The world I love:my novels, my favorite themes

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019


ΦΡΙΝΤΑ ΚΑΛΟ
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou


Το 1938 βρίσκει την Φρίντα και τον Ριβέρα στο Μεξικό. Ο Αντρέ Μπρετόν ταξιδεύει εκεί, τους γνωρίζει, εντυπωσιάζεται από τους πίνακε της Φρίντας και την καλεί να λάβει μέρος σε μια έκθεση σουρρεαλιστών στο Παρίσι- την μία από τις τρεις της ζωής της. Οι έντονα χρωματισμένοι πίνακές της, επηρεασμένοι από τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στο Μεξικό,και ανακλώντας τον προσωπικό της πόνο  με ένα απόλυτα ιδιαίτερο στύλ, την κάνουν γνωστή για πρώτη φορά εκτός συνόρων και τα μακριά φουστάνια της που κρύβουν το πρόβλημα του ποδιού της γίνονται σύμβολά της.
Η σχέση με τον Ριβέρα σκοντάφτει ξανά, η παρουσία και  παράλληλη σχέση με τον Νίκολας Μάρεη που γνώρισε στη Νέα Υόρκη οδηγούν στο διαζύγιο,ένα γεγονός που την κάνει να αμφιταλαντεύται για καιρό  και που το εμφανίζει στο έργο της «οι δύο Φρίντες». Τελικά, μόλις το 1940 θα χωρίσει και με τον Μάρεη και θα ξαναπαντρευτεί τον Ριβέρα.

«Το πληγωμένο ελάφι» είναι ένας αριστουργηματικός πίνακας που δημιουργήθηκε μετά από μια αποτυχημένη επέμβαση στη σπονδυλική στήλη της Φρίντας το 1946. Οι πόνοι στη μέση της ήταν αφόρητοι κι έτσι αποφάσισε να μπει άλλη μια φορά στο χειρουργείο( συνολικά χειρουργήθηκε πάνω από τριάντα φορές). Η παταγώδης αποτυχία την καθήλωσε στο κρεβάτι για έναν ολόκληρο χρόνο και ετούτος ο πίνακας αποτελεί την προσωπική της κάθαρση τόσο από τον ψυχολογικό όσο και από τον σωματικό πόνο που αισθάνεται.
Η Φρίντα Κάλο απεικονίζει τον εαυτό της σαν βαριά τραυματισμένο από βέλη ελάφι. Από τις πληγές ρέει αίμα. Τα βέλη συμβολίζουν τις επεμβάσεις που άφησαν ανοιχτές πληγές στο σώμα της. Η επιλογή του ζώου οφείλεται στο αγαπημένο της κατοικίδιο, τον Γκρανίτζο, ένα πραγματικό ελάφι.
Κάτω αριστερά έγραψε τη λέξη «Κάρμα», εκφράζοντας τη βαθιά της λύπη για το ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα της.
Ωστόσο, δν κρατά τον πίνακα, αλλά τον χαρίζει την ίδια χρονιά στους φιλους της Λίνα και Αρκάντι Μπόϊτλερ ως γαμήλιο δώρο, σημειώνοντας :
«Σας χαρίζω ένα πορτρέτο μου για να με έχετε κοντά σας τις μέρες και τις νύχτες που δν θα είμαι εκεί».
Λίγο αργότερα θα χάσει το δεξί της πόδι ως το γόνατο, λόγω γάγγραινας.

Το 1954 αρρωσταίνει με πνευμονία, αγνοεί τους γιατρούς και κατεβαίνει με το αναπηρικό καροτσάκι της σε διαδήλωση εναντίον της ανατροπής του Προέδρου της Γουατεμάλας από τη ΣΙΑ.
Έκλεισε για πάντα τα μάτια της στις 13 Ιουλίου 1954.
Έγραψε :
«Συνήθιζα να πιστεύω ότι ήμουν ο πιο παράξενος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά ύστερα σκέφτηκα ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι στον κόσμο, πρέπει να υπάρχει κάποιος σαν κι εμένα που να νιώθει περίεργος και ατελής με τους ίδιους τρόπους που το νιώθω κι εγώ. Φανταζόμουν εκείνη τη γυναίκα και φαντάζομαι ότι πρέπει να είναι εκεί έξω, σκεπτόμενη εμένα επίσης. Ελπίζω αν είσαι εκεί έξω και διαβάζεις αυτό, να ξέρεις ότι, ναι, είναι αλήθεια πως είμαι εδώ και είμαι το ίδιο περίεργη με εσένα».




