The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

 

ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 1821

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Ήταν τέλη Ιανουαρίου του 1821 όταν έφθασε εκεί ο Άγγλος πρεσβευτής Στράνγκφορντ με την σύζυγο και την συνοδεία του. Μαζί του ταξίδευε ο ιερέας της πρεσβείας Ρ. Γουώλς.

Ο ιερέας είναι ένας ανήσυχος άνθρωπος, περίεργος, επίμονος, ακάματος και ριψοκίνδυνος. Θα καταγράψει όλα όσα βλέπει, θα επιστρέψει στην Αγγλία, αλλά θα επιστρέψει και πάλι, θα παρακολουθήσει τον αγώνα μας και θα εκδόσει ένα βιβλίο με τεράστια επιτυχία το 1828 (Narrative of a journey from Constantinople to England by the Reverand R. Walsh).

Στην αρχή, αδιάφορος και φιλότουρκος, αρκείται στην καταγραφή χωρίς σχόλια, αλλά με το πέρασμα του χρόνου διαφοροποιείται και γίνεται φιλέλληνας. Όμως, τα αδιάφορα μάτια του είναι αντικειμενικά, γι’ αυτό μπορούμε να τον εμπιστευθούμε.

Λίγο μετά την άφιξη της ομάδας του Πρέσβη στην Πόλη, επισκέφθηκαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Ήταν ηλικιωμένος (γύρω στα εβδομήντα) και άρρωστος, αδύνατος και ωχρός. Τους υποδέχθηκε ντυμένος απλά, με ένα απλό μαύρο ράσο, αλλά πρόσφερε στους καλεσμένους του σωρεία γλυκών, καπνών και καφέ.

 

Η είδηση για την Επανάσταση στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες έφθασε ξαφνικά στην Πόλη. Το πρώτο σημάδι ήταν μια προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μέσα σε λίγη ώρα το νέο διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Οι Ευρωπαίοι τρομοκρατήθηκαν, μαθαίνοντας ότι ο Υψηλάντης βαδίζει εναντίον της Πόλης και ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να ενωθούν με τις δυνάμεις του. Φήμες ότι οι ζωές και οι περιουσίες τους κινδύνευαν, έκαναν χειρότερα τα πράγματα.

Ο Γουώλς είδε στον Γαλατά τους Αρμενίους να κλείνουν τα μαγαζιά τους, ενώ οι Τούρκοι περπατούσαν στους δρόμους αμέριμνοι, έχοντας το χέρι τους πάνω στο γιαταγάνι, καλού-κακού. Αν τους έβλεπαν Έλληνες ή Εβραίοι από απόσταση, φρόντιζαν ν΄αλλάξουν δρόμο, να προλάβουν να κλειστούν σε κάποιο σπίτι ή καφενείο.

Την επόμενη ημέρα ο τριανταεξάχρονος σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ (ήδη πατέρας έντεκα αγοριών και δεκατασσάρων κοριτσιών) κάλεσε τους Τούρκους, ανεξαρτήτως ηλικίας, στα όπλα. Στους δρόμους βρέθηκαν γύρω στις εκατό χιλιάδες αρματωμένοι και εξαγριωμένοι μουσουλμάνοι να κυνηγούν άοπλους πολίτες. Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι τουρκικές Αρχές ήταν ν’ αφοπλίσουν τους Έλληνες, δίνοντας διορία δέκα ημερών για να παραδώσουν τα όπλα τους. Η διαταγή ανακοινώθηκε στις 24 Μαρτίου, ενώ τέσσερις ημέρες αργότερα κυκλοφόρησε ένα φιρμάνι με υπογραφή του σουλτάνου, καλώντας άπαντες να εγκαταλείψουν το ραχάτι τους και να γίνουν πολεμιστές, αλλιώς…:

«Γνωστά είναι εις όλους τα εν Βλαχία και Μολδαβία γεγονότα και η αποδεδειγμένως επικατάρατος κακουργία του ρωμαίϊκου έθνους… Είναι ανάγκη, όπως, λόγω των περιστάσεων, άπαντες οι πιστοί μουσουλμάνοι, αντικαθεστώντες τον καθιστικόν βίον, όστις έγινεν από πολλού και γενικώς Δευτέρα φύσις, δια της ζωής του στρατοπέδου… Επίσης δέον όπως όσοι είναι ανώτεροι λειτουργοί. Υπάλληλοι και υπηρέται του κράτους εγκαταλείψουν ταχέως παν πράγμα υπενθυμίζον τον βίον της τρυφής… διά της ζωής του στρατοπέδου, προμηθευτούν όπλα και ίππους, αν δεν έχουν. Μερικοί άνθρωποι, έκδοτοι εις τας ασωτείας, ασχολούνται εις το να αστεϊζονται…Όσους δεν τ’ αφήσουν αυτά, αλλ’ εξακολουθήσουν τον νωχελή και τρυφηλόν βίον, παραμελούν τα καθήκοντά των και έρχονται αργά εις την εργασίαν των, δεν θα τους νουθετήσω πλέον. Θα τους σκοτώσω. Ν’ ανοίξουν τα μάτια των, διότι αυτό δεν ομοιάζει προς άλλα πράγματα, Πρόκειται περί της Θρησκείας».

 

Και οι αγριότητες δεν είχαν όριο. Οι ένοπλοι Τούρκοι σταματούσαν τους άοπλους Έλληνες όπου τους έβρισκαν, τους έβριζαν και τους ξυλοκοπούσαν, ενώ άλλοι, θερμόαιμοι, τους αποκεφάλιζαν. Τούρκοι λωποδύτες λήστευαν καταμεσίς του δρόμου τους Χριστιανούς, άλλοι έμπαιναν σε καταστήματα κι έπαιρναν τα υφάσματα. Όσοι έφερναν αντίρρηση φονεύονταν εκείνη τη στιγμή.

