The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020


ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (1878-1920)
Ένας εναντίον όλων
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο Ίων Δραγούμης ήταν ένας εξαιρετικά γοητευτικός άνδρας που δεν περνούσε απαρατήρητος από τον γυναικείο πληθυσμό. Σχετίστηκε με πολλές γυναίκες. Οι περισσότερες ήταν αλλοδαπές, σύζυγοι και πάντα εντυπωσιακές. Ωστόσο, δύο ήταν αυτές που έμειναν γνωστές στο ευρύ κοινό: η γνωστή σε όλους συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα και η πασίγνωστη ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη.

Την Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη, ήδη σύζυγο του Στέφανου Δέλτα και μητέρα τριών θυγατέρων, τη γνώρισε σε μια δεξίωση το 1905 όταν υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ο Ίων ήταν εικοσιεπτά ετών και η Πηνελόπη τριάντα ένα. Η έλξη ανάμεσά τους ήταν αμοιβαία και ένας έρωτας κεραυνοβόλος και φλογερός έφερε τα πάνω κάτω στις ζωές τους, αν και παρέμεινε ανολοκλήρωτος και καταπιεσμένος, λόγω των κοινωνικών συνθηκών της εποχής και της συγκεκριμένης αυστηρής ηθικής με την οποία είχε γαλουχηθεί και μεγαλώσει η Πηνελόπη.
Το έμαθαν όλοι, περιλαμβανομένου του αυστηρού πατριάρχη πατέρα της. Και τελικά η Πηνελόπη υποχώρησε, επέλεξε να παραμείνει δίπλα στον Στέφανο Δέλτα και τα παιδιά της, φορώντας από εκείνη τη στιγμή πάντοτε μαύρα.
Σε ένα γράμμα της προς τον Ίωνα (καλοκαίρι 1906) διαβάζουμε:
«Ξέρω μόνο πως σ’ αγαπώ, τ’ ακούς, Ίων; Σ’ αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ’ έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω «σ’ αγαπώ», μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ώσπου να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει».




Την Μαρίκα Κοτοπούλη την πρωτοείδε επίσης το 1905 σε μια θεατρική παράσταση στην Αλεξάνδρεια. Ήταν μόλις δεκάξι ετών και υποδυόταν την Ηλέκτρα στην τραγωδία του Αισχύλου «Ορέστεια». Ο έρωτάς τους, όμως, άνθισε τρία χρόνια αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όταν ο Ιων ήταν Α΄Γραμματέας της Πρεσβείας της Ελλάδς στην Κωνσταντινούπολη, σε μια άλλη θεατρική παράσταση, αυτή τη φορά του θιάσου της Κοτοπούλη. Ήταν ένας έρωτας αντισυμβατικός, σφοδρός και παθιασμένος, έξω από κάθε είδους κανόνες.
Η Κοτοπούλη ήταν αρραβωνιασμένη, αλλά διέλυσε τον αρραβώνα. Αν και ήταν βαθιά ερωτευμένη με τον Ίωνα, κοιμόταν συγχρόνως και με άλλους άνδρες, έκανε φοβερές σκηνές ζηλοτυπίας και δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα τον έχανε. Ο Ίων, παρά τις ταπεινώσεις, επέστρεφε πάντα κοντά της, δεν άντεχε την απουσία της από τη ζωή του, επίσης παρά τις απιστίες του. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ και δεν απέκτησαν παιδιά.
Η σχέση τους έλαβε τέλος με τον θάνατο του Ίωνα.

Μια τρίτη γυναίκα μπήκε στη ζωή του Ιωνα Δραγούμη όταν τον εξόρισαν στην Κορσική τον Ιούνιο του 1917, μετά την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Οι κρατούντες τον θεώρησαν επικίνδυνο και η απομονωμένη και μακρινή νήσος φαινόταν κατάλληλη. Μια γραπτή του διαφωνία σε σχέση με τους χειρισμούς του Βενιζέλου στην Αντάντ στάθηκε η αφορμή. Μαζί του ήταν κι άλλοι επιφανείς πολιτικοί και στρατιωτικοί, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, ο Γ. Πεσματζόγλου και ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς.
Πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα, σύζυγο ενός άλλου εξορίστου. Η «άτακτη» νεαρή επέστρεψε στην Αθήνα με τον σύζυγό της, αφήνοντας στη λήθη όσα συνέβηκαν στο μακρυνό νησί. Έτσι κι αλλιώς, λίγοι γνώριζαν ( οι λοιποί εξόριστοι).