ΦΡΙΝΤΑ ΚΑΛΟ (1907-1954)
(Μαγκνταλένα Κάρμεν Φρίδα Κάλο  Καλδερόν)
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο λόγος για μια απόλυτα ιδιαίτερη και εμβληματική γυναικεία περσόνα, γνωστή τόσο για τη δύναμη της ζωγραφικής της, όσο και την αντίστοιχη απεριόριστη της ψυχής της.
Γεννήθηκε από πατέρα Γερμανοεβραίο φωτογράφο και μητέρα Ισπανομεξικάνα στο Κογιοακάν της πόλης του Μεξικού. Μόλις εξάχρονο παιδάκι προσεβλήθη από πολυομελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να είναι μικρότερο και ημιπαράλυτο. Τα παιδιά της γειτονιάς τη φώναζαν «κουτσοφρίντα».
Παρακολούθησε την Escola Preparatoria όπου είδε για πρώτη φορά τον μετέπειτα σύζυγό της, τον τοιχογράφο Ντιέγκο Ριβέρα που ζωγράφιζε τότε τους τοίχους της σχολής.
Στα δεκαοχτώ της χρόνια, ενώ επέβαινε σε ένα λεωφορείο, εκείνο συγκρούστηκε με ένα τραμ και η ζωή της άλλαξε για πάντα. Υποχρεώθηκε σε μεγάλο αριθμό εγχειρήσεων, ο αφόρητος πόνος έγινε μόνιμος σύντροφος και στερήθηκε την δυνατότητα να φέρει στον κόσμο παιδιά.
Αναρρώνοντας από το ατύχημα, ένα χρόνο αργότερα, ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής. Με τους γονείς της να αδυνατούν να τη στηρίξουν οικονομικά στις σπουδές της, άρχισε να εικονογραφεί βιβλία ιατρικής. Τρία χρόνια αργότερα(1929) έδειξε κάποια έργα της στον Ντιέγκο Ριβέρα. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκαν.
Τα έργα του ζευγαριού ήταν απόλυτα αντίθετα. Ο Ριβέρα αντλούσε τα θέματά του από το Μεξικό της προκολομβιανής εποχής, ενώ η Φρίντα παρέμεινε πιστή στην mexicanidad, την μεξικάνικη κουλτούρα που γνώριζε άνθιση εκείνη την εποχή. Πολλοί πίνακές της είναι αφιερωμένοι στην Παναγία, σαν ευχαριστία για την πραγματοποίηση μιας ευχής.
Με τον Ριβέρα να είναι ήδη αναγνωρισμένος ζωγράφος και με ζήτηση στην Αμερική, το ζευγάρι μετακόμισε πρώτα στο Σαν Φρανσίσκο και μετά στο Ντιτρόϊτ. Εκεί η Φρίντα απέβαλε και η θλίψη της αποτυπώνεται έντονα στους πίνακες «Αποβολή στο Ντιτρόϊτ» και «Νοσοκομείο Χένρι Φορντ».
Κατά τη διάρκεια της ζωής της η Φρίντα ήταν κυρίως γνωστή ως σύζυγος του Ριβερα και όχι ως ζωγράφος. Η σχέση του ζευγαριού διαταράσσεται σοβαρά με τον ερχομό του 1937, μετά από ένα δύσκολο ταξίδι στη Νέα Υόρκη και την επάνοδό τους στο Μεξικό. Και τότε, ο εξόριστος και κυνηγημένος επί δέκα χρόνια από τον Στάλιν Λέον Τρότσκι φθάνει με τη σύζυγό του στο Μεξικό και γίνεται δεκτός από τον Ριβέρα και άλλους τροτσκιστές. Τον φιλοξενούν στο «Γαλάζιο Σπίτι» και οι ζωές τους αναστατώνονται.
Ανάμεσα στη Φρίντα και στον Λέοντα αναπτύσσεται ένας θυελλώδης έρωτας, ένα πάθος ασύλληπτης δύναμης. Ο Λέων δίνει μυστικά ραντεβού στη Φρίντα, κρύβεται μαζί της πίσω από έναν θάμνο, βάζει ραβασάκια στο βιβλίο που εκείνη διαβάζει. Ζουν πυρετικά, αδιαφορώντας για τον περίγυρο και τις φήμες που τους αποκαλούν «εραστές του Κογιοακάν». Τέλος στον έρωτά τους βάζει μετά από έξι μήνες η δολοφονία του Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ.
Όλο αυτό το διάστημα, με κυρίαρχο τον έρωτα, η Φρίντα ζωγραφίζει, περνά μια γόνιμη και σημαντική για την τέχνη και τη ζωή της περίοδο. Μετά τις ατελείωτες εγχειρήσεις και τους αφόρητους πόνους, η νέα γυναικα διψά για ζωή, δημιουργία και έρωτα, και η ζωή της τα παρέχει όλα μαζί.
Ο Λεονάρδο Παδούρα στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά», περιγράφει υπέροχα τον έρωτά του με τη Φρίντα Κάλο:
«Η δίνη των αισθήσεων, στην οποία είχε πέσει, απαιτούσε μια διέξοδο την οποία άρχισε να κυνηγάει με σφοδρότητα. Αν και η σωματική κατάσταση της ζωγράφου επέβαλλε τον φραγμό της παραμόρφωσης που απαιτούσε από αυτήν να χρησιμοποιεί ορθοπεδικούς κορσέδες κι ένα μπαστούνι για να βοηθάει το πιο προβληματικό από τα πόδια της, ίσως ακριβώς εξαιτίας εκείνων των περιορισμών η γυναίκα αυτή βίωνε το σεξ και την αισθησιακότητα με τρόπο επιθετικό, εκρηκτικό, και, όταν ο Λίεφ Νταβίντοβιτς έμαθε ότι η ελεύθερη ηθική της τής είχε επιτρέψει να ικανοποιήσει τον πόθο της ακόμα και σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις, το διαστραμμένο ζιζάνιο του ανδρισμού είχε ξεχυθεί σε ωμές σκέψεις και σε μια λαχτάρα πιο ασυγκράτητη από όσες είχε νιώσει στα νιάτα του ή την εποχή που ήταν ο παντοδύναμος κομισάριος, όταν τόσες συντρόφισσές τους στον αγώνα του είχαν προσφέρει μια αλληλέγγυα διέξοδο στις συσσωρευμένες εντάσεις και θέρμες του.
Μέσα από τα ερωτικά ποιήματα και γράμματα που έκρυβε στις σελίδες των βιβλίων που συνήθιζε να συστήνει στη Φρίντα, οι εκκλήσεις του Λίεφ Νταβίντοβιτς απαιτούσαν ήδη την κορύφωση σε κάτι συγκεκριμένο. Η φωτιά που τον έσπρωχνε έκαιγε με τόσο ένταση που είχε καταφέρει να τον κάνει να ξεπεράσει τον φόβο ότι η Ναταλία θα υποπτευόταν τις ερωτοτροπίες του. 
Κι εκείνη τη νύχτα του γλεντιού, όταν ο Ντιέγκο, η Ναταλία, οι φίλοι που είχαν ακολουθήσει στον περίπατο και οι γραμματείς μπήκαν στο κτίριο όπου βρισκόταν κάποια από τις τοιχογραφίες του Ριβέρα, αυτός έκανε πως έμεινε λίγο πίσω και, χωρίς να μεσολαβήσουν λόγια, έσπρωξε τη Φρίντα πάνω στον τοίχο της πρόσοψης και τη φίλησε στα χείλη, ενώ ταυτόχρονα από ανάσα σε ανάσα της επαναλάμβανε πόσο την ήθελε.
Εκείνη τη στιγμή ο Λίεφ Νταβίντοβιτς ριχνόταν με πλήρη επίγνωση στο πηγάδι της τρέλας και έθετε σε κίνδυνο ό,τι ήταν σημαντικό στη ζωή του: όμως το έπραξε ευτυχισμένος, περήφανος, παράτολμος και χωρίς το παραμικρό αίσθημα ενοχής, θα έλεγε στον εαυτό του μετά, πεισμένος ότι στο κάτω κάτω άξιζε τον κόπο να ξοδέψει σε εκείνο το όργιο των αισθήσεων τα καλύτερα φυσίγγια των τελευταίων πυρομαχικών του ανδρισμού του».

