The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020


ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
(του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω)
Από την Dimitra Papanastasopoulou



Μετά την εκτενή αναφορά στη ζωή και το έργο του, θα παραθέσω μερικά κείμενα- καθαρή απόλαυση κάποιων έργων του.
Το συγκεκριμμένο είναι από τα εξοχότερα δείγματα της συγγραφικής του δεινότητας και το έγραψε στο ίδιο ύφος της Καντίν του Βολταίρου.

Το μαύρο κορίτσι άφησε κάτω το ραβδί του και μπήκε στον κήπο κι άρχισε να τον σκαλίζει μαζί του. Κι από καιρό σε καιρό, άλλοι άνθρωποι έρχονταν και βοηθούσαν. Στην αρχή, το γεγονός αυτό έκανε το μαύρο κορίτσι να ζηλέψει. Αλλά μισούσε κάτι τέτοια συναισθήματα, και γρήγορα συνήθισε σ’ αυτά τα πηγαινέλα.
   Μια μέρα, βρήκε έναν κοκκινομάλλη Ιρλανδό να καλλιεργεί τον πίσω κήπο όπου είχαν φυτέψει λαχανικά.
   «Ποιος σ’ άφησε να μπεις εδώ μέσα;» τον ρώτησε.
   «Η πίστη μου, κι άφησα μόνος μου τον εαυτό μου να μπει» είπε ο Ιρλανδός. «Για ποιο λόγο να μην τον άφηνα;»
   «Αλλά ο κήπος ανήκει στο γέρο-κύριο» είπε το μαύρο κορίτσι.
   «Εγώ είμαι σοσιαλιστής» απάντησε ο Ιρλανδός «και δεν παραδέχομαι ότι οι κήποι ανήκουν σε κανένα. Αυτός ο γερο-τύπος έχει κοψομεσιαστεί και δεν τα βγάζει πια πέρα στη δουλειά, έτσι που χρειάζεται κάποιον να ρου σκαλίζει τις πατάτες του και τα λαχανικά του. Βρήκα ένα σωρό δουλειές να κάνω στον κήπο που τον έχει παραμελήσει».
   «Ώστε λοιπόν δεν ήρθες εδώ για να βρεις τον Θεό;» ρώτησε πάλι το μαύρο κορίτσι.
   «Τι διάολο να βρω;» είπε απορεμένα ο Ιρλανδός. «Σίγουρα ο Θεός μπορεί να ψάξει να με βρει αν με χρειαστεί. Γιατί εγώ πιστεύω ότι αυτός ο Θεός δεν είναι καθόλου έτσι όπως τον έφτιαξαν. Κι ούτε που έφτιαξε τίποτε σωστό, ούτε και που τ’ αποτέλειωσε ακόμη. Υπάρχει κάτι μέσα μας, που μας σπρώχνει σ’ αυτόν, και κάτι έξω μας που πάλι μας πάει κατά τη μεριά του: αυτό είναι σίγουρο. Και το μόνο άλλο πράγμα που είναι σίγουρο είναι πως κάτι πάει άσχημα όταν προσπαθούμε να τον βρούμε. Πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε το δικό μας δρόμο, όσο καλύτεαρ μπορούμε, εσύ κι εγώ. Γιατί υπάρχουν ένα σωρό άλλοι που δεν σκέφτονται τίποτε άλλο έξω από την κοιλιά τους…»
  



Σάββατο 30 Μαΐου 2020


ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΣΩ (1856-1950)
Μέρος δ΄

Της Dimitra Papanastasopoulou




Σ’ αυτό το τελευταίο μέρος του βιογραφικού αφιερώματος στον Τ.Μ. Σω, θα γνωρίσουμε τις ιδέες του και κάποιες από τις διάσημες ρήσεις του.


Στα κείμενά του μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τις απόψεις του για τη ζωή, τον κόσμο, την εκπαίδευση, τις σχέσεις των δύο φύλων, που πάντα είναι ριζοσπαστικές για την εποχή του, κι επιπλέον βαθιά φιλοσοφικές, αν και ποτέ δεν μορφώθηκε αρκετά. Πίστευε ότι τα σχολικά βιβλία δεν αξίζουν να διαβάζονται, επειδή περιέχουν απόψεις, τις οποίες τα παιδιά πρέπει να παπαγαλίσουν κι όχι να κρίνουν, ακόμα κι αν είναι παράλογες ή παρωχημένες.
Προέτρεπε τους νέους να επαναστατήσουν ενάντια στο κατεστημένο πριν καταντήσουν απολιθώματα. Σύστηνε ν’ ακούν τις απόψεις των δασκάλων τους με κριτικό πνεύμα κι αμφισβήτηση, αλλά να μαθαίνουν και την αντίθετη άποψη από αυτή που τους επιβάλλεται να μάθουν, να προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν την αλήθεια πέρα από αυτό το δυϊσμό, μέσα τους. ("Ομιλία Για Την Εκπαίδευση", 1933)

