεται στον Ήλιο πρόγονό της, αλλά και στην Εκάτη για την αποκατάσταση του δικαίου.
Όταν,όμως, ανακατευονται οι Θεοί στην ανθρώπινη δικαιοσύνη, τα γεγονότα παίρνουν τερατώδεις διαστάσεις και η απόδοση του δικαίου γίνεται ένα με το έγκλημα.
 Ο Ευριπίδης στην Μήδεια προβάλλει την παιδοκτονία όχι αποκλειστικά σε ανθρώπινο επίπεδο όπου κυριαρχεί μια βούληση ανθρωποκτόνος, αλλά συγχρόνως και σε ένα υπερβατικό, ΄στω κι αν δεν είναι αύκολα διακριτό, βάθος που στο τέλος της τραγωδίας εμφανίζεται : η Μήδεια παραλαμβάνεται από το θεϊκό, λαμπερό χρυσό άρμα του θεού προγόνου της.
Η τελική εικόνα της παιδοκτόνου, λουσμένη στο χρυσό φως, ερμηνεύεται ως θαύμα.Η Μήδεια δεν ανήκει στους θνητούς και δεν μπορεί να τιμωρηθεί με τους ανθρώπινους νόμους.









Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ του Ευριπίδη
Από την Dimitra Papanastasopoulou






Στη συνέχεια της ενότητας που εξετάζουμε, θα δούμε την παιδοκτονία όπως παρουσιάζεται στην τραγωδία  Ηρακλής Μαινόμενος, μια παιδοκτονία που δεν διαπράττεται υπό την επήρεια θρησκευτικής έκστασης, αλλά λόγω μιας αιφνίδιας κρίσης παραφροσύνης.
Ο ήρωας Ηρακλής, μετά από μακρόχρονη απουσία από το σπίτι του για την επιτέλεση των άθλων του, και αφού έχει επιστρέψει από το βασίλειο του Άδη, γυρίζει στη Θήβα, όπου ο σφετεριστής του θρόνου Λύκος επιβουλεύεται τις ζωές των μελών της οικογένειάς του.
Μέσα σε ένα σκοτεινό κλίμα που επικρατεί στην πόλη, οι κάτοικοι περιμένουν τον ήρωά τους για να αποκαταστήσει την τάξη και να προστατεύσει την οικογένειά του.
Κι όμως, αυτός ο μειλίχιος ήρωας, ο προστάτης των αδυνάτων, μετατρέπεται σε έναν αδίστακτο παιδοκτόνο, μπροστά στα έντρομα μάτια τους...

Ο τραγικός μύθος εισάγει ξανά σαν κινητήρια δύναμη του αποτρόπαιου εγκλήματος την εκδικητικότητα ενός θεού, συγκεκριμένα της Ήρας, που καταδιώκει τον ήρωα από τη στιγμή που ήρθε στον κόσμο με χίλιους τρόπους. Αυτή τη φορά επιλέγει να στείλει εναντίον του την Λύσσα και την Ίριδα με εντολή να τον βασανίσουν, ρίχοντάς τον σε κατάσταση πλήρους παράνοιας.
Οι δυο τους τα καταφέρνουν περίφημα: ο Ηρακλής δεν έχει πια την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του, δεν διακρίνει τον εχθρό από τον φίλο,έχει παραισθήσεις, ενώ καταλαμβάνεται από μια ανεξέλεγκτη επιθετική μανία.
Τυφλωμένος απόλυτα, αρχίζει να εξοντώνει τα ίδια του τα παιδιά, θεωρώντας τα παιδιά του Λύκου. Στέλνει στο θάνατο, εκτός από τα παιδιά και την γυναίκα του, χρησιμοποιώντας τα δυνατά χέρια του, το ρόπαλο και το δοξασμένο τόξο του.
Η προστάτις Αθηνά παρεμβαίνει πετώντας μια μεγάλη πέτρα στο κεφάλι του, ρίχνοντάς τον σε έναν ευεργετικό ληθαργικό ύπνο. Μα όταν ξυπνά και βλέπει το ανήκουστο έργο του αντιλαμβάνεται μέσα από τα συναισθήματα που σκίζουν την καρδιά του ποιός κρύβεται πίσω... «Ήρα κρατεί», μονολογεί.





Το κείμενο του Ευριπίδη μας δίνει αρκετές ερμηνείες της τρέλας του ήρωα. Πριν μας τον παρουσιάσει «μαινόμενο», μας δίνει μια σωρεία ανησυχιτικών πληροφοριών για ασυνήθιστα γεγονότα και ανοίκειες πράξεις. Πρώτον, ότι η οικογένεια του ήρωα κινδυνεύει από έναν φιλόδοξο πραξικοπηματία, δεύτερον αναφέρει επανειλημμένα ότι η Θήβα «νοσεί». Τρίτον, ο ήρωας λείπει μακριά, φροντίζοντας άλλους ανθρώπους και αδυνατώντας να δράσει άμεσα, τέταρτον έχει κάνει το έξω από τα αθρώπινα ταξίδι στον Άδη και επέστρεψε ζωντανός, έχοντας πάρει μαζί του και τον Θησέα από το σκοτεινό βασίλειο, δινοντας του την αναπάντεχη ευκαιρία να συνεχίσει να ζει.
Όμως, οι τελευταίες δύο πράξεις ανατρέπουν την φυσκή τάξη των πραγμάτων,  επομένως, δεν γίνεται να μείνουν ατιμώρητες. Η παράνοια του ήρωα φαίνεται να έρχεται σαν επιστέγασμα μιας ταραχώδους και ριψοκίνδυνης ζωής, στην οποία ο πατρικός ρόλος δεν κατείχε ιδιαίτερη βαρύτητα και θέση. Αυτή τη ρίζα του κακού ο τραγικός ποιητής απλά την υπαινίσσεται. Εκείνο που προβάλλει σαν σφραγίδα ζωής, αλλά και σαν αιτία της τρέλας του Ηρακλή είναι η θεϊκή ενέργεια, άλλοτε δόλια και άδικη, άλλοτε παράφορη και αυθαίρετη, άλλοτε ευνοϊκή- πάντα όμως θεϊκή.
Ο Ηρακλής πάνω απ’ όλα είναι γέννημα θεού και ανθρώπου και αυτή η διττότητα τον επηρεάζει από τη στιγμή που γεννήθηκε από τη θνητή Αλκμήνη. Παιδί του Δία, του αρχηγού των θεών, στην ουσία, φέρεται να έχει πατέρα τον επίσης θνητό Αμφιτρύωνα. Ο ήρωάς μας κουβαλά το φορτίο μιας αντιφατικής μοίρας που τον οδηγεί σε μονοπάτια αξιοζήλευτα, συνάμ και αξιολύπητα: ο Δίας τον προικίζει με φυσικές και ηθικές αρχές, η Ήρα τον καταδιώκει με εμπάθεια. Μια εμπάθεια που καταλήγει στη μεταμόρφωση αυτού του ιδανικού ανθρώπου σε αχρείο παιδοκτόνο.
Σ΄αυτή την τραγωδία, η θεά-εκδικήτρια δεν εμφανίζεται καθόλου, παρά μόνο στα χείλη του ήρωα που όταν ξυπνά από τον λήθαργο αντιλαμβάνεται ότι είναι εκείνη η ηθική αυτουργός, εκείνη που δεν σταμάτησε στιγμή να τον κατατρέχει.
Ο Θησέας καταφθάνει αυτή τη φοβερή στιγμή και βλέποντας το φρικτό έργο, σκέπτεται κι εκείνος ακριβώς τα ίδια: είναι έργο της Ήρας αυτή η ανείπωτη συμφορά.




Ο παιδοκτόνος ήρωας, όπως και η Αγαύη στις Βάκχες, ετοιμάζεται να αποσυρθεί και να πάρει τον δρόμο της εξορίας. Οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές, αφού έχει ένα στήριγμα, έναν πραγματικό φίλο, τον Θησέα που θα τού συμπαρασταθεί, θα τού δώσει άσυλο στην Αθήνα, μια καταπληκτική ευκαιρία να ανταποδώσει το υπέροχο δώρο της ζωής που τού χάρισε ο Ηρακλής.
Ο Ηρακλής, πάντως, συνειδητοποιεί ότι ένας άνδρας του δικού του αναμετρήματος, όταν στερείται απογόνους, πατρίδα, όπλα και την αγαθή του φήμη, είναι παντοτεινά χαμένος.
«Κι εγώ, αφού αισχρά κατέστρεψα το σπίτι μου, ολότελα εκμηδενισμένος θα ακολουθήσω τον Θησέα, σαν βάρκα που την ρυμουλκούν», λέει και μένει ουσιαστικά μόνος για να αντιμετωπίσει τις πράξεις του, τα εγκλήματά του, άσχετα αν αυτά προήλθαν από μια τρέλα που τη φύσηξε στο νού του η εκδίκηση μιας θεάς.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΖΕΗΝ ΩΣΤΙΝ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ένα άρθρο του 2011 που είδα αυτές τις ημέρες  αναφερόταν στον «μυστηριώδη θάνατο» της διάσημης Αγγλίδας συγγραφέως των 18ου και 19ου αιώνων (1775-1817), γεγονός που δείχνει το συνεχόμενο ενδιαφέρον για την συγγραφέα και τη ζωή της, σχεδόν διακόσια χρόνια μετά τον θάνατό της.
Η μέχρι πρότινος βιβλιογραφία απέδιδε τον θάνατο σε καρκίνο, λευχαιμία, φυματίωση, συστεμική βασκιουλιτιδα, στην ασθένεια Άντισον ή σε κάποιες αυτοάνοσες παθήσεις, καθώς πιστευόταν ότι η Τζέην είχε μια πολύ καλή υγεία μέχρι τα σαράντα της χρόνια (πέθανε στα 41). Ένα γράμμα του αδελφού της στα 1816 που παραδέχεται την κατάπτωση της υγείας της, προφανώς ελήφθη ως προάγγελος της ασθένειας που την οδήγησε στο θάνατο, ενώ η αδελφή της Κασσάνδρα κατέστρεψε πολλές επιστολές της Τζαίην, οι οποίες αναφέρονταν σε συμπτώματα ασθενείας της.

Η συγγραφέας Λίντσεη Άσφορντ, η οποία μετακόμισε στα τέλη της δεκαετίας του 2000 στο χωριό Τσάουτον, όπου έμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Τζέην Ώστιν, για να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τη μελέτη της αλληλογραφίας της Ώστιν (το σπίτι της είναι σήμερα μουσείο).
Η Άσφορντ μίλησε στην εφημερίδα Γκάρντιαν για τις επιστολές που μελέτησε και για την πιθανότητα να δολοφονήθηκε η Ώστεν με αρσενικό, στηριζόμενη σε εργαστηριακές μελέτες που είχαν γίνει νωρίτερα τον 20ό αιώνα(1948) και έδειξαν ίχνη αρσενικού στα μαλλιά της.
Είναι γνωστό ότι εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν το αρσενικό σε μια μεγάλη γκάμα ασθενειών, ανάμεσά τους οι ρευματισμοί και η σύφιλη, αλλά και για την «εύκολη» δηλητηρίαση, εφόσον δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη οι μέθοδοι ανίχνευσης του αρσενικού στο ανθρώπινο σώμα.
Η καθηγήτρια Τζάνετ Τόντ, επιμελήτρια των εκδόσεων του Κέμπριτζ για την Τζέην Ώστιν, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμφωνεί: «Αμφιβάλλω εαν δηλητηριάστηκε εσκεμμένα, το θεωρώ απίθανο, αλλά η πιθανότητα να της δόθηκε αρσενικό για ρευματισμούς είναι μεγάλη».
Κι εγώ συμπληρώνω ότι, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, ο βαθμός περιεκτικότητας σε αρσενικό στα φάρμακα για τους ρευματισμούς θα πρέπει να ήταν ελάχιστη,  αφού γνωρίζουμε ότι η κατάπτωση της υγείας της Ώστιν κράτησε αρκετούς μήνες, ενώ ο θάνατος που προέρχεται από αρσενικό- με μία και μόνη δόση- είναι θέμα κάποιων ολίγων ημερών.
(Το αρσενικό, η τοξικότητα του οποίου είναι υψηλή, προκαλεί μέσα στα πρώτα 15-20 λεπτά από τη λήψη του βλάβες στον γαστρεντερολογικό σωλήνα, αιμορραγίες, πτώση της αρτηριακής πίεσης, ναυτίες, το δέρμα γίνεται πρασινωπό και έπονται σπασμοί, υπερβολική κατακράτηση ούρων και αίσθηση τρόμου. Μέσα σε μία ώρα ο οργανσμός είναι διαλυμένος και ανυπεράσπιστος. Όσο νερό και να πιεί ο άνθρωπος, ο θάνατος θα επέλθει).

Ας δούμε τώρα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κουήνσλαντ της Αυστραλίας, ερευνώντας και μελετώντας την οικογενειακή αλληλογραφία των Ώστιν, παράλληλα με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα.

Το πρώτο που μαθαίνουμε, από επιστολή του πατέρα της προς την αδελφή του, είναι ότι η Τζέην γεννήθηκε με σοβαρή καθυστέρηση κύησης(4 εβδομάδων), γεγονός που επέφερε πολλές οργανικές αδυναμίες και σοβαρότατες πιθανότητες θανάτου σε μικρή ηλικία. Η Τζέην στάθηκε τυχερή και επέζησε, αλλά το πλήρωσε με μια ζωή φιλάσθενη, επηρρεπή σε πάσης φύσεως μολύνσεις, κρυολογήματα, προβλήματα ανορεξίας κλπ.
Γνωρίζοντας ότι η βάπτιση των μωρών στην Αγγλία γίνεται πολύ γρήγορα, το γεγονός ότι η Τζέην βαφτίστηκε 4 μηνών και αμέσως μετά στάλθηκε σε άλλο σπίτι, δείχνει ότι ήδη πρέπει να αντιμετώπιζε συνεχή προβλήματα υγείας και έχανε συνεχώς βάρος, γι’ αυτό οι γονείς της ανέθεσαν την αποκλειστική διατροφή της σε μιαν άλλη γυναίκα για ένα χρόνο.
Ξεκινώντας να πηγαίνει στο δημοτικό, η Τζέην αρρώστησε βαριά από επιδεμικό τύφο, τον οποίο κόλλησε και η κατά 3 χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της Κασσάνδρα. Κι ενώ η Κασσάνδρα έγινε γρήγορα καλά, η Τζέην κόντεψε να πεθάνει.

Τα προβλήματα υγείας της Τζέην έγιναν σοβαρώτερα από την ηλικία των 23 ετών, ξεκινώντας από προβλήματα στα μάτια, που έγιναν χρόνια, μετά στα αυτιά (ωτίτιδες), βαριά κρυολογήματα που κρατούσαν μήνες, ενώ είχε προηγηθεί και το πρώτο επεισόδιο από μια μακρά σειρά οξείων εποπεφυκίτιδων, που την άφηναν ανίκανη να εργαστεί, καθώς της ήταν αδύνατον να διαβάσει ή να γράψει. Παρ’ όλα αυτά, η Τζέην θα κάνει γενναίες κοινωνικές προσπάθειες∙ είναι νέα, η ζωή είναι μπροστά της και θέλει να τη χαρεί.
Τον Ιανουάριο του 1805 πεθαίνει ο πατέρας της και εκείνη με τη μητέρα και την αδελφή της Κασσάνδρα βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική θέση, υποχρεωμένες να ζητούν εναλλάξ φιλοξενίες για να καταλήξουν στο Μπάθ την επόμενη χρονιά. Τότε η Τζέην προσβάλλεται από μια ασυνήθιστα σοβαρή περίπτωση κοκκύτη, μια ασθένεια που προσέβαλε μόνο παιδιά και όχι ενηλίκους. Ωστόσο, από τον Ιούλιο που άρχισε να βήχει, μέχρι τον Οκτώβριο, η Τζέην πήγαινε όλο και χειρότερα, με τις κρίσεις να γίνοντα χειρότερες και να της προκαλούν αναπνευστικά προβλήματα.
Δύο χρόνια αργότερα, η Τζέην κόλλησε άλλη μια μεταδοτική ασθένεια(άγνωστη) που έγινε χρονία, ενώ ξεκίνησαν οι ωτίτιδες και η σταδιακή απώλεια ακοής με τις φαγούρες να της προκαλούν τεράστια δυσφορία και πληγές στο σώμα.
Οι γιατροί πιστεύουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα της Τζέην ήταν ανύπαρκτο και ίσως να υπήρχαν ίχνη φυματίωσης, πού τότε ήταν πολύ διαδεδομένη, εφ’ όσον στα αρχικά στάδια η ασθένεια δεν παρουσιάζει ενδείξεις και συμπτώματα.

Τα προβλήματα συνεχίζονταν, πότε μειωμένα, πότε οξυμένα, μέχρι που στις αρχές του 1813 εμφανίστηκαν συμπτώματα σοβαρής νευραλγίας, μια ένδειξη παρουσίας λυμφώματος, μάλλον της ασθένειας Χόντζκιν(μορφή καρκίνου) με σύγχρονη παρουσία έρπη ζωστήρα (παρουσιάζεται συνήθως σε άτομα που έχουν περάσει ανεμοβλογιά).
Στο ημερολόγιο της ανιψιάς της Τζέην, της Φάννυ, διαβάζουμε ότι η «θεία Τζέην έχει φοβερούς πόνους στο πρόσωπο, περπατά με ένα μαξιλάρι στο μάγουλο...», πόνοι που επιμένουν για καιρό. Αρκεί μια γουλιά ζεστό τσάι για να προκαλέσει έκρηξη ή μια απλή έκθεση στο κρύο για να επιφέρει φοβερή φαγούρα στο δέρμα της, χωρίς να εμφανίζονται εξανθήματα (ένα από τα πρώτα συμπτώματα της νόσου Χόντζκιν) 
Η Τζέην πονά κάθε μέρα, αλλά εξακολουθεί να εργάζεται όσο περισσότερο μπορεί- δεν το βάζει κάτω-, αλλά η συγκεκριμένη νευραλγία σηματοδοτεί τον καρκίνο που θα βάλει τέλος στη ζωή της σιγά-σιγά. Είναι χρόνια που η ιατρική δεν μπορούσε να προσφέρει κανενός είδους θεραπεία.
Η ασθένεια Χόντζκιν εξαπλώνεται σταδιακά και οι πόνοι κυριεύουν όλο και περισσότερα σημεία του σώματος, εκδηλώνεται αναιμία και ο ασθενής γίνεται όλο και πιο αδύναμος. Σημειώνονται περίοδοι ύφεσης και κάποιας καλυτέρευσης (η Τζέην τις είχε και τις  ανέφερε χαρούμενη στις επιστολές της), μέχρι που ήρθε το τέλος.