Να, πώς περιγράφει την κατάσταση ο Τούρκος ιστοριογράφος της Υψηλής Πύλης Σανί Ζαντέ.

«Επειδή οι περισσότεροι εκ της νεολαίας της Κωνσταντινουπόλεως εστερούντο αγωγής και άλλως τε δεν ηδύναντο να διακρίνουν το καλόν και το κακόν, ήτο φυσικόν να ενεργήσουν ως να επρόκειτο περί παιδικών παιγνιδίων… Ήρχισαν να πυροβολούν ασκόπως με τυφέκια και πιστόλια εντός των συνοικιών, εις τους δρόμους, εις τας πύλας των τζαμίων, εις τας αποβάθρας, εντός των ακατίων και γενικώς εις όλα τα μέρη συγκεντρώσεων, ούτως ώστε οι άλλοι κάτοικοι ευρίσκοντο νύκτα και ημέραν διηνεκώς υπό το κράτος παραζάλης και τρόμου… Επειδή δεη αρχή ενεθάρρυνεν ακόμη και μερικούς αναπήρους και γέροντας μη έχοντας όπλα όπως οπλισθούν, κατήντησε να φονεύουν κατά λάθος άλλος τον πατέρα και τη μητέρα του, άλλος την σύζυγον και την αδελφήν του. Με την ευκαιρίαν αυτήν( της αθρόας οπλοφορίας και υπακοής στο φιρμάνι) άνθρωποι του κάτω όχλου εφόνευον ραγιάδες. Ούτως ο Χαλέτ εφέντης- ο προνομιούχος ευνοούμενος του σουλτάνου- ένεκα προσωπικών λόγων ώπλισεν όλους τους Τούρκους εν Κωνσταντινουπόλει και έθεσεν αυτούς εις κατάστασιν επιστρατεύσεως. Αλλά μεταξύ τόσων ανθρώπων υπήρχον και κακοποιοί, οίτινες, άμα έλαβον τα όπλα, ήρχισαν να επιτίθενται κατά του τυχόντος».

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος δ’

Της Dimitra Papanastasopoulou


 


Το Ανατολικό Ζήτημα, εξ αιτίας του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη και στην Αμερική, μετατοπίσθηκε σύντομα από τα υψηλά κοινωνικά στρώματα στα χαμηλά, στον απλό λαό δημιουργώντας ρεύματα και πάθη.

Οι πολεμικές επιτυχίες των επαναστατών επέβαλλαν διαφοροποιήσεις στην πολιτική και τη στρατηγική των Μεγάλων Δυνάμεων, αναπροσαρμογές και ανακατατάξεις. Και άρχισε η επεξεργασία σχεδίων για την προώθηση συγκεκριμένων εθνικών συμφερόντων. Από τη μια μεριά το πνεύμα της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα για την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκραορίς, από την άλλη οι ανταγωνισμοί των συμμάχων και οι καιροσκοπικές παρεμβάσεις.

Η σκέψη ήταν απλή. Για να επιβιώσει η Ελληνική Επανάσταση, χρειαζόταν εξωτερική συμπαράσταση. Και, φυσικά, η χώρα που θα αποφάσιζε να προσφέρει βοήθεια, θα εξασφάλιζε επιρροή (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική) στο μέλλον. Έτσι, παρά την απέχθεια των απολυταρχικών κυβερνήσεων προς την Επανάσταση, το ενδεχόμενο κάποιας διπλωματικής πρωτοβουλίας- με οποιαδήποτε μορφή- για την ελληνική ανεξαρτησία προκαλούσε συνεχείς ανησυχίες. Καμμιά Δύναμη δεν εννοούσε να παραμερισθεί από τους ανταγωνιστές της.

(Η τρέλα της πολιτικής να πράττει τελικά όσα απεχθάνεται, για το απώτατο συμφέρον της).

Η προώθηση των θέσεων των Δυνάμεων στο Ανατολικό Ζήτημα, έγινε σταδιακά και μεθοδικά. Η πρώτη περίοδος ήταν διερευνητική. Περιοριζόταν στη συλλογή πληροφοριών για την εξακρίβωση των κινήτρων του ξεσηκωμού και επισήμανση των υποκινητών, των αντικειμενικών σκοπών και των απηχήσεων. Η χάραξη ξεκάθαρης και σταθερής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στους Έλληνες και στον αγώνα τους άρχισε να διαφαίνεται μετά από έναν χρόνο (1822).

Η αγγλική κυβέρνηση ήταν ενημερωμένη ακριβέστατα για ο,τιδήποτε συνέβαινε στην Ελλάδα από τις πληροφορίες που συγκέντρωναν επί τόπου οι πράκτορές της(πολλές φορές κρυπτώμενοι πίσω από τη φιλική μάσκα του φιλέλληνα) και από την έξυπνη παρακολούθηση της αλληλογραφίας.

Αμέσως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, οργανώθηκε στα Επτάνησα ένα παράρτημα της κεντρικής υπηρεσίας ελέγχου αλληλογραφίας,που λειτουργούσε μυστικά στο Λονδίνο, σ’ ένα κτήριο δίπλα στο Κεντρικό Ταχυδρομείο, στην Lombart street, όπου εργάζονταν ειδικοί στην αποσφράγιση επιστολών υπάλληλοι, δεξιοτέχνες στα βουλοκέρια και ταλαντούχοι στις αποκρυπτογραφήσεις. Όσα γράμματα είχαν προορισμό την Ελλάδα ανοίγονταν, αλλά όχι μόνον εκείνα. Ανοίγονταν και των ανταγωνιστών τους…, καθιστώντας την αγγλική κυβέρνηση ικανή να παρεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή και να τους εξουδετερώνει.

Βέβαια, ενημερωμένη σωστά και έγκαιρα ήταν και η γαλλική κυβέρνηση, με τις δικές της μυστικές υπηρεσίες. Οι διπλωματικές αντιπροσωπείες της Γαλλίας στην Ανατολή και η ναυτική μοίρα στα ελληνικά νερά αποτελούσαν οργανωμένα κέντρα κατασκοπείας. Πληροφορίες συλλέγονταν επίσης στο λιμάνι της Μασσαλίας, το κυριότερο κέντρο αποστολών στην Ελλάδα και η σχεδόν μοναδική πύλη επιστροφής στην Ευρώπη, με την μέθοδο της υποχρεωτικής καραντίνας.

 

Οι κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας συμφώνησαν σιωπηρά να αντιμετωπίσουν ως ανταρσία την Ελληνική Επανάσταση, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για την Γαλλία που ετοίμαζε στρατιωτική επέμβαση στην Ισπανία για να ανατρέψει το φιλελεύθερο συνταγματικό καθεστώς της χώρας, γνωρίζοντας όμως ότι η κάθε μια ξεχωριστά προσπαθούσε να δημιουργήσει γέφυρες επιρροής με τους Έλληνες επαναστάτες. Και αποφάσισαν να εξουδετερώνουν η μια τις προσπάθειες της άλλης, παρακολουθώντας την εξέλιξη.

Σ’ αυτόν τον διαφορετικό «αγώνα επικράτησης», η Αγγλία επέτρεψε την εισαγωγή όπλων στην Ελλάδα και διευκόλυνε – αν δεν υποκίνησε- την έκδοση του πρώτου δανείου. Η Γαλλία έστελνε μέσω Μασσαλίας εθελοντές και πολεμικό υλικό και επέτρεψε εράνους υπέρ του ελληνικού αγώνα, και συγχρόνως εφοδίαζε τον Μεχμέτ Αλί στην Αίγυπτο με πολεμικά σκάφη και τεχνική βοήθεια (δυναμώνοντάς τον έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας).

Αντίθετα, οι Ρώσοι έχαναν το παιγνίδι, υπακούοντας στους κανόνες της απολυταρχίας και πέφτοντας στις παγίδες της Αγγλίας.

Τέλος, η Αμερική, παρά τις επίσημες διακηρύξεις υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας και το ζωηρό λαϊκό φιλελληνικό κίνημα, ακολούθησε φιλοτουρκική πολιτική. Οχυρωμένη πίσω από το δόγμα Μονρόε, απέφυγε συστηματικά την ενίσχυση των Ελλήνων επαναστατών, με την ελπίδα να πείσει την οθωμανική αυτοκρατορία να υπογράψει την πολυπόθητη εμπορική συμφωνία που θα παραβίαζε το αγγλικό μονοπώλιο και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για οικονομικές γέφυρες με τους Τούρκους. Μόνον ο αμερικανικός λαός συμπαραστάθηκε στον ελληνικό αγώνα.

 

 

 

 

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Οι Τούρκοι καταγγέλλουν την Συνθήκη του 1798 πριν την εκπνοή της, προτιμώντας τον Γάλλο εισβολέα από τον Ρώσο σύμμαχο. Το 1821 οι ρωσοτουρκικές σχέσεις ήταν τεταμένες, εξ αιτίας της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812). Ο τσάρος, επηρεασμένος από τον Μέττερνιχ, αποκυρήσσει το κίνημα του Υψηλάντη στις Ηγεμονίες (Μολδοβλαχία) και εκφράζει τη νομιμοφροσύνη του στον Τούρκο σουλτάνο.

Ο Υψηλάντης ειδοποιήθηκε απερίφραστα: « Ο Αυτοκράτωρ ουδεμίαν, ούτε εμμέσως ούτε αμέσως, παρέξει υμίν συνδρομήν διότι, επαναλαμβάνομεν λέγοντες, ήθελεν είσθαι ανάξιον αυτού το υποσκάπτειν τα θεμέλια της οθωμανικής αυτοκρατορίας δια της επονειδίστου και εγκληματικής ενεργείας μυστικής εταιρίας».

Όταν ο Υψηλάντης επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη πληροφορήθηκε για τις σφαγές στην Πόλη και τον απαγχονισμό του Πατριάρχη, και έστειλε στην Πύλη το γνωστό τελεσίγραφο. Οι δύο χώρες βρέθηκαν στα πρόθυρα ενός πολέμου, αλλά οι Ρώσοι δεν το αποτόλμησαν, επειδή γνώριζαν ότι θα αντιμετώπιζαν τις άλλες τρεις δυνάμεις συνασπισμένες εναντίον τους. Και τελικά, η τσαρική πολιτική απέτρεψε τη διάλυση του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε εκφράσει ήδη την αντίθεσή του για τον ξεσηκωμό εκείνον τον καιρό. Πίστευε ότι έπρεπε να δημιουργηθούν ειδικές συνθήκες στην Βαλκανική και ότι η εθνική μας απελευθέρωση θα πραγματοποιούνταν μετά από μια σειρά μετασχηματισμών στην ευρύτερη περιοχή, στηρίζοντας τις ελπίδες του σ’ έναν ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Στις 19 Ιουλίου 1821 ο τσάρος πρότεινε στη Γαλλία μια συνεργασία για την λύση του ελληνικού προβλήματος, προσφέροντας την Πελοπόννησο ως προτεκτοράτο. Η πρόταση δεν έτυχε ευνοϊκής υποδοχής, επειδή οι Γάλλοι θεώρησαν πως «η Ελληνική Επανάσταση ευνοεί μόνον την Ρωσία. Η Γαλλία ενδιαφέρεται να μείνουν τα πράγματα ως έχουν».

Γεγονός πάντως είναι ότι η μόνιμη ρωσοτουρκική αντιδικία ενθάρρυνε τους σκλαβωμένους βαλκανικούς λαούς, που εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες ξεσηκώνονταν κάθε τόσο εναντίον των Τούρκων.

Η Ελληνική Επανάσταση θα παρασύρει τελικά τη Ρωσία σε πόλεμο με την Τουρκία, με αποτέλεσμα, τα ρωσικά στρατεύματα να φτάσουν ως την Αδριανούπολη, ενώ οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Αυστριακοί θα παρακολουθούν έκπληκτοι τις απροσδόκητες εξελίξεις.

Αν εξαιρέσουμε τη Ρωσία- ως ομόθρησκη χώρα φαινόταν ως φυσικός προστάτης των Ελλήνων- οι άλλες Δυνάμεις υιοθετούσαν εχθρική στάση σε κάθε απολυτρωτική απόπειρα η οποία μπορούσε ν’ αποτελέσει απειλή ακρωτηριασμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι προόριζαν την Ελλάδα για πεδίο μάχης στους μελλοντικούς ανταγωνισμούς τους τόσο στην Εγγύς όσο και στη Μέση Ανατολή. Κι αυτή η στάση της δυτικής διπλωματίας επέτρεψε στον Τούρκο σουλτάνο να επιδείξει αδιαλλαξία, με την ελπίδα ότι οι ευρωπαϊκές φίλα προσκείμενες Δυνάμεις θα συγκρατούσαν τη Ρωσία, ωσότου αυτός να προλάβει να εξουδετερώσει τους επαναστάτες.

Στα αρχεία του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει ένα κείμενο που συνοψίζει την κατάσταση, γραμμένο από τον Edouard Lefebure:

«Οι Έλληνες είναι πια αδύνατον να ξαναγυρίσουν στην δουλεία. Αλλά και η Πύλη δεν μπορεί να τους παραχωρήσει, τηρώντας τα προσχήματα, τις εξασφαλίσεις που αξιώνουν με τα όπλα στα χέρια. Η Αγγλία θέλει να διατηρήσει την ακεραιότητα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και αυτό είναι φυσικό, αφού ανταποκρίνεται στα συμφέροντά της. Οι Έλληνες που ζητούν ενόπλως την αυτοδιάθεσή τους, αντιμετωπίζονται με δύο διαφορετικούς τρόπους από την Ευρώπη. Από τις κυβερνήσεις ως αντάρτες που πρέπει να συντριβούν και από τους λαούς ως Χριστιανοί που χρειάζονται προστασία. Έτσι, ενώ οι κυβερνήσεις αγωνίζονται να αναχαιτίσουν το κίνημα που οδηγεί στην απελευθέρωση των Ελλήνων, οι λαοί προσφέρουν με ενθουσιασμό την εθελοντική τους συμπαράσταση για τον θρίαμβο των επαναστατών».

 

 

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

 

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 


 

Η Ιερά Συμμαχία ιδρύθηκε το 1815, μια χρονιά μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, κατ’ αρχήν μυστικά από τους νικητές              (Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία) και στη συνέχεια την ίδια χρονιά προσχώρησε η Αγγλία. Η Γαλλία ενώθηκε τελικά μαζί τους τρία χρόνια αργότερα. Σκοπό είχε «να διατελέσωσιν ηνωμένοι δια των δεσμών αδελφότητος αληθούς και αδιαλύτου και θεωρούντες αλλήλους ως μέλη μιας και της αυτής πολιτείας εν πάση ευκαιρία και εν παντί τόπω θα παρέχωσιν αρωγήν και αντίληψιν αλλήλοις, εις τους υπηκόους και τους στρατούς αυτών, ων θεωρούσι εαυτούς πατέρας καθοδηγούντες εν τω αυτώ πνεύματι της αδελφικής αγάπης».

Από τις αρχές του 1821 ( 26 Ιανουαρίου) και με διάρκεια ως την 12η Μαϊου, τα μέλη της Ιεράς Συμμαχίας συνεδρίαζαν στο Λέιμπαχ- σημερινή Λιουμπλιάνκα- για να βρουν τρόπους να καταστείλουν βίαια τα απελευθερωτικά κινήματα που είχαν ξεσπάσει στην Νεάπολη, το Πεδεμόντιο και σε περιοχές της Ιβηρικής χερσονήσου.

Η είδηση άλλης μιας εξέγερσης- της Ελληνικής αυτή τη φορά- πέφτει σαν κεραυνός. Αφήνει τους πάντες άναυδους και, φυσικά, ανήσυχους. Διατάραξε τις εργασίες του συνεδρίου και επέβαλλε την ανάγκη αναπροσαρμογής στην στρατηγική και τη διπλωματία τους. Όλοι αντιμετώπισαν το γεγονός ως «ανταρσία» και μόνον η ιδέα μιας επιτυχούς έκβασης τους ανατρίχιαζε. Τα τεράστια οικονομικά τους συμφέροντα, τα ως τότε κανονισμένα με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, απειλούνταν αφού η περιοχή αποτελούσε νευραλγικό σταυροδρόμι, μια γέφυρα ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Κανείς δεν πήρε το μέρος των επαναστατημένων Ελλήνων. Αντίθετα, αποφάσισαν να διατηρήσουν τα κεκτημένα  και να πατάξουν κάθε κίνημα εξέγερσης.

Ωστόσο, η Αγγλία και η Γαλλία, ναυτικές δυνάμεις και οι δύο, δεν επιθυμούσαν ο άλλος εταίρος τους, η Ρωσία, να «κατεβεί» στην Μεσόγειο, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ούτε επιθυμούσαν να έχουν αντιπάλους τους ελεύθερους Έλληνες στη θάλασσα.

Από την άλλη μεριά, η θέση του Καποδίστρια ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και η επιθυμία της Ρωσίας να αποκτήσει πρόσβαση στη Μεσόγειο, έκαναν Άγγλους και Γάλλους να πιστεύουν ότι οι Ρώσοι είχαν συμφέρον να υποκινήσουν αυτή την «ανταρσία».

Η φανερή φιλοτουρκική στάση της Αγγλίας, ειδικά στην πρώτη περίοδο του Αγώνα, οφειλόταν κυρίως στην αναστάτωση του κερδοφόρου αγγλικού εμπορίου και στην διαταραχή της αγγλικής πολιτικής στην Ανατολή. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το υπόμνημα του άλλοτε πρέσβυ της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη Κουζινερύ προς το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών το 1822:

«Οι Άγγλοι που στηρίζουν την πολιτική τους σε προβλέψεις για το απώτατο μέλλον, αμφιβάλουν αν οι Τούρκοι, γερασμένοι πια ως στρατιωτική δύναμη και πρωτόγονοι στο διοικείν, θα μπορέσουν να αντισταθούν σ’ ένα έθνος που ετοιμάζεται να συντρίψει τα δεσμά του. Στην ελληνική εξέγερση είδαν μια απειλή για τη ναυτική τους ισχύ. Για τους Άγγλους, οι Έλληνες επαναστάτες είναι επιδέξιοι ναυτικοί και στρατιώτες αποφασισμένοι να νικήσουν ή να πεθάνουν. Άλλωστε, οι αντικειμενικές συνθήκες ευνοούν τους Έλληνες από όλες τις πλευρές. Η Τουρκία απειλείται στον Δούναβη, δέχεται επίθεση στα περσικά σύνορα, αμύνεται στις ναυτικές της επαρχίες και είναι υποχρεωμένη ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει τους Ελληνες και τον Αλή Πασά. Πρόκειται για μια κατάσταση κρίσιμη που ισχυροποιεί την ενεργητικότητα των Ελλήνων και εξασθενίζει την έπαρση των αντιπάλων τους. Αυτές οι εξελίξεις ανησύχησαν, όπως ήταν φυσικό, την Αγγλία. Είδε στην ελληνική αναγέννηση ένα αντίπαλο έθνος που έπρεπε να πνιγεί στο λίκνο του. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η αγγλική πολιτική καταρτίζει παρόμοια σχέδια. Οι ευχές των ευρωπαϊκών λαών, το επιχείρημα της θρησκείας, η φωνή του ανθρωπισμού, τα φρικαλέα αποτελέσματα των άγριων δεισιδαιμονιών, η ταπείνωση της ίδιας της Αγγλίας, που αναγκαζεται να γονατίζει στα πόδια της Πύλης, τίποτα δεν αλλάζει την πολιτική του Λονδίνου. Οι Άγγλοι είναι αποφασισμένοι να αγωνισθούν και στην Κωνσταντινούπολη και στην Κέρκυρα με όλα τα μέσα για να υπονομεύσουν την ελληνική υπόθεση».

Η Γαλλία,βέβαια, ακολουθούσε παρόμοια στρατηγική, παράλληλα όμως, ανταγωνιζόμενη την Αγγλία στην ανατολική Μεσόγειο, προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στην Αίγυπτο, ενισχύοντας τον Μωχάμεντ Άλι, με το σκεπτικό της μακροπρόθεσμης πολιτικήςαποχωριστικών τάσεων και αυτονομιστικών εξελίξεων. Αυτή, λοιπόν, η πολιτική που εκδηλώθηκε μέσω εκσυγχρονισμού του στρατολυ και του ναυτικού της Αιγύπτου, θα προκαλούσε λίγο αργότερα, μεγάλα δεινά στους μαχόμενους Έλληνες.

Οι Γάλλοι είχαν κι άλλο λόγο να απεχθάνονται την ελληνική επανάσταση, κοινό με των Άγγλων, όπως αναφέραμε πιο πάνω: ανησυχούσαν για τον εμπορικό ναυτικό ανταγωνισμό των Ελλήνων. Οι σκλαβωμένοι Έλληνες τους είχαν ήδη εκτοπίσει από τον προηγούμενο αιώνα.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

 

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Μέρος δ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



Η διαμάχη μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Ξάνθου ξέσπασε με αφορμή την έκδοση του Φιλήμονος «Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας». Συγκεκριμένα, ο Φιλήμων, βασιζόμενος σε προσωπικές μαρτυρίες του Αναγνωστόπουλου, ισχυριζόταν ότι τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας ήταν ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος. Παράλληλα κατηγορούσε, και πάλι με βάση τα λεγόμενα του Αναγνωστόπουλου, τον Ξάνθο για οικονομικές ατασθαλίες.

Ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και με άρθρο του σε εφημερίδα απάντησε σ’ αυτές τις κατηγορίες. Ο Φιλήμων με άρθρο του στην εφημερίδα Αιών, στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τον Ξάνθο, παραδέχτηκε ότι τον αδίκησε. Στη συνέχεια ο Αναγνωστόπουλος παρέδωσε στον Φιλήμονα ένα τετράδιο με τίτλο «Γενικαί παρατηρήσεις» προκειμένου να το δημοσιεύσει. Ο Φιλήμων όμως δεν το δημοσίευσε, επειδή δεν επιθυμούσε να δώσει περαιτέρω συνέχεια στην διαμάχη. Ο Αναγνωστόπουλος, επιμένοντας, έδωσε στην δημοσιότητα δύο επιστολές, μια της γυναίκας του Ξάνθου και μια του Τσακάλωφ που αμφισβητούσαν την συνεισφορά του Ξάνθου στην Φιλική Εταιρία. Οι Τσακάλωφ και Σέκερης, αν και γνώριζαν για την διαμάχη αυτή, δεν επενέβησαν για να αποκαταστήσουν την όποια αλήθεια, αλλά προτίμησαν την σιωπή.

Το γεγονός ότι ο Ξάνθος είχε ως ψευδώνυμο το Α.Δ. και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος το Α.Ι, δείχνει ότι ο Ξάνθος είχε μυηθεί πριν τον Αναγνωστόπουλο. Το Α.Α. ήταν κενό για όποιον αναλάμβανε την αρχηγία της οργάνωσης, το Α.Β. ήταν του Τσακάλωφ και το Α.Γ. του Σκουφά. Ερωτήματα προκαλεί η αντικατάστασή του Ξάνθου από τον Γαλάτη, επειδή μερικά χρόνια αργότερα ο Νικόλαος Γαλάτης εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά Α.Δ.( θεωρητικά ανήκαν στον Ξάνθο), ενώ ο ςμμανουήλ Ξάνθος με το Α.Θ. Οι ιστορικοί λένε ότι αυτό συνέβη επειδή ο τελευταίος είχε εξαφανισθεί για τέσσερα χρόνια. Η απουσία του προφανώς συνέβαλε στην αντικατάστασή του. Αλλά δεν εξηγεί την αναφορά που υπέβαλε προς την Εθνοσυνέλευση ο ίδιος ο Ξάνθος το 1843 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ως ιδρυτές της Φιλικής Εταιρίας, εκτός από τον εαυτό του και τους Τσακάλωφ, Σκουφά και Αναγνωστόπουλο.

Σήμερα οι ιστορικοί θεωρούν πιθανότερη την συμμετοχή του Εμμανουήλ Ξάνθου και λιγότερο αυτή του Αναγνωστόπουλου, αλλά η έλλειψη αξιόπιστων πηγών και σοβαρών ερευνών για την ιστορία της Φιλικής Εταιρίας συντηρεί την διαμάχη μεταξύ πολλών ερευνητών.

 

Οι δολοφονίες του Νικολάου Γαλάτη και του Κυριάκου Καμαρηνού αποτελούν σκοτεινά σημεία στην ιστορία της Φιλικής Εταιρίας. Ο Νικόλαος Γαλάτης, ένα χαρισματικό άτομο, υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, και συνέβαλε με την τόλμη και τον ενθουσιασμό του τα μέγιστα στην Εταιρία: αύξησε θεαματικά όχι μόνον τον αριθμό των μελών αλλά και τα εισοδήματά της από εισφορές, γεγονός καίριας σημασίας για την οργάνωση της επανάστασης. Εντούτοις, κατηγορήθηκε για σπατάλες και ατασθαλίες, όσον αφορά το ταμείο της Εταιρίας, καθώς και για αλαζονική συμπεριφορά και φιλαρχία. Ελέχθη ακόμη ότι ίσως θέλησε να παραγκωνίσει  τον Καποδίστρια και να παρουσιασθεί στον Τσάρο Αλέξανδρο, σαν άνθρωπός του στην Ελλάδα.

Τον σκότωσαν δύο μέλη της Εταιρίας με το αιτιολογικό ότι είχε καταστεί επικίνδυνος και, συγκεκριμένα, επικαλέσθηκαν ότι εκβίαζε πως αν δεν του παρέδιδαν την ηγεσία, θα κατέδιδε τους πάντες στον Χαλέτ Εφέντη, έναν σημαντικό παράγοντα του Οθωμανικού κράτους, στην Κωνσταντινούπολη.

Μετά από αυτή την απειλή, ανέλαβαν την εξόντωσή του ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Μανιάτης Παναγιώτης Δημητρόπουλος ή Δημητρακόπουλος. Τον παρέσυραν στην Ερμιόνη, δήθεν για αρχαιολογική εκδρομή και εκεί, ενώ ο Τσακάλωφ παρακολουθούσε από μικρή απόσταση, ο Δημητρόπουλος πυροβόλησε τον Γαλάτη πισώπλατα. Ο Γαλάτης δεν πέθανε αμέσως, αλλά μετά από είκοσι περίπου λεπτά. Λέγεται ότι στράφηκε στον δολοφόνο του, λέγοντας: «Αχ, μ' εφάγατε… Τι σας έκαμα;»

Και ο Δημητρόπουλος του απάντησε: «Δεν είχαμε άλλο τρόπο να γλιτώσουμε από την ανοικονόμητον κακίαν σου».

Επί τόπου πρέπει να σκότωσαν και τον υπηρέτη του. Στη συνέχεια διέφυγαν στη Μάνη και από εκεί στην Πίζα της Ιταλίας.

Η δολοφονία του Γαλάτη προβλήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως αναγκαία για την επιβίωση της Οργάνωσης, όπως και εκείνη του Καμαρηνού, το «έγκλημα» του οποίου ήταν ότι έλεγε σε μέλη της Φιλικής Εταιρίας και άλλους, όσα του είχε πει ο ίδιος ο Ιωάννης Καποδίστριας, ότι δηλαδή δεν έπρεπε ακόμα να κηρυχθεί επανάσταση.

Εκφράζεται επίσης η άποψη ότι, ίσως, αυτοί οι δύο φόνοι θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί. Για τον Γαλάτη εκφράζεται και η άποψη ότι η ιστορία της προδοσίας κατασκευάσθηκε για να συγκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα ή ότι κάποιες ασυνέπειές του μεγαλοποιήθηκαν για να αιτιολογηθεί η εκτέλεσή του. Ο Γαλάτης, δηλαδή, με την παιδεία, τις διασυνδέσεις και τον προσωπικό του πλούτο παρουσιαζόταν με περισσότερα ηγετικά προσόντα από οποιονδήποτε άλλον στον μικρό τότε κύκλο της Φιλικής Εταιρίας και ίσως τα σφάλματα στα οποία περιέπεσε να μεγεθύνθηκαν ώστε να απαλλαγούν από εκείνον όσοι είχαν εξίσου υψηλές φιλοδοξίες.

 

 

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

 

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Η πορεία προς την Επανάσταση

Μέρος γ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

To 1818, η έδρα της Φιλικής μεταφέρθηκε από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη, στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην πόλη όπου ασκούνταν η εξουσία. Αυτό αποδείκνυε «την αυτοπεποίθηση των Φιλικών στις συνομωτικές οργανωτικές τους ικανότητες», με τον θάνατο του Σκουφά να αποτελεί σοβαρή απώλεια. Λόγω της ραγδαίας εξάπλωσής της, έπρεπε να βρεθεί μια άλλη, μεγάλη προσωπικότητα για να αναλάβει τα ηνία, και να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος και αίγλη.

Στις αρχές του χρόνου έγινε μια συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος αρνήθηκε. Τελικά, μετά από αρκετές επαφές και την πάροδο δύο ετών, τον Απρίλιο του 1820 ανέλαβε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Οι συνθήκες ήταν πλέον αρκετά ώριμες για να εκδηλωθεί η εξέγερση και εκπονήθηκε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο: να ξεσπάσει ταυτόχρονη επανάσταση στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την Μολδοβλαχία, να κάψουν τον τουρκικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη, και να ηγηθεί ο Υψηλάντης της επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Μια νεώτερη μελέτη, όμως, δείχνει ότι σαν αρχική εστία της Επανάστασης είχε επιλεγεί η Πελοπόννησος. Αυτό προκύπτει από τη μεγάλη συγκέντρωση Αποστόλων της Εταιρίας και μυήσεων σ’ αυτή την περιοχή. Επιδιώχθηκε μάλιστα η δημιουργία ενός κύκλου μελών με ηγετικές θέσεις στην τοπική κοινωνία. Εκείνη την ίδια χρονιά, μετά από αίτημα Πελοποννησίων προεστών και ιεραρχών, δημιουργήθηκε η Εφορία της Πελοποννήσου ή της Πάτρας, όπως συχνά αναφέρεται στις πηγές. Πιστεύεται ότι η σχετική πρόταση διατυπώθηκε από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο κείμενό του με τίτλο «Στοχασμοί των Πελοποννησίων περί του καλού συστήματος». Οι προτάσεις αυτές μεταφέρθηκαν από τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο στον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό. Αυτός όρισε τρεις κοτζαμπάσηδες και τρεις ιεράρχες ως εφόρους, με επικεφαλής τον πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα, Ιωάννη Βλασσόπουλο. Αυτή η προσπάθεια των Πελοποννησίων προεστών είχε ερμηνευτεί παλιότερα ως αντίδραση απέναντι στην ανάπτυξη των επαναστατικών δικτύων στην Πελοπόννησο, και η αποδοχή του αιτήματος από τον Υψηλάντη ως αποτέλεσμα πολιτικού συμβιβασμού. Ωστόσο, η μελέτη των πηγών δείχνει ότι οι αρμοδιότητες της Εφορίας Πελοποννήσου ήταν παρόμοιες με αυτές των άλλων Εφοριών. Φαίνεται επίσης ότι οι τοπικές ηγεσίες της Πελοποννήσου κινήθηκαν προς την ενσωμάτωσή τους σε μοντέρνες πολιτικές και επαναστατικές δομές (όπως ήταν και η Φ. Εταιρία), δίκτυα και σχέσεις εξουσίας. Αυτό εξηγεί και τον μεγάλο βαθμό νομιμοφροσύνης που έδειξαν οι κοτζαμπάσηδες και οι ιεράρχες της Πελοποννήσου προς τη Φ. Εταιρία στους λίγους μήνες μέχρι την έναρξη της Επανάστασης. Αποδέχτηκαν τις αποφάσεις/εντολές της για την έναρξη της Επανάστασης και τις υλοποίησαν.

Η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 ήταν μια διευρυμένη σύσκεψη των μελών της Εφορίας με τον Απόστολο Γρηγόριο Δικαίο-Παπαφλέσσα. Η παλιότερη άποψη ότι στη Βοστίτσα υπήρξε σύγκρουση απόψεων των κοτζαμπάσηδων και ιερέων με τον Δικαίο, όπως αναφέρεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, και ότι το ξέσπασμα της Επανάστασης έγινε χωρίς σχέδιο, δεν γίνεται αποδεκτό από σύγχρονους ιστορικούς, όπως ο Β. Παναγιωτόπουλος και ο Δ. Τζάκης.

Οι συντονισμένες ενέργειες υψηλού ρίσκου και συνωμοτικότητας (μετακινήσεις, συσκέψεις, συγκέντρωση χρημάτων και πολεμικού υλικού, πυκνή αλληλογραφία) και η ετοιμότητα κατά το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν αν στη Βοστίτσα είχε απορριφθεί το επαναστατικό σχέδιο της Φ. Εταιρίας.

 

Για άγνωστους λόγους και έχοντας προδοθεί ή διαρρεύσει κάποια από τα σχέδια της Εταιρίας, η επανάσταση κηρύχθηκε τελικά τον Φεβρουάριο του 1821 στο Ιάσιο, την πρωτεύουσα της Μολδαβίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε η περίφημη προκήρυξη του Υψηλάντη, «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», στην οποία ανταποκρίθηκαν αρκετοί Έλληνες. Όμως η Ρωσία δεν ήλθε ως αναμενόμενος αρωγός, ενώ το Πατριαρχείο, κατόπιν πιέσεων της Πύλης, αφόρισε επισήμως στις 23 Μαρτίου τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο, μαζί με όλους τους επαναστάτες:

Η μάχη του Δραγατσανίου τον Ιούνιο του 1821 οδήγησε μεν στη σφαγή των νέων του Ιερού Λόχου και στη συντριβή του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά απετέλεσε τον ιδανικό αντιπερισπασμό για να κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα.

 

 

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

 

Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Διαδικασία της Μύησης και Όρκος

Μέρος Β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Από την μυητική βαθμίδα των Συστημένων αναδεικνύονταν όσοι επρόκειτο να περάσουν στην επόμενη, εκείνη των Ιερέων. Προηγουμένως παρακολουθούσαν λεπτομερώς τον χαρακτήρα τους και δοκίμαζαν τον βαθμό αφοσίωσής τους στην υπόθεση της ελευθερίας. Όποιος κρινόταν ώριμος να προχωρήσει στο βαθμό του Ιερέα, τον αναλάμβανε ο μυητής. Διεξαγόταν ένας σημαντικός διάλογος ανάμεσά τους, κατά τη διάρκεια του οποίου ο μυητής έθετε καίριες ερωτήσεις για τη σχέση του με την Εταιρία, για την πιθανότητα να χάσει και τη ζωή του ακόμη για τα ιδεώδη της, για το πόσο έτοιμος και ικανός αισθανόταν να προχωρήσει. Αν οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές, του ανακοίνωνε ότι επρόκειτο να περάσει στη βαθμίδα των Ιερέων και χώριζαν για να ξανασυναντηθούν την επόμενη νύχτα.

Ο υποψήφιος έφερνε ένα μικρό κίτρινο κερί- του είχε ζητηθεί από πριν- και πήγαιναν σ’ έναν ασφαλή χώρο. Εκεί ο μυητής έστηνε ένα εικόνισμα πάνω σ’ ένα τραπέζι. Μπροστά από το εικόνισμα άναβε το κερί. Μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου ο μυητής τον ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά:

«Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήν δύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς… Από τον δεσμόν όπου εμβαίνεις μόνον o θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!»

«Το εστοχάστηκα και στέργω», έπρεπε να απαντήσει ο υποψήφιος, και τότε συνεχιζόταν η μυητική διαδικασία.

Ο μυητής έπαιρνε το κερί και το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ γονάτιζαν και οι δύο, έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν την εικόνα. Σ’ αυτή τη θέση ο μυητής διάβαζε «τον μεγάλο όρκο» και ο μυούμενος τον επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό της ιερής εκείνης στιγμής.

«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της, μήτε να σταθώ κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει.

Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο, γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος, με κανένα συνάδελφον.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω, καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν, να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το Έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να υποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.

Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής Σύ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά Σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου».

 

Με το πέρας του όρκου ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:

«Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον Ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

 

Το κερί έσβηνε και φυλασσόταν ευλαβικά, ενώ από εκείνη την στιγμή ο μυημένος ήταν Ιερέας της Φιλικής. Την επόμενη μέρα του έδειχναν τα σημάδια αναγνώρισης. Την τρίτη ημέρα έπρεπε να αποστηθίσει τον μυστικό κώδικα της οργάνωσης, ενώ την τέταρτη απαντούσε σ’ ένα προκαθορισμένο ερωτηματολόγιο. Τέλος, ο νέος Ιερέας συνεισέφερε ένα χρηματικό ποσό για τους σκοπούς της οργάνωσης, που συνοδευόταν από ένα γράμμα, το οποίο στη συνθηματική γλώσσα απεκαλείτο αφιερωτικό. Σ’ αυτό το γράμμα ο μυητής χάραζε στην κορυφή το δικό του μυστικό σήμα αφιέρωσης και δίπλα το μυστικό σήμα καθιέρωσης του ως Ιερέα, που στο εξής αποτελούσε την συμβολική του υπογραφή. Παραδινόταν, επίσης, στον Ιερέα ένα γράμμα που το έφερε πάντα μαζί του και το οποίο ονομαζόταν γράμμα υπεροχής. Όταν ένας Ιερέας συναντούσε κάποιον Συστημένον και έκαναν τα σημεία αναγνώρισης, ο δεύτερος ήταν υποχρεωμένος να δείξει το συστατικό του γράμμα εάν το ζητούσε ο πρώτος, αρκεί αυτός να έδειχνε από μακριά το γράμμα υπεροχής. Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα στεγανά της «Αόρατης Αρχής», κανείς νεοφώτιστος Ιερέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με αυτήν, παρά μόνο μέσω του μυητή του. Αυτή η πυραμιδοειδής δομή διαφύλαξε μέχρι τέλους και διατήρησε αλώβητη την Φιλική Εταιρία.

Έτσι, ο νέος Ιερέας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει το έργο της διαφώτισης και της στρατολόγησης νέων μελών, εφόσον έδινε έναν τελικό όρκο, στον οποίο ορκιζόταν ότι πάντοτε θα διακήρυσσε τα ιδεώδη της οργάνωσης.

Η ανώτατη βαθμίδα μύησης στη Φιλική Εταιρεία ήταν οι Ποιμένες, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις τάξεις των Ιερέων. Κατά την τελετή μύησής τους οι υποψήφιοι Ποιμένες έφερναν μαζί το κερί της προηγούμενης μύησής τους και για άλλη μια φορά έδιναν μέγα όρκο μπροστά στο εικόνισμα ότι θα τηρούν αυστηρά τα καθήκοντά τους, ότι δεν θα δέχονται στις τάξεις τους άσωτους ή φιλάργυρους και ότι δεν πρόκειται για κανένα λόγο να μαρτυρούν το βαθμό τους. Συνέτασσαν και αυτοί ένα αφιερωτικό γράμμα προς την «Αόρατο Αρχή», στο οποίο χαράσσονταν διαφορετικά σύμβολα. Επίσης, διαφορετικό κώδικα είχε και το γράμμα που έφεραν μαζί τους. Σε καμιά βαθμίδα δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε επιτρεπόταν να συσκέπτονται και να συνεδριάζουν. Υπάκουαν πάντα ασυζητητί στις εντολές της ηγεσίας.