Πίστευε πως τα οικιακά δεν είναι η πιο φυσική καριέρα για τις γυναίκες απ’ ό,τι είναι η στρατιωτική για τους άνδρες. Όταν χρειάζεται, μια γυναίκα κάνει παιδιά και τα μεγαλώνει, όπως ένας άνδρας πάει στον πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η επιλογή είναι η μοναδική που έχει μια γυναίκα ή ένας άντρας στη ζωή του. Το να σκεφθεί κανείς ότι τα οικιακά είναι η φυσική επιλογή για μια γυναίκα, ισοδυναμεί με το να σκέφτεται ένα παιδί ότι το κλουβί είναι το φυσικό περιβάλλον για ένα παπαγάλο, επειδή ποτέ δεν έτυχε να δει έναν άλλο πέρα απ' αυτό. Σίγουρα θα υπάρχουν παπαγάλοι που προτιμούν το κλουβί, είτε από φόβο στην επιβίωση είτε από συμπάθεια στους ιδιοκτήτες τους είτε επειδή πιστεύουν ότι είναι η φυσική θέση που τους έδωσε ο Θεός. Ωστόσο, ο μόνος παπαγάλος που θα μπορούσε να συμπαθήσει ο ελεύθερος άνθρωπος θα ήταν αυτός που επιμένει να μείνει έξω από το κλουβί, ως μια πρωταρχική συνθήκη για να έχει ευχάριστη ζωή. (Πεμπτουσία Του Ιψενισμού, 1922).

Πίστευε ακόμη κι έγραφε ότι στις φυλακές έπρεπε να βρίσκονται εκείνοι που μπορούν ν’ αναμορφωθούν. Εκείνοι που δε μπορούν θα πρέπει να σκοτώνονται, όπως ένα επικίνδυνο σκυλί ή ένα δηλητηριώδες φίδι για να μη γεμίζουν οι φυλακές, για να μη δεσμεύονται φύλακες, που σε τελική ανάλυση διαφθείρονται κι αυτοί από τους εγκληματίες αυτού του είδους.
Υπήρξε ένας άνθρωπος με πάθος. Αλλά το πάθος δεν έβλαψε το χιούμορ του, την ευρύτητα των απόψεών του και τη συνεχή εξεταστική ματιά του απέναντι στη ζωή. Η ευθύτητα κι η ετοιμότητα του νου, το καλωσόρισμα νέων ιδεών, η αγάπη του για τα όμορφα πράγματα, η ικανότητα να εκτιμήσει και να δει με θετικό τρόπο ακόμα κι αυτές τις δυνάμεις που στρέφονταν εναντίον του, είναι χαρακτηριστικά όχι ενός απλού δραματουργού, αλλά ενός φιλόσοφου της εποχής του, ενός δημιουργού ικανού ακόμα και σήμερα να μας διδάξει πολλά.

Έγραψε πάνω από 60 θεατρικά έργα και γενικά η θητεία του μυθιστοριογράφου, κριτικού λογοτεχνίας, δοκιμιογράφου και δημοσιογράφου, ήταν πραγματικά αξιόλογη και μοναδική.

Έμεινε γνωστός για τις ρήσεις του. Ας δούμε μερικές:

Το να μπορείς να αντέχεις τη μοναξιά και, επιπλέον, να την απολαμβάνεις, είναι μεγάλο προσόν.
Η τιμωρία του ψεύτη δεν είναι ότι δεν τον πιστεύουν, αλλά ότι αυτός δεν μπορεί να πιστέψει κανέναν.
Οι άνθρωποι που πάνε μπροστά σ’ αυτόν τον κόσμο, είναι αυτοί που σηκώνονται, αναζητούν τις συνθήκες που θέλουν, κι αν δεν τις βρουν, τις διαμορφώνουν μόνοι τους.
Το γεγονός ότι ένας πιστός είναι πιο ευτυχισμένος από έναν άθεο, δεν είναι πιο αξιόπιστο από το γεγονός ότι ένας μεθυσμένος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν ξεμέθυστο.
Ελευθερία σημαίνει υπευθυνότητα. Γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι τη φοβούνται
Πατριωτισμός είναι η πεποίθηση πως αυτή η χώρα είναι ανώτερη απ’ όλες τις άλλες, επειδή γεννήθηκες εσύ σ’ αυτή.
Λογικοί είναι αυτοί που προσπαθούν να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στον κόσμο. Παράλογοι, αυτοί που προσπαθούν να προσαρμόσουν τον κόσμο στον εαυτό τους. Γι’ αυτό, το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από τους παράλογους.
Όταν ένας άντρας σκοτώνει μια τίγρη, λέμε ότι κάνει σπορ. Όταν μια τίγρης σκοτώσει έναν άντρα, το λέμε αγριότητα.
Διαθέτω το δώρο της παρατηρητικότητας που ονομάζεται κυνισμός από κάποιους που το στερούνται.
Υπάρχουν δύο τραγωδίες στη ζωή: Η μία είναι η αποτυχία στην εκπλήρωση των επιθυμιών μας, η άλλη είναι η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών μας.


