The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

 

Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Διαδικασία της Μύησης και Όρκος

Μέρος Β΄

Της Dimitra Papanastasopoulou

 



 

Από την μυητική βαθμίδα των Συστημένων αναδεικνύονταν όσοι επρόκειτο να περάσουν στην επόμενη, εκείνη των Ιερέων. Προηγουμένως παρακολουθούσαν λεπτομερώς τον χαρακτήρα τους και δοκίμαζαν τον βαθμό αφοσίωσής τους στην υπόθεση της ελευθερίας. Όποιος κρινόταν ώριμος να προχωρήσει στο βαθμό του Ιερέα, τον αναλάμβανε ο μυητής. Διεξαγόταν ένας σημαντικός διάλογος ανάμεσά τους, κατά τη διάρκεια του οποίου ο μυητής έθετε καίριες ερωτήσεις για τη σχέση του με την Εταιρία, για την πιθανότητα να χάσει και τη ζωή του ακόμη για τα ιδεώδη της, για το πόσο έτοιμος και ικανός αισθανόταν να προχωρήσει. Αν οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές, του ανακοίνωνε ότι επρόκειτο να περάσει στη βαθμίδα των Ιερέων και χώριζαν για να ξανασυναντηθούν την επόμενη νύχτα.

Ο υποψήφιος έφερνε ένα μικρό κίτρινο κερί- του είχε ζητηθεί από πριν- και πήγαιναν σ’ έναν ασφαλή χώρο. Εκεί ο μυητής έστηνε ένα εικόνισμα πάνω σ’ ένα τραπέζι. Μπροστά από το εικόνισμα άναβε το κερί. Μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου ο μυητής τον ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά:

«Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήν δύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς… Από τον δεσμόν όπου εμβαίνεις μόνον o θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!»

«Το εστοχάστηκα και στέργω», έπρεπε να απαντήσει ο υποψήφιος, και τότε συνεχιζόταν η μυητική διαδικασία.

Ο μυητής έπαιρνε το κερί και το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ γονάτιζαν και οι δύο, έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν την εικόνα. Σ’ αυτή τη θέση ο μυητής διάβαζε «τον μεγάλο όρκο» και ο μυούμενος τον επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό της ιερής εκείνης στιγμής.

«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της, μήτε να σταθώ κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει.

Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο, γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος, με κανένα συνάδελφον.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω, καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν, να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το Έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να υποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.

Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής Σύ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά Σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου».

 

Με το πέρας του όρκου ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:

«Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον Ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

 

Το κερί έσβηνε και φυλασσόταν ευλαβικά, ενώ από εκείνη την στιγμή ο μυημένος ήταν Ιερέας της Φιλικής. Την επόμενη μέρα του έδειχναν τα σημάδια αναγνώρισης. Την τρίτη ημέρα έπρεπε να αποστηθίσει τον μυστικό κώδικα της οργάνωσης, ενώ την τέταρτη απαντούσε σ’ ένα προκαθορισμένο ερωτηματολόγιο. Τέλος, ο νέος Ιερέας συνεισέφερε ένα χρηματικό ποσό για τους σκοπούς της οργάνωσης, που συνοδευόταν από ένα γράμμα, το οποίο στη συνθηματική γλώσσα απεκαλείτο αφιερωτικό. Σ’ αυτό το γράμμα ο μυητής χάραζε στην κορυφή το δικό του μυστικό σήμα αφιέρωσης και δίπλα το μυστικό σήμα καθιέρωσης του ως Ιερέα, που στο εξής αποτελούσε την συμβολική του υπογραφή. Παραδινόταν, επίσης, στον Ιερέα ένα γράμμα που το έφερε πάντα μαζί του και το οποίο ονομαζόταν γράμμα υπεροχής. Όταν ένας Ιερέας συναντούσε κάποιον Συστημένον και έκαναν τα σημεία αναγνώρισης, ο δεύτερος ήταν υποχρεωμένος να δείξει το συστατικό του γράμμα εάν το ζητούσε ο πρώτος, αρκεί αυτός να έδειχνε από μακριά το γράμμα υπεροχής. Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα στεγανά της «Αόρατης Αρχής», κανείς νεοφώτιστος Ιερέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με αυτήν, παρά μόνο μέσω του μυητή του. Αυτή η πυραμιδοειδής δομή διαφύλαξε μέχρι τέλους και διατήρησε αλώβητη την Φιλική Εταιρία.

Έτσι, ο νέος Ιερέας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει το έργο της διαφώτισης και της στρατολόγησης νέων μελών, εφόσον έδινε έναν τελικό όρκο, στον οποίο ορκιζόταν ότι πάντοτε θα διακήρυσσε τα ιδεώδη της οργάνωσης.

Η ανώτατη βαθμίδα μύησης στη Φιλική Εταιρεία ήταν οι Ποιμένες, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις τάξεις των Ιερέων. Κατά την τελετή μύησής τους οι υποψήφιοι Ποιμένες έφερναν μαζί το κερί της προηγούμενης μύησής τους και για άλλη μια φορά έδιναν μέγα όρκο μπροστά στο εικόνισμα ότι θα τηρούν αυστηρά τα καθήκοντά τους, ότι δεν θα δέχονται στις τάξεις τους άσωτους ή φιλάργυρους και ότι δεν πρόκειται για κανένα λόγο να μαρτυρούν το βαθμό τους. Συνέτασσαν και αυτοί ένα αφιερωτικό γράμμα προς την «Αόρατο Αρχή», στο οποίο χαράσσονταν διαφορετικά σύμβολα. Επίσης, διαφορετικό κώδικα είχε και το γράμμα που έφεραν μαζί τους. Σε καμιά βαθμίδα δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε επιτρεπόταν να συσκέπτονται και να συνεδριάζουν. Υπάκουαν πάντα ασυζητητί στις εντολές της ηγεσίας.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

 

Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

Της Dimitra Papanastasopoulou

Μέρος α΄

 



 

Εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την επίσημη έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία του Έθνους μας. Από εδώ, θα σας παρουσιάζω εν είδει επετείου διάφορα γεγονότα, όλα σχετικά με τον αγώνα. Η αρχή δεν μπορεί, παρά να είναι αφιερωμένη στην Φιλική Εταιρία, τον προπομπό της Επανάστασης του 1821.

