The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

 

ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 1821

Μέρος β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Μετά το φιρμάνι του Σουλτάνου που καλούσε στα όπλα τους πάντες και το ξυλοκόπημα του δραγουμάνου της γαλλικής πρεσβείας, οι Ευρωπαίοι διαπίστωσαν ότι η αναταραχή αυτή απειλούσε τα οικονομικά τους συμφέροντα και με πρώτον τον λόρδο Στράνγκφορντ έστειλαν επιτροπή στην Πύλη. Η ανταπόκριση ήταν άμεση. Σε ελάχιστο χρόνο διαβάστηκε παντού ένα φιρμάνι που έλεγε ότι οι Φράγκοι (όλοι οι ξένοι) τελούσαν υπό την προστασία του κράτους.

Ο ιερέας Γουώλς της αγγλικής πρεσβείας βγήκε στην πόλη, θεωρώντας ότι ήταν ασφαλής. Όσους συνάντησε ήταν Τούρκοι. Σημειώνει στο ημερολόγιό του:

«Βάδιζα σ’ ένα στενοσόκακο. Μπροστά μου προχωρούσε ένας Τούρκος.Ξαφνικά, φάνηκε να κατεβαίνει απέναντι ένας Έλληνας. Στάθηκε και κόλλησε την πλάτη του στον τοίχο, αφήνοντας τόπο να περάσει ο Οθωμανός. Εκείνος, έβγαλε το γιαταγάνι και τον έσφαξε. Ύστερα, καθάρισε τη ματωμένη λεπίδα, μπήκε στο διπλανό καφενείο κι άναψε τσιμπούκι».

Οι Τούρκοι, συνεχίζει ο Γουέλς, δοκίμαζαν τα πιστόλια τους σημαδεύοντας και σκοτώνοντας τον πρώτο Ρωμιό που έβλεπαν μπροστά τους. Και λίγες μόνον ημέρες αργότερα, άρχισε η μεγάλη σφαγή.

Ο ιερέας καταγράφει όσες πληροφορίες συγκέντρωσε για τον αποκεφαλισμό του δραγουμάνου της Πύλης Κωνσταντίνου Μουρούζη, τον οποίο πρόλαβε να γνωρίσει σε μια δεξίωση στο Πέραν.

Ο Μουρούζης περνούσε έφιππος κοντά στην ακτή του Βοσπόρου. Όταν κάποιος έβαλε στο χέρι του ένα γράμμα κι εξαφανίστηκε. Ήταν ένα μήνυμα του Αλ. Υψηλάντη που τον καλούσε να κάνει το πατριωτικό του χρέος. Ο Μουρούζης φοβήθηκε κι έσπευσε να ειδοποιήσει τους υπουργούς της Πύλης. Εκείνοι, πριν παραδώσουν το γράμμα στον σουλτάνο, τον συμβούλεψαν να παραλείψει μια παράγραφο που αναφερόταν σε γνωστά πρόσωπα, τα οποία- κατά τη γνώμη τους- ήταν υπεράνω υποψίας. Εκείνος συμφώνησε.

Ο σουλτάνος, αφού διάβασε τη μετάφραση, φώναξε έναν Ρωμιό κηπουρό και τον πρόσταξε να μεταφράσει απ’ ευθείας το μήνυμα του Υψηλάντη από τα ελληνικά στα ρουρκικά. Έτσι, διαπίστωσε την παράλειψη και διέταξε τον αποκεφαλισμό του Μουρούζη, τον οποίο παρακολούθησε.

Σύμφωνα με τους Έλληνες ιστορικούς, η επιστολή του Αλ.

Υψηλάντη ήταν πλαστή.

Ο Κωνσταντίνος ή Κωστάκης Μουρούζης, γιος του οσποδάρου Αλέξανδρου Μουρούζη, Μέγας Διερμηνεύς (Δραγουμάνος) για σαράντα ημέρες ήταν τότε τριάντα δύο ετών. Έσπευσε να παραδώσει την επιστολή στον Υπουργό Εξωτερικών «αποδεικνύων το ψευδές και βέβαιον αθώον εαυτόν από της τοιαύτης εξυφανθείσης ενχοποιήσεως». Αλλά στην έξοδο του σεραγιού τον περίμενε ο δήμιος (κατά τον Ι. Φιλήμονα).

Διαφορετική είναι η εκδοχή του Τούρκου ιστορικού Δζεβδέτ Πασά που υποστηρίζει ότι η επιστολή ήταν του Μουρούζη και όχι του Αλ. Υψηλάντη.

«Ο Μουρούζης, συγγενής των Υψηλάντηδων, έχων εκ μέρους του προστάτου αυτού Χαλέτ εφέντη  εντολήν να στέλλει παραινετικάς επιστολάς  εις μερικούς των μελών της Εταιρίας (της Φιλικής), της οποίας κι αυτός ήτο μέλος, έγραφε εις έν γράμμα του αποστελλόμενον εις Βλαχίαν πράγματα διφορούμενα, λέγων μεταξύ άλλων: “Ήτο, αρα γε, φρόνιμοννα γίνουν τώρα όλα αυτά τα όλως άκαιρα; Ήτο άρα γε καιρός δια τοιαύτα;”

Την 4η Απριλίου 1821, κληθείς υπό του κεχαγιά της μεγάλης βεζυρείας,επεπλήχθη υπό τούτου, ειπόντος: “Τι είναι αυτά που γράφεις εις αυτά τα γράμματα; ” Ο Μουρούζης απήντησε δι’ υπεκφυγών, λέγων ότι εκάστη γλώσσα έχει και τους ιδιαιτέρους της τρόπους εκφράσεως. Η δικαιολογία, όμως, αύτη εις ουδέν ωφέλησεν. Αμέσως δε, συμφώνως προς εκδοθείσαν διαταγήν, μετεφέρθη, φέρων ακόμη την σαμουρόγουναν και το καλπάκι του, έμπροσθεν του περιπτέρου Αλάϊ κιοσκιού, όπου και εθανατώθη. Το σώμα αφέθη εκτεθειμένον επί τρεις ημέρας προς παραδειγματισμόν των άλλων».