Πέμπτη 14 Μαΐου 2020


ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΣΩ (1856-1950)
Μέρος Γ΄
Της Dimitra Papanstasopoulou




Ο 20ός αιώνας που μέλλει να φέρει παγκόσμια επιτυχία και αναγνώρηση στον Τ.Μ. Σω ξεκινά. Μόλις το 1904 ο Χάρλεϊ Γκράνβιλ Μπάρκερ (ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας), ανέλαβε τη διεύθυνση του Court Theater  και ίδρυσε μια νέα πειραματική σκηνή, με ειδίκευση στο νέο και προοδευτικό δράμα. Επί τρεις σεζόν παίζονταν έργα του Σω, με προσωπική του σκηνοθεσία, αν και επίσημα εμφανιζόταν το όνομα του Μπάρκερ. Και στα επόμενα δέκα χρόνια, όλα τα έργα του Σω παιζόντουσαν σε ολόκληρη την Αγγλία, κάνοντάς τον πλούσιο.
Παρά την δημοσιότητα και το χρήμα, ο Σω παρέμεινε ενεργός στη Φαβιανή Εταιρία, δημοτικός επίτροπος στο Λονδίνο και μέλος σε διάφορες επιτροπές με σκοπό να σταματήσει η θεατρική λογοκρισία.
Ο ερχομός του Α΄Π.Π. άλλαξε άρδην τη ζωή του. Για εκείνον αντιπροσώπευες την χρεωκοπία του καπιταλιστικού συστήματος, τις τελευταίες προσπάθειες επιβίωσης των αυτοκρατοριών του προηγούμενου αιώνα, με αποτέλεσμα την απώλεια ζωών, κυρίως νέων ατόμων. Μια σειρά άρθρων με τίτλο «Κοινή Λογική γύρω από τον Πόλεμο», ήταν εκφραστές αυτών των απόψεων. Τις πλήρωσε πανάκριβα. Ο αντίκτυπος ήταν καταστροφικός για τη δημόσια εικόνα του, τον μετέτρεψαν σε παρία, ενώ συζητήθηκε και το ενδεχόμενο να δικαστεί για προδοσία.
Ο ψυχικός του κόσμος κατέρρευσε, δεν ήταν ικανός να γράψει, πικράθηκε για τη στάση των πολιτικών και της κοινωνίας. Ένα μόνο έργο-καθρέφτης αυτών των συναισθημάτων έγραψε, το Heartbreak House, στο οποίο αποκάλυψε όλα τα παραπάνω.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, η δημόσια εικόνα του βελτιώθηκε, η δημιουργικότητα του Σω επανήλθε δριμεία με έργα αξιώσεων, ανάμεσα στα οποία υπερέχει το «Αγία Ιωάννα»(1923), το κορυφαίο για πολλούς δημιούργημά του.
Το έγραψε επηρεασμένος από τον Ίψεν και τον Βάγκνερ. Όπως και σε όλα τα δημιουργήματά του, διακρίνει κανείς τις απόψεις του για τη ζωή, τον κόσμο, την εκπαίδευση, τις σχέσεις των δύο φίλων και, βέβαια, την έντονη κριτική του για την αστική κοινωνία της εποχής.
Το 1925 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το δέχθηκε επειδή η σύζυγός του είπε πως θα ήταν μεγάλη τιμή για την Ιρλανδία. Ωστόσο, δώρισε το χρηματικό έπαθλο στον Αύγουστο Στρίντμπεργκ, για να εκδόσει στα αγγλικά ένα έργο του.
Το 1938 κέρδισε το Όσκαρ για τη συμμετοχή του στο έργο «Πυγμαλίων». (Είναι ο μοναδικός λογοτέχνης που είναι κάτοχος και των δύο αυτών μεγάλων βραβείων).

Στο υπόλοιπο της μακράς ζωής του ταξίδεψε στον κόσμο και ασχολήθηκε με τοπικά και διεθνή προβλήματα. Επισκέφθηκε την Σοβιετική Ένωση (σημ. Ρωσία) με πρόσκληση του Στάλιν και τις ΗΠΑ με πρόσκληση του Γουίλλιαμ Χέρστ.
Χαρακτηρίζεται ως παράλογος, αντιδραστικός, αλλόκοτος και κυνικός. Ο ίδιος είπε: « Ο λογικός άνθρωπος προσαρμόζεται στον κόσμο που ζει. Ο παράλογος επιμένει να προσπαθεί να προαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Γι’ αυτό, η πρόοδος εξαρτάται από τους παράλογους».

Υπήρξε χορτοφάγος για περίπου εξήντα έξι χρόνια, παρέμεινε ενεργός και παραγωγικός νοητικά ως το τέλος της ζωής του, καισε καλή φυσική κατάσταση.
Πέθανε στις 2 Νοεμβρίου 1950, μετά από πτώση από σκάλα στον κήπο του σπιτιού του λίγες μόνο ημέρες νωρίτερα.
Η τέφρα του σκορπίστηκε στα μικρά μονοπάτια γύρω από το άγαλμα του Αγίου Ιωάννη, μέσα στον κήπο του σπτιού του.