Κάμποσες γυναίκες υπήρξαν και στην Σκόπελο, την επόμενη εξορία του, μετά από είκοσι τρεις μήνες στην Κορσική, από την οποία επέστρεψε στην Αθήνα για να συνεχίσει τον μοναχικό του αγώνα τον Νοέμβριο του 1919. Το νησί ήταν επίσης απομονωμένο, χωρίς ηλεκτρικό και τρεχούμενο νερό. Ο έλεγχος των «επικινδύνων» σαφώς ευκολότερος. Τα νεύρα του δοκιμάστηκαν με την υποχρεωτική απραξία και την επίγνωση της περιθωριοποίησής του από τα κοινά.






Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020


ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ( 1878-1920)
Ένας εναντίον όλων
Μέρος α΄

Της Dimitra Papanastasopoulou





Συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την στυγνή και μυστηριώδη δολοφονία αυτής της ξεχωριστής μορφής, του ανθρώπου που είχε την ψυχική δύναμη να ορθώνει πάντα το ανάστημά του χωρίς να μετρά το «πολιτικό κόστος». Την τόλμη του αυτή την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, αλλά το αιμάτινο στίγμα του θα μείνει πάντα λαμπερό στο μέλλον.
Ας ξετυλίξουμε μαζί το νήμα της ολιγόχρονης ζωής του, προσπαθώντας να τον γνωρίσουμε μέσα από τα έργα και τα λόγια του...

Γονείς του υπήρξαν ο πολιτικός και πρωθυπουργός Στέφανος Δραγούμης, με καταγωγή το Βογατσικό Καστοριάς, και η Ελισάβετ Κοντογιαννάκη, κόρη του τραπεζίτη και επίτιμου Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην Αγία Πετρούπολη Ιωάννη Κοντογιαννάκη.
Ο Ιωάννης (Ίων) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 1878 και ήταν το πέμπτο από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας. Σπούδασε νομική στο Παρίσι, υπηρέτησε ως εθελοντής στο Μηχανικό το 1897 και συμπλήρωσε τη θητεία του στο Πεζικό.
Από το 1899 εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα και υπηρέτησε διαδοχικά ως Υποπρόξενος στο Μοναστήρι- με δική του απαίτηση- και στη συνέχεια στην Ανατολική Μακεδονία στο Προξενείο Σερρών (1903), στην Ανατολική Ρωμυλία στο Προξενείο του Πύργου και στη Θράκη στο Προξενείο της Φιλιππούπολης (1904), ενώ από τον Μάιο του 1904 συμμετείχε ως έφεδρος δεκανέας στα γυμνάσια του ελληνικού στρατού. Το 1905 βρέθηκε υποπρόξενος στην Πρεσβεία μας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Όπου πήγαινε οργάνωνε τις ελληνορθοδοξες κοινότητες εναντίον των βουλγαρικών εξαρχικών κομιτάτων, κινητοποιούσε τις Ελληνικές Δυνάμεις και υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Μακεδονικού Αγώνα, πείθοντας και τον σύζυγο της αδελφής του Ναταλίας, τον γνωστό μας Παύλο Μελά να πάρει μέρος.
Ο αγώνας του δεν σταματούσε, παρά τις δυσκολίες. Συνεχίστηκε και από την Κωνσταντινούπολη (1907-1909) υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία. Από την Πόλη, το 1908, με τη συνεργασία του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαϊδη, ίδρυσε την «Οργάνωση της Κωνσταντινουπόλεως» με σκοπό την συνεννοηση όλων των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για ισοπολιτεία.
Το 1909 οργάνωσε στο Υπουργείο Εξωτερικών το Β΄ Πολιτικό Τμήμα Ανατολικών Υποθέσεων. Το 1910 συνέπραξε στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», και έγινε γνωστός στο χώρο των γραμμάτων, καθώς συνεργάστηκε με το γνωστό τότε περιοδικό «Νουμάς» του Δημητρίου Ταγκόπουλου, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ίδας».
Το 1911, όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα, ο Ίων Δραγούμης συγκρότησε στην Πάτμο πανδωδεκανησιακό συνέδριο, στο οποίο διακήρυξε το αίτημα της Ένωσης των νησιών με την Ελλάδα.
Στη συνέχια υπηρέτησε στο επιτελείο του Αρχιστράτηγου και Διαδόχου Κωνσταντίνου ως δεκανέας. Μαζί με το Βίκτορα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά στάλθηκε να διαπραγματευτεί με τον Ταχσίν Πασά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, γράφοντας δίπλα-δίπλα με τον γιο του Ταχσίν Πασά την Συμφωνία Παράδοσης.
Το 1914 εστάλη ως πρεσβευτής στην Αγία Πετρούπολη, όπου και διαχειρίστηκε το ζήτημα του Αγίου Όρους, φροντίζοντας παράλληλα να οργανώσει τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας.
Το 1915 εξελέγη βουλευτής Φλωρίνης και το 1916 εξέδωσε το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις».
Στα Νοεμβριανά του 1916, όταν οι Επίστρατοι δολοφόνησαν δεκάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες ως Βενιζελικούς και συνέλαβαν τον Μπενάκη (πατέρα της Πηνελόπης Δέλτα) ο Δραγούμης φάνηκε να επικροτεί την βία των Επίστρατων. Την επόμενη χρονιά, με την κατάρρευση της Μοναρχίας και την επιστροφή της Κυβέρνησης Βενιζέλου, εξορίστηκε στην Κορσική μαζί με άλλους (Ιωάννη Μεταξά, Δημήτρη Γούναρη, Γεώργιο Πεζματζόγλου). Επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα στη Σκόπελο(1919) για να αφεθεί ελεύθερος τον Νοέμβριο (1919).

Ενώ στην αρχή συμφωνούσε με τον Βενιζέλο (ερχόμενος σε σύγκρουση με τον αντιβενιζελικό πατέρα του), στη συνέχεια βρέθηκε στο αντίπαλο στρατόπεδο, διαφωνώντας πλήρως με την πολιτική της ενσωμάτωσης της Ιωνίας στην Ελλάδα, επειδή θεωρούσε ότι το όλο εγχείρημα ήταν στρατιωτικά ανέφικτο, ότι ήταν προτιμότερο να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες μιας ειρηνικής πορείας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή. Από την εξορία του τον Φεβρουάριο του 1919, όταν η Ελλάδα βρισκόταν ανάμεσα στους νικητές, κατήγγειλε την «ελπίδα του κοινού κέρδους των Αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών και του Βενιζέλου».

Γράφει ο Αγτζίδης για την συγκεκριμένη στάση του Ίωνα Δραγούμη:
«Ενώ η γενοκτονία στην Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό έχει ξεκινήσει από το 1914, πλήθη προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία και τον Πόντο έχουν κατακλύσει το ελληνικό κράτος και υπάρχει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα αντικατασταθεί η πολυεθνική μουσουλμανική Αυτοκρατορία -που πλέον εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο- για τον Δραγούμη και τη μοναρχική παράταξή του, δεν υπάρχουν εθνικά ζητήματα, ούτε υπάρχει ανάγκη εθνικής απελευθέρωσης των Ελλήνων ή των Αρμενίων της Ανατολής. Η αποστροφή για τους δυτικούς ευρωπαίους ιμπεριαλιστές τον οδηγεί σε μια προσέγγιση των Μπολσεβίκων και της επανάστασης τους».

Εκτός από τα άρθρα του στον «Νουμά», και στην «Πολιτική Επιθεώρηση» έγραψε τα εξής βιβλία-μελέτες:
Το Μονοπάτι (1902), Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα(1907, εμπνευσμένο από τον Μακεδονικό Αγώνα και αφιερωμένο στον Παύλο Μελά), Σαμοθράκη (1908), Όσοι ζωντανοί (1911), Ελληνικός Πολιτισμός (1914), Σταμάτημα (1918) και Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες ( που εκδόθηκε το 1927 με επιμέλεια του αδελφού του Φίλιππου).





Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019


ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ ( 1867-1936)
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ένας πολύ σημαντικός Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε πρωτοπόρος όχι μόνο της ιταλικής, αλλά και της διεθνούς θεατρικής συγγραφής. Ανθρωποκεντρικός και ρεαλιστής, καταξιώθηκε με τα διαχρονικά του έργα, τα οποία εξακολουθούν να γοητεύουν ως σήμερα.
Προσωπικά, κάθε φορά που διαβάζω ένα δικό του έργο, ανακαλύπτω διαφορετικά πράγματα!

Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας, τον αρχαίο Ακράγαντα, από αστική οικογένεια, ιδιοκτήτες κτημάτων και ορυχείων θείου. Το όνειρο του πατέρα του να τον δει διάδοχο στις κερδοφόρες επιχειρήσεις του ναυαγεί γρήγορα, αφού ο νεαρός Λουϊζτι δείχνει μεγάλη φιλομάθεια και κλίση στα γράμματα.
Αρχικά σκόπευε να γίνει φιλόλογος και διαλεκτολόγος, γι’ αυτό πήγε στο Παρίσι και μετά στη Βόννη, αλλά από το 1889 αρχίζει να δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Ρώμης μικρά λυρικά ποιήματα, ρομαντικά και ευαίσθητα, εμπνευσμένα από τα Ρωμαϊκά ελεγεία του Γκαίτε, τα οποία μετέφρασε στα ιταλικά, αλλά και τα πρώτα του πεζογραφήματα. Το μυθιστόρημά του «Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ» το 1904 τον έκανε γνωστό, αλλά η παγκόσμια φήμη του προήλθε από τα θεατρικά του έργα.
Ο γάμος του με την Αντονιέττα Πορτουλάνο, κόρη πλούσιου εμπόρου, κανονίζεται από τον πατέρα του. Ωστόσο, η οικονομική κατάρρευση του ορυχείου θείου λίγα χρόνια αργότερα (είχαν επενδύσει σ’ αυτό ο πατέρας, ο πεθερός και η γυναίκα του), έφερε τον Λουίτζι στα όρια της φτώχειας, αναγκάζοντάς τον να γράφει για να ζει. Ταυτόχρονα δέχτηκε τη θέση δασκάλου Ιταλικών σε ένα κολλέγιο της Ρώμης για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του, αλλά η μανία καταδίωξης και η υστερική ζήλεια της συζύγου του, η οποία θα έμενε τα επόμενα σαράντα χρόνια έγκλειστη σε ειδικό θεραπευτήριο, μαύρισαν στην κυριολεξία τη ζωή του. Μόνο φως η συγγραφή.
Ο Μεγάλος Πόλεμος ξεσπά, ο γιος του αιχμαλωτίζεται και ο δημιουργικός νους του Λουϊτζι στρέφεται στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, στη μελέτη κειμένων από ψυχολόγους και στην συγγραφή δοκιμιακών μελετών. Τα θεατρικά έργα γεννήθηκαν σύντομα και εντελώς διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Ο Πιραντέλλο εισάγει το «μετά-θέατρο» ή «θέατρο εν θεάτρω», έργα σκληρά και ρεαλιστικά, περίπλοκα και απόλυτα αληθινά, κείμενα που εμφανίζονται σαν καθρέφτες και αντιπαρατίθενται με τους θεατές, ταυτίζονται μαζί του. Πρόκειται για μια θαυμάσιας έμπνευσης τεχνική από την εποχή του Σαίξπηρ, που ο Πιραντέλλο την ζωντανεύει μοναδικά(αντιπροσωπευτικό έργο το «Έξι πρόσωπα αναζητούν συγγραφέα» το 1921).
Διευθύνει το δικό του θέατρο (Teatro d’ Arte), αλλά ο φασισμός εισβάλλει στην Ιταλία και ο Πιραντέλλο σαν πνεύμα αδάμαστο και «άνθρωπος του κόσμου» θεωρείται επικίνδυνο στοιχείο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μόνιμα ελεγχόμενος και παρακολουθούμενος από την αστυνομία του Μουσολίνι. Επτά χρόνια μετά, αδυνατεί να το λειτουργήσει.
Ωστόσο, εξακολουθεί να δημιουργεί. Δύο χρόνια αργότερα (1930) ανεβάζει το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε!» και καταπλήσσει, αφού καταφέρνει να κάνει τους ηθοποιούς να φθάσουν σε έξι ή επτά επίπεδα ρόλων, και θεάτρων εν μέσω άλλων θεάτρων. Η επιτυχία οδηγεί στο βραβείο Νόμπελ το 1934.
Όπως μόνος πάλεψε, μόνος έσβησε στη Ρώμη το 1936 σε ηλικία εξήντα εννέα ετών.




Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019


ΖΑΚ ΛΑΚΑΡΙΕΡ(1925-2005)
Ένας μεγάλος φιλέλληνας
Της Dimitra Papanastasopoulou




Ο Ζακ Λακαριέρ υπήρξε ένας ένθερμος φιλέλληνας με όλη τη σημασία της λέξης, από τους κυριότερους συντελεστές της προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας στην Γαλλία. Λάτρης της αρχαίας, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, την ανέδειξε στο εξωτερικό με τον καλύτερο τρόπο. Στα έργα του εισχώρησε βαθιά στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής από πολλαπλές πλευρές (ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές). Η Γαλλική Ακαδημία τον βράβευσε για το σύνολο του έργου του.

Γεννήθηκε στην Λιμόζ της Γαλλίας και σπούδασε ηθική φιλοσοφία, κλασσική λογοτεχνία, ινδική φιλοσοφία, νομικά και φιλολογία.
Το 1947, ενώ ήταν φοιτητής της κλασσικής φιλολογίας, επισκέφθηκε την Ελλάδα ως συμμετέχων στην παράσταση «Πέρσες» του Αισχύλου στο θέατρο της Επιδαύρου. Επηρεάζεται βαθιά από αυτή την εμπειρία, η ελληνική φιλοξενία τού μένει αλησμόντη και αποκαλεί την πατρίδα μας «αποκάλυψη» της ζωής του.
Τρία χρόνια αργότερα θα ξεκινήσει με τα πόδια από την Γαλλία με προορισμό την Ινδία. Ωστόσο, τελικά θα τον κερδίσει η Ελλάδα μας, στην οποία θα ζήσει επί πολλά χρόνια, περισσότερο στην Κρήτη, στην Ύδρα και στην Πάτμο.
Επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, διάβασε Πρεβελάκη και μετέφρασε τον Ηρόδοτο, ενώ συγχρόνως εξέδωσε μυθιστορήματα, ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, βιβλία τέχνης. Είναι πολυγραφότατος.
Θα επιστρέψει στην Γαλλία το 1967, όταν στην Ελλάδα επικρατεί η Χούντα.
Το 1976 εκδόθηκε στη Γαλλία «Το ελληνικό καλοκαίρι», ένα οδοιπορικό στην αρχαία και νεότερη Ελλάδα, με περιπλανήσεις στον μύθο, στην ιστορία και στις ελληνκές παραδόσεις.
Στο βιβλίο του «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» ο Λακαριέρ μιλάει για όσα αγάπησε στην Ελλάδα (Σολωμό, Ελύτη, Σεφέρη, Γκάτσο, Καζαντζάκη, μέχρι για γλυκά κουταλιού!), ενώ μετέφρασε στην γαλλική γλώσσα πλειάδα Ελλήνων συγγραφέων, όπως τους Πρεβελάκη, Αλεξάνδρου, Τσίρκα,Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Λαμπαδαρίδου-Πόθου και άλλους.

(ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ:
Παλαιά ελληνική παράδοση που ελπίζω να μην έχει τελείως χαθεί: προσφέρουν στον επισκέπτη, είτε τον περίμεναν είτε όχι, τόσο στα καλά σπίτια όσο και στα πιο ταπεινά καλυβάκια, ένα γλυκό, ένα γλύκισμα φτιαγμένο από την κυρία του σπιτιού, συνήθως από σταφύλι, σύκο ή περγαμόντο. Το σερβίρουν πάνω σ’ ένα δίσκο μαζί με ένα μεγάλο ποτήρι νερό και ένα κουταλάκι, απ’ όπου πήρε και τ’ όνομά του: γλυκό του κουταλιού. Τίποτα το ιδιαίτερο ή το εξωτικό σ’ αυτό, έξω από το γεγονός ότι αυτό το τυπικό του καλωσορίσματος συνοδεύεται πάντα από ένα πλατύ χαμόγελο της οικοδέσποινας. Ζακ Λακαρριέρ: "Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας")

Συγκλονισμένος από τους ήχους της ελληνικής γλώσσας, δήλωσε:
«...Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα πού ήταν για μένα αρμονική αλλά ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα -μητέρα των εννοιών μας- μου απεκάλυπτε έναν αγνώριστο πρόγονο που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα ‘χω χαμένα όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ, ότι αληθινός μου πατέρας, αληθινή μάννα μου, δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Η τελευταία επίσκεψη του Ζακ Λακαριέρ στην Ελλάδα έγινε στην Τήνο, για μια τιμητική εκδήλωση προς τιμήν του.
Η ζωή του τέλειωσε ξαφνικά στο Παρίσι, μετά από επιπλοκές μιας χειρουργικής επέμβασης στο γόνατο τον Σεπτέμβριο του 2005. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη του σκορπίστηκε στο αγαπημένο του Αιγαίο Πέλαγος, ανοιχτά των Σπετσών, τον Νοέμβριο του 2005.






Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ
Μέρος γ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Η αναφορά στην συνθήκη των Βερσαλλιών τελειώνει με τη διαμάχη σχετικά με τις αποζημιώσεις και την καταστρατήγησή της, πράγματα που θεωρώ πιο σημαντικά για την εξέλιξη της Ευρώπης.

Τα οικονομικά προβλήματα της Γερμανίας, λόγω της αποπληρωμής των αποζημιώσεων οδήγησαν στην κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στην άνοδο του Χίτλερ και τελικά στην έκρηξη του Β΄Π.Π. Ανάμεσα στους ιστορικούς και τους διανοούμενους που υποστήριξαν αυτή την άποψη ήταν ο Τζων Κέϋνς και ο Μπέρτλαντ Ράσελ.
Η Μάργκαρετ Μακ Μίλλαν έγραφε: «: «...από την αρχή, η Γαλλία και το Βέλγιο επιχειρηματολογούσαν ότι τα αιτήματα για την αποκατάσταση των άμεσων ζημιών θα έπρεπε να λάβουν προτεραιότητα έναντι της διανομής των λοιπών αποζημιώσεων. Το Βέλγιο είχε λεηλατηθεί πλήρως. Στο βιομηχανοποιημένο Βορρά της Γαλλίας, οι Γερμανοί έπαιρναν ό,τι επιθυμούσαν και κατέστρεφαν τα υπόλοιπα. Ακόμα και όταν υποχωρούσαν, το 1918, οι γερμανικές δυνάμεις βρήκαν τον χρόνο να ανατινάξουν μερικά από τα πιο σημαντικά ορυχεία άνθρακα της Γαλλίας».
Φυσικά, υπήρξαν και αντίθετες φωνές που έκριναν ότι τα 269 εκ. χρυσά μάρκα (περίπου 6.6 δις.αγγλικές λίρες ή 32 δις. Αμερικανικά δολλάρια) ήταν υπερβολικά, μιας και η Γερμανία θα πλήρωνε ως το 1984. Οι φωνές αυτές ήταν ηχηρές, αφού μέσα στην ίδια χρονιά (1921) η αποζημίωση περιορίστηκε σημαντικά.
Ο Γερμανός Καρλ Μέλχιορ, στρατιωτικός, μέλος της γερμανικής αντιπροσωπείας και επενδυτής της M.M. Warburg & Co., θεώρησε σκόπιμο να αποδεχθεί η Γερμανία το βάρος των αποζημιώσεων, λέγοντας: «Μπορούμε να τα καταφέρουμε τα δύο-τρία πρώτα χρόνια με δάνεια από το εξωτερικό. Μετά από αυτό το διάστημα, τα ξένα κράτη θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτές οι αποζημιώσεις μπορούν να πληρωθούν μόνο με τεράστιες γερμανικές εξαγωγές και ότι αυτές οι εξαγωγές θα καταστρέψουν το εμπόριο στην Αγγλία και την Αμερική, οπότε οι ίδιοι οι πιστωτές θα πιέσουν για μετατροπή των όρων».
Πράγματι, τρία χρόνια μετά (1924) το σχέδιο Ντέϊους επέφερε τις πρώτες αλλαγές, το 1929 το σχέδιο Γιάνγκ περιόρισε τις αποζημιώσεις στα 26,3 δις. Δολλάρια και ποπληρωμή ως το 1988, ενώ διήρεσε την ετήσια πληρωμή (473 εκ. δολλάρια) σε δύο σκέλη. Ένα «απαραβίαστο» που ισοδυναμούσε με το 1/3 και ένα που επιδεχόταν αναβολή και αφορούσε τα υπόλοιπα 2/3.
Το Κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929 και η μεγάλη οικονομική κρίση που ακολούθησε, ανάγκασαν τους Συμμάχους να θέσουν μορατόριουμ για τις χρονιές 1931-1932, κατά τη διάρκεια του οποίου η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης ψήφισε υπέρ της κατάργησης των αποζημιώσεων. Η Γερμανία ως τότε είχε πληρώσει το 1/8 των οφειλών της. Η Αμερική διαφώνησε, αλλά η Γερμανία σταμάτησε να πληρώνει.

Καμία άλλη συνθήκη στον κόσμο δεν υπέστη σε τόσο μικρό διάστημα τοσες μεταβολές, αναθεωρήσεις και αλλοιώσεις. Ένα πρώτο μέρος της μεταβλήθηκε προκειμένου η Γερμανία να γίνει μέλος της Κοινωνίας των Εθνών, και αμέσως μετά, ως μέλος, κατήργησε μονομερώς το V μέρος της συνθήκης- το σχετικό με την απαγόρευση του εξοπλισμού της( από την στιγμή της ανάληψης του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αυξανόταν συνεχώ, χωρίς καμία διαμαρτυρία από τους συμμάχους στα πλαίσια της «Πολιτικής Κατευνασμού»).
Οι σύμμαχοι στη συνέχεια εγκατέλειψαν πρώτα τα σχετικά με τις επανορθώσεις και μετά όσα αφορούσαν αρκετούς οικονομικούς όρους και την αεροπλοϊα, ενώ το XIV μέρος περί εγγυήσεων εγκαταλείφθηκε εξ αρχής, προς εξασφάλιση του εμπορίου.
Όταν το 1939 η Γερμανία κατέλαβε την Μοραβία και την Βοημία, καθώς και το Μέμελ, η πολιτική κατάσταση και η σύνθεση της κεντικής ανατολικής Ευρώπης είχαν ανατραπεί πλήρως. Τελευταίο βήμα στάθηκε η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Πολωνίας την 1η Σεπτεμβρίου 1939- η έναρξη του Β΄Π.Π., κι αυτή τη φορά από το ίδιο κράτος- την Γερμανία.







Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou





Οι συνομιλίες στις Βερσαλλίες κάθε άλλο παρά εύκολες ήταν. Οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών έρχονταν σε σύγκρουση και το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός» όπως ειπώθηκε.

Η ηττημένη Γερμανία έχασε τα κάτωθι εδάφη:
-Αλσατία- Λωραίνη: Αυτά τα εδάφη είχαν περιέλθει στην κατοχή της Γερμανίας το 1871 (σύμφωνα με την τότε προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης στις Βερσαλλίες την 26 Φεβρουαρίου και την συνθήκη της Φραγκφούρτης την 10η Μαϊου εκείνου του έτους). Οι δύο περιοχές επανήλθαν στην Γαλλία χωρίς δημοψήφισμα από την ημέρα της ανακωχής (11 Νοεμβρίου 1918).
-Βόρειο Σλέσβιγκ, Τόντερν, Απενράντε, Ζόντερμπουργκ, Χάντερσλέμπεν και Λύγκουμ. Οι περιοχές ενσωματώθηκαν στη Δανία μετά από δημοψήφισμα.
-Επαρχίες Πόζεν (σήμερα Πόζναν): είχαν προσαρτηθεί στην Δυτική Πρωσία μετά τον διαμελισμό της Πολωνίας(1772-1795). Μετά και την εξέγερση των Πολωνών (1918-1919) επεστράφησαν στην νεοδημιουργηθείσα Πολωνία. Το σκεπτικό της απόδοσης της Δυτικής Πρωσίας στην Πολωνία ήταν να υπάρξει διέξοδος στη θάλασσα. Έτσι, δημιουργήθηκε ο καλούμενος «Πολωνικός Διάδρομος» ή Διάδρομος του Ντάντσιχ.
-Περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας. Παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία, ενώ το ανατολικό της τμήμα δόθηκε στην Πολωνία.
-Πόλεις Όϊπεν και Μαλμεντύ με τις γύρω τους περιοχές. Δόθηκαν στο Βέλγιο.
-Περιοχή Ζόλνταου της Ανατολικής Πρωσίας. Δόθηκε στην Πολωνία.
-Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας που περιλαμβάνει την πόλη Μέμελ πέρασε στον γαλλικό έλεγχο και αργότερα, με δημοφήφισμα, παραχωρήθηκε στην Λιθουανία.
-Βάρμα και Μαζουρία. Δόθηκαν στην Πολωνία.
-Περιοχή Σάαρ. Για 15 έτη πέρασε στην επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών. Μετά θα γινόταν δημοψήφισμα και η περιοχή θα πήγαινε ή στη Γαλλία ή στη Γερμανία.
-Λιμάνι Ντάντσιχ και το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική Θάλασσα. Δημιουργήθηκε η Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες αποδόθηκαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών ως εξής: Γερμανική Ανατολική Αφρική στην Βρετανία, Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στην Νότιο Αφρική, Καμερούν και Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, νησία Μάρσαλ και νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 156, οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία, ενώ αναμενόταν να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι οργίστηκαν και προέβησαν σε διαδηλώσεις( κίνημα της 4ης Μαρτίου) με αποτέλεσμα η Κίνα να αρνηθεί να υπογράψει την συνθήκη. Αντ’ αυτής έκανε χωριστή συνθήκη με την Γερμανία το 1921.

Δηλαδή, συνολικά η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της και πάνω από πέντε εκατομμύρια Γερμανούς κατοίκους.
Ωστόσο, η συνθήκη όριζε επι πλέον:
-Να χάσουν οι Γερμανοί τα προνόμια των εμπορικών τους δικαιωμάτων στην Κίνα, Αίγυπτο και Μέση Ανατολή.
-Την αποστρατικοποίηση της Ρηνανίας και της νήσου Ελικολάνδης.
-Τον περιορισμό του γερμανικού στρατού στις 100.000 άνδρες, χωρίς την δυνατότητα υποβρύχιων και εναέριων δυνάμεων, όπως και την απαγόρευση χρήσης βαρέως πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων, ναυπήγηση πολεμικών σκαφών άνω των 10.000 κόρων και, φυσικά, απαγόρευση χρήσης χημικών όπλων. Υποχρεώθηκε επίσης να ναυπηγεί για τα 5 επόμενα χρόνια και για λογαριασμό των Συμμάχων εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
-Η Γερμανία υποχρεώθηκε να εφοδιάζει τη Γαλλία με 140 εκ. τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ, τόνους και την Ιταλία με 77 εκ. τόνους.
-Υπήρξε κατοχή των Συμμάχων στη δυτική όχθη του Ρήνου, στην Κολωνία, στο Κόμπλεντς και στο Μάϊντς από τον Ιανουάριο του 1920.

Η Γερμανία αποδέχτηκε το άρθρο της «πολεμικής ενοχής», την πληρωμή αποζημιώσεων και την υπευθυνότητα της έναρξης του Πολέμου.



Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou






Ο λόγος για την συνθήκη ειρήνης που έβαλε επίσημα τέλος τον Μεγάλο Πόλεμο, δηλαδή τον Α΄Π.Π. ανάμεσα στην Entente (Αντάντ) και  την ηττημένη Γερμανική Αυτοκρατορία.
Μετά από έξι ολόκληρους μήνες διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα στο Παρίσι, η συνθήκη υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 στο δάσος της Κομπιέν. Μια σημαντική διάταξη της συνθήκης όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και την πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων σε διάφορες χώρες( άρθρα 231-248).
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου 1919 στην φαντασμαγορική Αίθουσα των Κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών- εξ ού και η ονομασία της συνθήκης, παρουσία εβδομήντα αντιπροσώπων από είκοσι εξι χώρες. Τον σημαντικότερο ρόλο έπαιξαν αρχικά οι «Δέκα Μεγάλοι» που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα, η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις και έμειναν οι «Τέσσερις Μεγάλοι», για να καταλήξουν, μετά την αποχώρηση της Ιταλίας στους «Τρεις Μεγάλους» (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) που καθόρισαν τους τελικούς όρους με τις ηγετικές μορφές των Woodrow Wilson, Georges Clemenceau και  Lloyd George αντίστοιχα.

Η γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών  Ulrich Graf von Brockdorff- Rantzau έμαθε τους ταπεινωτικούς όρους της ειρήνης την 29η Απριλίου 1919. Περιελάμβαναν απώλειες εδαφών, την ολοκληρωτική απώλεια των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της απομεινάσης Γερμανίας. Επειδή η γερμανική αντιπροσωπεία δεν επιτρεπόταν να είναι παρούσα στις διαπραγματεύσεις, η γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους άδικους-από την πλευρά της- όρους. Την 20η Ιουνίου 1919 δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Gustav Bauer και τελικά η Γερμανία συμφώνησε με τους όρους της συνθήκης την 23η Ιουνίου 1919 (με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά).
Την 28η Ιουνίου 1919 ο Herman Muller,  ο νέος Υπουργός Εξωτερικών, και ο Johannes Bell, ο Υπουργός Μεταφορών, συμφώνησαν να υπογράψουν τη συνθήκη η οποία επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών την 10η Ιανουαρίου 1920.
Η συνθήκη όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, ως διαιτητή των διεθνών διαφορών προς αποφυγήν μελλοντικών πολεμικών συρράξεων. Ήταν ένας όρος μεγάλης σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο, ο οποίος για να το πετύχει υποχρεώθηκε να συμβιβαστεί με τους άλλους δύο συνομιλητές του.
Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση εναντίον της Γερμανίας, επειδή ένα τεράστιο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στην βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες.
Στην Γερμανία η συνθήκη προκάλεσε έντονα αισθήματα ταπείνωσης, με πλειάδα πολιτών να θεωρεί άδικο να επωμιστί μόνον η δική τους χώρα(και οι σύμμαχοί τους) την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου.

Φίλες και φίλοι, τους όρους της συνθήκης θα τους δούμε την επόμενη εβδομάδα. Ως τότε, να είστε όλοι καλά!