Οι κυριότεροι μυστικοί προπομποί της υπήρξαν το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» (το 1809 στο Παρίσι από τον λόγιο Γρηγόριο Ζαλύκη), η «Φιλόμουσος Εταιρία» (1813 στην Αθήνα, μεταξύ λογίων και διπλωματών, έχοντας την έμμεση υποστήριξη της Αγγλίας) και η «Εταιρία του Φοίνικος», μέλη της οποίας ήταν ο Ε. Ξάνθος και ο Ν. Σκουφάς. Στην ουσία από αυτή προέκυψε τελικά η «Φιλική Εταιρία». Οι βάσεις της τέθηκαν από μορφωμένους Έλληνες που ζούσαν στην Ευρώπη, στη Βλαχία και στη Ρωσία.

Η Φιλική Εταιρία ιδρύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, μια συμβολική ημέρα λόγω της θρησκευτικής εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στην Οδησσό από τους πολυταξιδεμένους εμπόρυς Εμμανουήλ Ξάνθο( 42 ετών από την Πάτμο), τον Νικόλαο Σκουφά( 35 ετών από το Κομπότι της Άρτας) και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ( 26 ετών από τα Ιωάννινα).

Η οργάνωση είναι αυστηρά μυστική και συνωμοτική, αφ΄ενός λόγω του κυρίαρχου απολυταρχικού πνεύματος που επικρατεί στην Ευρώπη και αφ΄ετέρου λόγω των μέτρων ελέγχου των οθωμανικών Αρχών. Η μυστικότητα επέβαλε, τουλάχιστον στην αρχή, έναν μικρό αριθμό μελών, κυρίως εμπόρων οι οποίοι είχαν την δυνατότητα της μετκίνησης και περιόρισε τη δράση της. Χρειάστηκε να περάσει καιρός μέχρις ότου η Εταιρία αποκτήσει μια στοιχειώδη οργανωτική δομή και να συντάξει τους όρκους μύησης των μελών της.

Σκοπό έχει την ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος μας… δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Ε. Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του.

Τα δύο πρώτα χρόνια τα μέλη ανέρχονται στα 20, μέχρι το 1817 με κίνηση κυρίως μεταξύ Ελλήνων της Ρωσίας και Μολδοβλαχίας πλησιάζουν απλώς τα 30, αλλά από το 1818, οι μυήσεις είναι αθρόες. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια εξαπλώνεται σ’ όλες τις περιοχές της σκλαβωμένης Ελλάδας και στις περισσότερες παροικίες του εξωτερικού. Οι μυημένοι είναι χιλιάδες, αν και έμειναν γνωστά γύρω στα 1100 ονόματα. Μυούνται έμποροι και μικροαστοί, Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες, κληρικοί, δίπλα σ’ εκείνες τις μορφές που θα διαδραμματίσουν αγωνιστικό ρόλο στον αγώνα (Θ. Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, Γρηγόριος Δικαίος, Παλαιών Πατρών Γερμανός κλπ). Ορόσημο για την ουσιαστική ενίσχυση της Εταιρίας στάθηκε η μύηση του μεγαλεμπόρου Παναγιώτη Σέκερη, που έγινε μέλος της Ανώτατης Αρχής στα τέλη του 1818 και πρόσφερε μια γενναία οικονομική υποστήριξη.

Όσο για τη διάρθρωσή της, αυτή στηρίχθηκε στα πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα, η λεγόμενη «Αόρατος Αρχή» ήταν περιβεβλημένη με μυστική αίγλη, δίνοντας την εντύπωση ότι συμμετείχαν σημαντικές προσωπικότητες της Ευρώπης, όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος Α΄. Η πραγματατικότητα, πάντα μυστική, ήταν ότι οι αρχικές κεφαλές ήταν των παραπάνω ιδρυτών της, ενώ αργότερα προστέθηκαν άλλοι πέντε, και μετά τον θάνατο του Σκουφά άλλοι τρεις.

Η δομή ήταν πυραμιδοειδής με κεφαλή την «Αόρατη Αρχή». Κανείς δεν γνώριζε ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει. Οι εντολές της έπρεπε να εκτελούνται άμεσα, ενώ τα μέλη δεν είχαν δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Αρχικά υπήρχαν τέσσερις βαθμίδες μύησης (Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, Συστημένοι, Ιερείς και Ποιμένες). Οι Ιερείς μπορούσαν να μυήσουν μόνο τους δύο πρώτους βαθμούς. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Γνώριζαν μόνο ότι η εν λόγω Εταιρεία προσπαθούσε για το γενικό καλό του έθνους και ότι μέλη της ήταν και σημαντικά πρόσωπα. Αυτό διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών και να μυούνται ευκολότερα.

Το 1818, όταν η έδρα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, προστέθηκαν άλλες δύο βαθμίδες (Αφιερωμένοι και οι Αρχηγοί των αφιερωμένων). Η τελευταία βαθμίδα δινόταν αποκλειστικά σε στρατιωτικούς. Αρκετά αργότερα, το σύνολο συμπληρώθηκε με άλλες δύο βαθμίδες, τους Αποστόλους και του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής( δόθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη το 1820, όταν δέχτηκε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας).

Το 1817 η «Αόρατος Αρχή» μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και ο καθένας από αυτούς ανέλαβε την ευθύνη μιας περιφέρειας. Αυτοί ήταν: Γεωργάκης Ολύμπιος, υπεύθυνος για την Σερβία, Βατικιώτης για την Βουλγαρία, Πεντεδέκας για τη Ρουμανία, Λουριώτης για την Ιταλία, Αναγνωσταράς για τα νησιά του Σαρωνικού, Χρυσοσπάθης για τη Μεσσηνία, Φαρμάκης για τη Μακεδονία και τη Θράκη, Κροκίδας για την Ήπειρο, Πελοπίδας για την Πελοπόννησο, Ίπατρος για την Αίγυπτο, Κατακάζης για τη Νότια Ρωσία και Καμαρηνός για τη Μάνη.

Κυρίως μετά τον θάνατο του Σκουφά, όλοι τους διασκορπίστηκαν στις περιφέρειές τους και άρχισαν να μυούν Έλληνες.

 

 

 

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

Η ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

Μέρος β΄

ΑΓΑΥΗ

Της Dimitra Papanastasopoulou

 


 

Στις «Βάκχες» ο θεός Διόνυσος φτάνει στη Θήβα με διπλό ρόλο: ως μύστης και ως εκδικητής. Σκοπεύει, όχι μόνο να εισάγει στην πόλη τον ιερό θεσμό του βακχικού οργίου, αλλά και να τιμωρήσει τη βασιλική οικογένεια- την οικογένεια της μητέρας του Σεμέλης.

Ο γερο-Κάδμος και η Αγαύη, ο πατέρας και η αδελφή της νεκρής πλέον μητέρας του, πρέπει να υποφέρουν, να δυστυχήσουν, επειδή τόλμησαν να αμφισβητήσουν τη δική του θεϊκή καταγωγή, τον καιρό που η Σεμέλη τον κυοφορούσε. Και ο τωρινός βασιλιάς, ο Πενθέας, θα πληρώσει, επειδή έδειξε ασέβεια στο πρόσωπό του, όπως και στις ακολούθους του.

Έχουμε να κάνουμε με έναν οργισμένο Διόνυσο, την πιο δυσάρεστη πλευρά του θεού της χαράς, με το σκοτεινό του μισό.

Όταν ο Διόνυσος μας πληροφορεί για τα παραπάνω στον πρόλογο του έργου, η βασίλισσα-μητέρα Αγαύη βρίσκεται στον Κιθαιρώνα, επιδιδόμενη στα όργια του γιου της, μαζί με τις Θηβαίες συντρόφισσές της.Με μια δόλια υπόδειξη του Διονύσου, ο Πενθέας (γιος του Εχίνου και της Αγαύης), μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, πλησιάζει κρυφά τις γυναίκες για να τις κατασκοπεύσει, για να παρακολουθήσει με τα ίδια του τα μάτια τις πράξεις τους, και να τις τιμωρήσει στη συνέχεια ανάλογα.Για να το κάνει ανεμπόδιστα, ανεβαίνει ψηλά, πάνω σ’ ένα έλατο.

Μεθυσμένες από τα αρώματα της φύσης, εναρμονισμένες με τις δυνάμεις της γης, ένθεες και παράφορες, οι γυναίκες, με την Αγαύη να πρωτοστατεί, αντιλαμβάνονται την παρουσία του. Γκρεμίζουν το έλατο με τα χέρια τους, τον πιάνουν και τον συλλαμβάνουν. Το τέλος του Πενθέα είναι γνωστό και φριχτό: η Αγαύη και οι αδελφές της (Ινώ και Αυτονόη) τον διαμελίζουν ανελέητα, οι υπόλοιπες τον κατασπαράσσουν σαν αγρίμια. Η Αγαύη κόβει το κεφάλι του και το μπήγει στον θύρσο της ως τρόπαιο αυτής της γυναικείας νίκης, μιας νίκης που μαρτυρά τη νίκη του θεού-γιου της.

Όταν ο πέπλος των παραισθήσεων υποχωρεί, η Αγαύη υπεισέρχεται σε υπαρξιακό κενό. Λέμε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία για μια μητέρα, όταν χάσει το παιδί της, ωστόσο η οδύνη της αθέλητης παιδοκτονίας ούτε όνομα έχει ούτε ανθρώπινο μέτρο.

Οι «Βάκχες», όπως και κάθε μεγάλο έργο, προσεγγίζεται ποικιλοτρόπως (ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, θρησκευτικά κλπ). Η ίδια η παιδοκτονία υφίσταται συχνά ευφάνταστες αναλύσεις. Όλες οι απόπειρες «οικειοποίησης» μιας αρχαίας τραγωδίας από τον σύγχρονο άνθρωπο είναι θεμιτές, αλλά με όρους: να αναγνωρίζουμε ότι και η εγκυρότερη ερμηνεία εξακολουθεί να έχει περιορισμένη οπτική, που άθελά της υποτιμά την πολυσημία του έργου, και να δεχόμαστε να «αφουγκραστούμε» το πνεύμα του ποιητή και τα μηνύματα του δικού του κόσμου. Γιατί, η διαχρονική αξία μιας τραγωδίας πηγάζει από την ίδια την ιστορική της διάσταση, κάθε της πράξη φωτίζεται από την εποχή και τον πολιτισμό της.