Τέλος, υπάρχει η έκθεση του Ολλανδού επιτετραμμένου στην Κωνσταντινούπολη Γκασπάρ Τέστα προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ολλανδίας και προϊστάμενό του για το συμβάν:

«Σύμφωνα με μια εκδοχή έδειξε απιστία στη μετάφραση μερικών ελληνικών κειμένων, σχετικών με τη μεγάλη συνωμοσία για να καλύψει τους ομοεθνείς του που αναφέρονταν σ’ αυτή την αλληλογραφία. Ο σουλτάνος, όταν έφθασαν στα χέρια του τα εγγραφα, θέλοντας να βεβαιωθεί για την ακρίβεια του περιεχομένου, ανέθεσε τη μετάφραση σ’ έναν ελληνομαθή ιδιαίτερο γραμματέα του, καθώς και σ’ έναν από τους Έλληνες κηπουρούς του σεραγιού που φημιζόταν ως ικανός μεταφραστής. Μ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε το έγκλημα του Μουρούζη και τιμωρήθηκε αμέσως με θάνατο. Άλλοι λένε πως ο Δραγουμάνος αυτός καταδικάστηκε επειδή είχε εγγυηθεί για τη νομιμοφροσύνη των Μανιατών που επίσης ύψωσαν την σημαία της ανταρσίας».

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

 

ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 1821

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Ήταν τέλη Ιανουαρίου του 1821 όταν έφθασε εκεί ο Άγγλος πρεσβευτής Στράνγκφορντ με την σύζυγο και την συνοδεία του. Μαζί του ταξίδευε ο ιερέας της πρεσβείας Ρ. Γουώλς.

Ο ιερέας είναι ένας ανήσυχος άνθρωπος, περίεργος, επίμονος, ακάματος και ριψοκίνδυνος. Θα καταγράψει όλα όσα βλέπει, θα επιστρέψει στην Αγγλία, αλλά θα επιστρέψει και πάλι, θα παρακολουθήσει τον αγώνα μας και θα εκδόσει ένα βιβλίο με τεράστια επιτυχία το 1828 (Narrative of a journey from Constantinople to England by the Reverand R. Walsh).

Στην αρχή, αδιάφορος και φιλότουρκος, αρκείται στην καταγραφή χωρίς σχόλια, αλλά με το πέρασμα του χρόνου διαφοροποιείται και γίνεται φιλέλληνας. Όμως, τα αδιάφορα μάτια του είναι αντικειμενικά, γι’ αυτό μπορούμε να τον εμπιστευθούμε.

Λίγο μετά την άφιξη της ομάδας του Πρέσβη στην Πόλη, επισκέφθηκαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Ήταν ηλικιωμένος (γύρω στα εβδομήντα) και άρρωστος, αδύνατος και ωχρός. Τους υποδέχθηκε ντυμένος απλά, με ένα απλό μαύρο ράσο, αλλά πρόσφερε στους καλεσμένους του σωρεία γλυκών, καπνών και καφέ.

 

Η είδηση για την Επανάσταση στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες έφθασε ξαφνικά στην Πόλη. Το πρώτο σημάδι ήταν μια προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μέσα σε λίγη ώρα το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Οι Ευρωπαίοι τρομοκρατήθηκαν, μαθαίνοντας ότι ο Υψηλάντης βαδίζει εναντίον της Πόλης και ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να ενωθούν με τις δυνάμεις του. Φήμες ότι οι ζωές και οι περιουσίες τους κινδύνευαν, έκαναν χειρότερα τα πράγματα.

Ο Γουώλς είδε στον Γαλατά τους Αρμενίους να κλείνουν τα μαγαζιά τους, ενώ οι Τούρκοι περπατούσαν στους δρόμους αμέριμνοι, έχοντας το χέρι τους πάνω στο γιαταγάνι, καλού-κακού. Αν τους έβλεπαν Έλληνες ή Εβραίοι από απόσταση, φρόντιζαν ν΄αλλάξουν δρόμο, να προλάβουν να κλειστούν σε κάποιο σπίτι ή καφενείο.

Την επόμενη ημέρα ο τριανταεξάχρονος σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ (ήδη πατέρας έντεκα αγοριών και δεκατασσάρων κοριτσιών) κάλεσε τους Τούρκους, ανεξαρτήτως ηλικίας, στα όπλα. Στους δρόμους βρέθηκαν γύρω στις εκατό χιλιάδες αρματωμένοι και εξαγριωμένοι μουσουλμάνοι να κυνηγούν άοπλους πολίτες. Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι τουρκικές Αρχές ήταν ν’ αφοπλίσουν τους Έλληνες, δίνοντας διορία δέκα ημερών για να παραδώσουν τα όπλα τους. Η διαταγή ανακοινώθηκε στις 24 Μαρτίου, ενώ τέσσερις ημέρες αργότερα κυκλοφόρησε ένα φιρμάνι με υπογραφή του σουλτάνου, καλώντας άπαντες να εγκαταλείψουν το ραχάτι τους και να γίνουν πολεμιστές, αλλιώς…:

«Γνωστά είναι εις όλους τα εν Βλαχία και Μολδαβία γεγονότα και η αποδεδειγμένως επικατάρατος κακουργία του ρωμαίϊκου έθνους… Είναι ανάγκη, όπως, λόγω των περιστάσεων, άπαντες οι πιστοί μουσουλμάνοι, αντικαθεστώντες τον καθιστικόν βίον, όστις έγινεν από πολλού και γενικώς Δευτέρα φύσις, δια της ζωής του στρατοπέδου… Επίσης δέον όπως όσοι είναι ανώτεροι λειτουργοί. Υπάλληλοι και υπηρέται του κράτους εγκαταλείψουν ταχέως παν πράγμα υπενθυμίζον τον βίον της τρυφής… διά της ζωής του στρατοπέδου, προμηθευτούν όπλα και ίππους, αν δεν έχουν. Μερικοί άνθρωποι, έκδοτοι εις τας ασωτείας, ασχολούνται εις το να αστεϊζονται…Όσους δεν τ’ αφήσουν αυτά, αλλ’ εξακολουθήσουν τον νωχελή και τρυφηλόν βίον, παραμελούν τα καθήκοντά των και έρχονται αργά εις την εργασίαν των, δεν θα τους νουθετήσω πλέον. Θα τους σκοτώσω. Ν’ ανοίξουν τα μάτια των, διότι αυτό δεν ομοιάζει προς άλλα πράγματα, Πρόκειται περί της Θρησκείας».