Η Φρίντα θεωρήθηκε ύποπτη για τη δολοφονία του Τρότσκι και ανακρίθηκε επί διήμερον. Ο Τρότσκι τής είχε ζητήσει όλα του τα γράμματα και τα σημειώματα, και τα έκαψε, εξαφανίζοντας κάθε πειστήριο του έρωτά τους.


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019


Η ΣΜΥΡΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΣΗΜΕΡΑ
1.  Αρχαιότητα
Της Dimitra Papanastasopoulou





Αιολείς άποικοι εγκαταστάθηκαν περίπου στα τέλη της 2ης ή στα τέλη της 1ης χιλιετίας π.Χ. σε έναν χαμηλό λόφο (το σημερινό Tepekule), μια χερσόνησο που προσέφερε ένα ασφαλές λιμάνι. Και αυτός ο πρώτος οικισμός βρίσκεται στην σημερινή συνοικία Bayrakli, περίπου 4 χλμ βόρεια από το κέντρο της συγχρονης πόλης της Σμύρνης (Izmir).

Ο αιολικός της χαρακτήρας χάθηκε γύρω στα 700 π.Χ. Ο Ηρόδοτος λέει ότι οι Αιολείς φιλοξένησαν εξόριστους πολίτες από την Κολοφώνα, οι οποίοι κατά τη διάρκεια μιας θρησκευτικής γιορτής προς τιμήν του Διονύσου, τελούμενη από τους Σμυρνιούς έξω από τα τίχη της πόλης, κατέλαβαν την εξουσία. Οι κάτοικοι αναγκ΄στηκαν να καταφύγουν στις γειτονικές αιολικές πόλεις, ενώ η Σμύρνη μεταβλήθηκε σε ιωνική και εντάχθηκε στην Ιωνική Δωδεκάπολη.
Η ακμή της προσέλκυσε το ενδιαφέρον των Λυδών βασιλέων. Ο Γύγης (716-678 π.Χ.) απέτυχε να την καταλάβει, δεν συνέβη ωστόσο το ίδιο με τον Αλυάτη Β΄(610-560 π.Χ.) που την κατέστρεψε ολοσχερώς περί το 600 π.Χ.
Εκείνον τον ίδιο αιώνα η Σμύρνη υπέστη άλλη μία καταστροφή από τους Πέρσες. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να διασκορπισθούν και η πόλη έζησε την ερήμωση και τη σιωπή στην κλασική περίοδο.

Το πέρασμα του Μ. Αλεξάνδρου από την περιοχή το 334 π.Χ. έγινε αιτία επανίδρυσης. Ο Παυσανίας διηγείται ότι ο Αλέξανδρος κοιμήθηκε κάτω από έναν πλάτανο στο ιερό των Νεμέσεων, στο όρος Πάγος και είδε ένα όραμα: οι Νεμέσεις, αγαπητές και λατρευόμενες σπό τους Σμυρνιούς θεότητες, τού έδωσαν οδηγίες να χτίσει εκεί μια νέα πόλη. Οι κάτοικοι συμβουλεύτηκαν το Μαντείο της Κλάρου και ίδρυσαν την νέα πόλη στους πρόποδες του όρους Πάγος (σημερινό Kadifekale) πάνω στον ποταμό Μέλητα. Ο Στράβωνας μας πληροφορεί ότι εκείνη η νέα πόλη απείχε από την παλιά περίπου είκοσι στάδια.
Στην ουσία, η πόλη ολοκληρώθηκε από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου Αντίγονο τον Μονόφθαλμο(316-301 π.Χ.) και Λυσίμαχο (301-281 π.Χ.). Ο Λυσίμαχος την ονόμασε Ευριδίκεια- το όνομα της κόρης του- μια ονομασία που άντεξε όσο η ζωή του.

Κατά την Ελληνιστική περίοδο, η Σμύρνη ήταν ελεύθερη πόλη, υπαγόμενη αρχικά στους Σελευκίδες, μετά στους Ατταλίδες και στη συνέχεια στους Ρωμαίους. Μετά την Ειρήνη της Απαμειας το 188 π.Χ. η Σμύρνη αποτέλεσε τμήμα του βασιλείου της Περγάμου. Συντάχθηκε με τον Μυθριδάτη το 88 π.Χ., χάνοντας το καθεστώς της ελευθερίας της μετά την ήττα του βασιλιά.
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο η πόλη γνώρισε μεγάλη άνθηση. Τον 2ο αιώνα, χάρη στις αυτοκρατορικές δωρεές και τις ευεργεσίες της τοπικής αριστοκρατίας, κατάφερε να ανταγωνίζεται την Έφεσσο και την Πέργαμο, κερδίζοντας τον τίτλο της καλλίστης των πασών, δηλαδή της πιο όμορφης πόλης της Ιωνίας.
Εξαιρετική ρυμοτομία συνοδευόμενη από πολυτελείς δρόμους, λαμπρά δημόσια κτήρια(γυμνάσια, θέατρο, λουτρά, βιβλιοθήκες, μνημειακοί ναοί, ωδείο, αγορά) έδιναν την εντύπωση μιας επιβλητικής και κυρίαρχης πόλης.
Ένας καταστροφικός σεισμός το 178 μ.Χ. την κατέστρεψε, αλλά ο Μάρκος Αυρήλιος και η τοπική αριστοκρατία την ανοικοδόμησε και πάλι.

Η Σμύρνη υπήρξε κέντρο άνθησης της ρητορικής και της Δεύτερης Σοφιστικής, ενός κινήματος που συνδύαζε την φιλοσοφία, τη ρητορική, την εγκυκοπαιδική ευρυμάθεια  και την ηθική διδασκαλία.

Στην επόμενη συνάντησή μας θα βρεθούμε στα βυζαντινά χρόνια. Ως τότε, να είστε όλες και όλοι καλά!

Υ.Γ. Η εικόνα απεικονίζει τα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς.


Σάββατο 4 Μαΐου 2019


Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΔΗΜΗΤΡΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο Παυσανίας περιγράφει το ιερό σπήλαιο της «Μαύρης Δήμητρας», της Δήμητρος Μελαίνης, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη Φιγάλεια της Αρκαδίας.Μιλά για ένα ημιανθρώπινο λατρευτικό άγαλμα, μια αλογοκέφαλη Δήμητρα, χαμένη πια από την μνήμη των κατοίκων της περιοχής. Ο Παυσανίας, έχοντας διαβάσει τον Αρμόδιο Λεπρεάτη, μας διηγείται τον σχετικό μύθο: εκεί κρύφτηκε η θεά γεμάτη οργή, είτε επειδή βιάστηκε από τον Ποσειδώνα είτε επειδή εξαφανίστηκε η κόρη της, με συνέπεια να μη φυτρώνει τίποτε στη γη και να καταστρέφεται ό,τι υπήρχε πάνω της. Η ανθρωπότητα πέθαινε από πείνα.
Κανένας θεός δεν γνώριζε πού κρυβόταν η Δήμητρα, η ύπαρξή τους διακυβευόταν. Τελικά, ο Παν, ο κατσικοπόδαρος αρκαδικός θεός την επεσήμανε μέσα στη σπηλιά και ενημέρωσε τον Δία. Εκείνος έστειλε την Ίριδα, την επίσημη αγγελιαφόρο, αλλά δεν έφερε αποτέλεσμα∙ οι επισκέψεις των θεών που ακολούθησαν, το ίδιο. Μετά έστειλε τις Μοίρες, τις θεές του πεπρωμένου, κι εκείνες κατόρθωσαν να πείσουν τη θεά της γης ν’ αφήσει κατά μέρος τον θυμό της, να επιστρέψει στη θέση της και να επιτρέψει τη γη να καρποφορήσει ξανά.
Μια παραλλαγή θέλει τον Ερμή να φέρνει πίσω την Περσεφόνη και τη Ρέα να οδηγεί την Δήμητρα στον Όλυμπο.
Οι άνθρωποι «ανανέωσαν», γράφει ο Παυσανίας, τη λατρεία της θεάς σ’ εκείνο το σπήλαιο με αφορμή έναν καταστροφικό λιμό του 5ου αιώνα που απείλησε την ύπαρξη ζωής στην Αρκαδία και έφερε τους κατοίκους σε άγρια κατάσταση. Αυτό σηματοδότησε την ανεύρεση της προσβεβλημένης θεάς, της λατρείας που παραμελήθηκε, μετά από καθοδήγηση του μαντείου των Δελφών.
Ο Παυσανίας συνεχίζει περιγράφοντας την ειδική μορφή θυσίας που όρισε η Μαύρη Δήμητρα: πάνω στον βωμό μέσα σε ένα άλσος, μπροστά από τη σπηλιά, έπρεπε να τοποθετηθούν καρποί από διάφορα δέντρα, σταφύλια, κερήθρες, άξεστο μαλλί και να χυθεί λάδι από πάνω τους, την ίδια ώρα που προσφωνούσαν μια προσευχή. Ένας ιερέας και μια ιέρεια εκτελούν τα καθήκοντα.
Δεν απαιτείται θυσία ζώου ούτε βωμός με φωτιά. Αντίθετα, αυτή η «τράπεζα προσφορών» θυμίζει πρακτική της Εποχής του Χαλκού, είτε μινωική είτε μυκηναϊκή ή ακόμη και μικρασιατική.
Ο Παυσανίας δηλώνει ότι ο μύθος για την οργή της θεάς Δήμητρας ήταν γνωστός και στην Θέλπουσα, μια άλλη αρκαδική πόλη, όχι πολύ μακριά από την Φιγαλεία. Ωστόσο, στην Θέλπουσα δινόταν έμφαση στην γέννηση του πρώτου αλόγου, του Αρίωνα ή Ερίωνα. Ο Ποσειδώνας έγινε ο πατέρας του αλόγου, μεταμορφωμένος σε κήλωνα(επιβήτορα) όταν η θεά έφυγε μακριά του, μεταμορφωμένη σε φοράδα για να ξεφύγει. Έτσι, το άλογο γεννήθηκε από μια εξαγριωμένη, οργισμένη μητέρα. Η Θέλπουσα τιμούσα την Δήμητρα Ερινύν, την «θυμωμένη».
Επίσης, κάτι παρεμφερές γινόταν και στην Τιλφούσα της Βοιωτίας, μια πηγή κοντά στην Αλίαρτο, μια πηγή γεμάτη σκαθάρια (τίλφη= σκαθάρι), όπου υπήρχε ιερό του Απόλλωνα.  
Η περιπέτεια της Δήμητρας με τη μορφή της φοράδας έφερε στον κόσμο και μια «μυστική» κόρη, η οποία σχετιζόταν με την Δέσποινα της Λυκόσουρας.

Η Δέσποινα της Λυκόσουρας ήταν μία από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες της Αρκαδίας, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μυστηριακές λατρευτικές τελετές.Τόσο τις τελετές όσο και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι.
"Δέσποινα" δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά ο τρόπος προσαγόρευσής της. Τελικά όμως η Δέσποινα θα πρέπει να ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας:
"ταύτην μάλιστα θεών σέβουσιν οι Αρκάδες την Δέσποιναν, θυγατέρα δε αυτήν Ποσειδώνος φασίν είναι και Δήμητρος. Επίκλησις ες τους πολλούς εστιν αυτή Δέσποινα, καθάπερ και την εκ Διός Κόρην επονομάζουσιν, ιδία δε εστίν όνομα Περσεφόνη, καθά Όμηρος και έτι πρότερον Πάμφως εποίησαν. Της δε Δεσποίνης το όνομα έδεισα ες τους ατελέστους γραφείν."
("Οι Αρκάδες σέβονται και τιμούν αυτή τη Δέσποινα περισσότερο από τους άλλους θεούς, γιατί τη θεωρούν θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Οι περισσότεροι ονομάζουν αυτή τη θεά Δέσποινα όπως και αυτή που εγεννήθη από το Δία ονομάζουν Κόρη, όμως το όνομά της είναι Περσεφόνη, όπως έγραψαν ο Όμηρος και ακόμη παλιότερα ο Πάμφως στα ποιήματά τους. Το όνομα της Δέσποινας φοβήθηκα να το γνωστοποιήσω στους αμύητους.")
Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019



ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ (1932-2016)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






«Δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θεωρητικούς που λαχταρούν μια ζωή να γράψουν κάτι λογοτεχνικό. Εγώ αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου ως πιο προχωρημένο από τους λογοτέχνες, επειδή ακριβώς έγραφα θεωρητικά δοκίμια. Κι όταν στα 48 μου έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, κι έπειτα τα υπόλοιπα, δεν άλλαξα. Εξακολουθώ να αισθάνομαι όπως ένας αθλητής ποδηλάτης, ο οποίος κάπου-κάπου οδηγεί αυτοκίνητο».

Με πρόφαση την επέτειο του θανάτου του, προβαίνω σε ένα χορταστικό αφιέρωμα στον μεγάλο σημειολόγο, όπως χορταστικά ήταν όλα τα βιβλία που μας χάρισε. Αρχής γενομένης το 1985, οταν κυκλοφόρησε «Το όνομα του Ρόδου» στα ελληνικά, περίμενα με ανυπομονησία το επόμενο. Δεν ήταν ποτέ «απλή λογοτεχνία». Ήταν μάθημα ιστορίας, τέχνης, φυσικής, θεοσοφίας, λαογραφίας- ήταν μια αποκάλυψη.
Πώς να μην τον λατρέψω; Πώς να μην ζηλέψω την απέραντη βιβλιοθήκη του; Πώς να μην ψάξω να μάθω κι άλλα, από όσα ανέφερε, ανέλυε και μου προξενούσε το ενδιαφέρον; Πώς να μη θεωρώ μεγάλη έλλειψη την απουσία της φθαρτής του ύπαρξης και ευλογία όσα πρόλαβε να μας κληροδοτήσει;

Θα ξεκινήσω με γενικές βιογραφικές και συγγραφικές πληροφορίες:
Ο Ουμπέρτο γεννήθηκε στην Αλεσσάντρια του Πιεμόντε το 1932, αλλά με την έναρξη του Β΄Π.Π. μετακόμισε με τη μητέρα του σ’ ένα χωριό στα βόρεια της χώρας ( ο πατέρας του είχε στρατευθεί). Στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών έγινε αυτόπτης μάρτυρας μαχών ανάμεσα σε παρτιζάνους και φασίστες, «ένα γουέστερν», όπως το χαρακτήρισε χρόνια μετά.
Ξεκίνησε να σπουδάσει Νομική, αλλά τον συνεπήρε η Μεσαιωνική Φιλοσοφία και Λογοτεχνία, καταλήγοντας να γίνει διδάκτωρ Φιλοσοφίας το 1964. Το θέμα της διατριβής του έγινε και πρώτο του βιβλίο: «Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη».
Η δημοσιογραφία τον έθελγε επίσης και έγινε Διευθυντής του Πολιτιστικού Προγράμματος στο κανάλι της Ιταλικής Κρατικής Τηλεόρασης, μια σπάνια ευκαιρία να γνωρίσει την κοινωνία μέσα από τα ΜΜΕ- τότε ελεγχόμενα από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Το δεύτερο βιβλίο του, «Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα» προανήγγειλε τα επόμενα.
Η μικρή του στήλη στην εφημερίδα Verri με θέματα γλωσσιολογίας και καθημερινής πραγματικότητας τον έκανε γνωστό στη μεγάλη μάζα των Ιταλών. Ήταν αυτή η στήλη που έστρεψε το ενδιαφέρον του στην σημειολογία και είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση δεκάδων δοκιμίων («Μεταξύ ψεύδους και ειρωνίας», «Κήνσορες και θεράποντες», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η αποκάλυψη του Ιωάννη» κλπ).
Το πλήθος και η ευρύτητα των θεμάτων του ήταν τόσο μεγάλα, ώστε τον αποκαλούσαν παντογράφο (tuttografo).
Το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο παίρνοντας την έδρα της Σημειολογίας στο εκεί Πολυτεχνείο. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στις πολιτιστικές μελέτες, τον ρόλο της γλώσσας και της λογοτεχνίας στην κοινωνία, καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στη γλώσσα και στη λογοτεχνία. Το 1974 οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.
Η έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος το 1980 («Το όνομα του Ρόδου») τού χάρισε την παγκόσμια αναγνώριση.
Άλλα γνωστά μυθιστορήματά του είναι:
«Το εκκρεμές του Φουκώ» (1988), «Το νησί της προηγούμενης μέρας» (1994), «Ο Κάντ και ο Ορνιθόρυγχος»(1997), «Μπαουντολίνο» (2001), «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα» (2006), «Το κοιμητήριο της Πράγας» (2010), «Το φύλλο μηδέν»(2015).

Θεωρώ ότι η ανάγνωση/μελέτη των έργων του είναι μια πραγματική πρόκληση μάθησης, σου δίνει την αίσθηση ότι παρακολουθείς το ανάλογο μάθημα στο πανεπιστήμιο, ενώ συγχρόνως απολαμβάνεις την τέχνη της λογοτεχνίας.
Είπε- και με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη- ότι: «μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ήδη ξέρεις».

Ο Έκο αναφέρει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να γράψει «Το όνομα του Ρόδου» χωρίς να έχει διαβάσει τους Λαβυρίνθους του Μπόρχες, «Το εκκρεμές του Φουκώ» χωρίς το Μπουβάρ και Πεσυκέ του Φλωμπέρ.
Αναζητούσε πάντα ένα παλιότερο βιβλίο για να το ενσωματώσει σ’ ένα δικό του.Ίσως γι’ αυτό είναι όλα τους τόσο υπέροχα.
Ο μεγάλος στοχαστής υποστήριζε ότι «το βιβλίο ανήκει σ’ εκείνα τα θαύματα της τεχνολογίας, της οποίας μέρος αποτελούν ο τροχός, το μαχαίρι, το κουτάλι, το σφυρί, το τσουκάλι, το ποδήλατο. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, αυτά δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ. Το βιβλίο είναι μια επιβεβαίωση της ζωής, μια μικρή γεύση αθανασίας- αλίμονο, προς τα πίσω».

Το απόσπασμα το διαλέγω από το βιβλίο « ο Κάντ και ο ορνιθόρυγχος» που κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας το 1999 από τον εκδοτικό οίκο Ελληνικά Γράμματα.
«Ένα πολυσυζητημένο βιβλίο που έχει προδιαγράψει την πορεία του στο χώρο των φανατικών (και μη) της Σημειωτικής, πυκνό από τα νοήματα του πολυγραφόρατου φιλοσόφου και στοχαστή, όσο και την έκδηλη πρόθεσή του να συνδυάσει το εύρος και το βάθος της μελέτης του με μια διάθεση αυτοσαρκασμού και ανατρεπτικού χιούμορ, ώστε να κάνει το έργο πιο εύληπτο και πιο ευχάριστο και στον λιγότερα μυημένο αναγνώστη», σημειώνεται στο οπισθόφυλλο.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

  
   Συχνά, μπροστά στο άγνωστο φαινόμενο, αντιδρούμε κατά προσέγγιση: αναζητούμε τη λεπτομέρεια του περιεχομένου, που ήδη είναι παρούσα στην εγκυκλοπαίδειά μας, που καλώς είτε κακώςς φαίνεται να εξηγεί το νέο γεγονός. Ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας βρίσκουμε στον Μάρκο Πόλο, που βλέπει στην Ιάβα (τώα το καταλαβαίνουμε εμείς) ρινόκερους. Ωστόσο, πρόκειται για ζώα που εκείνος δεν έχει ξαναδεί ποτέ του, με τη διαφορά ότι, κατ’ αναλογία προς άλλα γνωστά ζώα, διακρίνει το σώμα τους, τα τέσσερα πόδια και το κέρατο. Επειδή η κουλτούρα που είχε του παρείχε την έννοια του μονόκερου, με άλλα λόγια του τετράποδου που είχε στη μουσούδα του ένα κέρατο, χαρακτηρίζει τα ζώα εκείνα μονόκερους. Στη συνέχεια, επειδή είναι χρονικογράφος έντιμος και λεπτολόγος, σπεύδει να μας πει ότι τούτοι οι μονόκεροι είναι πολύ παράξενοι, ωστόσο, λίγο εξειδικευμένοι θα λέγαμε, δεδομένου ότι δεν είναι λευκοί και λεπτοί,αλλά έχουν «τρίχωμα βούβαλου και πόδια σαν του ελέφαντα», το κέρατό τους είναι μαύρο και άγαρμπο, η γλώσσα αγκαθωτή, το κεφάλι σαν του αγριογούρουνου: «Είναι πολύ άσχημο στην όψη τούτο το ζωντανό. Δεν είναι, όπως λέγεται στα μέρη μας, καμιά κούκλα για τη βιτρίνα, ίσα ίσα».
   Ο Μάρκο Πόλο φαίνεται να παίρνει μια απόφαση: αντί να ανατμήσει το περιεχομενο προσθέτοντας ένα νέο ζώο στο σύμπαν των ζώων, διορθώνει την ισχύουσα πριγραφή των μονόκερων που, αν βέβαια υπάρχουν, είναι όπως εκείνος τους είδε και όχι όπως διηγείται ο μύθος. Τροποποιεί την ένταση αφήνοντας σε εκκρεμότητα την έκταση. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται ότι είχε πρόθεση να κάνει στην πραγματικότητα, χωρίς πολλές ταξινομητικές ανησυχίες.



Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018


ΜΕΤΕΩΡΑ
Μέρος α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



«Ανεξάρτητα από την γεωλογική εξήγηση της προέλευσης των Μετεώρων, εκείνο που προκάλεσε και πάντα θα προκαλεί τον θαυμασμό είναι η ανεπανάληπτη και μοναδική ομορφιά του πέτρινου δάσους με τα μοναστήρια στις κορυφές τους. Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον φανταστικό τόπο ήρθαν για την άσκησή τους οι μοναχοί και πρόσθεσαν στα θαυμαστά δημιουργήματα της φύσης τον ανθρώπινο μόχθο και την καλαισθησία» ( Νίκος Νικονάνος)

Πλησιάζοντας τους «φύλακες-δράκους» της Θεσσαλίας των μεσαιωνικών χρόνων, όσες φορές κι αν τους έχεις αντικρύσει, σε πιάνει δέος. Τα βράχια υψώνονται σχεδόν κατακόρυφα, άπαρτα κάστρα, γλιστερά και – εκ πρώτης όψεως-αφιλόξενα, φθάνουν κι αγγίζουν τον ουρανό, εεξ ού και η ονομασία τους: μετέωρα, χαρακτηρισμός από τα χείλη του Οσίου Αθανασίου, κτήτορα του Μεγάλου Μετεώρου, όταν πρωτοανέβηκε τον 14ο αιώνα να ασκητέψει σ’ ένα φυσικό κοίλωμα των βράχων.

Η τελευταία μου επίσκεψη, πριν δυο μήνες περίπου, ένα σύντομο πέρασμα μιας εκτενέστερης εκδρομής, άφησε πάλι την καρδιά γεμάτη, τους λογισμούς ανήσυχους για τη σπουδαιότητα της ύπαρξής μας, για τους στόχους ζωής και το στιγμιαίο μας πέρασμα. «Τι να προλάβεις να πρωτοκάνεις;» ρωτάμε πολλές φορές. Η απάντηση όλων των καλογήρων που ανέβηκαν αυτά τα τρομερά βράχια και μεγαλούργησαν, απομονωμένοι επί αιώνες από τους συνανθρώπους τους της εύφορης πεδιάδας, απαντά: «πολλά, αρκεί να μένεις προσηλωμένος στον στόχο σου».

Ανάμεσα στα Αντιχάσια και την Πίνδο, στη βορειοδυτική πλευρά της Θεσσαλίας, στους αρχαίους Σταγούς( σήμερα Καλαμπάκα) και πάνω από το μικρό και γραφικό Καστράκι, υψώνονται τούτοι οι σκουρόχρωμοι βράχοι, σχηματίζοντας ένα τοπίο που κόβει την ανάσα.



Με ύψος να φτάνουν τα 400μ. καταλαμβάνουν μια έκταση 30 τ.χλμ. και εξακολουθούν να κρατούν μυστική την προέλευσή τους. Άλλοι μιλούν για διαβρωσιγενείς σχηματισμούς, επομένως για σκληρά κροκαλοπαγή πετρώματα,απομονωμένα μετά την διάβρωση των γειτονικών τους ψαμμιτικών και αργιλοαμμωδών πετρωμάτων, και άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για δελτοειδή κώνο ποταμού, ο οποίος στον πλειογενή αιώνα είχε τη μορφή λίμνης, εκτεταμένης σε όλη τη σημερινή θεσσαλική πεδιάδα, μεταφέροντας άμμο, λάσπη, κροκάλες, χαλίκια και άλλες φερτές ύλες στην έξοδό του στην συγκεκριμμένη περιοχή και σχηματίζοντας κώνους καθώς συγκολλούνταν μεταξύ τους. Όταν αργότερα τα νερά αποσύρθηκαν, κατατμήθηκαν σε βράχους διαφόρων σχημάτων. Όποια και να είναι η προέλευση, είναι βέβαιο ότι ο αέρας των αιώνων έβαλε την τελική πινελιά της διάβρωσης στη μορφή τους, τους σμίλεψε όπως ο γλύπτης το έργο του.
Άγνωστος παραμένει και ο χρόνος που οι πρώτοι ερημίτες σκαρφάλωσαν στους απόκρημνους βράχους, αναζητώντας τον Θεό, είναι, ωστόσο υπολογίσιμος ο χρόνος της οργάνωσής τους κι αυτό συνέβη το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα. Τότε συνεστήθη η σκήτη της Δούπιανης ή σκήτη των Σταγών και συγκροτήθηκε η πρώτη μορφή της μοναστικής κοινωνίας των Μετεώρων, με οργάνωση παρεμφερή με εκείνη των ιδιόρρυθμων σκητών του Αγίου Όρους.

Όπως αναφέρουν οι πηγές, κάτω από τον βράχο(«στύλο») της Δούπιανης υπήρχε από τα 1200(σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες) ο ναός της Θεοτόκου, όπου μαζεύονταν οι μοναχοί κάθε Κυριακή για την κοινή τους προσευχή, δημιουργώντας σιγά σιγά την πρώτη μοναχική πολιτεία. Η σκήτη υπαγόταν στην επισκοπή Σταγών, είχε προϊστάμενο με τίτλο «πρώτος της σκήτης των Σταγών» και έδρα τον ναό της Θεοτόκου της Δούπιανης.
Στα μέσα του 14ου αιώνα, «πρώτος»  ήταν ο Νείλος, μια από τις πλεόν ηγετικές μορφές του μετεωρίτικου μοναχισμού. Με δικές του ενέργειες η σκήτη απέκτησε προνόμια και κτίστηκαν τέσσερις ναοί στα γύρω σπήλαια.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε ο Αθανάσιος, ιδρύοντας το Μεγάλο Μετέωρο και οργανώνοντας κοινοβιακά ολόκληρη την μοναστική πολιτεία των βράχων. Η ακμή είχε αρχίσει για να παρουσιάσει κάμψη τον επόμενο αιώνα(15ος) και ξανά άνοδο τον 16ο αιώνα κατά τον οποίο ανακαινίζονται τα παλιά και χτίζονται νέα μοναστήρια, παρά Τον τούρκικο ζυγό.

Σήμερα, διατηρούνται επτά μονές (από τις 24 που υπήρχαν): της Μεταμορφώσεως (ή Μεγάλο Μετέωρο), του Βαρλαάμ, του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Στεφάνου, του Ρουσάνου και της Υπαπαντής.





Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018


ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ
Μέρος β΄
Ο συνεταιρισμός
Της Dimitra Papanastasopoulou





Οι Αμπελακιώτες από τα τέλη του 17ου αιώνα ασχολήθηκαν με τη βαφή των βαμβακερών νημάτων, μια τέχνη που την έμαθαν στους κιρχανάδες (νηματοβαφεία) της Λάρισας και του Τυρνάβου. Γρήγορα διαπίστωσαν ότι αυτή η τέχνη μπορεί να είναι προσοδοφόρα και τη μετέφεραν στο χωριό τους. 
Η βαφή γινόταν με τη χρήση του φυτού ριζάρι (ρούβια η βαφική ή ερυθρόδανο) που κάποιοι έφεραν από τη Μικρά Ασία και το καλλιέργησαν στη Θεσσαλία.
Γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι τα βαμμένα με αυτή την ανεξίτηλη και ζωηρή κόκκινη βαφή νήματα ήταν εξαιρετικής ποιότητας και η ζήτησή τους στην Ευρώπη τεράστια. Έτσι, αποφάσισαν να συνεταιριστούν και να αντιμετωπίσουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Οι μικρές οικοτεχνίες πολλαπλασιάστηκαν, όλοι καταπιάστηκαν μ’ αυτό, παίρνοντας βαμβάκι αρχικά από την Κοιλάδα των Τεμπών. Όταν οι παραγγελίες αυξήθηκαν, οι προμήθειες επεκτάθηκαν σ΄ολόκληρη τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία!
Συγχρόνως, συνεργάστηκαν με Ηπειρώτες εμπόρους που τους έδειξαν τους δρόμους για την Αυστρία και τη Γερμανία. Δεν άργησαν να επεκταθούν στην κεντρική Ευρώπη, με τις παραγγελίες να αυξάνονται συνεχώς.
Ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει τη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Κλάρκ:
«το ωραίο κόκκινο χρώμα του τουρκικού βαμβακιού για πολύν καιρό θα κρατήσει την αρχική του φήμη. Ουδέποτε στην Αγγλία μπόρεσαν να το απομιμηθούν τέλεια. Η αγγλική βαμβακερή κλωστή είναι μεν πολύ λεπτότερη, όμως δεν έχει την αντοχή που έχει η κλωστή που παρασκευάζεται στην Τουρκία, κι’ ούτε το χρώμα της αγγλικής είναι τόσο στερεό».
Οι λόγιοι Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς στο έργο τους «Νεωτερική Γεωγραφία», γραμμένο πριν το 1790 και τυπωμένο στη Βιέννη το 1791 [φιλοτίμω χρηματική συνδρομή του εντιμοτάτου κυρίου Ίβου Δροσινού Χατζή Ίβου του εξ Αμπελακίων], μας δίνουν αξιοπρόσεχτες πληροφορίες για την εμποροβιοτεχνική ανάπτυξη των Αμπελακίων στα χρόνια εκείνα:
«Αμπελάκια, χώρα χριστιανική εις τους βορείους πρόποδας της Όσσας, […]. Έχει έως 550 σπίτια από τα οποία ολίγα τινά είνε πολλά όμορφα με το να είνε οικοδομημένα κατά τον τρόπο της Ευρώπης. Αυτή η χώρα προτήτερα από ολίγα χρόνια δεν ήταν τίποτες, τώρα όμως είνε ακουστή και πλούσια δια τα εξαίρετα νήματα οπού βάφονται εις αυτήν και διά το εμπόριο οπού κάμνουν οι ίδιοι με αυτά εις όλη τη Γερμανία. Και οι ίδιοι οι Τούρκοι και οι Λαρισαίοι μάλιστα οι περίοικοί της τη σέβονται διά το κέρδος οπού έχουν απ’ αυτήν, ωσάν οπού διά μέσου αυτής πουλούν τα νήματά τους και ζουν».
Ανάμεσα στα 1750 και 1760 σχηματίστηκε η πρώτη βιοτεχνία οικογενειακής μορφής, και μετά από λίγα χρόνια έγιναν πέντε.
Μια τέτοια ιδρύθηκε στις 15 Απριλίου 1771 από τους Κόμη Δροσινό και Γεώργιο Τότο:«Με το παρόν γράμμα μαρτυρικόν και εξουφλητικόν φανερόνω ο κάτου υγεμεν ότι εις τους 1771 απριλλίου 15 εσυμφώνησε ο κυρ γιοργιος Τότου μετά του κυρ Κόμη Δροσινού να δουλεύουν την κοκιναδικήν τέχνην ο μεν κόμις να πιγενι δια την βρόπα να πολει τα νίματα το δε ό τότους να κομαντάρι εδώ τα κιρχανάδια καί ότι κέρδως ήθελε ξαποστίλη ό πλουσιόδωρος θεός να μεράζουν ίσια προς ίσια όσον καί αποσον καί εις την ζημίαν, την δε την σήμερον εθεόρισαν τον λογαριασμόν τους καί έδοσαν τέλος ή συντροφιά. Εν έτι 1777 Ιουνίου 27, αμπελλάκια» (Η. Νικολόπουλος, «Δομές και θεσμοί στην τουρκοκρατία: Τα Αμπελάκια και ο κοινωνικοοικονομικός μετασχηματισμός του ελλαδικού χώρου»).



Οι απασχολούμενοι εργάτες έφταναν τους χίλιους- άνδρες και γυναίκες. Με τις απαιτήσεις της παραγωγής να αυξάνονται, οι πέντε βιοτεχνίες κατάλαβαν ότι το συμφέρον τους ήταν η δημιουργία ενός μεγαλύτερου φορέα. 
Το 1778 ενώθηκαν ιδρύοντας τον πρώτο αγροτικό συνεταιρισμό στην Ελλάδα, την «Κοινή Συντροφία και Αδελφότητα των Αμπελακίων»  με πρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο(Σβάρτς) και μετόχους όλους τους Αμπελακιώτες (παραγωγοί, εργάτες, τεχνίτες, έμποροι, άντρες και γυναίκες). Οι γαιοκτήμονες συμμετείχαν με τα χωράφια τους, οι κεφαλαιούχοι με τα χρήματα τους, οι τεχνίτες και οι εργάτες με την εργασία τους. Η κατώτερη συνεταιριστική μερίδα ήταν 1.700 φράγκα, ενώ η μεγαλύτερη 6.800, για να αποφευχθεί η κυριαρχία των μεγάλων κεφαλαιούχων. Το 1780 ο συνεταιρισμός είχε 6.000 ενεργά μέλη, με τα καθαρά κέρδη να διανέμονται δίκαια.
Όσα χρόνια διήρκησε ο συνεταιρισμός το χωριό γνώρισε μεγάλη ακμή και ανάπτυξη. Τα Αμπελάκια απέκτησαν 17 υποκαταστήματα σε ευρωπαϊκές πόλεις. Όλοι οι πράκτορες, αντιπρόσωποι και υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών πρακτορείων ήταν Αμπελακιώτες και μέλη της Κοινής Συντροφίας. Το χωριό γνώρισε ανέλπιστα πλούτη, τα σπίτια έγιναν μεγαλύτερα, πλουσιότερα και οικοδομήθηκαν πολλά αρχοντικά, σχολεία, νοσοκομεία, δρόμοι.

Ο συνεταιρισμός διαλύθηκε το 1812. Οι λόγοι του αφανισμού ήταν η εφεύρεση της ανιλίνης που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα με το ριζάρι, αλλά κόστιζε φθηνότερα, οι συγκρούσεις των μελών, η πτώση της ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω των Ναπολεόντειων πολέμων, η ανάπτυξη της βρετανικής κλωστοϋφαντουργίας και η υψηλή φορολογία που επέβαλε ο Αλή Πασάς.
Η παρακμή δεν άργησε να έλθει και η λήθη εγκαταστάθηκε μόνιμα.