The world I love:my novels, my favorite themes

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020


ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΕΡΝΑΡΝΤ ΣΩ (1856-1950)
Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou






Εβδομήντα χρόνια μας λείπει το οξύ ιρλανδικό του πνεύμα. Υπήρξε κριτικός, δραματουργός και θεατρικός συγγραφέας, τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1925. Το επετειακό αυτό αφιέρωμα είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής στο έργο του.

«Δεν ξέρω αν γεννήθηκα τρελός ή ελαφρόμυαλος, η αλήθεια είναι ότι η βασιλεία μου, δεν ήταν του κόσμου τούτου. Ένοιωθα απόλυτα κύριος και αυτεξούσιος μόνο στο βασίλειο της φαντασίας μου και μόνο κοντά στους μεγάλους νεκρούς γνώρισα αληθινή φιλική ατμόσφαιρα» είπε κάποτε αυτοχαρακτηριζόμενος.
Γεννήθηκε στο Δουβλίνο από τους προτεστάντες μικροαστούς Τζώρτζ Καρρ Σω, έναν αποτυχημένο έμπορο και αλκοολικό, και Λουσίντα Ελισσάβετ(Μπέσσυ) Γκάρλυ, τραγουδίστρια και δασκάλα φωνητικής.
Ο πατέρας του χαρακτηριζόταν από πηγαίο χιούμορ, κάτι που τον βοηθούσε στις πολλές αντιξοότητες της ζωής του. Όταν η μικρή του επιχείρηση σιτηρών χρεωκόπησε, ο Καρρ βρήκε την ευκαιρία να γελάσει με την καταστροφή, λες και είχε συμβεί κάτι άξιο να διασκεδάσει κανείς. Γενικώς αντιμετώπιζε τα πάντα με σατυρικό τρόπο, ακόμη και τα πλέον σοβαρά. Ίσως, λοιπόν, η κληρονομικότητα προίκισε τον δραματογράφο μας με το ιδιαίτερα οξύ και σαρκαστικό πνεύμα του...
Η μητέρα του πάντα τον αγνοούσε, αφήνοντας για πάντα μια βαθιά πληγή στην καρδιά του. Οι ασχολίες της στον κόσμο της μουσικής, ωστόσο, τον βοήθησαν πολύ, αφού η μουσική έγινε το καταφύγιό του. Από τότε που ήρθε στον κόσμο, η μητέρα του είχε σχέσεις με έναν διάσημο καθηγητή μουσικής, τον Τζωρτζ Τζων Λη, τόσο στενές, ώστε ο μικρός Μπέρναρντ πίστευε ότι εκείνος ήταν ο βιολογικός του πατέρας.
Ο Μπέρναρντ αντιλήφθηκε γρήγορα τα πλεονεκτήματα της μοναξιάς και τα χρησιμοποίησε για την διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Η περιορισμένη ζωή, τα οικογενειακά προβλήματα και η παντελής έλλειψη ψυχαγωγίας, αντί να τον πτοήσουν, τον χαλύβδωναν. Η αντιμετώπιση των δυσκολιών με τον τρόπο του πατέρα του έγινε οδηγός, μαθαίνοντας ότι είναι δυνατό να βρει κανείς μια κωμική ή θετική πλευρά ακόμη και σε ένα τραγικό γεγονός και να κρατηθεί μακριά από το βάρος της απογοήτευσης.
Κάτω από αυτό το πρίσμα θα δει αργότερα τους ήρωες των αρχαίων Ελλήνων τραγικών και εκείνους του Σαίξπηρ, και θα αποφύγει το τραγικό βάρος στα δικά του πονήματα.
Ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές) και η αρχική του εκπαίδευση δόθηκε από τον θείο του. Με την καθοδήγηση της μητέρας του διερεύνησε τους κόσμους της μουσικής, της τέχνης και της λογοτεχνίας.
Ήταν πέντε εντών όταν διάβασε την πρώτη του εφημερίδα και ήρθε σε επαφή με τον κόσμο πέραν της οικογένειας. Συνήθιζε να πηγαίνει στην εκκλησία και να παρακολουθεί τα Κυριακάτικα μαθήματα, αλλά γρήγορα το σταμάτησε. Αργότερα θα έγραφε:
«Αν οι εκκλησίες ήθελαν να εκτελούν το προορισμό τους, έπρεπε χωρίς άλλο να μετατραπούν αυτόματα σε κέντρα ψυχαγωγίας των εργαζομένων, που θα προσέφεραν σε κατάλληλες ώρες μουσική, κλασσική ή χορευτική, θα οργάνωναν ακόμα και θεατρικές παραστάσεις και θα είχαν και ευχάριστα παιχνίδια από αυτά που αγαπούν οι νέοι τις ώρες της σχόλης τους. Τώρα, ίσως ο επίσκοπος του Λονδίνου με αφορίσει, είμαι όμως βέβαιος πως αν εφαρμοζόταν το σύστημα που προτείνω, ο μισθός του θα ήταν πάλι ο ίδιος, όπως και τώρα. Δεν θα είχε λοιπόν να πάθει καμία ζημιά».

Στα 1862, οι γονείς του αποφάσισαν να μείνουν σ’ ένα σπίτι μαζί με τον Λή και να μοιράζονται συγχρόνως κι ένα εξοχικό στο Κίλινευ Μπέη. Στο εξοχικό ο μικρός και ευαίσθητος Μπέρναρντ αισθανόταν ευτυχισμένος. Οι μαθητές του Λη τού έδιναν πολύ συχνά βιβλία, τα οποία κυριολεκτικά ρουφούσε.
Τον Ιούνιο του 1873 ο Λη έφυγε για το Λονδίνο και δεν επέστρεψε στο Δουβλίνο ποτέ. Λίγο αργότερα τον ακολούθησε η μητέρα, παίρνοντας μαζί της τις δύο αδελφές του, αφήνοντας τον μοναχογιό της με τον πατέρα του. Το σπίτι μένει σιωπηλό και καταθλιπτικό. Ο Μπέρναρντ αρχίζει να μαθαίνει να παίζει πιάνο μόνος του, αναζητώντας τους αγαπημένους του ήχους.
Τέλειωσε το σχολείο στο Δουβλίνο, καθ’ όλα δυστυχής, πήγε για ένα μικρό διάστημα στο Wesleyan Connexional School που ανήκε στη Methodist New Connexion, μετά σ' ένα ιδιωτικό κοντά στο Dalkey, για να μεταφερθεί κατόπιν στο Dublin's Central Model School και να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Dublin English Scientific & Commercial Day School.
Τα σχολεία, ο τρόπος εκμάθησης και οι καθηγητές τον πίκραναν πολλές φορές, όπως φαίνεται από τα λόγια του: «τα σχολεία δεν είναι οίκοι μόρφωσης τόσο, όσο φυλακές με κλειδοκράτορες τους δασκάλους, αλλά και τους ίδιους τους γονείς, με σκοπό να φυλάξουν εκεί τα βλαστάρια τους».