 

Και οι αγριότητες δεν είχαν όριο. Οι ένοπλοι Τούρκοι σταματούσαν τους άοπλους Έλληνες όπου τους έβρισκαν, τους έβριζαν και τους ξυλοκοπούσαν, ενώ άλλοι, θερμόαιμοι, τους αποκεφάλιζαν. Τούρκοι λωποδύτες λήστευαν καταμεσίς του δρόμου τους Χριστιανούς, άλλοι έμπαιναν σε καταστήματα κι έπαιρναν τα υφάσματα. Όσοι έφερναν αντίρρηση φονεύονταν εκείνη τη στιγμή.

Να, πώς περιγράφει την κατάσταση ο Τούρκος ιστοριογράφος της Υψηλής Πύλης Σανί Ζαντέ.

«Επειδή οι περισσότεροι εκ της νεολαίας της Κωνσταντινουπόλεως εστερούντο αγωγής και άλλως τε δεν ηδύναντο να διακρίνουν το καλόν και το κακόν, ήτο φυσικόν να ενεργήσουν ως να επρόκειτο περί παιδικών παιγνιδίων… Ήρχισαν να πυροβολούν ασκόπως με τυφέκια και πιστόλια εντός των συνοικιών, εις τους δρόμους, εις τας πύλας των τζαμίων, εις τας αποβάθρας, εντός των ακατίων και γενικώς εις όλα τα μέρη συγκεντρώσεων, ούτως ώστε οι άλλοι κάτοικοι ευρίσκοντο νύκτα και ημέραν διηνεκώς υπό το κράτος παραζάλης και τρόμου… Επειδή δεη αρχή ενεθάρρυνεν ακόμη και μερικούς αναπήρους και γέροντας μη έχοντας όπλα όπως οπλισθούν, κατήντησε να φονεύουν κατά λάθος άλλος τον πατέρα και τη μητέρα του, άλλος την σύζυγον και την αδελφήν του. Με την ευκαιρίαν αυτήν( της αθρόας οπλοφορίας και υπακοής στο φιρμάνι) άνθρωποι του κάτω όχλου εφόνευον ραγιάδες. Ούτως ο Χαλέτ εφέντης- ο προνομιούχος ευνοούμενος του σουλτάνου- ένεκα προσωπικών λόγων ώπλισεν όλους τους Τούρκους εν Κωνσταντινουπόλει και έθεσεν αυτούς εις κατάστασιν επιστρατεύσεως. Αλλά μεταξύ τόσων ανθρώπων υπήρχον και κακοποιοί, οίτινες, άμα έλαβον τα όπλα, ήρχισαν να επιτίθενται κατά του τυχόντος».

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος δ

Της Dimitra Papanastasopoulou


 


Το Ανατολικό Ζήτημα, εξ αιτίας του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη και στην Αμερική, μετατοπίσθηκε σύντομα από τα υψηλά κοινωνικά στρώματα στα χαμηλά, στον απλό λαό δημιουργώντας ρεύματα και πάθη.

Οι πολεμικές επιτυχίες των επαναστατών επέβαλλαν διαφοροποιήσεις στην πολιτική και τη στρατηγική των Μεγάλων Δυνάμεων, αναπροσαρμογές και ανακατατάξεις. Και άρχισε η επεξεργασία σχεδίων για την προώθηση συγκεκριμένων εθνικών συμφερόντων. Από τη μια μεριά το πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα για την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκραορίς, από την άλλη οι ανταγωνισμοί των συμμάχων και οι καιροσκοπικές παρεμβάσεις.

Η σκέψη ήταν απλή. Για να επιβιώσει η Ελληνική Επανάσταση, χρειαζόταν εξωτερική συμπαράσταση. Και, φυσικά, η χώρα που θα αποφάσιζε να προσφέρει βοήθεια, θα εξασφάλιζε επιρροή (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική) στο μέλλον. Έτσι, παρά την απέχθεια των απολυταρχικών κυβερνήσεων προς την Επανάσταση, το ενδεχόμενο κάποιας διπλωματικής πρωτοβουλίας- με οποιαδήποτε μορφή- για την ελληνική ανεξαρτησία προκαλούσε συνεχείς ανησυχίες. Καμμιά Δύναμη δεν εννοούσε να παραμερισθεί από τους ανταγωνιστές της.

(Η τρέλα της πολιτικής να πράττει τελικά όσα απεχθάνεται, για το απώτατο συμφέρον της).

Η προώθηση των θέσεων των Δυνάμεων στο Ανατολικό Ζήτημα, έγινε σταδιακά και μεθοδικά. Η πρώτη περίοδος ήταν διερευνητική. Περιοριζόταν στη συλλογή πληροφοριών για την εξακρίβωση των κινήτρων του ξεσηκωμού και επισήμανση των υποκινητών, των αντικειμενικών σκοπών και των απηχήσεων. Η χάραξη ξεκάθαρης και σταθερής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στους Έλληνες και στον αγώνα τους άρχισε να διαφαίνεται μετά από έναν χρόνο (1822).

Η αγγλική κυβέρνηση ήταν ενημερωμένη ακριβέστατα για ο,τιδήποτε συνέβαινε στην Ελλάδα από τις πληροφορίες που συγκέντρωναν επί τόπου οι πράκτορές της(πολλές φορές κρυπτώμενοι πίσω από τη φιλική μάσκα του φιλέλληνα) και από την έξυπνη παρακολούθηση της αλληλογραφίας.