Ο Ευριπίδης, λοιπόν, οδηγεί την ηρωίδα του στον φόνο του παιδιού της, μέσα από ένα θεϊκό μονοπάτι, μέσα από την πλήρη παρέμβαση ενός θεού σε κάθε βήμα.

Ο Διόνυσος (ο θεός) είναι παρών ακόμη κι όταν απουσιάζει από τη σκηνή ή την αφήγηση, μάλιστα τότε είναι περισσότερο κύριος της κατάστασης. Ήδη από τον πρόλογο έχει φτάσει θριαμβολογώντας για την εκδίκηση που σκοπεύει να πάρει.Αυτός ελευθερώνει τις οπαδούς του από τη φυλακή, αυτός τις εμπνέει να πάνε στο βουνό, αυτός πείθει τον Πενθέα να μεταμφιεστεί και να τις κατασκοπεύσει, αυτός τον ωθεί να ανεβεί στο έλατο.Αυτός τις καλεί να τον τιμωρήσουν με τον φρικτότερο τρόπο…

Όλα είναι δικό του έργο, όλα εκείνος τα διαφεντεύει. Οι μαινάδες παραδίδονται στο έργο της δικής του φύσης, τις γεννεσιουργές αλλά και θανατηφόρες. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε μαριονέτα, σε υπνωτισμένο και κατευθυνόμενο αντικείμενο.

Η Αγαύη, όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί την πράξη της οδεύει στην εξορία στερημένη από απογόνους και πατρίδα. Θα ζήσει τον δικό της θάνατο ολομόναχη.

 

Η Αγαύη γίνεται παιδοκτόνος, υπηρετώντας τον νέο γοητευτικό θεό, εκείνον που σέρνει τα φοβερά δίδυμα: τη ζωή και τον θάνατο, την ειρήνη και τον σπαραγμό, το γλυκό τραγούδι και την άγρια κραυγή.

Η τραγική γυναίκα γίνεται εκτελεστικό όργανο της θεϊκής εκδίκησης. Είναι τραγική, επειδή το σχέδιο που της αναθέτει ο θεός εν αγνοία της περιλαμβάνει και τη δική της τιμωρία. Ο δράστης καθίσταται συγχρόνως θύμα, χύνεται αίμα.

Η εισβολή του νέου θεού συμβολίζει μια πολιτιστική μεταβολή, μια πνευματική επανάσταση. Όπως γνωρίζουμε, όμως, καμιά κοσμογονική μεταβολή δεν συντελείται αναίμακτα, ούτε καν στη μυθολογία. Το καινό είναι πάντα σκανδαλώδες, απαιτεί βαρύ αντίτιμο και εξοφλείται πάνω από το σημείο σύγκρουσης με το παλιό και καθιερωμένο.

 

 

  

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

 

Η ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ ΣΤΙΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ

Μέρος Α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou


 


Μια νέα, μικρή, αλλά σπουδαία, ενότητα αρχίζει με τη σημερινή ανάρτιση, που ελπίζω να βρείτε ενδιαφέρουσα.

 

Κάθε τραγωδία ακυρώνει μια θεμελιακή σχέση των ηρώων της, εγκαθιδρύοντας στη θέση της μια άλλη τάξη πραγμάτων. Ο Αριστοτέλης στο έργο του Περί Ποιητικής γράφει ότι η πράξη της τραγωδίας είναι μια καταστροφική πράξη, η οποία συντελείται μεταξύ συγγενών ή μεταξύ οικείων ανθρώπων.

Η πιο σκανδαλώδης ρήξη είναι εκείνη που παρουσιάζει ένα πρόσωπο αποστερημένο παντελώς από την προστασία του φυσικού γονέα ή και οδηγούμενο στον θάνατο από αυτόν(τον γονέα). Αυτός ο πανανθρώπινος νόμος που εννοεί τον γεννήτορα προστάτη και όχι καταστροφέα του ίδιου του τού παιδιού, ανατρέπεται στον τραγικό μύθο με τρεις τρόπους: την θυσία (από θρησκευτική αναγκαιότητα), την έκθεση (από κοινωνική ή πολιτική ανάγκη) και τον φόνο, τα κίνητρα του οποίου θα δούμε παρακάτω.

 

Στην κατηγορία της θυσίας εντάσσεται η πασίγνωση σφαγή της Ιφιγένειας, θυσία που αποφασίζει ο πατέρας της βασιλιάς Αγαμέμνων. Πολύ λιγότερο γνωστή είναι η θυσία της κόρης του Ερεχθέα (κύριο θέμα της χαμένης τραγωδίας του Ευριπίδη Ερεχθεύς). Από τα ελάχιστα αποσπάσματα που έχουν σωθεί, μαθαίνουμε ότι οι γονείς,οι οποίοι υποτάσσονται πρόθυμα στην θεϊκή απαίτηση μιας ανθρωποθυσίας, αντιμετωπίζουν έναν τρομακτικό κίνδυνο, που δεν αφορά μόνο τους ίδιους, αλλά το έθνος τους.

Ο σχεδόν άγνωστος μύθος του δράματος Ερεχθεύς, είναι με λίγα λόγια ο εξής: Ο Εύμολπος, γιός του Ποσειδώνα και της Χιόνης, εκστρατεύει μαζί με τους Θράκες εναντίον των Αθηνών. Ο Αθηναίος βασιλιάς Ερεχθεύς ζητά χρησμό από τους Δελφούς, για να μάθει πώς μπορεί να σώσει τη χώρα του από την εχθρική επίθεση. Και ο Απόλλωνας ζητά τη θυσία μιας από τις τρεις κόρες του. Ο Ερεχθεύς και η σύζυγός του Πραξιθέα δέχονται να προβούν στη θυσία ενός από τα παιδιά τους, προκειμένου να σωθεί η Αθήνα.

 

Στην δεύτερη κατηγορία έχουμε την έκθεση, έναν γλωσσικό απόηχο που έφθασε στις μέρες μας ως «έκθετο βρέφος», ένα βρέφος που εγκαταλήφθηκε στην τύχη του από τον γονέα του, ή στον δρόμο ή στο κατώφλι ενός πλούσιου σπιτιού ή ενός βρεφοκομείου. Στις αρχαίες τραγωδίες η έκθεση ενός βρέφους υπαγορεύεται συνήθως από φόβο που προκάλεσε ένας χρησμός ή επειδή η έλευση του παιδιού ήταν δυσοίωνη για την οικογενειακή ή κοινωνική ευταξία.

Έτσι, ο Λάϊος εξέθεσε τον Οιδίποδα στο βουνό Κιθαιρώνα, για να αποφύγει την επαλήθευση ενός χρησμού. Η Αθηναία πριγκίπισσα Κρέουσα, έχοντας αποκτήσει τον Ίωνα από τον Απόλλωνα, και επιθυμώντας να αποφύγει την γενική κατακραυγή, τις υποψίες της οικογένειας και, πιθανά, μια βαριά ποινή για μια παράνομη ερωτική σχέση, αναγκάζεται να εκθέσει το νεογέννητο στην είσοδο του μαντείου. Και στις δύο περιπτώσεις, τα βρέφη σώζονται. Ο Οιδίπους μεγαλώνει δίπλα στον βασιλιά Πόλυβο, ο Ίων δίπλα στην Πυθία.

Βέβαια, στις περιπτώσεις τόσο της θυσίας, όσο και της έκθεσης, δεν μιλάμε για παιδοκτονία, αφού οι γονείς δεν διαπράττουν φόνο. Εξ άλλου, η θυσία εγγράφεται στο θρησκευτικό πεδίο, ενώ η έκθεση δεν συνιστά κάν αφαίρεση ζωής.

 

Στις τραγωδίες του Ευριπίδη, ωστόσο, συναντούμε τρεις περιπτώσεις αμιγούς παιδοκτονίας. Ο ένας από τους γονείς διαπράττει τον φόνο του παιδιού του με τα ίδια του τα χέρια, επιτίθεται ο ίδιος, ως θηρίο στο παιδί. Στην τραγική πράξη το επίθετο το οποίο χαρακτηρίζει την πράξη είναι : αυτόχειρ, κι εμείς ως σήμερα μιλούμε για αυτουργία- άμεση, αυτοπρόσωπη φονική δράση.

 

Οι ήρωες των τριών φονικών του Ευριπίδη είναι : η Αγαύη, στις Βάκχες, ο Ηρακλης στο Ηρακλής Μαινόμενος και η Μήδεια στην ομώνυμη τραγωδία.

Την επόμενη εβδομάδα θα ασχοληθούμε με την Αγαύη.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΒΕΡΝ
Έργο : Ο ΚΟΜΗΣ ΜΟΝΤΕ ΚΡΙΣΤΟ
Από την Dimitra Papanastasopoulou




Πίσω από την έμπνευση του μεγάλου συγγραφέα κρύβονται κάποια γεγονότα (όπως πάντα). Σε ένα του ταξίδι πέρασε από το συγκεκριμένο νησί και το ‘βαλε στο νου του να το χρησιμοποιήσει. Κι ενώ ζούσε στο Παρίσι, ήρθαν πληροφορίες από την αστυνομία για κάποιον που είχε καταδικαστεί άδικα και πέρασε τα πάνδεινα. Το στόρυ είχε δημιουργηθεί και οι τυχεροί αναγνώστες του τότε παρόντος, αλλά και του μέλλοντος δεν θα ξεχνούσαν ποτέ αυτό το μυθιστόρημα.

Απόσπασμα:
   «Ποιος είστε, λοιπόν;» ρώτησε ο Καντερούς καρφώνοντας το βλέμμα του στον κόμη.
   «Κοίταξέ με καλά!» είπε εκείνος, φέρνοντας το φως κοντά στο πρόσωπό του.
   «Ο αβάς, ο αβάς Μπουζόνι».
   Ο Μόντε Κρίστο έβγαλε την περούκα που τον έκανε αγνώριστο και άφησε ελεύθερα τα μαύρα μαλλιά του, που τόνιζαν τα όμορφα ωχρά χαρακτηριστικά του.
   «Από τα μαύρα μαλλιά», είπε αποσβολωμένος ο Καντερούς, «θα έλεγα ότι είστε ο Άγγλος, ο λόρδος Γουίλμορ».
   «Δεν είμαι ούτε ο αβάς Μπουζόνι ούτε ο λόρδος Γουίλμορ», απάντησε ο Μόντε Κρίστο. «Για ξαναπροσπάθησε. Δεν με αναγνωρίζεις;»
   Τα λόγια του κόμη έκαναν να ζωηρέψουν οι ελάχιστες δυνάμεις του ετοιμοθάνατου.
   «Ναι, ναι, πραγματικά», είπε. «Νομίζω ότι σας έχω ξαναδεί και άλλοτε».
   «Ναι, Καντερούς, με έχεις ξαναδεί. Με γνώριζες κάποτε».
   «Ποιος είστε λοιπόν; Και, αφού με ξέρετε, γιατί με αφήνετε να πεθάνω;»
   «Επειδή τίποτα δεν μπορεί να σε σώσει. Τα τραύματά σου είναι θανάσιμα. Αν υπήρχε πιθανότητα να σε σώσω, θα τη θεωρούσα άλλη μία απόδειξη του ελέους του Θεού και θα προσπαθούσα να σε αποκαταστήσω οικονομικά για άλλη μία φορά. Το ορκίζομαι στον τάφο του πατέρα μου».
   «Στον τάφο του πατέρα σας;» είπε ο Καντερούς, που ανασηκώθηκε κάπως από μια υπερφυσική δύναμη για να δει πιο καθαρά τον άνθρωπο που είχε κάνει έναν τόσο ιερό όρκο. «Ποιος είστε, λοιπόν;»
   Ο κόμης είχε δει τον επερχόμενο θάνατο. Ήξερε ότι αυτή ήταν η τελευταία πάλη του πληγωμένου. Τον πλησίασε και έσκυψε επάνω του με ένα ήρεμο και μελαγχολικό βλέμμα. «Είμαι… Είμαι…» είπε και από το σχεδόν κλειστό στόμα του βγήκε τόσο χαμηλόφωνα ένα όνομα που ακόμα και ο ίδιος ο κόμης δεν ήθελε να το ακούσει.
   Ο Καντερούς, που είχε καταφέρει να σταθεί γονατιστός και να απλώσει τα μπράτσα του, τραβήχτηκε πίσω, έσφιξε τα χέρια και τα σήκωσε ψηλά με μια απέλπιδα προσπάθεια.
   «Θεέ μου, Θεέ μου», είπε, «συγχώρησέ με που σε απαρνήθηκα. Υπάρχεις πραγματικά, είσαι ο πατέρας των ανθρώπων στον ουρανό και κριτής τους επάνω στη γη. Θεέ μου, Κύριέ μου, σε περιφρόνησα. Συγχώρησέ με, Θεέ μου. Δέξου με, Κύριε». Άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και έπεσε πίσω με ένα βογκητό. Το αίμα είχε πλέον σταματήσει να τρέχει από τα τραύματά του. Ήταν νεκρός.
   «Ένας!» είπε ο κόμης με μυστηριώδες ύφος και το βλέμμα του καρφωμένο στο πτώμα, που είχε παραμορφωθεί από τους σπασμούς του θανάτου.
Δέκα λεπτά αργότερα έφτασε ο γιατρός και ο βασιλικός επίτροπος, ο ένας συνοδευόμενος από τον θυρωρό και ο άλλος από τον Αλή, και βρήκαν τον αβά Μπουζόνι να προσεύχεται δίπλα στο πτώμα.


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΟΥΜΑΣ (Πατήρ ή Πρεσβύτερος)
(1802- 1870)
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Σκέψεις πάνω στα έργα του.

Η εξαιρετική δημοτικότητα που είχαν τα μυθιστορήματά του από την εποχή που γράφηκαν και ο συγγραφέας ζούσε, είναι απόλυτα δικαιολογημένη: είχαν όλα τους συναρπαστική  πλοκή, είχαν χρώμα, διακατέχονταν από τον απαραίτητο ιπποτισμό και ήταν πρωτότυπα.
Τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον αναγνώστη καθώς διαβάζει ένα του μυθιστόρημα είναι τόσο συναρπαστικά, ώστε δεν διαννοείται να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του, ώσπου να φθάσει στο τέλος.
Έχει λεχθεί ότι ο Δουμάς είχε την ικανότητα να δημιουργήσει μια «ιστορία» από το πιο ασήμαντο γεγονός, από το πέσιμο ενός φτερού ή ατενίζοντας ένα καράβι στη θάλασσα. Να πάρει αυτό το απλό γεγονός και να το «κεντήσει» με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα. Και έγραφε με όση ταχύτητα είχε η πένα του- συνεχώς.
Έβαζε μάλιστα και στοιχήματα ταχύτητας! Μια φορά στοιχημάτισε 100 λουδοβίκια, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να γράψει το πρώτο βιβλίο του «Ιππότη του Κόκκινου Σπιτιού» μέσα σε 72 ώρες, συνυπολογίζοντας ύπνο και φαγητό. Τελικά, σε 66 ώρες το πέτυχε: έγραψε 3.375 γραμμές χωρίς καμία αλλαγή ή σβήσιμο, αποδεικνύοντας περίτρανα την ανεξάντλητη έμπνευση και την μεγαλοφυιία του! Σκεφθείτε ότι το έκανε γράφοντας με το χέρι, βουτώντας κάθε λίγο την πένα στο μελάνι…

Βέβαια, αντιμετώπισε και διάφορες κατηγορίες, οι οποίες δεν σταματούσαν στον τρόπο γραφής του, αλλά και στον τρόπο ζωής του. Κατηγορήθηκε για έλλειψη πρωτοτυπίας, απροσεξία στο γράψιμο, ασέβεια στην ιστορική αλήθεια και για άπειρα συντακτικά λάθη. Το σοβαρότερο, ότι δεν είχε γράψει ο ίδιος ούτε μια λέξη, αλλά ότι εκμεταλλευόταν τον κόπο άλλων και επέβαλε την παρουσία και την επιτυχία του με απάτη και πονηριά.
Τίποτε από όλον αυτόν τον λίβελο δεν ήταν αλήθεια. Ο Αξέξανδρος Δουμάς ζούσε την εν πολλοίς άσωτη ζωή του, συγχωρώντας τους επικριτές του και αδιαφορώντας για τις άδικες κατηγορίες. Άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να παρασύρεται από την έμπνευση της κάθε στιγμής, χωρίς να λογαριάζει ότι μπορεί να χάσει, αδιαφορώντας αν θα στεφόταν από επιτυχία, επιδεικνύοντας μια τάση κάθε άλλο παρά συμφεροντολογική.
Είχε πολλούς συνεργάτες, επειδή χρειαζόταν πάντα το έναυσμα, φθάνοντας μέχρι τη μακρινή Ρωσία αναζητώντας υλικό για κάποιο επόμενο έργο. Έγινε στρατιώτης για να πάρει μέρος στα οδοφράγματα, διοίκησε μια λεγεώνα, μονομάχησε δεκα φορές, ναύλωσε καράβια και μοίρασε συντάξεις, χόρεψε, κυνήγησε, ψάρεψε, υπνώτισε, μαγείρεψε, απέκτησε 10 εκατ. Φραγκα και τα ξόδεψε με το μοναδικό του πάθος για τη ζωή.
Όπως έγραψε γι’ αυτόν ο Βίκτωρ Ουγκώ: Εκείνο που έσπειρε είναι η Γαλλική ιδέα.

Τα σπουδαιότερα έργα του, με χρονολογική σειρά, είναι τα εξής:
Οι τρείς σωματοφύλακες (1844)
Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄και ο αιώνας του (1844)
Μετά είκοσι έτη (1845)
Αδελφοί Κορσικανοί (1845)
Ο κόμης Μόντε Κρίστο (1845-6)
Η βασίλισσα Μαργκώ (1845)
Οι σαράντα πέντε (1847)
Ο Υποκόμης της Βραζελόνης (1848) (περιλαμβανει το Σιδηρούν Προσωπείον)
Το περιδέραιο της βασίλισσας (1849)
Η μαύρη τουλίπα(1850)
Οι Μαϊκανοί των Παρισίων (1854-5)
Οι μεγάλοι άνδρες στο σπίτι τους: Καίσαρ, Ερρίκος Δ΄, Ρισελιέ (1855-6)
Οι οπαδοί του Ιησού(1856)
Αλή Πασάς (1862) ( ημιτελές)
Μέγα Λεξικό της Κουζίνας (1873)



Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΟΥΜΑΣ (Πατήρ ή Πρεσβύτερος)
(1802-1870)
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Εκατόν πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε που άφησε την τελευταία του πνοή. Ένα εκτενές αφιέρωμα θεωρώ ότι τού αξίζει, μιας και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών.
Θα αρχίσω με την βιογραφία του και θα συνεχίσω με αναφορές στα έργα του, έργα που άντεξαν στον χρόνο και εξακολουθούν να συγκινούν μικρούς και μεγάλους.

Ο Αλεξάντρ Νταβύ ντε λα Παγετερί, γνωστός σε όλους ως Αλεξάντρ Ντουμάς πατήρ, γεννήθηκε στις 24 Ιουλίου 1802 στο Βιγιέρ-Κοτρέ της Γαλλίας.
Ο πατέρας του, ο Τομά-Αλεξάντρ, ήταν γιος του Γάλλου μαρκησίου Αλεξάντρ-Αντουάν Νταβύ ντε λα Παγετερί, ανώτατου αξιωματικού στο πυροβολικό της γαλλικής αποικίας του Αγίου Δομήνικου(σημ. Αϊτή) και της ιθαγενούς Μαρί-Σεσέτ Ντουμάς, μιας όμορφης κρεολής σκλάβας. Λόγω του σκούρου χρώματος του δέρματός του, τον αποκαλούσαν Μαύρο Διάβολο, γι’ αυτό άλλαξε το επίθετό του και υιοθέτησε εκείνο της μητέρας του- Ντουμάς. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, καυγάδισε πολύ άσχημα με τον πατέρα του και από εκείνη τη στιγμή δεν επιθυμούσε να φέρει το όνομά του, γι’ αυτό επέλεξε το επίθετο της μητέρας του. Αν και πολέμησε με γενναιότητα και διακρίθηκε στους Επαναστατικούς Πολέμους, συγκρούστηκε με τον Ναπολέοντα κατά την αιγυπτιακή εκστρατεία, έπεσε σε δυσμένεια και ζήτησε άδεια να επιστρέψει στην Γαλλία. Όταν το καράβι έδεσε στη Σικελία, τόσο ο Τομά όσο και οι σύντροφοί του πιάστηκαν αιχμάλωτοι και φυλακίστηκαν για δύο χρόνια. Αυτή η φυλάκιση είχε σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του. Πέθανε νεότατος το 1806, όταν ο Αλεξάντρ ήταν μόλις τεσσάρων ετών.
Ο Αλεξάντρ μεγάλωσε φτωχικά στην Πικαρδία, αλλά οι κακουχίες δεν τον άγγιξαν. Η μητέρα του εμπιστεύθηκε την μόρφωσή του στον ιερέα του χωριού τους, εκείνος, όμως, ήταν αδιάφορος, προτιμούσε τα παιγνίδια στο δάσος, το ψάρεμα και το κυνήγι. Μόνον ο γραφικός του χαρακτήρας ξεχώριζε, κι έτσι στα δώδεκα χρόνια του προσελήφθη γραφέας σε ένα συμβολαιογραφείο, όπου αντέγραφε ογκώδεις τόμους και μακροσκελή έγγραφα.
Το 1822 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και, για πρώτη φορά, ήρθε σε επαφή με την λογοτεχνία. Αρχικά εργάστηκε ως αντιγραφέας του δούκα της Ορλεάνης- του μελλοντικού βασιλιά Λουί-Φιλίπ. Τα χρήματα (1200 φράγκα το χρόνο) δεν ήταν αρκετά, γι’ αυτό άρχισε να γράφει θεατρικά έργα. Τα πρώτα χρήματα από τα γραπτά του τα έβγαλε το 1825 και με το δραματικό έργο «Ο Ερρίκος Γ΄ και η Αυλή» τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε γνωστός ως συγγραφέας.
Το 1830 πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου, που είχε ως αποτέλεσμα να στεφθεί βασιλιάς ο Δούκας της Ορλεάνης. Ο Αλεξάντρ έμεινε πιστός στο πλευρό του. Επειδή το Παρίσι είχε ανάγκη πυρομαχικών, ο Αλεξάντρ προσφέρθηκε να πάει ως το Σουασόν και να φέρει. Ήταν μια εξαιρετικά εμπιστευτική αποστολή, την οποία έφερε σε πέρας με επιτυχία.

Το ρομαντικό του ύφος, παρόμοιο με του Βίκτωρα Ουγκώ, έγινε δημοφιλές και από τις πωλήσεις των όλο και περισσότερων έργων του, ο Αλεξάντρ απέκτησε μια σημαντική περιουσία. Αποδείχτηκε κακός διαχειριστής, εξαιρετικά σπάταλος, και συχνά κατέληγε απένταρος. Ενδεικτικό είναι το υπέρογκο ποσό που ξόδεψε για να χτίσει το μέγαρο Σεν Ζερμέν, το οποίο ονόμασε Μόντε-Κρίστο(250.000 φράγκα). Οργάνωνε μεγάλες συνεστιάσεις και ταξίδευε πολύ (τότε ένα ταξίδι ήταν πολύ δαπανηρό)). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ένας bon viveur της εποχής του, ένας αυθεντικός μποέμ.
Αρχής γενομένης το 1832, έφυγε από το Παρίσι και ταξίδεψε μεταξύ άλλων στην Αυστρία, την Ολλανδία, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Βρετανία, φθάνοντας ως τη Νότιο Αφρική.
Όταν επέστρεψε, αντιλήφθηκε ότι το ρομαντικό ύφος έφθινε και ήταν καιρός να αλλάξει τον τρόπο γραφής του. Έτσι, στράφηκε στο ιστορικό μυθιστόρημα, αντλώντας υλικό και στοιχεία από τον καθηγητή φιλολογίας Ογκύστ Μακέ, με τον οποίο είχε μια μακρά και άριστη συνεργασία. Δεν ήταν ακριβώς ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά περιείχαν ιστορικά γεγονότα. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό, τον έκανε περισσότερο διάσημο και πλούσιο. Τα έργα «Οι τρεις σωματοφύλακες» (1844), «Ο κόμης Μοντεκρίστο»(1845) και «Ο Άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο» (1847) είναι ενδεικτικά αυτής της στροφής.
Ο Εζέν ντε Μιρκούρ είχε άλλη άποψη. Το 1845 εξέδωσε έναν πραγματικό λίβελλο εναντίον του Αλεξάντρ Ντουμά, με τίτλο «Βιομηχανία μυθιστορημάτων Αλεξάντρ Ντουμά και Σία», υπονοώντας ότι τα έργα δεν ήταν δημιουργήματα του Ντουμά. Εκτός του Μιρκούρ, υπήρξαν πολλοί κριτικοί και κλασικοί συγγραφείς που τον κατηγόρησαν για λογοκλοπία και θεώρησαν τα έργα του τερατουργήματα.
Ο Αλεξάντρ δεν έδειξε ποτέ θυμό ή μίσος, αντιλαμβανόταν θαυμάσια τον αντίκτυπο της επιτυχίας του. Είχε το αναμφισβήτητο χάρισμα να δημιουργεί υπέροχα μυθιστορήματα, με επιτυχημένη πλοκή, ξεκινώντας από ένα μικρό και ασήμαντο γεγονός (Σκεφθείτε την ιστορία του πατέρα του και έχετε την ουσία του Κόμη Μοντεχρίστου. Το νησί Μοντεκρίστο το είδε σ’ ένα ταξίδι σστη Μεσόγειο, το όνομα τον εντυπωσίασε και το χρησιμοποίησε). Το πάντρεμα του μύθου και της ιστορίας, η θεατρικότητα, η πρωτοτυπία και οι πολύπλοκοι χαρακτήρες με έντονο το στοιχείο του ιπποτισμού, είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της γραφής του.
Το 1840 παντρεύτηκε την ηθοποιό Ιντά Φεριέ. Ήταν λάτρης του γυναικείου φύλου, είχε πολλές παράνομες σχέσεις και απέκτησε τουλάχιστον τέσσερα νόθα παιδιά (συγκεκριμένα, ο Αλεξάντρ Ντουμάς ο νεότερος ήταν νόθος γιος του, καρπός της σχέσης του με την γειτόνισσά του Κατρίν Λεμπέ).
Η πτώση του Λουί-Φιλίπ και η άνοδος του Ναπολέοντα Γ΄ έφερε νέες προτιμήσεις στο κοινό. Αδυνατώντας να βγάλει χρήματα, βλέποντας τους πιστωτές να τού παίρνουν το αγαπημένο του μέγαρο, εγκατέλειψε τη Γαλλία το 1850 και κατέφυγε στις Βρυξέλλες. Λίγα χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι και ίδρυσε μια εφημερίδα. Χρεοκόπησε και πάλι  και έφυγε πρώτα για τη Ρωσία και μετά για την Ιταλία. Στη Νάπολη έγινε σύμβουλος του Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι. Όταν η επανάσταση πέτυχε, οι Ιταλοί τον έδιωξαν. Πικραμένος από την αχαριστία, επέστρεψε στο Πουί, μένοντας μαζί με τον γιό του Αλεξάντρ τον νεότερο.
Το 1870, ένα ατύχημα τον άφησε παράλυτο. Στις 5 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, έχοντας ζήσει τη ζωή του όπως ακριβώς επιθυμούσε, άφησε την τελευταία του πνοή.