Τέσσερα χρόνια αργότερα ένα θλιβερό καθήκον τον στέλνει στο Λονδίνο.Έχει μόλις μάθει ότι η αδελφή του Αγνή πέθανε από φυματίωση και ταξιδεύει για να παραστεί στην κηδεία της. Τα επόμενα είκοσι εννέα χρόνια δεν θα πατήσει το πόδι του στην Ιρλανδία.
Μένει στο σπίτι της μητέρας του στο Νότιο Κένσιγκτον και ξεκινά να εργάζεται ως δημοσιογράφος, ενώ ξοδεύει ατελείωτες ώρες στο αναγνωστήριο του βρετανικού μουσείου(προάγγελο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης) και σε άλλες βιβλιοθήκες. Διαβάζει μανιωδώς. Αργότερα (1879-80) θα εργασθεί στην Τηλεφωνική Εταιρία Έντισον.
Στα 1881 αποφασίζει να αφήσει μια μκρή γενειάδα για να κρύψει ένα σημάδι από ευλογιά. Και αρχίζει να γράφει, ανακαλύπτοντας τον προορισμό του.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΖΩΗ
(απόσπασμα από το τελευταίο μέρος του ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ)
Της Dimitra Papanastasopoulou




Επιλέγω αυτό το κείμενο, σαν το τελευταίο για το αφιέρωμα στον Ίωνα Δραγούμη. 
Μια λυρικότατη γραφή, απόλυτα ποιητική, δείχνει πώς ο πόνος της απώλειας ενός αγαπημένου ανθρώπου μπορεί να μετουσιωθεί σε λογοτεχνικό μεγαλείο.

  

   Όλη τη ζωή του πάλευαν μέσα του ο κόσμος ο μέτριος και οι πόθοι οι δικοί του και ο πόλεμος αυτός τού έφερνε βαριά στενοχώρια. Ποτέ δεν μπόρεσε να τού φανή αρκετή η γύρω μετριότητα και, είτε ξέροντάς το είτε μή, γύρευε πάντα κάτι περισσότερο ή κάτι άλλο. Νίκησε τέλος η ψυχή του, μα τού πήρε, προτού γεράσεη, τη ζωή. Με το θάνατό του νίκησε τη μετριότητα.
   Ο θάνατός του είνε ζωή στους κουρασμένους από τη μετριότητα του κόσμου. Ο θάνατός του ανασταίνει τους κοιμισμένους, ταράζει τους μαργωμένους, δυναμόνει τους αδύνατους, δροσίζει τους διψασμένους, ο θάνατος του Νέου, ο θάνατος του Ωραίου, ο θάνατος του Αντρείου.
   Στα βουνά όμως της Μακεδονία βρέθηκε μόνος, αβοήθητος. Και σηκώθηκε τότε, για την αγάπη της πατρίδας, που μόνη του απόμενε και τον εβαστούσε ακομη, πόλεμος άγριος μέσα του, και οι μέρες περνούσαν άγλυκες και το έμορφο στόμα του έδειχνε την πίκρα που κατέβαζε στα σωθικά του. Τόση ήταν η κούρασή του κάποτε, που τα φαρμάκια που πότιζε την ψυχή του, γίνουνταν δαίμονες μιας ανίκητης αηδίας. Και πρόβαινε ίσιος, αλύγιστος στο δρόμο που ήταν ο δυσκολώτερος της ζωής του. Η ερημία του είχε γίνη λάβρα και τον έκαιε, και η ορφάνια του, πληγή και τον εσπάραζε∙ και όταν τον έπνιξε ο πόνος, έκλαιε μυστικά σε βάθη άγνωστα η ψυχή του. Ν’ ακουμπήση; Πού ν’ακουμπήση; Πού να πλαγιάση να κοιμηθή παντοτεινά; Μακρειά, σε κόσμον άλο, πολύ μακρειά, σε κόσμο περασμένο και αγύριστον, είνε μια φωλιά ζεστή και ήσυχη και γνώριμη, και στη φωτιά κοντά, τα μόνα που στη γη απόμειναν πολύτιμα. Ω τον πόνον, ώ!
   Παντέρημη η ψυχή του βογγούσε μέσα και μέσα στα σκοτάδια της βουτηγμένη.
   Άλλοτε όμως ο πόνος ήταν τόσο βάρβαρος, τόσο αφύσικος που γίνουνταν η ψυχή του σιδερένια και απέραντη απονιά- γεφύρι που τού φανέρονε το δρόμο τον αγύριστο τού θανάτου. Και αυτός ο δρόμος τότε τού φαίνονταν ανούσιος.
   Τρεις μήνες πάλεψε με την ψυχή του το Παλληκάρι- άγριο πάλεμα- και δεν μπόρεσε να βαστάξη περισσότερο∙ τέλος η αγωνία πέρασε, αλλά μαζύ της έφυγε και η πνοή.
   Την ώρα την ύστατη, που ήρθαν οι Τούρκοι, βράδυ κ’ έζωσαν το χωριό, άναψε η ψυχή του και δε βάσταξε, μόνο χύθηκε κατεπάνω τους και σαν τον πλήγωσαν τα γλυκά βόλια που τα πρόσμενε, κατακάηκε η ορφανεμένη του ψυχή, και έσβυσε στον πόνο το φυσικό μέσα και μέσα βουτηγμένη.
   Ω φριχτή, φριχτή και άφραστη μονομαχία του Παλληκαριού με την ψυχή του! Ω τρίσβαθη μυριόπικρη αγωνία! Ω κατάψυχρη θανατερή ορφάνια! Την κεφαλή γυρίζω, τα μάτια κλείνω, να μη βλέπω. Και τώρα που τον πήρε ο Θάνατος, από τον πόνο μου τα δόντια σφίγγω, να μην τρέμω.
   Ψυχή, ψυχή ωραία, γλυκειά, πενταπάρθενη, που ερωτεύθηκες τον Θάνατο, δίδαξέ μας, ω, μάθε μας να μην πονή και να μην καίη το αντίκρυσμα της αγωνίας του, ψυχή ωραία πενταπάρθενη.
   Νύχτα καλή, Νύχτα μεγάλη, που χαϊδεύεις βάνοντας βάλσαμο στις πληγές, πώς αγγίζεις απαλά, Νύχτα λεπτή και δροσερή, γλυκειά και μεγάλη. Τ’ άστρα σου, διαμάντια πύρινα σκορπισμένα σαν επάνω σε βελούδο φεγγερό, κυττάζουν ήσυχα και όμως δυνατά, άλλα πράσινα, άλλα κίτρινα και άλλα άσπτα.
   Νύχτα βαθειά, η μόνη γλυκειά σήμερα, η μόνη καλή, ξεκουράζεις και ξετεντόνεις και ζωντανεύεις και παίρνεις τη θέρμη την ανυπόφορη και ξεφορτόνεις από αβάρη, ξελευθερόνεις. Σκορπίζεις τη θέρμη που βαστά τον άνθρωπο∙ μόλις πρωτοπάτησε τα μονοπάτια σου, τον άγγιξαν τα σκοτεινά σου χάδια και ανάσανε.
   Είνε πάλι ελεύθερος ο άνθρωπος, ο κόσμος του δεν είνε πια σκοταδιασμένος ή ξερός και άδειος, αλλά πλούσιος και γεμάτος και ζουμερός, ατελείωτος, απέραντος, αθάνατος κι αιώνιος, και τα βάσανα τα ανθρώπινα μικραίνουν, μικραίνουν τόσο που κατεβαίνουν στην αληθινή τους θέση ανάμεσα στα πράγματα του κόσμου. Σύ είσαι η μόνη αληθινή, σύ είσαι η μόνη.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020


ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ
(ΙΔΑΣ- ΙΩΝ ΔΡΓΟΥΜΗΣ 1907)

Οδεύοντας προς το τέλος του αφιερώματος για τον Ίωνα Δραγούμη, παραθέτω τον Πρόλογο του έργου του Μαρτύρων και ηρώων αίμα.
Απολαύστε το!





   Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Σιάτιστα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904.
   Και οι Έλληνες ξύπνησαν.
   Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είνε τυφλοί οι άνθρωποι∙ και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είνε και μικροί. Σπίθες κοντές είνε οι στιγμές που ξυπνούν και νοιώθουν τη μετριότητα που βαρύνει επάνω τους. Σπίθα είνε όταν λέγουν
   -Ω, τι ανυπόφορη που είνε η μετριότητά μου!
   Τέτοια μια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχαστούν πόσο μεγαλήτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είνε ο Παύλος Μελάς για να καταφέρη να τους ανάψη. Και με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους κάπως ξιπασμένοι(= έκπληκτοι)  και είπαν μέσα τους γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν
   -Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς και σκοτώθηκε γι’ αυτή!
   Και άλλοι εσυμπέραναν
   -Ώστε βρίσκονται ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στο στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν Ζήτω το Έθνος!
   Άντρες, γυναίκες και παιδιά, γέροντες και νέοι, γνωστοί και άγνωστοι, συνταράχθηκαν έξαφνα μια στιγμή, και άνατρίχιασαν. Και έκλαψαν γυναίκες και κορίτσια, γέροντες δάκρυσαν, άντρες κουνήθηκαν, και τα παιδιά τα Ελληνόπουλα του κόσμου όλου άναψαν. Μιαν άφραστη λαχτάρα τούς συνεπήρε όλους, και όλοι έγιναν μιαν ώρα ποιητές και πόθησαν να τραγουδήσουν. Και ο πόθος τους ήταν φλόγα για κάποιο μεγαλείο. Η σπίθα όμως των περισσοτέρων αποκάηκε, έσβυσε, γίνηκε στάχτη.
   Ακούστε Ελληνόπουλα! Τις αμαρτίες των γερόντων μας και τις δικές μας αμαρτίες τις φορτώθηκε ο Παύλος Μελάς και παθαίνουνταν και υπόφερνε γι’ αυτές, ενώ δεν ήταν άξιος για τέτοια τιμωρία. Οι λίγοι και οι μετρημένοι παθαίνονται για τις αμαρτίες των πολλών, παλιές και νέες και τις φορτόνονται όλες γιατί δε φοβούνται ξένα βάρη, δε φοβούνται καμμιάν ευθύνη, και αντί να κοιμούνται, κουνιούνται και τολμούν. Άμα νοιώσουν, πεισθουν και πιστέψουν πώς πρέπει να γίνη κάτι, το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, γιατί θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να το κάμουν και ποτέ δεν περιμένουν πρωτοβουλία από τους άλλους. Και αφού αποφασίσουν και το αναλάβουν, δε θα σταματήσουν πια ως το θάνατο. Στιγμές ολιγοψυχίας θα νοιώσουν ίσως και κούραση και λύπη και αηδία, αλλά επειδή προβλέπουν πως το έργο τους μπορεί και τη ζωή τους να πάρη, δυσκολίες δε βλέπουν, εμπόδια δε γνωρίζουν και τίποτα δε θα τους σταματήση. Και αν στο δρόμο τους τύχουν εμπόδια τέτοια που ζητούν τη ζωή του ανθρώπου, θα δώσουν τη ζωή τους.
   Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω- αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια ας είνε και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού- μη λησμονήτε ποτέ το θάνατο του Παλληκαριού, αλλά προ πάντων μη λησμονήτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονήτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπόφερε, ούτε την πανώρια χώρα όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες.
   Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώση. Θα μας σώση από τη βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώση από τη μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώση από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώση. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε!
   Φαντάζομαι φυτρόνοντας νέα γενεά Ελλήνων- τη γενεά σας Ελληνόπουλα, αν θέλετε- μεγαλωμένη στα αίματα, θρεμένη με πολέμους, μθυσμένη από κινδύνους, γενεά ζωντανών, γενεά τολμηρών, γενεά ατρόμητων, χυμίζοντας κατά το φως ενός γλυτωμού.


Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020


ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Ένας εναντίον όλων
Μέρος δ΄
Οι ιδέες του
Της Dimitra Papanastasopoulou





Πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο παρεξηγημένους, περισσότερο αμαυρωμένους και λιγότερο δικαιωμενους διανοητές της νεοελληνικής σκέψης και συνείδησης, όπως γράφηκε μετά τον θάνατό του. Κάποιοι τον θεώρησαν σωβινιστή, κάποιοι ρομαντική και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αφήνοντας το έργο του για πολλά χρόνια στο σκοτάδι.
Ο Δημήτρης Τζιόβας υποστηρίζει ότι ο Ιων Δραγούμης ανήκει στους διανοούμενους που συγχέουν τον εθνικισμό με τον σοσιαλισμό ή ταλαντεύονται γενικότερα ανάμεσα σε διαφορετικές θεωρήσεις.
Γράφηκε ότι μισούσε τον Ελ. Βενιζέλο επειδή τον θεωρούσε υπέυθυνο για την καταστροφή του σχεδίου του για την αναγέννηση των ελληνικών κοινοτήτων, παραβλέποντας την ανάδυση του νεοτουρκικού εθνικισμού. Υπήρξε γεγονός ότι στηλίτευσε γραπτώς την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό (Βενιζέλο) για την πολιτική ευθύνη των στρατιωτικών ενεργειών, θεωρώντας ότι «ο μεγαλύτερος εχθρός της Ρλλάδας είναι ο Βενιζέλος και οι συμπαραστάτες του Κρητικοί και Μικρασιάτες».
Ο Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς θεωρεί ότι ο Ιων Δραγούμης έπαιξε βασικό ρόλο στην διαμόρφωση της ελληνικής ιδεολογίας στα χρόνια 1881-1913, έχοντας με το μέρος του τους Μανουήλ Χαιρέτη, Περικλή Γιαννόπουλο, Κων/νο Σάθα, Γιάννη Ψυχάρη, Αργύρη Εφταλιώτη, Γρηγόρη Ξενόπουλο κ.α. Πίστευε στην αξιοποίηση όλων των στοιχείων της ελληνικής κληρονομιάς (αρχαιότητα και Βυζάντιο, λαϊκή παράδοση, δημοτική γλώσσα) σε ένα οργανωμένο σύνολο, και στην μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη- κορύφωση της οποίας υπήρξε ο Μακεδονικός Αγώνας και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι.
Είναι βαθιά επηρεασμένος από το έργο του Φρ. Νίτσε και του Μωρίς Μπαρρές, αλλά δεν περιορίζεται στα δικά τους πλαίσια.
Μπορούμε να έχουμε πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα της εθνικής και πολιτικής του ιδεολογίας στο έργο του ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ( εκδόθηκε το 1913).
Όπως σημειώνει ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο εθνικισμός του Ίωνα δεν είχε να κάνει τίποτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή εθνικισμού (κομμουνιστικού, περιφερειακού, διεθνιστικού, ολοκληρωτικού). Ήταν επόμενο λοιπόν οι ενεργητικοί άνθρωποι να είναι και εθνικιστές.
Είναι μεγάλη αλήθεια, αν η σκέψη και οι πράξεις κάποιου διαφέρουν από το σύνολο και χαράζουν ένα απόλυτα χωριστό μονοπάτι, να τον απομονώσουν, να θελήσουν να τον εξαφανίσουν.

Μπορούμε να χωρίσυμε την ιδεολογία του Ίωνα Δραγούμη, αναλύοντάς την συγχρόνως με δυο λόγια, στους παρακάτω άξονες:
-      Έθνος και κράτος: Το έθνος έχει σκοπό την δημιουργία και την καλλιέργεια πολιτισμού, με ειρηνικό τρόπο. Το κράτος πρέπει να υπάρχει μόνο για να υπηρετεί το έθνος.
-      Φυλή: Η ελληνική φυλή διατήρησε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη συνείδησή της στη διάρκεια των χιλιάδων ετών της ιστορίας της. Ο Δραγούμης δεν αρνείται τις ξένες προσμίξεις παρά μόνον όταν είναι τέτοιες ώστε να διαλύσουν την ταυτότητα της φυλής.
-      Το Εγώ και η ταύτισή του με το έθνος και τη φυλή: Ο Δραγούμης ταυτίζει το «εγώ» με το έθνος και τη φυλή του, αισθάνεται σαν κύτταρο του ελληνισμού, κάτι που το καταγράφει στο έργο του ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ (εκδ. 1907). Στο έργο του ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ(1906-1909) ενώνεται και με την ελληνική φύση. Γράφει : όταν αρχίζω να πελαγώνω μες στις ιδέες μου ή όταν αρχίζει να στερεύει το μυαλό μου, πιάνω μια πέτρα, ένα δέντρο, το χώμα για να βεβαιωθώ πως δεν παραστρατίζω.
-      Εξωτερική πολιτική: Αντιμάχεται σφοδρά την «ελληνική πολιτική προσθηκών», ερχόμενος σε οξεία αντιπαράθεση με τον Βενιζέλο, ενώ ανάμεσα στα 1907-1909, όταν βρίσκεται με τον Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαϊδη στην Κωνσταντινούπολη, ιδρύει την «Οργάνωση Κων/πόλεως» προσβλέποντας στην ανασυσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της απελευθέρωσης ολόκληρου του ελληνισμού. Τα γεγονότα (εκτουρκιστική πολιτική των Νεότουρκων) θα τον αναγκάσει να αρκεστεί στην ένωση της ελληνικής φυλής και μόνο.
-      Παράδοση: Την υπερασπίζεται, αντιμαχόμενος τον λιογιωτατισμό και την αρχαιοπληξία. Η παράδοση είναι για εκείνον ο ζωογόνος χυμός του δέντρου του ελληνισμού, ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος που μας συνδέει με όλους τους παλιότερους ελληνικούς πολιτισμούς. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσει και την Ορθοδοξία, την οποία θεωρεί συνεκτικό ιστό, πνευματικό στήριγμα του ελληνισμού, αν και ο ίδιος θεωρείται άθεος ή αγνωστικιστής και στηλιτεύει καυστικά, όποτε τού παρουσιάζεται η ευκαιρία,  τις όποιες πολιτικές ολιγωρίες των ιεραρχών. Γράφει : Όπου βρεθούν δέκα Ρωμιοί γτειάνουν κοινότητα. Συνάζουν πρώτα χρήματα για την εκκλησιά. Άμα τη χτίσουν φέρνουν παπά. Έπειτα και τις γυναίκες τους. Ύστερα, με τους δίσκους της εκλησιάς, συνάζουν χρήματα και φτειάνουν σκολειό. Τελος φέρνουνε δάσκαλο για τα παιδιά τους- και νάτην η κοινότητα.
-      Εθνικισμός, σοσιαλισμός, ανθρωπισμός: Μετά από μακριά πορεία εσωτερικού προβληματισμού θα καταλήξει (στα χρόνια της εξορίας και συγχρόνως τα τελευταία της ζωής του -1917 ως 1920) σ’ έναν συνδυασμό. Γράφει στο ημερολόγιό του: Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος.
 



Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Ένας εναντίον όλων
Μέρος δ΄
Με τα μάτια των άλλων
Της Dimitra Papanastasopoulou




Συνεχίζοντας το αφιέρωμα, θα δούμε πώς είδαν τις ιδέες και τις γραφές του Ίωνα Δραγούμη οι άλλοι, οι τρίτοι, συνήθως επώνυμοι, καθώς και την επιρροή που άσκησε το σύντομο διάβα της ζωής του.
Ο ελληνοκεντρισμός του, συνοδευόμενος από τον ρομαντικό και ηρωικό του χαρακτήρα, αλλά και τον αριστοκρατικό και συγχρόνως φιλελεύθερο τρόπο ζωής του, δημιούργησαν έναν μύθο, μια «προσωπική μυθολογία» για τον Δραγούμη, όπως σημειώνει ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο Ελύτης περιγράφει την πολύπλευρη και συναρπαστική προσωπικότητα του Δραγούμη, γράφοντας ότι υπήρξε «αριστοκράτης», από εκείνους που «κατακτούν με το σπαθί τους τις ιδιότητες που συνεπάγεται η λέξη, γλυκοαίματος και θανάσιμα μισητός, άνθρωπος των σαλονιών και των κομιτάτων, δημοτικιστής και γόνος καθαρολόγων, σεμνός και ερωτιάρης, εχθρός της μικρής και εντίμου Ελλάδος αλλ' αδελφικός φίλος του βασιλέως, μακράν μέχρι θανάτου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και οραματιστής κοινός μιάς άλλου είδους μεγάλης Ελλάδας. Αυτές όλες οι πέρλες, δεν συνθέτουν μόνον ένα μυστηριώδες όνομα, παρά γεννούν μια προσωπική μυθολογία, που με γέμιζε γοητεία σ' όλη την πρώτη μου νεότητα. [...]Στο βάθος το ήξερε καλά κι ο ίδιος όταν έλεγε: «Να μεγαλώνω σα φυτό στη Ρωμιοσύνη μέσα. Σκοπό να μην έχω, παρά να είμαι εγώ ο σκοπός μου. Να περνώ στη Ρωμιοσύνη μέσα σαν άστρο που λάμπει στο σκοτάδι. Η μορφή μου, περνώντας, να ξυπνά τους άλλους και να θέλουν να τη μιμούνται...»

Ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε: «Ο Ίων Δραγούμης κι ο Πέτρος Βλαστός είναι, θαρρώ, οι δυο άνθρωποι που περισσότερο τίμησα και αγάπησα στη ζωή μου.

Σύμφωνα με τον Άγγελο Σικελιανό ο Δραγούμης υπήρξε ο «απόστολος μιας θρησκείας που θα στηριζόταν στην παγκόσμια συνθετική Εποπτεία και Σκέψη των μεγάλων Προσωκρατικών». Ερμηνεύοντας την προσπάθεια του Δραγούμη «να βρει τον ενιαίο Ρυθμό του Εθνικισμού, του Σοσιαλισμού και του Ανατολισμού» αναφέρει τον πολιτικό στοχασμό του Ηρακλείτου για «μιαν Υπερελληνικήν Οργάνωση».

Μπορεί ο πατριωτισμός και η ακεραιότητα του Δραγούμη να αναγνωρίστηκαν ως επί το πλείστον από τους ομοϊδεάτες του που αντιπροσώπευαν και το ελληνοκεντρικό πνεύμα της εποχής, ωστόσο οι πολιτικές του ιδέες έγιναν αντικείμενο αντιπαραθέσεων και διαφορετικών αναγνώσεων από όλους τους ιδεολογικούς χώρους.
Για τον ελληνικό εθνικισμό ο Δραγούμης έγινε σύμβολο, συχνά ως μέλος μιας αχώριστης τριάδος (Περικλής Γιαννόπουλος, Ίων Δραγούμης, Παύλος Μελάς), όπως μεταξύ άλλων αναφέρουν οι Δημήτρης Πικιώνης, Ρένος Αποστολίδης,  Δημήτρης Λαζογιώργος-Ελληνικός και Νικόλαος Καρράς, χαρακτηριζόμενος ως «προφήτης του ελληνικού εθνικισμού», «Έλληνας για όλες τις εποχές», «πατέρας του ελληνικού εθνικισμού» και «εκφραστής του ελληνικού εθνικισμού στην καθαρή του μορφή».

Πολλά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμμένα στην εκκίνηση της εκτροπής του 1965 («Ιουλιανά», "Αποστασία"), ο Ανδρέας Παπανδρέου επανέφερε τη σκέψη του Δραγούμη στο προσκήνιο, όταν τον επικαλέστηκε για να επαναδιατυπώσει  τον «προοδευτικό εθνικισμό», δηλαδή μια εναλλακτική εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας, πέρα από το χώρο της Δεξιάς «εθνικοφροσύνης». 
Σε άρθρο του στο Βήμα της 23ης Αυγούστου 1966 ανέφερε:

«Ένας που εκφράζει καλά το ιδανικό της Εθνικής Αναγέννησης είναι ο Ίων Δραγούμης, που έγραφε το 1905:
“Είναι σκληρή η ιδέα πως χάνεται η Πόλη, αλλά δεν με ταράζουν βυζαντινά όνειρα τόσο, όσο η γνώση πως, είτε έχουμε είτε δεν έχουμε την Πόλη, είμαστε μέτριοι, ψόφιοι, κακομοιριασμένοι, κοιμισμένοι και μέτριοι, μέτριοι. Οι λέξεις: “Να πάρουμε την Πόλη” είναι σύμβολο, που δεν σημαίνει “Να ξαναφτιάσουμε την βυζαντινή αυτοκρατορία”, αλλά “Να είμαστε δυνατοί”.
Έτσι το ιδανικό της ποσοτικής αυξήσεως μετατίθεται σε ιδανικό ποιοτικής αυξήσεως. Να είμαστε δυνατοί. Πρέπει να κινητοποιηθούν οι Έλληνες που δεν φέρουν την ελληνικότητά τους σαν βάρος ή ατυχία, που θα θέσουν στόχους μεγάλους και τολμηρούς».
Για ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αριστεράς, παρά την πολιτική αντίθεσή της σε πολλές από τις ιδέες και την πολιτική δράση του Δραγούμη, εκτιμήθηκε ο πατριωτικός, ανθρωπιστικός και κοινοτικός-σοσιαλιστικός (ιδίως στα χρόνια της ωριμότητός του) χαρακτήρας. Ο Γιώργος Καραμπελιάς στην πνευματική αντιπαράθεση Γεωργίου Σκληρού και Ίωνα Δραγούμη  αναγνώρισε ως κοινό στοιχείο σε αμφότερους τον πατριωτισμό και το όραμα της υπερβάσεως των εσωτερικών αντιθέσεων της ελληνικής κοινωνίας, κατατάσσοντάς τους τελικά στο ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα.
 Άλλοι είδαν στον συνδυασμό εθνικισμού και κοινοτισμού-σοσιαλισμού της ωριμότητας του Δραγούμη μια συγγένεια είτε με την σοσιαλδημοκρατία είτε και με τον εθνικοσοσιαλισμό.
Από τα γραπτά του προκύπτει ότι ο Δραγούμης υπήρξε ανήσυχο και πολύπλευρο πνεύμα, ανοικτό σε πολλές ιδέες. Βασάνιζε τις πεποιθήσεις του, δεν ήταν δουλικά προσκολλημένος σε καμία ιδεολογία, ενώ αντίθετα τις αφομοίωνε δημιουργικά στην δική του προσωπικότητα και τις υπέτασσε μόνον στην ελληνική παράδοση.
Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις του ιδίου από το ημερολόγιό του (06-04-1919): 
«Μια περίοδο της ζωής μου εθνικιστική (από τα 1902 ως τα 1914 απάνω κάτω). Έπειτα έβαλα μια pétition de principe στο νασιοναλισμό μολονότι ενεργούσα σύμφωνά του. Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ. Και σ' αυτό πρέπει να βάλω une pétition de principe. Στην πρώτη περίοδο επίδραση του Nietsche και Barrès. Στη δεύτερη Τολστόϊ, Rousseau, Κροπότκιν, Gide. Στην πρώτη περίοδο Μακεδονική ενέργεια. Στη δεύτερη Ρωσική επανάσταση και κοινωνική επανάσταση παντού. Στη Μακεδονική ενέργεια έλαβα μέρος, στην κοινωνική επανάσταση όχι ακόμα. Ο Barrès στον νασιοναλισμό που έπλασε δεν έκαμε άλλο παρά να δώσει συνείδηση σ' ένα αίσθημα βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχή, στον πατριωτισμό. Ο Κροπότκιν και Μπακούνιν δεν κάνουν άλλο παρά να δίνουν συνείδηση (τη συνείδηση που αυτοί οι ίδιοι έλαβαν) ενός άλλου βαθιού αισθήματος, της αλληλοβοήθειας μεταξύ στους ανθρώπους. Ούτε ο πρώτος ούτε ο δεύτερος εδημιούργησαν τίποτε, μόνο έλαβαν και έδωσαν συνείδηση. Ο πατριωτισμός και η αλληλοβοήθεια υπάρχουν πάντα, με στενότερα ή πλατύτερα όρια (χωριό, πολιτεία, κράτος, έθνος, κοινότητα, αδελφάτα, συνεταιρισμοί, συνασπισμοί) και σύμφωνά τους ενεργούσαν και ενεργούν οι άνθρωποι. Οι νασιοναλιστές και οι αναρχικοί και σοσιαλιστές μόνο τα εφώτισαν, έκαμαν φωτεινή και μονομερή προβολή ενός αισθήματος όπως και οι ατομικιστές φώτισαν το άλλο αίσθημα τον εγωισμό (με αρχή την αυτοσυντηρησία)». 
Συγκινείται  ο Δραγούμης από τον ανθρωπισμό που ως ιδανικό  περιέχει ο σοσιαλισμός, τον απορρίπτει όμως για όσα αφορούν την πάλη των τάξεων και τον ισοπεδωτισμό προς τα κάτω (ημερολόγιο, 19-03-1919). Μάλιστα, στο ημιτελές μυθιστόρημά  του «Τρεις φίλοι» φθάνει στο σημείο να συμβιβάσει το εθνικό με το σοσιαλιστικό ιδανικό. Τον συνεπαίρνει ο εθνικισμός του Μπαρρές, ο εγωϊσμός και η ηρωϊκή ηθική του Νίτσε, αλλά δεν παύει να τους εντάσσει στο ανθρωπιστικό πλαίσιο και μάλιστα αυτό της ελληνικής λαϊκής κοινοτικής παράδοσης.
Την περίοδο της όξυνσης του Μακεδονικού Ζητήματος κατά  την δεκαετία του 1990, τα έργα του Δραγούμη γνώρισαν νέες εκδόσεις, η δε φράση του «Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε» επαναλήφθηκε σε λόγους και κείμενα.
Τέλος, τον Δεκέμβριο του 2007 ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εθνικών και Κοινωνικών Μελετών «Ίων Δραγούμης» με πρόεδρο τον Χρίστο Γούδη. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2009 οργανώθηκε από το Ινστιτούτο «Ίων Δραγούμης» στην αίθουσα της Παλαιάς Βουλής ημερίδα προς τιμήν του με τίτλο «Ίων Δραγούμης και Ελληνισμός».



Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020


ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Ένας εναντίον νόλων
Μέρος Γ΄
Η εκτέλεση
Της Dimitra Papanastasopoulou



















Ο Ίων Δραγούμης έφυγε πολύ νωρίς, άγρια και εν ψυχρώ δολοφονημένος, θύμα των πολιτικών αναταραχών- και να πώς έγινε:

Κατακαλόκαιρο του 1920 και ο Ελευθέριος Βενιζέλος δέχεται δολοφονική επίθεση στο Παρίσι, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Γλυτώνει, αλλά το νέο δεν φθάνει στην ταραγμένη και διχασμένη πολιτικά Αθήνα αμέσως. Φθάνει, ωστόσο, παραποιημένη και δημιουργεί την εντύπωση ότι ο μεγάλος πολιτικός υπέκυψε στο μοιραίο. Το αποτέλεσμα ήταν να εξοργισθούν οι οπαδοί των Φιλελευθέρων ή αλλιώς Φιλοβενιζελικών, να κατεβούν στους δρόμους, να επιτεθούν στα γραφεία των αντιπάλων εφημερίδων ( «Αθηναϊκή», «Αστραπή», «Εσπερινή», «Καθημενρινή», «Νέα Ημέρα», «Πολιτεία», «Ριζοσπάστης», «Σκριπ» κλπ), σε τυπογραφεία, στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και να λεηλατήσουν τα σπίτια των ηγετικών στελεχών της Αντιπολίτευσης Δ. Ράλλη, Σ. Σκουλούδη και Ν. Στράτου. Άλλα ηγετικά στελέχη συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στις φυλακές Συγγρού για σχεδόν έναν μήνα.
Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης που εκτελούσε χρέη Πρωθυπουργού, λόγω της απουσίας του Ελ. Βενιζέλου, δεν θεώρησε αναγκαίο να κηρύξει την Αθήνα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ισχυριζόμενος ότι μόνον ένα τμήμα της 5ης Μεραρχίας βρισκόταν στην πόλη. Όμως, η 5η Μεραρχία αποτελούνταν από Κρητικούς, όλοι τους οπαδοί του Βενιζέλου..., κάθε άλλο παρά πρόθυμοι να τιθασεύσουν το οργισμένο πλήθος.