  


Τετάρτη 22 Απριλίου 2020


ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΝΑΝΤ ΣΩ (1856-1950)
Μέρος Β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Μετά το Πασχαλινό διάλειμμα, συνεχίζω το αφιέρωμα στον μεγάλο δραματουργό.
Ξεκινώντας να εργάζεται ως δημοσιογράφος(1876), ασχολήθηκε συγχρόνως με μεταφράσεις και επιμέλειες έργων γνωστών συγγραφέων και αργότερα έγραψε κριτικές θεατρικών έργων, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Como di Bassetto, ενώ αργότερα (μετά το 1895) υπέγραφε με τα διάσημα αρχικά του: GBS
Το πρώτο δικό του πεζογράφημα είχε τίτλο «Ανωριμότητα» (Immaturity). Ακολούθησαν «ο παράλογος κόμπος»(The irrational knot), «η αγάπη μεταξύ των καλλιτεχνών»(Love amongst artist), «το επάγγελμα του Κάσελ Μπάιρον»(Cashel Byrons Profession), όλα τους ενδεικτικά της προσχώρησης του στις ιδέες του σοσιαλισμού, έστω και ασυνείδητα. Στο πέμπτο έργο του «Ένας ακοινώνητος σοσιαλιστής» (An Unsocial Socialist) είναι ολοφάνερη η νέ δημιουργική του μεθοδος.
Η περίοδος ανάμεσα στα 1876 και στα 1885 είναι σκληρότατη για τον Μπέρναρντ. Δεν έχει τα μέσα να φροντίσει τη σύζυγο και τα παιδιά του, αλλά επιμένει στον στόχο του- το γράψιμο. Δεν κερδίζει ούτε μια πένα, είναι θλιμμένος, αλλά και θαρραλέος. Αρχίζει να γίνεται εκκεντρικός σε όλες του τις εκδηλώσεις, με αποτέλεσμα αρκετοί να τον χαρακτηρίζουν παράξενο αν όχι και τρελό.
«Προσπάθησα να ζήσω σύμφωνα με τις οδηγίες ενός βιβλίου-φυλλαδίου με τίτλο πώς να ζείτε με έξι πέννες την ημέρα. Ακολούθησα τις υποδείξεις του και ομολογώ πως κατάφερα με το στρογγυλό αυτό ποσό να ζήσω μία μόνο ημέρα, αλλά μόνο μία», θα  πει αργότερα.
Από τι 1881 γίνεται χορτοφάγος, αρχικά για να καταπολεμήσει τις ημικρανίες του, και στη συνέχεια με φανατισμό, για τρεις λόγους: Για την αγάπη προς τα ζώα, επειδή πίστευε ότι η ανάγκη της κρεατοφαγίας υποδουλώνει τον άνθρωπο και επειδή ήταν προληπτικός για ό,τι αφορούσε την υγεία.
«Σώστε τη ζωή σας και πάψτε να τρώτε κρέας. Σκεφτείτε πως ο Ταύρος, που είναι το δυνατότερο ζώο, είναι χορτοφάγος. Νομίζω ότι αυτό είναι ακαταμάχητο επιχείρημα για τους χορτοφάγους», έγραφε.
Ο κόσμος θεωρούσε ότι η προσωπικότητά του επηρεαζόταν από την χοετοφαγία, ότι αποκτούσε διαύγεια πνεύματος και ακμαιότητα, αλλά εκείνος απαντούσε «στον κόσμο υπάρχουν εκατομμύρια χορτοφάγοι, αλλά ένας Μπέρναρντ Σω».

Το 1882 αρχίζει η ενασχόλησή του με την πολιτική. Συχνάζει σε μέρη όπου μαζεύονται και μιλούν οι σοσιαλιστές κι αυτό τον βοηθά να ξεπεράσει το τρακ που του προκαλεί η σκηνή, και κυριότατα το τραύλισμά του. Αναπτύσσει ένα επιθετικό στυλ ομιλίας που γίνεται φανερό και στα γραπτά του. Είναι ο καιρός που διαβάζει «Το κεφάλαιο» του Μάρξ και επηρεάζεται βαθιά, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει να κάνει κριτική, πιστεύοντας ότι το προλεταριάτο εκφράζεται κυρίως μέσα από μια συντηρητική πολιτική που σηκώνει τη σημαία της επανάστασης, αντίθετα με τη μεσαία και ανώτερη τάξη στην οποία ανήκε ο Μάρξ, ο ίδιος και πολλοί ομοϊδεάτες του.
«Μεγάλωνε μέσα μου η απόφαση ν’ αγωνιστώ με όλα μου τα μέσα για την καταπολέμηση της δυστυχίας, για την ανακούφιση της τάξεως των φτωχών και πασχόντων» έλεγε.
Δύο χρόνια αργότερα ιδρύει την Φαβιανή Εταιρία μαζί με τον Σίντνεη Γουέμπ, μια κίνησης διανιούμενων για την έρευνα, την αναζήτηση και την έκδοση των σοσιαλιστικών ιδεών. Το όνομα το εμπνεύσθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Κουίντο Φάβιο Μάξιμο, γνωστόν στην ιστορία ως «Αναβάλλων» (Cunctator),επιλέγοντας μια τακτική φθοράς από μια στάση αντιπαράθεσης εναντίον του Αννίβα. Έτσι, αφιερώθηκε στον αγώνα της μεταμόρφωσης της Βρετανίας σε σοσιαλιστικό κράτος, όχι μέσω επανάστασης, αλλά μέσω συστηματικής προόδου και νομοθεσίας που εγκαθιδρύεται με την πειθώ και τη συστηματική εκπαίδευση. Αξίωμα της Φαβιανής Εταιρίας ήταν η «αναπόφευκτη βαθμιαία επίλυση».
Πίστευε ότι η ατομική διαμόρφωση και ανάπτυξη είναι ο μόνος τρόπος απελευθέρωσης από την καταπίεση και επιτυγχάνεται με την εκπαίδευση και την καλλιέργεια της ελεύθερης διάκρισης και σκέψης.
Η Φαβιανή Εταιρία αργότερα θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου και του Εργατικού Κόμματος.

Το 1891 γράφει το πρώτο θεατρικό έργο με τίτλο «Widower’s House” μετά από πρόσκληση του Τζ.Τ. Γκρέην, ενός εμπόρου, κριτικού θεάρου και σκηνοθέτη της προοδευτικής θεατρικής ομάδας «Ανεξάρτητο Θέατρο». Τα επόμενα δώδεκα χρόνια θα γράψει άλλα δώδεκα θεατρικά, αν και δεν θα πείσει κανέναν θεατρικό επιχειρηματία να τα ανεβάσει.
Αυτά τα θεατρικά περιέχουν αυτό που θα γινόταν αργότερα το πνεύμα της υπογραφής του, ήταν έργα που δεν θα ήταν εκείνα για τα οποία θα γινόταν διάσημος, αλλά ήταν εκείνα που έθεσαν τα θεμέλια για την καταπληκτική καριέρα του.
Το 1898 γράφει το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», την αρχή της σειράς των διάσημων έργων του. Αρρωσταίνει την ίδια χρονιά βαριά, παραιτείται από κριτικός θεάτρου και μετακομίζει στο σπίτι της μητέρας του. Τότε θα παντρευτεί την Σαρλότ Πέην-Τάουνσεντ, μια Ιρλανδή με ανεξάρτητο χαρακτήρα, και θα εγκατασταθούν σ’ ένα μικρό χωριό του Χέρτφορντσάϊρ, στην οδό Άγιοτ Σαιντ Λόρενς  (σήμερα ονομάζεται Shaws Corner).
Ο εικοστός αιώνας που θα τον ανεβάσει στις απρόσιτες κορυφές έρχεται.




Δευτέρα 6 Απριλίου 2020


ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΣΩ (1856-1950)
Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou






Εβδομήντα χρόνια μας λείπει το οξύ ιρλανδικό του πνεύμα. Υπήρξε κριτικός, δραματουργός και θεατρικός συγγραφέας, τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1925. Το επετειακό αυτό αφιέρωμα είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής στο έργο του.

«Δεν ξέρω αν γεννήθηκα τρελός ή ελαφρόμυαλος, η αλήθεια είναι ότι η βασιλεία μου, δεν ήταν του κόσμου τούτου. Ένοιωθα απόλυτα κύριος και αυτεξούσιος μόνο στο βασίλειο της φαντασίας μου και μόνο κοντά στους μεγάλους νεκρούς γνώρισα αληθινή φιλική ατμόσφαιρα» είπε κάποτε αυτοχαρακτηριζόμενος.
Γεννήθηκε στο Δουβλίνο από τους προτεστάντες μικροαστούς Τζώρτζ Καρρ Σω, έναν αποτυχημένο έμπορο και αλκοολικό, και Λουσίντα Ελισσάβετ(Μπέσσυ) Γκάρλυ, τραγουδίστρια και δασκάλα φωνητικής.
Ο πατέρας του χαρακτηριζόταν από πηγαίο χιούμορ, κάτι που τον βοηθούσε στις πολλές αντιξοότητες της ζωής του. Όταν η μικρή του επιχείρηση σιτηρών χρεωκόπησε, ο Καρρ βρήκε την ευκαιρία να γελάσει με την καταστροφή, λες και είχε συμβεί κάτι άξιο να διασκεδάσει κανείς. Γενικώς αντιμετώπιζε τα πάντα με σατυρικό τρόπο, ακόμη και τα πλέον σοβαρά. Ίσως, λοιπόν, η κληρονομικότητα προίκισε τον δραματογράφο μας με το ιδιαίτερα οξύ και σαρκαστικό πνεύμα του...
Η μητέρα του πάντα τον αγνοούσε, αφήνοντας για πάντα μια βαθιά πληγή στην καρδιά του. Οι ασχολίες της στον κόσμο της μουσικής, ωστόσο, τον βοήθησαν πολύ, αφού η μουσική έγινε το καταφύγιό του. Από τότε που ήρθε στον κόσμο, η μητέρα του είχε σχέσεις με έναν διάσημο καθηγητή μουσικής, τον Τζωρτζ Τζων Λη, τόσο στενές, ώστε ο μικρός Μπέρναρντ πίστευε ότι εκείνος ήταν ο βιολογικός του πατέρας.
Ο Μπέρναρντ αντιλήφθηκε γρήγορα τα πλεονεκτήματα της μοναξιάς και τα χρησιμοποίησε για την διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Η περιορισμένη ζωή, τα οικογενειακά προβλήματα και η παντελής έλλειψη ψυχαγωγίας, αντί να τον πτοήσουν, τον χαλύβδωναν. Η αντιμετώπιση των δυσκολιών με τον τρόπο του πατέρα του έγινε οδηγός, μαθαίνοντας ότι είναι δυνατό να βρει κανείς μια κωμική ή θετική πλευρά ακόμη και σε ένα τραγικό γεγονός και να κρατηθεί μακριά από το βάρος της απογοήτευσης.
Κάτω από αυτό το πρίσμα θα δει αργότερα τους ήρωες των αρχαίων Ελλήνων τραγικών και εκείνους του Σαίξπηρ, και θα αποφύγει το τραγικό βάρος στα δικά του πονήματα.
Ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές) και η αρχική του εκπαίδευση δόθηκε από τον θείο του. Με την καθοδήγηση της μητέρας του διερεύνησε τους κόσμους της μουσικής, της τέχνης και της λογοτεχνίας.
Ήταν πέντε εντών όταν διάβασε την πρώτη του εφημερίδα και ήρθε σε επαφή με τον κόσμο πέραν της οικογένειας. Συνήθιζε να πηγαίνει στην εκκλησία και να παρακολουθεί τα Κυριακάτικα μαθήματα, αλλά γρήγορα το σταμάτησε. Αργότερα θα έγραφε:
«Αν οι εκκλησίες ήθελαν να εκτελούν το προορισμό τους, έπρεπε χωρίς άλλο να μετατραπούν αυτόματα σε κέντρα ψυχαγωγίας των εργαζομένων, που θα προσέφεραν σε κατάλληλες ώρες μουσική, κλασσική ή χορευτική, θα οργάνωναν ακόμα και θεατρικές παραστάσεις και θα είχαν και ευχάριστα παιχνίδια από αυτά που αγαπούν οι νέοι τις ώρες της σχόλης τους. Τώρα, ίσως ο επίσκοπος του Λονδίνου με αφορίσει, είμαι όμως βέβαιος πως αν εφαρμοζόταν το σύστημα που προτείνω, ο μισθός του θα ήταν πάλι ο ίδιος, όπως και τώρα. Δεν θα είχε λοιπόν να πάθει καμία ζημιά».

Στα 1862, οι γονείς του αποφάσισαν να μείνουν σ’ ένα σπίτι μαζί με τον Λή και να μοιράζονται συγχρόνως κι ένα εξοχικό στο Κίλινευ Μπέη. Στο εξοχικό ο μικρός και ευαίσθητος Μπέρναρντ αισθανόταν ευτυχισμένος. Οι μαθητές του Λη τού έδιναν πολύ συχνά βιβλία, τα οποία κυριολεκτικά ρουφούσε.
Τον Ιούνιο του 1873 ο Λη έφυγε για το Λονδίνο και δεν επέστρεψε στο Δουβλίνο ποτέ. Λίγο αργότερα τον ακολούθησε η μητέρα, παίρνοντας μαζί της τις δύο αδελφές του, αφήνοντας τον μοναχογιό της με τον πατέρα του. Το σπίτι μένει σιωπηλό και καταθλιπτικό. Ο Μπέρναρντ αρχίζει να μαθαίνει να παίζει πιάνο μόνος του, αναζητώντας τους αγαπημένους του ήχους.
Τέλειωσε το σχολείο στο Δουβλίνο, καθ’ όλα δυστυχής, πήγε για ένα μικρό διάστημα στο Wesleyan Connexional School που ανήκε στη Methodist New Connexion, μετά σ' ένα ιδιωτικό κοντά στο Dalkey, για να μεταφερθεί κατόπιν στο Dublin's Central Model School και να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Dublin English Scientific & Commercial Day School.
Τα σχολεία, ο τρόπος εκμάθησης και οι καθηγητές τον πίκραναν πολλές φορές, όπως φαίνεται από τα λόγια του: «τα σχολεία δεν είναι οίκοι μόρφωσης τόσο, όσο φυλακές με κλειδοκράτορες τους δασκάλους, αλλά και τους ίδιους τους γονείς, με σκοπό να φυλάξουν εκεί τα βλαστάρια τους».

Τέσσερα χρόνια αργότερα ένα θλιβερό καθήκον τον στέλνει στο Λονδίνο.Έχει μόλις μάθει ότι η αδελφή του Αγνή πέθανε από φυματίωση και ταξιδεύει για να παραστεί στην κηδεία της. Τα επόμενα είκοσι εννέα χρόνια δεν θα πατήσει το πόδι του στην Ιρλανδία.
Μένει στο σπίτι της μητέρας του στο Νότιο Κένσιγκτον και ξεκινά να εργάζεται ως δημοσιογράφος, ενώ ξοδεύει ατελείωτες ώρες στο αναγνωστήριο του βρετανικού μουσείου(προάγγελο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης) και σε άλλες βιβλιοθήκες. Διαβάζει μανιωδώς. Αργότερα (1879-80) θα εργασθεί στην Τηλεφωνική Εταιρία Έντισον.
Στα 1881 αποφασίζει να αφήσει μια μκρή γενειάδα για να κρύψει ένα σημάδι από ευλογιά. Και αρχίζει να γράφει, ανακαλύπτοντας τον προορισμό του.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΖΩΗ
(απόσπασμα από το τελευταίο μέρος του ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ)
Της Dimitra Papanastasopoulou




Επιλέγω αυτό το κείμενο, σαν το τελευταίο για το αφιέρωμα στον Ίωνα Δραγούμη. 
Μια λυρικότατη γραφή, απόλυτα ποιητική, δείχνει πώς ο πόνος της απώλειας ενός αγαπημένου ανθρώπου μπορεί να μετουσιωθεί σε λογοτεχνικό μεγαλείο.

  

   Όλη τη ζωή του πάλευαν μέσα του ο κόσμος ο μέτριος και οι πόθοι οι δικοί του και ο πόλεμος αυτός τού έφερνε βαριά στενοχώρια. Ποτέ δεν μπόρεσε να τού φανή αρκετή η γύρω μετριότητα και, είτε ξέροντάς το είτε μή, γύρευε πάντα κάτι περισσότερο ή κάτι άλλο. Νίκησε τέλος η ψυχή του, μα τού πήρε, προτού γεράσεη, τη ζωή. Με το θάνατό του νίκησε τη μετριότητα.
   Ο θάνατός του είνε ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο θάνατός του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τους μαργωμένους, δυναμόνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου, ο θάνατος του Αντρείου.
   Στα βουνά όμως της Μακεδονία βρέθηκε μόνος, αβοήθητος. Και σηκώθηκε τότε, για την αγάπη της πατρίδας, που μόνη του απόμενε και τον εβαστούσε ακομη, πόλεμος άγριος μέσα του, και οι μέρες περνούσαν άγλυκες και το έμορφο στόμα του έδειχνε την πίκρα που κατέβαζε στα σωθικά του. Τόση ήταν η κούρασή του κάποτε, που τα φαρμάκια που πότιζε την ψυχή του, γίνουνταν δαίμονες μιας ανίκητης αηδίας. Και πρόβαινε ίσιος, αλύγιστος στο δρόμο που ήταν ο δυσκολώτερος της ζωής του. Η ερημία του είχε γίνη λάβρα και τον έκαιε, και η ορφάνια του, πληγή και τον εσπάραζε∙ και όταν τον έπνιξε ο πόνος, έκλαιε μυστικά σε βάθη άγνωστα η ψυχή του. Ν’ ακουμπήση; Πού ν’ακουμπήση; Πού να πλαγιάση να κοιμηθή παντοτεινά; Μακρειά, σε κόσμον άλο, πολύ μακρειά, σε κόσμο περασμένο και αγύριστον, είνε μια φωλιά ζεστή και ήσυχη και γνώριμη, και στη φωτιά κοντά, τα μόνα που στη γη απόμειναν πολύτιμα. Ω τον πόνον, ώ!
   Παντέρημη η ψυχή του βογγούσε μέσα και μέσα στα σκοτάδια της βουτηγμένη.
   Άλλοτε όμως ο πόνος ήταν τόσο βάρβαρος, τόσο αφύσικος που γίνουνταν η ψυχή του σιδερένια και απέραντη απονιά- γεφύρι που τού φανέρονε το δρόμο τον αγύριστο τού θανάτου. Και αυτός ο δρόμος τότε τού φαίνονταν ανούσιος.
   Τρεις μήνες πάλεψε με την ψυχή του το Παλληκάρι- άγριο πάλεμα- και δεν μπόρεσε να βαστάξη περισσότερο∙ τέλος η αγωνία πέρασε, αλλά μαζύ της έφυγε και η πνοή.
   Την ώρα την ύστατη, που ήρθαν οι Τούρκοι, βράδυ κ’ έζωσαν το χωριό, άναψε η ψυχή του και δε βάσταξε, μόνο χύθηκε κατεπάνω τους και σαν τον πλήγωσαν τα γλυκά βόλια που τα πρόσμενε, κατακάηκε η ορφανεμένη του ψυχή, και έσβυσε στον πόνο το φυσικό μέσα και μέσα βουτηγμένη.
   Ω φριχτή, φριχτή και άφραστη μονομαχία του Παλληκαριού με την ψυχή του! Ω τρίσβαθη μυριόπικρη αγωνία! Ω κατάψυχρη θανατερή ορφάνια! Την κεφαλή γυρίζω, τα μάτια κλείνω, να μη βλέπω. Και τώρα που τον πήρε ο Θάνατος, από τον πόνο μου τα δόντια σφίγγω, να μην τρέμω.
   Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκειά, πενταπάρθενη, που ερωτεύθηκες τον Θάνατο, δίδαξέ μας, ω, μάθε μας να μην πονή και να μην καίη το αντίκρυσμα της αγωνίας του, ψυχή ωραία πενταπάρθενη.
   Νύχτα καλή, Νύχτα μεγάλη, που χαϊδεύεις βάνοντας βάλσαμο στις πληγές, πώς αγγίζεις απαλά, Νύχτα λεπτή και δροσερή, γλυκειά και μεγάλη. Τ’ άστρα σου, διαμάντια πύρινα σκορπισμένα σαν επάνω σε βελούδο φεγγερό, κυττάζουν ήσυχα και όμως δυνατά, άλλα πράσινα, άλλα κίτρινα και άλλα άσπτα.
   Νύχτα βαθειά, η μόνη γλυκειά σήμερα, η μόνη καλή, ξεκουράζεις και ξετεντόνεις και ζωντανεύεις και παίρνεις τη θέρμη την ανυπόφορη και ξεφορτόνεις από αβάρη, ξελευθερόνεις. Σκορπίζεις τη θέρμη που βαστά τον άνθρωπο∙ μόλις πρωτοπάτησε τα μονοπάτια σου, τον άγγιξαν τα σκοτεινά σου χάδια και ανάσανε.
   Είνε πάλι ελεύθερος ο άνθρωπος, ο κόσμος του δεν είνε πια σκοταδιασμένος ή ξερός και άδειος, αλλά πλούσιος και γεμάτος και ζουμερός, ατελείωτος, απέραντος, αθάνατος κι αιώνιος, και τα βάσανα τα ανθρώπινα μικραίνουν, μικραίνουν τόσο που κατεβαίνουν στην αληθινή τους θέση ανάμεσα στα πράγματα του κόσμου. Σύ είσαι η μόνη αληθινή, σύ είσαι η μόνη.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020


ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ
(ΙΔΑΣ- ΙΩΝ ΔΡΓΟΥΜΗΣ 1907)

Οδεύοντας προς το τέλος του αφιερώματος για τον Ίωνα Δραγούμη, παραθέτω τον Πρόλογο του έργου του Μαρτύρων και ηρώων αίμα.
Απολαύστε το!





   Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Σιάτιστα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904.
   Και οι Έλληνες ξύπνησαν.
   Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είνε τυφλοί οι άνθρωποι∙ και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είνε και μικροί. Σπίθες κοντές είνε οι στιγμές που ξυπνούν και νοιώθουν τη μετριότητα που βαρύνει επάνω τους. Σπίθα είνε όταν λέγουν
   -Ω, τι ανυπόφορη που είνε η μετριότητά μου!
   Τέτοια μια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχαστούν πόσο μεγαλήτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είνε ο Παύλος Μελάς για να καταφέρη να τους ανάψη. Και με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους κάπως ξιπασμένοι(= έκπληκτοι)  και είπαν μέσα τους γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν
   -Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς και σκοτώθηκε γι’ αυτή!
   Και άλλοι εσυμπέραναν
   -Ώστε βρίσκονται ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στο στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν Ζήτω το Έθνος!
   Άντρες, γυναίκες και παιδιά, γέροντες και νέοι, γνωστοί και άγνωστοι, συνταράχθηκαν έξαφνα μια στιγμή, και άνατρίχιασαν. Και έκλαψαν γυναίκες και κορίτσια, γέροντες δάκρυσαν, άντρες κουνήθηκαν, και τα παιδιά τα Ελληνόπουλα του κόσμου όλου άναψαν. Μιαν άφραστη λαχτάρα τούς συνεπήρε όλους, και όλοι έγιναν μιαν ώρα ποιητές και πόθησαν να τραγουδήσουν. Και ο πόθος τους ήταν φλόγα για κάποιο μεγαλείο. Η σπίθα όμως των περισσοτέρων αποκάηκε, έσβυσε, γίνηκε στάχτη.
   Ακούστε Ελληνόπουλα! Τις αμαρτίες των γερόντων μας και τις δικές μας αμαρτίες τις φορτώθηκε ο Παύλος Μελάς και παθαίνουνταν και υπόφερνε γι’ αυτές, ενώ δεν ήταν άξιος για τέτοια τιμωρία. Οι λίγοι και οι μετρημένοι παθαίνονται για τις αμαρτίες των πολλών, παλιές και νέες και τις φορτόνονται όλες γιατί δε φοβούνται ξένα βάρη, δε φοβούνται καμμιάν ευθύνη, και αντί να κοιμούνται, κουνιούνται και τολμούν. Άμα νοιώσουν, πεισθουν και πιστέψουν πώς πρέπει να γίνη κάτι, το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, γιατί θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να το κάμουν και ποτέ δεν περιμένουν πρωτοβουλία από τους άλλους. Και αφού αποφασίσουν και το αναλάβουν, δε θα σταματήσουν πια ως το θάνατο. Στιγμές ολιγοψυχίας θα νοιώσουν ίσως και κούραση και λύπη και αηδία, αλλά επειδή προβλέπουν πως το έργο τους μπορεί και τη ζωή τους να πάρη, δυσκολίες δε βλέπουν, εμπόδια δε γνωρίζουν και τίποτα δε θα τους σταματήση. Και αν στο δρόμο τους τύχουν εμπόδια τέτοια που ζητούν τη ζωή του ανθρώπου, θα δώσουν τη ζωή τους.
   Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω- αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια ας είνε και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού- μη λησμονήτε ποτέ το θάνατο του Παλληκαριού, αλλά προ πάντων μη λησμονήτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονήτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπόφερε, ούτε την πανώρια χώρα όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες.
   Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώση. Θα μας σώση από τη βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώση από τη μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώση από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώση. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε!
   Φαντάζομαι φυτρόνοντας νέα γενεά Ελλήνων- τη γενεά σας Ελληνόπουλα, αν θέλετε- μεγαλωμένη στα αίματα, θρεμένη με πολέμους, μθυσμένη από κινδύνους, γενεά ζωντανών, γενεά τολμηρών, γενεά ατρόμητων, χυμίζοντας κατά το φως ενός γλυτωμού.