Αμέσως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, οργανώθηκε στα Επτάνησα ένα παράρτημα της κεντρικής υπηρεσίας ελέγχου αλληλογραφίας,που λειτουργούσε μυστικά στο Λονδίνο, σ’ ένα κτήριο δίπλα στο Κεντρικό Ταχυδρομείο, στην Lombart street, όπου εργάζονταν ειδικοί στην αποσφράγιση επιστολών υπάλληλοι, δεξιοτέχνες στα βουλοκέρια και ταλαντούχοι στις αποκρυπτογραφήσεις. Όσα γράμματα είχαν προορισμό την Ελλάδα ανοίγονταν, αλλά όχι μόνον εκείνα. Ανοίγονταν και των ανταγωνιστών τους…, καθιστώντας την αγγλική κυβέρνηση ικανή να παρεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή και να τους εξουδετερώνει.

Βέβαια, ενημερωμένη σωστά και έγκαιρα ήταν και η γαλλική κυβέρνηση, με τις δικές της μυστικές υπηρεσίες. Οι διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας στην Ανατολή και η ναυτική μοίρα στα ελληνικά νερά αποτελούσαν οργανωμένα κέντρα κατασκοπείας. Πληροφορίες συλλέγονταν επίσης στο λιμάνι της Μασσαλίας, το κυριότερο κέντρο αποστολών στην Ελλάδα και η σχεδόν μοναδική πύλη επιστροφής στην Ευρώπη, με την μέθοδο της υποχρεωτικής καραντίνας.

 

Οι κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας συμφώνησαν σιωπηρά να αντιμετωπίσουν ως ανταρσία την Ελληνική Επανάσταση, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για την Γαλλία που ετοίμαζε στρατιωτική επέμβαση στην Ισπανία για να ανατρέψει το φιλελεύθερο συνταγματικό καθεστώς της χώρας, γνωρίζοντας όμως ότι η κάθε μια ξεχωριστά προσπαθούσε να δημιουργήσει γέφυρες επιρροής με τους Έλληνες επαναστάτες. Και αποφάσισαν να εξουδετερώνουν η μια τις προσπάθειες της άλλης, παρακολουθώντας την εξέλιξη.

Σ’ αυτόν τον διαφορετικό «αγώνα επικράτησης», η Αγγλία επέτρεψε την εισαγωγή όπλων στην Ελλάδα και διευκόλυνε – αν δεν υποκίνησε- την έκδοση του πρώτου δανείου. Η Γαλλία έστελνε μέσω Μασσαλίας εθελοντές και πολεμικό υλικό και επέτρεψε εράνους υπέρ του ελληνικού αγώνα, και συγχρόνως εφοδίαζε τον Μεχμέτ Αλί στην Αίγυπτο με πολεμικά σκάφη και τεχνική βοήθεια (δυναμώνοντάς τον έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας).

Αντίθετα, οι Ρώσοι έχαναν το παιγνίδι, υπακούοντας στους κανόνες της απολυταρχίας και πέφτοντας στις παγίδες της Αγγλίας.

Τέλος, η Αμερική, παρά τις επίσημες διακηρύξεις υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας και το ζωηρό λαϊκό φιλελληνικό κίνημα, ακολούθησε φιλοτουρκική πολιτική. Οχυρωμένη πίσω από το δόγμα Μονρόε, απέφυγε συστηματικά την ενίσχυση των Ελλήνων επαναστατών, με την ελπίδα να πείσει την οθωμανική αυτοκρατορία να υπογράψει την πολυπόθητη εμπορική συμφωνία που θα παραβίαζε το αγγλικό μονοπώλιο και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για οικονομικές γέφυρες με τους Τούρκους. Μόνον ο αμερικανικός λαός συμπαραστάθηκε στον ελληνικό αγώνα.

 

 

 

 

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Οι Τούρκοι καταγγέλλουν την Συνθήκη του 1798 πριν την εκπνοή της, προτιμώντας τον Γάλλο εισβολέα από τον Ρώσο σύμμαχο. Το 1821 οι ρωσοτουρκικές σχέσεις ήταν τεταμένες, εξ αιτίας της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812). Ο τσάρος, επηρεασμένος από τον Μέττερνιχ, αποκυρήσσει το κίνημα του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες (Μολδοβλαχία) και εκφράζει τη νομιμοφροσύνη του στον Τούρκο σουλτάνο.

Ο Υψηλάντης ειδοποιήθηκε απερίφραστα: « Ο Αυτοκράτωρ ουδεμίαν, ούτε εμμέσως ούτε αμέσως, παρέξει υμίν συνδρομήν διότι, επαναλαμβάνομεν λέγοντες, ήθελεν είσθαι ανάξιον αυτού το υποσκάπτειν τα θεμέλια της οθωμανικής αυτοκρατορίας δια της επονειδίστου και εγκληματικής ενεργείας μυστικής εταιρίας».

Όταν ο Υψηλάντης επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη πληροφορήθηκε για τις σφαγές στην Πόλη και τον απαγχονισμό του Πατριάρχη, και έστειλε στην Πύλη το γνωστό τελεσίγραφο. Οι δύο χώρες βρέθηκαν στα πρόθυρα ενός πολέμου, αλλά οι Ρώσοι δεν το αποτόλμησαν, επειδή γνώριζαν ότι θα αντιμετώπιζαν τις άλλες τρεις δυνάμεις συνασπισμένες εναντίον τους. Και τελικά, η τσαρική πολιτική απέτρεψε τη διάλυση του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε εκφράσει ήδη την αντίθεσή του για τον ξεσηκωμό εκείνον τον καιρό. Πίστευε ότι έπρεπε να δημιουργηθούν ειδικές συνθήκες στην Βαλκανική και ότι η εθνική μας απελευθέρωση θα πραγματοποιούνταν μετά από μια σειρά μετασχηματισμών στην ευρύτερη περιοχή, στηρίζοντας τις ελπίδες του σ’ έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Στις 19 Ιουλίου 1821 ο τσάρος πρότεινε στη Γαλλία μια συνεργασία για την λύση του ελληνικού προβλήματος, προσφέροντας την Πελοπόννησο ως προτεκτοράτο. Η πρόταση δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, επειδή οι Γάλλοι θεώρησαν πως «η Ελληνική Επανάσταση ευνοεί μόνον την Ρωσία. Η Γαλλία ενδιαφέρεται να μείνουν τα πράγματα ως έχουν».

Γεγονός πάντως είναι ότι η μόνιμη ρωσοτουρκική αντιδικία ενθάρρυνε τους σκλαβωμένους βαλκανικούς λαούς, που εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες ξεσηκώνονταν κάθε τόσο εναντίον των Τούρκων.

Η Ελληνική Επανάσταση θα παρασύρει τελικά τη Ρωσία σε πόλεμο με την Τουρκία, με αποτέλεσμα, τα ρωσικά στρατεύματα να φτάσουν ως την Αδριανούπολη, ενώ οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Αυστριακοί θα παρακολουθούν έκπληκτοι τις απροσδόκητες εξελίξεις.

Αν εξαιρέσουμε τη Ρωσία- ως ομόθρησκη χώρα φαινόταν ως φυσικός προστάτης των Ελλήνων- οι άλλες Δυνάμεις υιοθετούσαν εχθρική στάση σε κάθε απολυτρωτική απόπειρα η οποία μπορούσε ν’ αποτελέσει απειλή ακρωτηριασμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι προόριζαν την Ελλάδα για πεδίο μάχης στους μελλοντικούς ανταγωνισμούς τους τόσο στην Εγγύς όσο και στη Μέση Ανατολή. Κι αυτή η στάση της δυτικής διπλωματίας επέτρεψε στον Τούρκο σουλτάνο να επιδείξει αδιαλλαξία, με την ελπίδα ότι οι ευρωπαϊκές φίλα προσκείμενες Δυνάμεις θα συγκρατούσαν τη Ρωσία, ωσότου αυτός να προλάβει να εξουδετερώσει τους επαναστάτες.

Στα αρχεία του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει ένα κείμενο που συνοψίζει την κατάσταση, γραμμένο από τον Edouard Lefebure:

«Οι Έλληνες είναι πια αδύνατον να ξαναγυρίσουν στην δουλεία. Αλλά και η Πύλη δεν μπορεί να τους παραχωρήσει, τηρώντας τα προσχήματα, τις εξασφαλίσεις που αξιώνουν με τα όπλα στα χέρια. Η Αγγλία θέλει να διατηρήσει την ακεραιότητα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και αυτό είναι φυσικό, αφού ανταποκρίνεται στα συμφέροντά της. Οι Έλληνες που ζητούν ενόπλως την αυτοδιάθεσή τους, αντιμετωπίζονται με δύο διαφορετικούς τρόπους από την Ευρώπη. Από τις κυβερνήσεις ως αντάρτες που πρέπει να συντριβούν και από τους λαούς ως Χριστιανοί που χρειάζονται προστασία. Έτσι, ενώ οι κυβερνήσεις αγωνίζονται να αναχαιτίσουν το κίνημα που οδηγεί στην απελευθέρωση των Ελλήνων, οι λαοί προσφέρουν με ενθουσιασμό την εθελοντική τους συμπαράσταση για τον θρίαμβο των επαναστατών».

 

 

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 


 

Η Ιερά Συμμαχία ιδρύθηκε το 1815, μια χρονιά μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, κατ’ αρχήν μυστικά από τους νικητές              (Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία) και στη συνέχεια την ίδια χρονιά προσχώρησε η Αγγλία. Η Γαλλία ενώθηκε τελικά μαζί τους τρία χρόνια αργότερα. Σκοπό είχε «να διατελέσωσιν ηνωμένοι δια των δεσμών αδελφότητος αληθούς και αδιαλύτου και θεωρούντες αλλήλους ως μέλη μιας και της αυτής πολιτείας εν πάση ευκαιρία και εν παντί τόπω θα παρέχωσιν αρωγήν και αντίληψιν αλλήλοις, εις τους υπηκόους και τους στρατούς αυτών, ων θεωρούσι εαυτούς πατέρας καθοδηγούντες εν τω αυτώ πνεύματι της αδελφικής αγάπης».

Από τις αρχές του 1821 ( 26 Ιανουαρίου) και με διάρκεια ως την 12η Μαϊου, τα μέλη της Ιεράς Συμμαχίας συνεδρίαζαν στο Λέιμπαχ- σημερινή Λιουμπλιάνκα- για να βρουν τρόπους να καταστείλουν βίαια τα απελευθερωτικά κινήματα που είχαν ξεσπάσει στην Νεάπολη, το Πεδεμόντιο και σε περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου.

Η είδηση άλλης μιας εξέγερσης- της Ελληνικής αυτή τη φορά- πέφτει σαν κεραυνός. Αφήνει τους πάντες άναυδους και, φυσικά, ανήσυχους. Διατάραξε τις εργασίες του συνεδρίου και επέβαλλε την ανάγκη αναπροσαρμογής στην στρατηγική και τη διπλωματία τους. Όλοι αντιμετώπισαν το γεγονός ως «ανταρσία» και μόνον η ιδέα μιας επιτυχούς έκβασης τους ανατρίχιαζε. Τα τεράστια οικονομικά τους συμφέροντα, τα ως τότε κανονισμένα με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, απειλούνταν αφού η περιοχή αποτελούσε νευραλγικό σταυροδρόμι, μια γέφυρα ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Κανείς δεν πήρε το μέρος των επαναστατημένων Ελλήνων. Αντίθετα, αποφάσισαν να διατηρήσουν τα κεκτημένα  και να πατάξουν κάθε κίνημα εξέγερσης.

Ωστόσο, η Αγγλία και η Γαλλία, ναυτικές δυνάμεις και οι δύο, δεν επιθυμούσαν ο άλλος εταίρος τους, η Ρωσία, να «κατεβεί» στην Μεσόγειο, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ούτε επιθυμούσαν να έχουν αντιπάλους τους ελεύθερους Έλληνες στη θάλασσα.

Από την άλλη μεριά, η θέση του Καποδίστρια ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και η επιθυμία της Ρωσίας να αποκτήσει πρόσβαση στη Μεσόγειο, έκαναν Άγγλους και Γάλλους να πιστεύουν ότι οι Ρώσοι είχαν συμφέρον να υποκινήσουν αυτή την «ανταρσία».

Η φανερή φιλοτουρκική στάση της Αγγλίας, ειδικά στην πρώτη περίοδο του Αγώνα, οφειλόταν κυρίως στην αναστάτωση του κερδοφόρου αγγλικού εμπορίου και στην διαταραχή της αγγλικής πολιτικής στην Ανατολή. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το υπόμνημα του άλλοτε πρέσβυ της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη Κουζινερύ προς το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1822:

«Οι Άγγλοι που στηρίζουν την πολιτική τους σε προβλέψεις για το απώτατο μέλλον, αμφιβάλουν αν οι Τούρκοι, γερασμένοι πια ως στρατιωτική δύναμη και πρωτόγονοι στο διοικείν, θα μπορέσουν να αντισταθούν σ’ ένα έθνος που ετοιμάζεται να συντρίψει τα δεσμά του. Στην ελληνική εξέγερση είδαν μια απειλή για τη ναυτική τους ισχύ. Για τους Άγγλους, οι Έλληνες επαναστάτες είναι επιδέξιοι ναυτικοί και στρατιώτες αποφασισμένοι να νικήσουν ή να πεθάνουν. Άλλωστε, οι αντικειμενικές συνθήκες ευνοούν τους Έλληνες από όλες τις πλευρές. Η Τουρκία απειλείται στον Δούναβη, δέχεται επίθεση στα περσικά σύνορα, αμύνεται στις ναυτικές της επαρχίες και είναι υποχρεωμένη ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει τους Ελληνες και τον Αλή Πασά. Πρόκειται για μια κατάσταση κρίσιμη που ισχυροποιεί την ενεργητικότητα των Ελλήνων και εξασθενίζει την έπαρση των αντιπάλων τους. Αυτές οι εξελίξεις ανησύχησαν, όπως ήταν φυσικό, την Αγγλία. Είδε στην ελληνική αναγέννηση ένα αντίπαλο έθνος που έπρεπε να πνιγεί στο λίκνο του. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η αγγλική πολιτική καταρτίζει παρόμοια σχέδια. Οι ευχές των ευρωπαϊκών λαών, το επιχείρημα της θρησκείας, η φωνή του ανθρωπισμού, τα φρικαλέα αποτελέσματα των άγριων δεισιδαιμονιών, η ταπείνωση της ίδιας της Αγγλίας, που αναγκαζεται να γονατίζει στα πόδια της Πύλης, τίποτα δεν αλλάζει την πολιτική του Λονδίνου. Οι Άγγλοι είναι αποφασισμένοι να αγωνισθούν και στην Κωνσταντινούπολη και στην Κέρκυρα με όλα τα μέσα για να υπονομεύσουν την ελληνική υπόθεση».

Η Γαλλία,βέβαια, ακολουθούσε παρόμοια στρατηγική, παράλληλα όμως, ανταγωνιζόμενη την Αγγλία στην ανατολική Μεσόγειο, προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στην Αίγυπτο, ενισχύοντας τον Μωχάμεντ Άλι, με το σκεπτικό της μακροπρόθεσμης πολιτικήςαποχωριστικών τάσεων και αυτονομιστικών εξελίξεων. Αυτή, λοιπόν, η πολιτική που εκδηλώθηκε μέσω εκσυγχρονισμού του στρατολυ και του ναυτικού της Αιγύπτου, θα προκαλούσε λίγο αργότερα, μεγάλα δεινά στους μαχόμενους Έλληνες.

Οι Γάλλοι είχαν κι άλλο λόγο να απεχθάνονται την ελληνική επανάσταση, κοινό με των Άγγλων, όπως αναφέραμε πιο πάνω: ανησυχούσαν για τον εμπορικό ναυτικό ανταγωνισμό των Ελλήνων. Οι σκλαβωμένοι Έλληνες τους είχαν ήδη εκτοπίσει από τον προηγούμενο αιώνα.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

 

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Μέρος δ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Η διαμάχη μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Ξάνθου ξέσπασε με αφορμή την έκδοση του Φιλήμονος «Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας». Συγκεκριμένα, ο Φιλήμων, βασιζόμενος σε προσωπικές μαρτυρίες του Αναγνωστόπουλου, ισχυριζόταν ότι τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας ήταν ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος. Παράλληλα κατηγορούσε, και πάλι με βάση τα λεγόμενα του Αναγνωστόπουλου, τον Ξάνθο για οικονομικές ατασθαλίες.

Ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και με άρθρο του σε εφημερίδα απάντησε σ’ αυτές τις κατηγορίες. Ο Φιλήμων με άρθρο του στην εφημερίδα Αιών, στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τον Ξάνθο, παραδέχτηκε ότι τον αδίκησε. Στη συνέχεια ο Αναγνωστόπουλος παρέδωσε στον Φιλήμονα ένα τετράδιο με τίτλο «Γενικαί παρατηρήσεις» προκειμένου να το δημοσιεύσει. Ο Φιλήμων όμως δεν το δημοσίευσε, επειδή δεν επιθυμούσε να δώσει περαιτέρω συνέχεια στην διαμάχη. Ο Αναγνωστόπουλος, επιμένοντας, έδωσε στην δημοσιότητα δύο επιστολές, μια της γυναίκας του Ξάνθου και μια του Τσακάλωφ που αμφισβητούσαν την συνεισφορά του Ξάνθου στην Φιλική Εταιρία. Οι Τσακάλωφ και Σέκερης, αν και γνώριζαν για την διαμάχη αυτή, δεν επενέβησαν για να αποκαταστήσουν την όποια αλήθεια, αλλά προτίμησαν την σιωπή.

Το γεγονός ότι ο Ξάνθος είχε ως ψευδώνυμο το Α.Δ. και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος το Α.Ι, δείχνει ότι ο Ξάνθος είχε μυηθεί πριν τον Αναγνωστόπουλο. Το Α.Α. ήταν κενό για όποιον αναλάμβανε την αρχηγία της οργάνωσης, το Α.Β. ήταν του Τσακάλωφ και το Α.Γ. του Σκουφά. Ερωτήματα προκαλεί η αντικατάστασή του Ξάνθου από τον Γαλάτη, επειδή μερικά χρόνια αργότερα ο Νικόλαος Γαλάτης εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά Α.Δ.( θεωρητικά ανήκαν στον Ξάνθο), ενώ ο ςμμανουήλ Ξάνθος με το Α.Θ. Οι ιστορικοί λένε ότι αυτό συνέβη επειδή ο τελευταίος είχε εξαφανισθεί για τέσσερα χρόνια. Η απουσία του προφανώς συνέβαλε στην αντικατάστασή του. Αλλά δεν εξηγεί την αναφορά που υπέβαλε προς την Εθνοσυνέλευση ο ίδιος ο Ξάνθος το 1843 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ως ιδρυτές της Φιλικής Εταιρίας, εκτός από τον εαυτό του και τους Τσακάλωφ, Σκουφά και Αναγνωστόπουλο.

Σήμερα οι ιστορικοί θεωρούν πιθανότερη την συμμετοχή του Εμμανουήλ Ξάνθου και λιγότερο αυτή του Αναγνωστόπουλου, αλλά η έλλειψη αξιόπιστων πηγών και σοβαρών ερευνών για την ιστορία της Φιλικής Εταιρίας συντηρεί την διαμάχη μεταξύ πολλών ερευνητών.

 

Οι δολοφονίες του Νικολάου Γαλάτη και του Κυριάκου Καμαρηνού αποτελούν σκοτεινά σημεία στην ιστορία της Φιλικής Εταιρίας. Ο Νικόλαος Γαλάτης, ένα χαρισματικό άτομο, υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, και συνέβαλε με την τόλμη και τον ενθουσιασμό του τα μέγιστα στην Εταιρία: αύξησε θεαματικά όχι μόνον τον αριθμό των μελών αλλά και τα εισοδήματά της από εισφορές, γεγονός καίριας σημασίας για την οργάνωση της επανάστασης. Εντούτοις, κατηγορήθηκε για σπατάλες και ατασθαλίες, όσον αφορά το ταμείο της Εταιρίας, καθώς και για αλαζονική συμπεριφορά και φιλαρχία. Ελέχθη ακόμη ότι ίσως θέλησε να παραγκωνίσει  τον Καποδίστρια και να παρουσιασθεί στον Τσάρο Αλέξανδρο, σαν άνθρωπός του στην Ελλάδα.

Τον σκότωσαν δύο μέλη της Εταιρίας με το αιτιολογικό ότι είχε καταστεί επικίνδυνος και, συγκεκριμένα, επικαλέσθηκαν ότι εκβίαζε πως αν δεν του παρέδιδαν την ηγεσία, θα κατέδιδε τους πάντες στον Χαλέτ Εφέντη, έναν σημαντικό παράγοντα του Οθωμανικού κράτους, στην Κωνσταντινούπολη.

Μετά από αυτή την απειλή, ανέλαβαν την εξόντωσή του ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Μανιάτης Παναγιώτης Δημητρόπουλος ή Δημητρακόπουλος. Τον παρέσυραν στην Ερμιόνη, δήθεν για αρχαιολογική εκδρομή και εκεί, ενώ ο Τσακάλωφ παρακολουθούσε από μικρή απόσταση, ο Δημητρόπουλος πυροβόλησε τον Γαλάτη πισώπλατα. Ο Γαλάτης δεν πέθανε αμέσως, αλλά μετά από είκοσι περίπου λεπτά. Λέγεται ότι στράφηκε στον δολοφόνο του, λέγοντας: «Αχ, μ' εφάγατε… Τι σας έκαμα;»

Και ο Δημητρόπουλος του απάντησε: «Δεν είχαμε άλλο τρόπο να γλιτώσουμε από την ανοικονόμητον κακίαν σου».

Επί τόπου πρέπει να σκότωσαν και τον υπηρέτη του. Στη συνέχεια διέφυγαν στη Μάνη και από εκεί στην Πίζα της Ιταλίας.

Η δολοφονία του Γαλάτη προβλήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως αναγκαία για την επιβίωση της Οργάνωσης, όπως και εκείνη του Καμαρηνού, το «έγκλημα» του οποίου ήταν ότι έλεγε σε μέλη της Φιλικής Εταιρίας και άλλους, όσα του είχε πει ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας, ότι δηλαδή δεν έπρεπε ακόμα να κηρυχθεί επανάσταση.

Εκφράζεται επίσης η άποψη ότι, ίσως, αυτοί οι δύο φόνοι θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί. Για τον Γαλάτη εκφράζεται και η άποψη ότι η ιστορία της προδοσίας κατασκευάσθηκε για να συγκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα ή ότι κάποιες ασυνέπειές του μεγαλοποιήθηκαν για να αιτιολογηθεί η εκτέλεσή του. Ο Γαλάτης, δηλαδή, με την παιδεία, τις διασυνδέσεις και τον προσωπικό του πλούτο παρουσιαζόταν με περισσότερα ηγετικά προσόντα από οποιονδήποτε άλλον στον μικρό τότε κύκλο της Φιλικής Εταιρίας και ίσως τα σφάλματα στα οποία περιέπεσε να μεγεθύνθηκαν ώστε να απαλλαγούν από εκείνον όσοι είχαν εξίσου υψηλές φιλοδοξίες.

 

 

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

 

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Η πορεία προς την Επανάσταση

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

To 1818, η έδρα της Φιλικής μεταφέρθηκε από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη, στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην πόλη όπου ασκούνταν η εξουσία. Αυτό αποδείκνυε «την αυτοπεποίθηση των Φιλικών στις συνομωτικές οργανωτικές τους ικανότητες», με τον θάνατο του Σκουφά να αποτελεί σοβαρή απώλεια. Λόγω της ραγδαίας εξάπλωσής της, έπρεπε να βρεθεί μια άλλη, μεγάλη προσωπικότητα για να αναλάβει τα ηνία, και να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος και αίγλη.

Στις αρχές του χρόνου έγινε μια συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος αρνήθηκε. Τελικά, μετά από αρκετές επαφές και την πάροδο δύο ετών, τον Απρίλιο του 1820 ανέλαβε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Οι συνθήκες ήταν πλέον αρκετά ώριμες για να εκδηλωθεί η εξέγερση και εκπονήθηκε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο: να ξεσπάσει ταυτόχρονη επανάσταση στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την Μολδοβλαχία, να κάψουν τον τουρκικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη, και να ηγηθεί ο Υψηλάντης της επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Μια νεώτερη μελέτη, όμως, δείχνει ότι σαν αρχική εστία της Επανάστασης είχε επιλεγεί η Πελοπόννησος. Αυτό προκύπτει από τη μεγάλη συγκέντρωση Αποστόλων της Εταιρίας και μυήσεων σ’ αυτή την περιοχή. Επιδιώχθηκε μάλιστα η δημιουργία ενός κύκλου μελών με ηγετικές θέσεις στην τοπική κοινωνία. Εκείνη την ίδια χρονιά, μετά από αίτημα Πελοποννησίων προεστών και ιεραρχών, δημιουργήθηκε η Εφορία της Πελοποννήσου ή της Πάτρας, όπως συχνά αναφέρεται στις πηγές. Πιστεύεται ότι η σχετική πρόταση διατυπώθηκε από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο κείμενό του με τίτλο «Στοχασμοί των Πελοποννησίων περί του καλού συστήματος». Οι προτάσεις αυτές μεταφέρθηκαν από τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο στον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό. Αυτός όρισε τρεις κοτζαμπάσηδες και τρεις ιεράρχες ως εφόρους, με επικεφαλής τον πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα, Ιωάννη Βλασσόπουλο. Αυτή η προσπάθεια των Πελοποννησίων προεστών είχε ερμηνευτεί παλιότερα ως αντίδραση απέναντι στην ανάπτυξη των επαναστατικών δικτύων στην Πελοπόννησο, και η αποδοχή του αιτήματος από τον Υψηλάντη ως αποτέλεσμα πολιτικού συμβιβασμού. Ωστόσο, η μελέτη των πηγών δείχνει ότι οι αρμοδιότητες της Εφορίας Πελοποννήσου ήταν παρόμοιες με αυτές των άλλων Εφοριών. Φαίνεται επίσης ότι οι τοπικές ηγεσίες της Πελοποννήσου κινήθηκαν προς την ενσωμάτωσή τους σε μοντέρνες πολιτικές και επαναστατικές δομές (όπως ήταν και η Φ. Εταιρία), δίκτυα και σχέσεις εξουσίας. Αυτό εξηγεί και τον μεγάλο βαθμό νομιμοφροσύνης που έδειξαν οι κοτζαμπάσηδες και οι ιεράρχες της Πελοποννήσου προς τη Φ. Εταιρία στους λίγους μήνες μέχρι την έναρξη της Επανάστασης. Αποδέχτηκαν τις αποφάσεις/εντολές της για την έναρξη της Επανάστασης και τις υλοποίησαν.

Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 ήταν μια διευρυμένη σύσκεψη των μελών της Εφορίας με τον Απόστολο Γρηγόριο Δικαίο-Παπαφλέσσα. Η παλιότερη άποψη ότι στη Βοστίτσα υπήρξε σύγκρουση απόψεων των κοτζαμπάσηδων και ιερέων με τον Δικαίο, όπως αναφέρεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, και ότι το ξέσπασμα της Επανάστασης έγινε χωρίς σχέδιο, δεν γίνεται αποδεκτό από σύγχρονους ιστορικούς, όπως ο Β. Παναγιωτόπουλος και ο Δ. Τζάκης.

Οι συντονισμένες ενέργειες υψηλού ρίσκου και συνωμοτικότητας (μετακινήσεις, συσκέψεις, συγκέντρωση χρημάτων και πολεμικού υλικού, πυκνή αλληλογραφία) και η ετοιμότητα κατά το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν αν στη Βοστίτσα είχε απορριφθεί το επαναστατικό σχέδιο της Φ. Εταιρίας.

 

Για άγνωστους λόγους και έχοντας προδοθεί ή διαρρεύσει κάποια από τα σχέδια της Εταιρίας, η επανάσταση κηρύχθηκε τελικά τον Φεβρουάριο του 1821 στο Ιάσιο, την πρωτεύουσα της Μολδαβίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε η περίφημη προκήρυξη του Υψηλάντη, «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», στην οποία ανταποκρίθηκαν αρκετοί Έλληνες. Όμως η Ρωσία δεν ήλθε ως αναμενόμενος αρωγός, ενώ το Πατριαρχείο, κατόπιν πιέσεων της Πύλης, αφόρισε επισήμως στις 23 Μαρτίου τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο, μαζί με όλους τους επαναστάτες:

Η μάχη του Δραγατσανίου τον Ιούνιο του 1821 οδήγησε μεν στη σφαγή των νέων του Ιερού Λόχου και στη συντριβή του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά απετέλεσε τον ιδανικό αντιπερισπασμό για να κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα.