The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

ΕΛΕΝΑ ΣΚΥΛΙΤΣΗ-ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Η γυναίκα δίπλα στον ηγέτη
Της Dimitra Papanastasopoulou





Με αφορμή  το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη, Ταξίδι Μέλιτος, το οποίο με άφησε, ομολογουμένως,  «νηστική» από τις αναμενόμενες πληροφορίες, κάνω κάποια σχόλια στη ζωή και το έργο της δεύτερης συζύγου του Ελευθερίου Βενιζέλου, της Έλενας Σκυλίτση, μιάς δυνατής και ανεξάρτητης γυναίκας, που παρόλο που στα απομνημονεύματά της έδωσε τον τίτλο «Στη σκιά του Βενιζέλου», μόνο στη σκιά δεν έμεινε.

Ποιά ήταν η  ελεύθερη, καθόλου νέα, πλούσια γυναίκα, βασίλισσα της στερλίνας όπως την αποκαλούσε ο ελληνικός τύπος, που κέρδισε το ενδιαφέρον του Εθνάρχη μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να απαρνηθεί το μεγάλο του έρωτα για την Κρητική καλλονή Παρασκευούλα Βλούμ;

Η Έλενα (1873-1957) ήταν κόρη του Γιάννη Σκυλίτση-Στεφάνοβικ, εμπόρου εγκατεστημένου στην Μεγάλη Βρετανία, και της Βιργινίας Σεκιάρη. Από την πλευρά του πατέρα της καταγόταν από την πλούσια χιώτικη οικογένεια Σκυλίτση-Στεφάνοβικ που αποτελούσε ιδιαίτερο κλάδο της οικογένειας Σκυλίτση. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο σε ένα εξαιρετικά πλούσιο περιβάλλον. Μιλούσε ελάχιστα ελληνικά, ήταν πολύγλωσση και εξαιρετικά μορφωμένη.

Εκτελώντας το «καθήκον» της (γάμοι συμφέροντος ανάμεσα σε πλούσιες χιώτικες οικογένειες) παντρεύτηκε τον Αύγουστο Αργέντη, εφοπλιστικό γόνο της επίσης χιώτικης οικογένειας των Αργέντιδων, με παρουσία στη Χίο από τον 14ο αιώνα.
Τον Ελευθέριο Βενιζέλο τον γνώρισε το 1912 στο Λονδίνο, ήδη χήρο από το 1895(η πρώτη του γυναίκα Μαρία Κατελούζου πέθανε γεννώντας τον γιό τους Σοφοκλή) και έμεινε γοητευμένη από την απαστράπτουσα προσωπικότητά του. Έτσι, στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο τον υποστήριξε στη γνωστή διαμάχη του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ πολλαπλώς: ασκώντας τη δημοσιογραφία, συγκεντρώνοντας υλικό για τις ανάγκες του στρατού, οργανώνοντας εκδηλώσεις και εκθέσεις, και στηρίζοντάς τον οικονομικά.

Το 1920 ήταν μια ιδιαίτερα κακή χρονιά για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Υπέστη συντριπτική ήττα στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου και απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής στην ενιαία Αττικοβοιωτία. Σκέφτηκε να εγκαταλείψει την πολιτική και την Ελλάδα και ταξίδεψε στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου τον φιλοξένησε η εφοπλιστική οικογένια Ζερβουδάκη. Εκεί, ενημερώθηκε για ενδιαφέρον της Έλενας και ακολούθησε ο γάμος (Σεπτέμβριος 1921). Εκείνος ήταν 57 ετών κι εκείνη 47.
Μια άλλη, νέα και ωραία γυναίκα στην Ελλάδα, ετοίμαζε το νυφικό για ένα γάμο που δεν θα γινόταν ποτέ...

Η τελετή δεν έγινε σε εκκλησία, καθώς η αγγλική αστυνομία φοβόταν χτύπημα εναντίον του Βενιζέλου, αλλά σε κλειστό κύκλο, στην αίθουσα μουσικής του σπιτιού του Sir Arthur Crosfield, στο Highgate του Λονδίνου.
«Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι αργά το απόγευμα, οι οικοδεσπότες μάς ζήτησαν να φυτέψουμε ένα δενδρύλλιο, σε ανάμνηση του γεγονότος. Μετά από 30 και περισσότερα χρόνια, υψώνεται ένα δέντρο περήφανο και σφριγηλό, σύμβολο του στέρεου και άφθαρτου αισθήματος, που μας ένωσε μέσα από τις καταιγίδες και τη θύελλα της ζωής», έγραφε η Έλενα Βενιζέλου στα 1955, όταν εξέδωσε τα απομνημονεύματά της («Στη σκιά του Βενιζέλου»).

Το ζευγάρι φεύγει για ένα ταξίδι-το γαμήλιο- στην Αμερική (15 Οκτωβρίου 1921), με τον Βενιζέλο να κατηγορείται ως προικοθήρας, μια κατηγορία στην οποία συνηγορούσε και η από καιρού χαμένη θηλυκότητα της Έλενας.
«Σεις, κύριε Πρόεδρε, υπήρξατε νυμφίος της Ελλάδος. Πως είναι δυνατόν να γίνεστε νυμφίος μιας γυναικός;» τον ρωτούσε το «δεξί» του χέρι, Εμμανουήλ Ρέπουλης.

Επιστρέφοντας από την Αμερική, αποφάσισαν να μείνουν στο Παρίσι και η Έλενα αγόρασε ένα ωραίο σπίτι στην οδό Μπωζόν. Και οι καυγάδες άρχισαν σταθεροί, επίμονοι και δραματικοί. Αιτία κι αφορμή ο γιός του Βενιζέλου από τον πρώτο του γάμο, ο Σοφοκλής. Μια απέραντη αντιπάθεια θέριευε κι από τις δύο πλευρές(Έλενα-Σοφοκλής) που έκανε τον Ελευθέριο να έρθει σε φοβερή σύγκρουση με τη σύζυγό του.

Ένα ταξίδι της Έλενας στην Ελβετία, καλεσμένη από τον καθηγητή και φίλο Ροσσιέ, σ’ ένα πρότυπο μαιευτήριο, και ο πρόωρος θάνατος της καλής της φίλης Μαρίκας Ηλιάδη, στάθηκε αφορμή να αναλάβει το κόστος κατασκευής ενός πρότυπου μαιευτηρίου στην Αθήνα, το γνωστό μας «Μαιευτήριο Έλενα Βενιζέλου» ή απλά «Έλενα». Το μαιευτήριο εγκαινιάστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1932 και δεν άργησε να αποκτήσει τεράστια φήμη.

Η Έλενα είχε ήδη ανεγείρει ένα κτίριο στην Αθήνα, επί της Βασ. Σοφίας όπου έμεινε με τον Βενιζέλο μεταξύ 1932-1935. Όταν ο Βενιζέλος πέθανε το παραχώρησε στο βρετανικό κράτος για να χρησιμεύει ως κατοικία του εκάστοτε Βρετανού πρέσβη.
Την Τρίτη 6 Ιουνίου του 1933, το ζεύγος ήταν καλεσμένο για δείπνο στο σπίτι του Στέφανου και της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά. Φεύγοντας, ο Βενιζέλος έπεσε σε μια ακόμη ενέδρα θανάτου. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή, τραυματίζοντας και τους δύο.
Η Λιλίκα Νάκου, που είχε διατελέσει και γραμματέας της Έλενας,  στο βιβλίο της «Αναμνήσεις μιας Δημοσιογράφου», γράφει:
«Η κυρία Βενιζέλου έπεσε επάνω στον άνδρα της και τον προστάτεψε με το σώμα της. Μια σφαίρα τη χτύπησε στον μηρό και μια στα οπίσθια. Τη μια σφαίρα δεν μπορούσαν να τη βγάλουν και υπέφερε πάντα με την αλλαγή του καιρού».
( ο δαίμων του μυαλού μου φέρνει μπροστά μου αμέσως μια παρόμοια σκηνή που διαδραματίστηκε λίγες δεκαετίες αργότερα στην Αμερική, με τον Πρόεδρο να πεθαίνει και την σύζυγο να έρπει για να σωθεί...)

Δύο χρόνια μετά, η Έλενα φεύγει για το Παρίσι, επιθυμώντας  να ακολουθήσει τον Βενιζέλο στην αυτοεξορία του.

Η Έλενα Σκυλίτση Βενιζέλου πέθανε το 1959 σ’ ενα διαμέρισμα γαλλικού ξενοδοχείου. Ο θάνατός της δεν μπήκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, ίσως επειδή η «δρυς» είχε πέσει από το 1936, ίσως από γενική αγνωμοσύνη για το τεράστιο φιλανθρωπικό της έργο. Η καρδιά της, σύμφωνα με τη θέλησή της, κλεισμένη με μια λήκυθο, φυλάσσεται στον Ιερό Ναό Αγίων Ελευθερίου και Ελένης, στον κήπο του μαιευτηρίου «Έλενα» στην Αθήνα.
Έκανε πολλές και σημαντικές δωρεές στην Αθήνα, στο Παρίσι (συμμετείχε στην ανέγερση του Ερυθρού Σταυρού), στο Λονδίνο (δώρισε ένα οικόπεδο σε γηροκομείο),  στη Χίο (Σκυλίτσειο Νοσοκομείο) και στα Χανιά (κατασκεύασε το Βενιζέλειο Ωδείο και το Βενιζέλειο Στάδιο κ.α.).






 

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΟΣΙΡΙΣ, Ο ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΕΝΟΣ ΘΕΟΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Το «πάθος» του αιγυπτιακού θεού Οσίριδος είναι ίσως το πιο συγκινητικό σε όλη την αρχαιότητα. Επινοήθηκε στην αρχή της αιγυπτιακής ιστορίας, τροποποιήθηκε και εμπλουτίστηκεστη διαδρομή των αιώνων  κι έγινε το δημοφιλέστερο από τα θρησκευτικά θέματα της  Αρχαίας Αιγύπτου.
Γνωστή κατ’ αρχάς από τα Κείμενα των Πυραμίδων (χρονολογούνται στο Αρχαίο Βασίλειο), έπειτα από έναν πιο πρόσφατο Ύμνο στον Όσιρι και από τους Θρήνους της Ίσιδος και της Νέφθυος, η διήγηση αυτή εκλαϊκεύτηκε πλήρως στα τέλη του Νέου Βασιλείου μέσα από ένα παραμύθι με τίτλο Ιστορία του Ώρου και του Σέτ. Το θέμα κίνησε το ενδιαφέρον ακόμη και των ξένων, αφού ο Πλούταρχος στο βιβλίο του Ίσις μας παραδίδει μια πολύ ωραία και ολοκληρωμένη εξιστόρηση του θρύλου του Οσίριδος, όπως τον ήξεραν στον καιρό του. Προσθέτει δε στο έργο του και μερικές αποκαλυπτικές λεπτομέρειες που δεν εμφανίζονται στις παλιότερες εκδοχές.
Στις απαρχές του μύθου του Οσίριδος διαφαίνονται δύο μεγάλοι αιγυπτιακοί θεοί: ο Κέμπ και η Νούτ, η Γή και ο Ουρανός αντίστοιχα. Αυτοί απέκτησαν τέσσερα παιδιά: δυο γιούς( Όσιρις και Σετ) και δύο κόρες( Ίσις και Νέφθυ). Η Ίσις παντρεύτηκε τον Όσιρι και η Νέφθυς τον Σετ. Η αιμομιξία δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει, τουλάχιστον όχι σε έναν αιγυπτιακό μύθο, αφού τόσο η θρησκευτική,όσο και η ιερή παράδοση επέτρεπε στους θεούς- ακόμη και στην επίγεια ενσάρκωσή τους ως Φαραώ- να νυμφεύονται τις αδελφές τους.
Ο Όσιρις, ως πρωτότοκος, έγινε και ο πρώτος βασιλιάς της γής. Δίδαξε στους ανθρώπους τις αρχές του πολιτισμού, τους έμαθε το δίκαιο και το καλό και κατά την βασιλεία του η Αίγυπτος γνώρισε την ευτυχία και την πληρότητα. Ο Ύμνος στον Όσιρι  τον δείχνει να προβάλλει  «πάνω στο θρόνο του πατέρα του, όπως ο ήλιος όταν ανατέλλει στον ορίζοντα για να σκορπίσει το φως του σε ό,τι προηγουμένως ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι». Ήταν αυτός που «έβγαλε τους Αιγυπτίους από την αγρία κατάσταση και από μια ζωή γεμάτη στερήσεις,τους πρόσφερε τους καρπούς της γης, τους έδωσε τους νόμους και τους έμαθε να σέβονται τους θεούς. Αργότερα, διέσχισε ολόκληρη τη γη για να την εκπολιτίσει».

Άνθρωποι και θεοί υμνούσαν τη δόξα του εκείνη τη χρυσή εποχή. Μόνον ένας δεν συμμετείχε στους επαίνους, κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον αδελφό του τον Σέτ. Από ζήλεια; Από έμφυτη κακία που θέριεψε με τα χρόνια και έγινε αθεράπευτη;  Ό,τι και να ήταν, κατά το παράδειγμα του Κάιν και του Άβελ (παρόλο που ο       αιγυπτιακός μύθος είναι τουλάχιστον χίλια χρόνια προγενέστερος) ο Σετ σκότωσε τον Όσιρι, φροντίζοντας να διαμελίσει το σώμα του και να σκορπίσει τα κομμάτια του σε ολόκληρη την Αίγυπτο.
Τότε,η Ίσις ξεκίνησε να  βρει τα κομμάτια του αγαπημένου αδελφού και συζύγου. Μαζί με την Νεύθυ περιπλανήθηκαν καιρό και όταν τα μάζεψαν όλα, κάθισαν καταγής και βάλθηκαν να ψάλλουν τον πρώτο επικήδειο θρήνο που ακούστηκε στη χώρα της Αιγύπτου, όπως μας τον παραδίδει ο Α.Έρμαν στο έργο του Η θρησκεία των Αιγυπτίων:

«Γύρνα στο σπίτι σου, ωραίε έφηβε, γύρνα στο σπιτικό σου να με δείς!
Η αδελφή σου είμαι που αγαπάς, μην ξεμακραίνεις από μένα, μή μού φεύγεις.
Ωραίε έφηβε, γύρνα στο σπιτικό σου...
Δεν σε βλέπω, μα η καρδιά μου λαχταρά να σε ανταμώσει,
κι η ματιά μου σε γυρεύει...
Γύρνα σε κείνη που σε αγαπά, που σε αγαπά, καλότυχε!
Γύρνα στην αδελφή σου που γυναίκα σου είναι,
εσύ που η καρδιά σου δεν χτυπάει πιά...»




Το μοιρολόγι της Ίσιδας συγκίνησε τελικά τον Ρά, τον αρχηγό των θεών, ο οποίος έστειλε στη γη ως αντιπρόσωπό του τον θεό Άνουβι, τον τσακαλόμορφο.
Ο Άνουβις ανέλαβε να κηδέψει τον Όσιρι. Πρώτα συγκέντρωσε τα σκόρπια κομμάτια του σώματός του για να το ανασυστήσει και μετά τα τύλιξε με γάζες για να το ταριχεύσει.
Η Ίσις έγυρε πάνω στο κατακρεουργημένο σώμα, γονάτισε στο προσκεφάλι του και ύστερα φτερούγισε από πάνω του. Ο Όσιρις άνοιξε τα μάτια, κούνησε το κεφάλι και αναγνώρισε την Ίσιδα. Εκείνη ξάπλωσε πάνω του και έμεινε έγκυος από το σπέρμα του αναστημένου θεού.
Έπειτα, ο Ρα ξανάδωσε πλήρως τη ζωή στον Όσιρι, αλλά τον έστειλε να βασιλέψει στον κόσμο των νεκρών. Ο Όσιρις από τότε έγινε ο άρχοντας του κάτω κόσμου, κυβερνώντας τις ψυχές των νεκρών και προέδρευε στο μέγα δικαστήριο κρίνοντας τον καθένα μετά την «έξοδό του από τη ζωή».

Ενώ ο Όσιρις πήγε στον κάτω κόσμο, η Ίσις έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Σέτ, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε την ανάσταση του θύματός του κυριεύθηκε από παράφορο θυμό. Γνωρίζοντας ότι η Ίσις περίμενε το παιδί του Όσιρι, δηλαδή έναν επίδοξο διεκδικητή του θρόνου, κυνήγησε τη θεά σ’ ολόκληρη την Αίγυπτο κι εκείνη, για να γλυτώσει, αναγκάστηκε να κρυφτεί στους βάλτους του δέλτα.





Ο Ώρος γεννήθηκε κρυφά και μυστικά, μεγαλώνοντας απομονωμένος και περιφρουρούμενος από τη μητέρα του. Όταν έφτασε σε μια ηλικία που να μπορεί να καταλαβαίνει, η Ίσις τού φανέρωσε το λόγο της απομόνωσης κι εκείνος αποφάσισε να εκδικηθεί, να αναμετρηθεί με τον Σετ.
Ήταν μια μάχη τρομερή και ανελέητη, μια μάχη γιγάντων. Νικητής ήταν τελικά ο Ώρος, που δεν κατάφερε να σώσει το ένα του μάτι, ενώ ο Σετ ευνουχίστηκε. Έτσι, ο Ώρος πήρε τη θέση του πατέρα του στη γή και ανακηρύχθηκε «δεύτερος βασιλιάς της γης».
Ο έξαλος Σετ δεν παρδέχτηκε την ήττα του και κατήγγειλε τον Ώρο στο δικαστήριο των θεών. Η δίκη κράτησε πολλά χρόνια, αλλά είχε ως αποτέλεσμα την νομιμοποίηση του Ώρου στη θέση του βασιλιά της Αιγύπτου.

Ο αναστημένος Όσιρις έγινε για όλους η εγγύηση της δυνατότητας για μια μετά θάνατον ζωή και οι τελετουργίες που έλαβαν χώρα πάνω από τη σωρό του καθιερώθηκαν ως πρότυπο και μέσο διαφυγής από την εκμηδένιση του θανάτου.
Αιώνες ολόκληρους αργότερα, τον τέταρτο μήνα κάθε αιγυπτιακού έτους, όταν τα νερά του Νείλου υποχωρούσαν αφήνοντας τη γή έτοιμη για καλλιέργεια, οι κάτοικοι της Αιγύπτου- άντρες και γυναίκες- έπλαθαν πήλινα ειδώλια με τη μορφή του Οσίριδος, παραχώνοντας το σπόρους στο εσωερικό τους. Οι σπόροι βλάσταιναν και ξεπεταγόταν μια μικροσκοπική λόχμη  στο σχήμα του αγαλματιδίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο νεκρός θεός ξαναγεννιόταν.
Μερικές φορές τοποθετούσαν αυτά τα ειδώλια μέσα στους τάφους ως εχέγγυο ανάστασης. Το πεπρωμένο του δολοφονημένου, αλλά αναστημένου θεού συνδεόταν στη λαϊκή συνείδηση και ευαισθησία με την επαγγελία για μια νέα ζωή της γής και της ψυχής.


ΠΙΟΤΡ ΑΛΕΞΕΓΙΕΒΙΤΣ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ (1843- 1921)
Ένας αναρχικός πρίγκιπας
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου








Ο λόγος για έναν από τους πρώους θεωρητικούς του αναρχοκομμουνισμού- ένα ξέσπασμα της φύσης, αφού εναντιώθηκε σε όλα όσα πρέσβευε η κοινωνική του τάξη.
Γεννήθηκε στη Μόσχα και ανήκε στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο της ρωσικής αριστοκρατίας. Ο πατέρας του Αλεξέι Πέτροβιτς Κροπότκιν ήταν πρίγκιπας του Σμόλενσκ με καταγωγή από τη δυναστεία των Ρούρικ, η οποία είχε κυβερνήσει τη Ρωσία πριν εμφανιστούν οι Ρωμανόφ και η μητέρα του κόρη στρατηγού.
Είχε την αρμόζουσα στρατιωτική εκπαίδευση στο επίλεκτο σώμα των ακολούθων στην Αγία Πετρούπολη, ένα προνόμιο που το είχαν μόνον 150 παιδιά της αριστοκρατίας.
Στην Αγία Πετρούπολη κατάφερε να μελετήσει όσα τον ενδιέφεραν, δίνοντας περισσότερη σημασία στους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές και στην γαλλική ιστορία και να γνωρίσει την νέα επαναστατική λογοτεχνία που εξέφραζε τις σκέψεις του. Το 1866 άρχισε να μελετά τα έργα του Γάλλου αναρχικού Πιέρ Ζόζεφ Προυντόν, καθώς και άλλων πολιτικά σκεπτόμενων όπως ο Τζων Στιούαρτ Μίλλ και ο Αλεξάντερ Χέρτσεν, καταλήγοντας να θεωρήσει και τον εαυτό του αναρχικό.
Το 1867 αποφάσισε να αφήσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα, επέστρεψε στην Αγία Πετρύπολη και μπήκε στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει μαθηματικά, έχοντας συγχρόνως τη θέση του Γραμματέα της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρίας.
Η απόφασή του να εγκαταλείψει τον στρατό, και επομένως την οικογενειακή παράδοση, είχε σαν αποτέλεσμα να τον αποκληρώσει ο πατέρας του, αφήνοντάς τον ουσιαστικά χωρίς πόρους- έναν άφραγκο πρίγκιπα.
Η Εταιρία τον έστειλε στην Φιλανδία και τη Σουηδία να ερευνήσει τα παγόβουνα και στη συνέχεια ο Κροπότκιν δημοσίευσε μια σημαντική επιστημονική μελέτη, στην οποία αποδείκνυε τα σφάλματα των προηγουμένων χαρτών. Είχε πάρει, όμως, την απόφαση να μην ασχοληθεί με την επιστήμη, αλλά να αφοσιωθεί στη γνώση της ύπαρξης διαφορών ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις.

Έτσι, παραιτήθηκε από τη θέση του γραμματέα της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρίας (1872) και εγκατέλειψε τα προνόμια και τη Ρωσία, για να ζήσει για λίγο στην Αγγλία και στη συνέχεια στην Ελβετία, όπου γράφτηκε στην Γιουρα Φεντερέησον. Το 1877 πήγε στη Γαλλία, όπου βοήθησε στο στην δημιουργία του Σοσιαλιστικού Κινήματος. Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ελβετία, όπου εξέδωσε την εφημερίδα «La Revolte»  και δημοσίευσε πολλά επαναστατικά φυλλάδια. Το 1881, μετά την δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου Β΄, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελβετία και να καταφύγει στο Λονδίνο, όπου παρακολούθησε το Αναρχικό Συνέδριο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ενώ έδωσε μια σειρά ομιλιών σε διάφορα κλάμπ σοσιαλιστών.
Πηγαίνοντας εκ νέου στη Γαλλία συνελλήφθη δικάστηκε στην Λυών και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια, βάσει ενός νέου νόμου, για την αναρχική του δράση. Όταν αποφυλακίστηκε (1886) πήγε πίσω στην Αγγλία, ίδρυσε με τον Ουίλσον μια αναρχική εφημερίδα (The Freedom Press- η οποία εξακολουθεί να υπάρχει), εγκαταστάθηκε κοντά στο Λονδίνο-αλλάζοντας αρκετά σπίτια- και ανέπτυξε φιλία με σημαντικούς ανθρώπους.  

Επέστρεψε στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917, λίγους μήνες μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου και πριν την επανάσταση του Οκτωβρίου. Ο Αλεξάντερ Κερένσκυ και ένα πλήθος 60.000 ανθρώπων τον υποδέχτηκαν με χαρά και τιμές. Ο Κερένσκυ του πρότεινε λίγους μήνες αργότερα τη θέση του Υπουργού Παιδείας, αλλά ο Κροπότκιν δεν την δέχτηκε, με το σκεπτικό ότι μια τέτοια ενέργεια θα παραβίαζε τις αναρχικές του αρχές. Είχε ενθουσιαστεί με τη νέα τάξη πραγμάτων στην αρχή, για να ασκήσει δριμύτατη κριτική στη συνέχεια, στέλνοντας μακροσκελείς επιστολές στον Λένιν.
Στα μέσα Ιανουαρίου του 1921 ένα κρυολόγημα εξελίχθηκε σε πνευμονία και τελικά τον έστειλε στον τάφο τον επόμενο μήνα. Η κηδεία του ήταν και η τελευταία μαζική συγκέντρωση των αναρχικών στη Ρωσία, η τελευταία παρουσία της μαύρης σημαίας τους.
Έζησε σύμφωνα με τους υψηλούς ηθικούς στόχους του, σε έναν άριστο συνδυασμό διανόησης και δράσης. Δεν υπήρξε εγωπαθής, διπρόσωπος, ούτε επέδειξε πάθος για την εξουσία- κάτι που έβλαψε πολύ την εικόνα πολλών μεταγενέστερεων επαναστατών.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Ξεκινώ το μηνιαίο αφιέρωμα στα έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ με το  «Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ». Πιστεύεται ότι γράφηκε μεταξύ 1596 και 1598. Αν και αρχικά  χαρακτηρίστηκε ως «κωμωδία», έμεινε γνωστό για τις δραματικές σκηνές του και τον χαρακτήρα του άκαρδου Σάϋλωκ. Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή ο αντισημιτισμός βρισκόταν στα ύψη, πολύ περισσότερο στην Βενετία, όπου οι Εβραίοι ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε ένα γκέτο και να μη βγαίνουν ποτέ από εκεί, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για συγκεκριμένες ώρες.

Να περί τίνος πρόκειται:

Ο Μπασσάνιο, ένας νεαρός Βενετσιάνος ευγενικής καταγωγής, επιθυμεί να κερδίσει την όμορφη και πλούσια κληρονόμο Πόρσια του Μπέλμοντ. Για να το πετύχει χρειάζεται 3.000 δουκάτα και πλησιάζει τον φίλο του Αντόνιο, έναν πλούσιο έμπορο της Βενετίας, ο οποίος τον έχει βοηθήσει πολλές φορές.
Ο Αντόνιο έχει τη διάθεση να τον βοηθήσει κι αυτή τη φορά, αλλά δεν έχει ρευστό. Τα πλοία του βρίσκονται ακόμη στη θάλασσα. Δείχνοντας τη φιλία του, λέει στον Μπασσάνιο ότι αν βρει χρηματοδότη, εκείνος θα μπει εγγυητής. Ο Μπασσάνιο στρέφεται στον Εβραίο τοκογλύφο Σάυλωκ, αναφέροντας το όνομα του Αντόνιο ως εγγυητή.
Ο Αντόνιο είναι αντισημίτης και συνήθως δανείζει χωρίς τόκο. Ο Σάϋλωκ τον αντιπαθεί, και  σκεπτόμενος ότι θα πρέπει να βάλει χαμηλότερο τόκο, αρνείται. Τελικά, όμως, αποφασίζει να δανείσει τον Μπασσάνιο υπό έναν όρο: Αν δεν μπορέσει να τον εξοφλήσει τη συγκεκριμένη ημερομηνία που συμφωνούν, ο Σάυλωκ θα αφαιρέσει  ένα λίτρο κρέατος από το σώμα του Αντόνιο...
Ο Μπασσάνιο τρομάζει, αλλά ο Αντόνιο, έκπληκτος που ο Εβραίος δεν θέλει τόκο, υπογράφει ως εγγυητής.
Χαρούμενος ο Μπασσάνιο, με τα χρήματα στα χέρια του, αναχωρεί για το Μπέλμοντ. Τον συνοδεύει ο φίλος του Γκρατιάνο, ένας ευχάριστος μεν, επιπόλαιος νέος που δεν κρατά τη γλώσσα του και δεν γνωρίζει τι σημαίνει τάκτ και διακριτικότητα.

Στο Μπέλμοντ, η Πόρσια δέχεται τους επίδοξους μνηστήρες, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να περάσουν μια δοκιμασία.
Ο πατέρας της Πόρσια πριν πεθάνει όρισε στην διαθήκη του ότι κάθε υποψήφιος θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε τρία κουτιά: ένα χρυσό, ένα ασημένιο και ένα από μολύβι. Όποιος διαλέξει το σωστό, θα παντρευτεί την Πόρσια.
Ο πρώτος υποψήφιος, πρίγκιπας του Μαρόκο, διαβάζοντας το κείμενο που είναι γραμμένο στην επάνω πλευρά του χρυσού κουτιού: «όποιος με διαλέξει θα κερδίσει αυτό που πολλοί άνδρες επιθυμούν», το επιλέγει, πιστεύοντας ότι υποννοείται η Πόρσια.
Ο δεύτερος υποψήφιος, πρίγκιπας της Αραγώνας, επιλέγει το ασημένιο, πάνω στο οποίο διαβάζει: «όποιος με διαλέξει θα κερδίσει αυτό που τού αξίζει».
Φεύγουν και οι δύο χαμένοι, αφού αγνόησαν το μολυβένιο κουτί.  Ήταν πολύ φθηνό υλικό και έγραφε «όποιος με διαλέξει πρέπει να δώσει και να διακινδυνέψει όλα όσα έχει».
Ο Μπασσάνιο φθάνει τρίτος, ενώ οι προηγούμενοι έχουν κιόλας φύγει. Η Πόρσια που τον βλέπει, επιθυμεί να είναι ο νικητής. Την ώρα που στέκεται μπροστά στα τρία κουτιά, ακούει ένα σιγανό τραγούδι, που τραγουδά κρυμένη η προσωπική καμαριέρα της Πόρσια, η οποία γνωρίζει την προτίμηση της κυρίας της:  « η εξωτερική εμφάνιση θαμπώνει τα μάτια και θολώνει την κρίση». Ο Μπασσάνιο διαλέγει το μολυβένιο κουτί και κερδίζει την Πόρσια.

Η φήμη στην Βενετία ότι τα πλοία του Αντόνιο χάθηκαν στις θάλασσες, και επομένως ανίκανο να πληρώσει το χρέος, τον κάνει έρμαιο των άγριων διαθέσεων του Σάυλωκ, που είναι λάβρος εναντίον των Χριστιανών, αυτή τη φορά από προσωπικό λόγο: η κόρη του Τζέσσικα έφυγε με κάποιον χριστιανό, τον Λορέντζο, κλέβοντας πολλά χρήματα και ένα δαχτυλίδι με τυρκουάζ πέτρα, ένα δώρο της μητέρας της στον Σάυλωκ. Και το χειρότερο, έγινε Χριστιανή.
Ο Αντόνιο οδηγείται στα δικαστήρια από τον Σάυλωκ.

Τα θλιβερά νέα φτάνουν με μια επιστολή στο Μπέλμοντ, όπου απολαμβάνεουν τη ζωή παντρεμένοι η Πόρσια με τον Μπασσάνιο και ο Γκρατιάνο με την καμαριέρα της Πόρσια, την Νερίσα. Οι δύο φίλοι φεύγουν για τη Βενετία, με τα χρήματα που χρειάζονται, να σώσουν τον Αντόνιο απο τα νύχια του Σάυλωκ, ενώ χωρίς να το γνωρίζουν, η Πόρσια στέλνει τον υπηρέτη της Μπαλτάσαρ να βρει ένα εξάδελφό της και δικηγόρο στην Πάδουα, τον Μπελλάριο.

Μεταφερόμαστε στην αίθουσα του δικαστηρίου με τον Σάυλωκ να αρνείται όχι μόνο την εξόφληση του χρέους, αλλά το διπλάσιο( 6.000 δουκάτα!) απαιτώντας να λάβει την πληρωμή που του οφείλει ο Αντόνιο: ένα λίτρο από τη σάρκα του.
Ο Δούκας, αν και επιθυμεί να βοηθήσει τον Αντόνιο, δεν βρίσκει τον τρόπο να τον γλυτώσει. Ένας νέος παρουσιάζεται δηλώνοντας ότι λέγεται Μπαλτάσαρ και είναι νομικός, δίνοντας στον Δούκα μια συστατική επιστολή από τον γνωστό και διακεκρμένπ νομικό Μπελλάριο. Ο νέος είναι η Πόρσια μεταμφιεσμένη και ο βοηθός που τη συνοδεύει είναι η Νερίσα.
Η Πόρσια βγάζει έναν φλογερό λόγο, ζητώντας από τον Σάυλωκ να δείξει έλεος, γιατί: «αυτός που δείχνει έλεος είναι διπλά ευλογημένος από το έλεος που δείχνει και από εκείνο που λαμβάνει». Τίποτε δεν φαίνεται ικανό να πείσει τον Σάυλωκ που επιμένει να θέλει ένα λίτρο σάρκας χριστιανικής.
Το δικαστήριο αδυνατεί να βρει λύση και ο Αντόνιο ετοιμάζεται για να δεχτεί το μαχαίρι του Σάυλωκ. Η Πόρσια διαλέγει εκείνη τη στιγμή για να θυμίσει στον ανάλγητο τοκογλύφο τι λέει το συμφωνητικό: πρέπει να αφαιρέσει σάρκα, όχι αίμα! Γιατί, αν χυθεί έστω και μια σταγόνα αίμα του Αντόνιο, ο Σάυλωκ θα χάσει όλη του την περιουσία, σύμφωνα με τους νόμους της Βενετίας. Του λέει ακόμη ότι πρέπει να αφαιρέσει ακριβώς ένα λίτρο, ούτε μιας τρίχας βάρος παραπάνω, αλλιώς είναι καταδισκασμένος να πεθάνει.
Νικημένος ο Σάυλωκ συμφωνεί να δεχτεί τα χρήματα. Η Πόρσια, όμως, έχει να προσθέσει και κάτι ακόμη. Ο Σάυλωκ, ένας ξένος, προσπάθησε μέσα στο δικαστήριο της Βενετίας να αφαιρέσει τη ζωή ενός πολίτη της χώρας. Τα μισά του υπάρχοντα πηγαίνουν-πάντα σύμφωνα με τους νόμους- στο κράτος και τα άλλα μισά στον Αντόνιο. Όσο για τη ζωή του, είναι στα χέρια του Δούκα.
Πριν σταματήσει να χτυπά η καρδιά του Σάυλωκ, ο Δούκας τού χαρίζει τη ζωή. Ο Αντόνιο δηλώνει ότι θα κρατήσει την περιουσία του Σάυλωκ μέχρι τον θάνατό του(του Σάυλωκ) και μετά θα την χαρίσει στην κόρη του Τζέσσικα και ζητά από το δικαστήριο να δώσει στον Σάυλωκ την άλλη μισή. Ο Δούκας δέχεται, υπό έναν όρο: ο Σάυλωκ θα γίνει Χριστιανός και όλη η περιουσία θα πάει στην Τζέσσικα...

Ο Μπασσάνιο δεν αναγνωρίζει τη γυναίκα του, αλλά προτίθεται να κάνει ένα δώρο στον υποτιθέμενο ικανότατο δικηγόρο. Η Πόρσια αρνείται, αλλά μετά από σκέψη λέει ότι μπορεί να δεχτεί το δαχτυλίδι του και τα γάντια του Αντόνιο. Ο Αντόνιο προσφέρει τα γάντια του χωρίς δεύτερη κουβέντα, αλλά ο Μπασσάνιο βασανίζεται. Έχει υποσχεθεί στην Πόρσια να μη δώσει, να μην πουλήσει και να μη χάσει αυτό το συγκεκριμένο δαχτυλίδι. Ο Αντόνιο γνωρίζει την υπόσχεση, αλλά τον πείθει να το κάνει. Με κάποιον παρεμφερή τρόπο, η Νερίσα αποσπά το δαχτυλίδι από τον Γκρατιάνο, που ούτε εκείνος αναγνωρίζει τη γυναίκα του.

Οι δύο γυναίκες φεύγουν γρήγορα και φτάνουν πρώτες στο Μπέλμοντ. Όταν οι σύζυγοι φτάνουν μαζί με τον Αντόνιο, παριστάνουν τις θιγμένες και τις θυμωμένες που και οι δύο αποχωρίστηκαν τα δώρα τους, στο τέλος, όμως, αποκαλύπτουν το τέχνασμά τους.
Είναι από τα χείλη της Πόρσια που ο Αντόνιο θα μάθει την τύχη τριών από τα πλοία του, που γλύτωσαν από την θαλασσοταραχή και έχουν  επιστρέψει με ασφάλεια στο λιμάνι.