Το πρωί της αποφράδας ημέρας ( Παρασκευή, 31 Ιουλίου 1920) ο Ίων Δραγούμης πήγε στο θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη «Νέα Σκηνή» με σκοπό να παρακολουθήσει τις πρόβες του έργου  «η πράσινη κουρτίνα» το οποίο η γνωστή ηθοποιός και σύντροφός του ανέβαζε από τον προηγούμενο μήνα. Η φήμη ότι ο Βενιζέλος ήταν νεκρός κυκλοφόρησε αστραπιαία- ένας από τους ηθοποιούς το ανακοίνωσε - και η Κοτοπούλη, βαθιά αντιβενιζελική, αντιλήφθηκε σωστά την επικείμενη εκδίκηση των αντιπάλων και αποφάσισε να κλείσει το θέατρο. (Το ίδιο απόγευμα, με την Κοτοπούλη απούσα, το θέατρο λεηλατήθηκε).
Το ζευγάρι αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι του, στην οδό Ξενίας, μαθαίνοντας όμως για τις ταραχές, άλλαξε γνώμη και όδευσε προς την Κηφισιά, στο σπίτι της αδελφής του Ίωνα Έφης.
Τις ίδιες ώρες η ελληνική κυβέρνηση, θεωρώντας κι εκείνη νεκρό τον Βενιζέλο, μέσω του Υπουργού Εξωτερικών Πολίτη, ζητούσε από την Αγγλία να μεσολαβήσει στην Ελβετία, όπου βρισκόταν εξόριστος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος(και μόνιμος αντίπαλος του Βενιζέλου), για να επιβληθούν μέτρα απομόνωσης και αστυνομικής επιτήρησης, χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις εμπλοκής του στην δολοφονία.

Ο Ίων Δραγούμης έμεινε για λίγο στο σπίτι της αδελφής του, έμαθε ότι ο Βενιζέλος ήταν ζωντανός, και αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα, στα γραφεία του δικού του περιοδικού «Πολιτική Επιθεώρησις» για να γράψει και να στηλιτεύσει την απόπειρα δολοφονίας, μένοντας αδιάφορος στις εκκλήσεις των δύο αγαπημένων του γυναικών.
«Πρέπει να γράψω ένα άρθρο ενντίον της απόπειρας. Πρέπει να πάρω θέση απέναντι σ’ αυτή τη φριχτή πράξη- πρέπει να σταματήσυμε το ποτάμι της βίας»
 είπε και, ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο, παρά το μπλόκο των ανδρών του Τάγματος Ασφαλείας του Γύπαρη με το οποίο είχε συναντηθεί ανεβαίνοντας στην Κηφισιά κάποιες ώρες νωρίτερα, πήρε το μονοπάτι του θανάτου.

Εδώ, θα κάνω μια παρένθεση για την ταυτότητα του Γύπαρη.
Ο Παύλος Γύπαρης γεννήθηκε το 1882 στην Ασή Γωνιά Χανίων, πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα από το 1903 με δική του ένοπλη ομάδα, συμμετείχε στην ενέδρα στο Σκλήθρο της Φλώρινας όπου εξοντώθηκαν οι περισσότεροι Βούλγαροι κομιτατζήδες και, εκείνα τα χρόνια, ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με τον Ίωνα, ο οποίος συμμετείχε στον Αγώνα. Το 1911 έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση της Σάμου και το 1914 ως επικεφαλής αντάρτικου σώματος πολέμησε στη Βόρεια Ήπειρο. Το 1915 πολέμησε στο Δυτικό Μέτωπο και στα Δαρδανέλια. Το 1916 συντάχθηκε με το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας και πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο.Το 1917, όταν πλέον ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός όλης της Ελλάδας με έδρα την Αθήνα, ο Γύπαρης, ήδη μόνιμος στον Στρατό με τον βαθμό του Λοχαγού, ανέλαβε επικεφαλής του Τάγματος που ήταν επιφορτισμένο με την ασφάλεια της πρωτεύουσας αλλά και του ίδιου του Βενιζέλου προσωπικά, μιας και τού ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Οι αποκαλούμενοι «Γυπαραίοι», περί τα 1.000 ή 4.000 άτομα, όλοι τους νεαροί Κρητικοί, ήταν παραστρατιωτικοί και υπάκουαν στον αρχηγό τους, ενώ τους διέκρινε τυφλή πίστη και αφοσίωση στον Βενιζέλο.

Κόντευε τρεις το απόγευμα της 31ης Ιουλίου, μια ημέρα με αφόρητο καύσωνα, όταν ο Ίων Δραγούμης, οδηγώντας το μαύρο ανοιχτό Ford αυτοκίνητό του, έφθασε στην περιοχή Θων (σήμερα αρχή Λ. Κηφισίας στο ύψος των Αμπελοκήπων). Ένα μπλόκο Γυπαραίων τον σταμάτησαν, τον αναγνώρισαν και τον συνέλαβαν, οδηγώντας τον στο κοντινό στρατηγείο τους(έπαυλη Θων). Εξω από το στρατηγείο υπήρχε συγκεντρωμένο και εξαγριωμένο πλήθος. Κάποιοι κλώτσησαν και έφτυσαν τον λευκοντυμένο Δραγούμη, προκαλώντας του κατάγματα και σπάζοντας το μονόκλ του.
Κουτσαίνοντας από τον πόνο, οδηγήθηκε μπροστά στον Γύπαρη.
«Ξαναπέρασες. Σε σταματήσαμε. Μας είπες ότι ανέβαινες στο σπίτι του πατέρα σου στην Κηφισιά. Γιατί ξαναγύρισες;»
Ο Δραγούμης τον κοίταξε σιωπηλός. Δεν εξήγησε την κίνησή του, βέβαιος ότι ο Γύπαρης θα τον περιγελούσε και δεν θα τον πίστευε, όπως δεν καταλάβαινε την παρουσία του σε μια πόλη που έβραζε. Αλλά ο Ίων διάβαινε πάντα σε μοναχικούς, δύσκολους δρόμους, χωριστά από το πλήθος.

Για τα όσα συνέβησαν στη συνέχεια υπάρχουν πολλά κενά και διαφορετικές εκδοχές.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Μάζη το στρατηγείο δέχτηκε δύο επισκέπτες:
-τον Πλωτάρχη Πέτρο Βούλγαρη, Γενικό Γραμματέα Υπουργείου Ναυτικών και βενιζελικό, ο οποίος ενημέρωσε τον Γύπαρη για την κατάσταση του Βενιζέλου και τού ζήτησε να προστατεύσει τον Δραγούμη από τον όχλο, και να τον παραδώσει στον στρατιωτικό διοικητή της Αθήνας. Ο Γύπαρης έκανε κάποια τηλεφωνήματα και συμφώνησε. Η μεταφορά ως το Φρουραρχείο θα γινόταν πεζή, επειδή η απόσταση ήταν μικρή, και
-τον Εμμανουήλ Μπενάκη, πατέρα της Πηνελόπης Δέλτα, πανίσχυρη πολιτική και επιχειρηματική προσωπικότητα, ο οποίος έτρεφε μίσος για τον Ίωνα, λόγω της περιπέτειάς του με την κόρη του.
Ωστόσο, ο Ι. Παπαφλωράτος αμφισβητεί την παρουσία του δεύτερου.
Αν δεχθούμε την άποψη του Γιάννη Μάζη, ότι δηλαδή ο Μπενάκης πήγε στου Θων, για ποιόν λόγο το έκανε; Ήταν πανίσχυρος, βενιζελικός και δεν θεωρούσε τον Γύπαρη άνθρωπο με τον οποίο μπορούσε να έχει οποιασδήποτε μορφής σχέσεις.
Ο Γ. Μάζης γράφει ότι πήγε για να ενημερωθεί εκτενώς για τα τεκταινόμενα στην Αθήνα, ή επειδή ανεβαίνοντας κι εκείνος για την Κηφισιά, είδε να σταματούν και να συλλαμβάνουν τον Δραγούμη. Όπως και να έχει, ο Δραγούμης δεν αντάλλαξε λέξη με τον Μπενάκη, ο Μπενάκης δεν τον πλησίασε, μόνο τον κοίταζε από μακριά, καθώς εκείνος οδηγούνταν έξω από το γραφείο του Γύπαρη.

Τα λεπτά έχουν τη διάρκεια αιώνων για τον Ίωνα Δραγούμη. Ο Γύπαρης σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε με κάποιον που ως σήμερα σκεπάζει πυκνό και απόλυτο σκοτάδι. Αμέσως μετά, έδωσε εντολή να οδηγηθεί ο Δραγούμης στο Φρουραρχείο. Ο Δραγούμης εν μέσω του αποσπάσματος προχωρεί στον σχεδόν έρημο δρόμο, με τον ήλιο να καίει, αλλά στο ύψος όπου σήμερα υψώνεται το ξενοδοχείο Hilton αναγκάζεται να σταματήσει. Ένας λοχίας ερχόταν τρέχοντας προς το μέρος τους. Κάτι ψιθύρισε στο αυτί του επικεφαλής του αποσπάσματος λοχία Κίτσου, ακούστηκε να λέει «εδώ, εδώ», δείχοντας ένα σημείο, και έφυγε.
Γύρω υπάρχουν κάμποσες μάντρες με υλικά οικοδομών, ένα-δύο υπαίθρια καφέ και οι στρατώνες του Πυροβολικού. Οι διερχόμενοι είναι ελάχιστοι, αλλά ένας από αυτούς, ο Ίγκορ Λεμπέντιεφ, Συνταγματάρχης του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στρατού, που υπηρετούσε στη ρωσική διπλωματική αποστολή στην Αθήνα, έδωσε την ακριβή και λεπτομερή του κατάθεση ως αυτόπτης μάρτυς, καταγεγραμμένη και στην «Νεότερη Ιστορία του Ελληνικού ‘Εθνους, 1826-1974» του Γεωργίου Ρούσσου:
«Την 31ην Ιουλίου, ημέραν καθ' ην εγνώσθη η κατά του Βενιζέλου απόπειρα, υπήρξα, τυχαίως μάρτυς τών ακολούθων. Περί την 4ην απογευματινήν ανέμενον μεθ' ομάδος εκ τριών ή τεσσάρων προσώπων την άφιξιν του τραμ παρά την γωνίαν της Λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Ι. Παπαδιαμαντοπούλου πλησίον του υπ. αριθμ. 907 στύλου των ηλεκτρικών συρμάτων. Την προσοχή μου επέσυρεν ομάς στρατιωτών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτη καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντα μετά πολλής αξιοπρεπείας.
Δεξιόθεν και αριστερόθεν εβάδιζον δύο στρατιώται, δεκάς δε ετέρων ηκολούθει εκ του σύνεγγυς. Πάντες έφερον τυφέκια. Μόλις το απόσπασμα επλησίασεν εις τον υπ. αριθμ. 905 στύλον, μετέβαλε κατεύθυνσιν προς τα αριστερά και εσταμάτησε παρά το πεζοδρόμιον, αφήσαν τον αιχμάλωτον πολίτη επί του πεζοδρομίου, εις απόστασιν τεσσάρων περίπου βημάτων. Οι στρατιώται αφού εσταμάτησαν, επυροβόλησαν. Ερρίφθησαν περί τους δέκα πυροβολισμούς. Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης κατέπεσεν άπνους, χωρίς να βγάλει κραυγήν, χωρίς να είπη τι. Εν αυτοκίνητον επλησίασεν. Οι στρατιώται επέβησαν αυτού και ανεχώρησαν. Αργότερα διέβην και πάλιν εκ του αυτού σημείου. Δεν υπήρχεν όμως πλέον ίχνος του δράματος, το οποίο είχε προ ολίγου διαδραματισθή εκεί».

Το νήμα της ζωής του Ίωνα Δραγούμη κόπηκε ξαφνικά με εννέα πυροβολισμούς. Το λευκό του κοστούμι βάφτηκε κόκκινο από το τελευταίο αίμα.
Ο Κωστής Παλαμάς γράφει την «Νεκρική Ωδή» συγκλονισμένος:
«Λευκή, ας βαλθή όπου έπεσες, κολώνα. Πώς έπεσες γραφή να μην το λέει. Λευκή, με της Πατρίδας την εικόνα. Μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίει, βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει».