The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Εγχάραξη
Της Dimitra Papanastasopoulou




Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στον υπέροχο Μυκηναϊκό Πολιτισμό, εξετάζοντας  μια άλλη του πτυχή, αυτή της εγχάραξης.
Τα παραδείγματα εγχάραξης ελεφαντόδοντου απεικονίζουν το σημαντικό επίπεδο δεξιοτεχνίας που κατορθωνόταν με την επεξεργασία μιας ευρείας γκάμας υλικών. Ελάχιστα δείγματα από ξύλο σώζονται: μια σημαντική εξαίρεση αποτελεί ένα ξύλινο κουτί από τον Περίβολο Α των βασιλικών τάφων  με διακοσμητικά φύλλα χρυσού τοποθετημένα γύρω του.
Τα εισαγόμενα δόντια από ελέφαντα και ιπποπόταμο ήταν ακόμη πιο πολύτιμα, πιο ανθεκτικά στο χρόνο και χρησιμοποιούνταν για πολλούς και διάφορους σκοπούς: σαν μέρη επίπλων, όπως ένα ζευγάρι πόδια που βρέθηκαν στη Θήβα, ολόκληρες καρέκλες όπως εκείνη που βρέθηκε σε έναν τάφο του 8ου π.Χ. αιώνα στην Σαλαμίνα της Κύπρου, πάνω σε λαβές όπλων, σαν πολύπλοκα σκαλισμένα χερούλια για μπρούτζινους καθρέφτες ή χτένες, σε πυξίδες και αλλού.
Ένα ωραίο παράδειγμα από τη Θήβα έχει τοποθετημένες αντικρυστά δυο σφίγγες. Διακοσμητικά με ένθετες ψηφίδες ελεφαντόδοντου που απεικονίζουν μια μεγάλη θεματική γκάμα-σφίγγες, δελφίνια, θυρεούς, κοχύλια ή κίονες- κοσμούσαν έπιπλα και κασέλες. Κομμάτια ελεφαντόδοντου, σμιλεμένα στρογγυλά, όπως το καθισμένο λιοντάρι και η κεφαλή νέου από την Αίθουσα με την τοιχογραφία στις Μυκήνες, είναι πολύ πιο σπάνια και δημιουργημένα με εξαιρετική δεξιοτεχνία. Ως ιδανικό δείγμα θεωρείται η Ελεφάντινη Τριάδα  από την Ακρόπολη των Μυκηνών που απεικονίζει ένα ζευγάρι γυναικών και ένα μικρό παιδί.
Οι πινακίδες καταγράφουν έπιπλα, συμπεριλαμβανομένων τραπεζιών, καθισμάτων και υποποδίων. Ορισμένα από αυτά ήταν διακοσμημένα με ένθετες ψηφίδες χρυσού και ελεφαντόδοντου, ξύλου και κύανου ( ενός πολύτιμου λίθου, κύριου συστατικού του γνωστού μας λάπις λάζουλι), με σκηνές που περιελάμβαναν άνδρες, άλογα, χταπόδια και πουλιά.

Η εγχάραξη πέτρας μικρών αντικειμένων δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη στην ηπειρωτική Ελλάδα, όσο στην Κρήτη- ίσως επειδή δεν υπήρχαν τόσο πολλές μαλακές πέτρες. Τα πιο πολλά από τα πρώιμα παραδείγματα πέτρινων αγγείων, όπως εκείνα των λακκοειδών τάφων, θεωρούνται ότι προέρχονται από την Κρήτη.
Κατά την Μυκηναϊκή Ανακτορική Περίοδο είναι βέβαιο ότι υπήρχαν εργαστήρια  στην ηπειρωτική χώρα που παρήγαγαν τα λεπτοφυή αγγεία, τα οποία βρέθηκαν στην Οικία των Ασπίδων στις Μυκήνες. Γουδιά από σκληρό βασάλτη στο σχήμα ρηχού μπώλ με τρία κοντόχοντρα πόδια που χρησιμοποιούνταν για το άλεσμα δημητριακών, βρέθηκαν σε πολλά μέρη. Οι μεγάλες στήλες που σημάδευαν τη θέση των τάφων στους Περιβόλους Α και Β των βασιλικών τάφων στις Μυκήνες,σμιλεύτηκαν με ξεχωριστή δεξιοτεχνία, με ελικοειδή σχέδια ή κυνηγετικές σκηνές.
Η εξαίσια διακόσμηση της Πύλης των Λεόντων και της πρόσοψης του Θησαυρού του Ατρέα στις Μυκήνες, καθώς και στο ταβάνι της παλϊνής αίθουσας στον θόλο του Ορχομενού, όπως και η β΄ση του θρόνου στην Τίρυνθα, απεικονίζουν τον χρόνο και την εργασία που απαιτούνταν για την δημιουργία μημιακών κτισμάτων.
Οι χάντρες από πέτρες της περιοχής περιλαμβάνουν κρυστάλλους,καρνεόλιο, αχάτη, σαρδόνυχα, στεατίτη και αμέθυστο, ενώ εισάγονταν κεχριμπάρι και λάπις λάζουλι. Μπρούτζινες καρφίτσες που βρέθηκαν στους βασιλικούς τάφους έχουν σμιλευμένα κρυστάλλινα κεφάλια.

Οι σφραγιδόλιθοι ήταν συνήθως στρογγυλές χάντρες σε σχήμα φακής με λεπτεπίλεπτα χαραγμένες σκηνές και έχουν βρεθεί επίσης σε πολλά σημεία. Οι σκηνές αυτές- αριστουργήματα μικροτεχνικής- απεικονίζουν ελάφια, ταύρους, λιοντάρια σε μάχη ή θεϊκές και ανθρώπινες μορφές. Κι αυτά ήταν περισσότερο συνηθσιμένα στην Κρήτη, θεωρούμενη ως κέντρο κατασκευής τους. Οι σφραγιδόλιθοι χρησιμοποιούνταν για την αναγνώριση περιουσιών ή για εγγύηση του περιεχομένου ενός αγγείου.  Τέτοιου είδους σφραγίδες βρέθηκαν πάνω σε πήλινα δοχεία στην Οικία του Λαδεμπόρου στις Μυκήνες.      

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Τα περιεχόμενα των τάφων μας παρέχουν πληθώρα πληροφοριών σχετικά με τα υλικά που ήταν διαθέσιμα στον μυκηναϊκό κόσμο, μας δείχνουν την δεξιοτεχνία και την γνωστή τεχνολογία που χρησιμοποιούσαν για την επεξεργασία των υλικών, καθώς και την ποικιλία των παραγόμενων προϊόντων.
Η αγγειοπλαστική, η μεταλλουργία, το λέξευμα της πέτρας και του ελεφαντόδοντου, η χρήση του γυαλιού, μαρτυρούν την εξιδείκευση και την  καλλιτχνική τους αξία.
Όσο για την παραγωγή υφασμάτων, λάξευμα ξύλου, δημιουργία αρωμάτων κ.α. οι πληροφορίες είναι έμμεσες και πολλά συμπεραίνονται από τις τοιχογραφίες και τις πολύτιμες πινακίδες (σε γραφή Γραμμική Β).

Θα ξεκινήσουμε, εξετάζοντας την κεραμική.

Ο πηλός που επέλεγαν ήταν καλής ποιότητας και ταίριαζε στη χρήση για την οποία προοριζόταν το αγγείο, παίρνοντας το σχήμα του από τον τροχό του κεραμοποιού και ψημένος μετά σε υψηλή θερμοκρασία για να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητά του.
Τα σχήματα ήταν τυποποιημένα και συμπεριελάμβαναν κύπελα με πόδι, κύπελα με μια λαβή, κύλικες χαμηλούς και κύλικες κολονάτους, αγγεία για επιτραπέζια χρήση βαθιά ή ρηχά. Ωστόσο, τα επίπεδα πιάτα ήταν άγνωστα.
Τα δοχεία αποθήκευσης κυμαίνονταν από μεγάλα πιθάρια ύψους ενάμιση μέτρου (ή και περισσότερο), από αμφορείς με στενό λαιμό και διαφορετικά μεγέθη και, βέβαια, στο χαρακτηριστικό μυκηναϊκό πιθάρι με το λοξό στόμιο- κάτι που διευκόλυνε τον έλγχο της ροής του περιεχομένου του.
Τα μεγάλα πιθάρια χρησίμευαν για την μεταφορά λαδιού, ενώ τα μικρότερα, συχνότατα περίτεχνα διακοσμημένα, περιείχαν αρωματικά λάδια ( για προσφορές σε τάφους). Άλλα πιθάρια με τρεις λαβές για την ασφάλιση του πώματος, περιείχαν αλοιφές ή πολτούς. Επίσης, υπήρχαν δοχεία για τις παιδικές τροφές.
Τα κεραμικά ρυτά- η ονομασία που δόθηκε στα αγγεία με σχήμα χωνιού για μετρημένη εκροή ή για τις ιεροτελεστίες- φτιάχνονταν και σε περίτεχνα σχήματα,όπως κεφαλών ζώων(σε μίμηση παραδειγμάτων πολύτιμων μετάλλων).
Τρίποδα αγγεία μαγειρικής και ορθογώνιες σχάρες ψησίματος κατασκευάζονταν από έναν χονδρό, ειδικά επεξεργασμένο πηλό που άντεχε περισσότερο τη θερμοκρασία της πυροστιάς.
Ο πηλός χρησιμοποιούνταν και για μεγάλες λεκάνες, λάρνακες(κιβώτια ταφής) και για μεγάλες μπανιέρες. 

Οι ταχείες αλλαγές στον τρόπο κατασκευής διαθόθηκαν γρήγορα στον μυκηναϊκό κόσμο. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Σουηδός ειδικός Άρν Φούρμαρκ κατάφερε να συντάξει ένα βιβλίο όπου έδειχνε πώς τα πρότυπα κατασκευής και τα διακοσμητικά σχέδια άλλαζαν με την πάροδο του χρόνου, σε μια αλληλουχία κοντινής χρονολόγησης. Έτσι, ξεχωριστά τα αγγεία μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια σ’αυτήν την αλληλουχία εξέλιξης.
Τα πρότυπα εφαρμόστηκαν πριν το φούρνισμα με ένα περίβλημα πλούσιο σε σίδηρο που πυρακτωνόταν παίρνοντας ένα γυαλιστερό κόκκινο ή μαύρο χρώμα, ανάλογα με την ατμόσφαιρα του φούρνου. Στο σύνολό της, η μυκηναϊκή διακόσμηση δημιουργείται σε παράλληλες ζώνες με το χαμηλότερο μέρος των περισσότερων αγγείων, που είναι χρωματισμένα με μια ράβδωση ή, στις μεταγενέστερες περιόδους με συμπαγές χρώμα. Τα χρησιμοποιούμενα πρότυπα είναι συχνά τόσο στυλιζαρισμένα ώστε το αρχικό σχέδιο εντοπίζεται με μεγάλη δυσκολία.
Τα πρώιμα πρότυπα περιλαμβάνουν διπλούς πελέκεις, φύλλα, έντονους μαιάνδρους, ακόμη και ένα είδος διάστιξης ή σφουγγαρίσματος που μιμείται το τσόφλι του αυγού. Οι μαίανδροι εξακολουθούν να προτιμούνται, ενώ τα καλαίσθητα λουλούδια και οι ελικοειδείς αυλακώσεις είναι κοινές στην Ανακτορική Περίοδο, μαζί με τα φατνώματα σε ορθές γωνίες και τεθλασμένε γραμμές.
Τα μεταγενέστερα σχέδια είναι συχνά χρωματισμένα με λεπτότερο πινέλο και μπορούν να είναι εξαιρετικά λεπτομερή. Η διακόσμηση με φιγούρες ανθρώπων άνθισε επίσης κατά τη διάρκεια της Ανακτορικής Περιόδου,όταν τα αγαπημένα θέματα σε μεγάλους κρατήρες είναι σκηνές μς άρματα ή ταύρους. Αυτά τα σχέδια είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στην Κύπρο και μέρος της παραγωγής των κέντρων της Αργολίδας ίσως προοριζόταν για εξαγωγή στο νησί.
Σκηνές με φιγούρες επανεμφανίστηκαν μετά τις καταστροφές του 1.200 π.Χ., αλλά είναι σχετικά σπάνιες. Περιλαμβάνουν το φημισμένο Αγγείο του Πολεμιστή που βρέθηκε από τον Σλήμαν, έναν ιδιαίτερα μεγάλο κρατήρα, διακοσμημένον σε κάθε πλευρά με μια φάλαγγα στρατιωτών που προελαύνουν για τη μάχη.
Αξιοσημείωτα, αλλά ασυνήθιστα παραδείγματα συνδυασμού τεχνικής του τροχού και χειροποίητης τεχνικής  αποτελούν οι «άσχημες» φιγούρες και τα συσπειρωμένα φίδια από τον Ναό των Μυκηνών, η Γυναίκα της Φυλακωπής και οι φιγούρες αγελάδων, από ένα ιερό του 12ου π.Χ. αιώνα στο νησί της Μήλου.






Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

ΕΝΑ ΦΩΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Σαν σήμερα γεννήθηκε η Ελένη Παπαδάκη, το φωτεινό πλάσμα που έμελε να φύγει με φρικτό τρόπο, πληρώνοντας το μίσος που κουβαλούσε ο εμφύλιος, στερώντας τον κόσμο από θεϊκές παραστάσεις που θα γίνονταν κοινωνοί όσοι περίμεναν να την ξαναδούν να ερμηνεύει με τον δικό της, εκπληκτικό τρόπο.

Δίνω τον λόγο στον Πολύβιο Μαρσάν για να μας μεταφέρει νοερά στην τελευταία της θεατρική παράσταση «Εκάβη».

Η πανηγυρική έναρξη των παραστάσεων της ΙΓ΄χειμερινής περιόδου 1943-1944 άρχισε στις 13 Δεκεμβρίου 1943 με την Εκάβη. Οι παραστάσεις δόθηκαν στην κεντρική σκηνή και όχι στο Ηρώδειο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται σε πολλά συγγράμματα. Παραβρέθηκαν οι Αρχές Κατοχής, ανώτεροι Γερμανοί στρατιωτικοί, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου με επι κεφαλής τον Ιωάννη Ρ’αλλη και πλήθος ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών.
   Η Νέλλη Μαρσέλλου προ ετών μού είχε διηγηθεί ότι την ημέρα της πρώτης πίσω από την αυλαία επικρατούσε εκνευρισμός και αγωνία, και η Ελένη με δυνατό χτυποκάρδι περίμενε τα τελευταία λόγια που έλεγε στο μακρύ πρόλογο το φάντασμα του Πολύδωρου, για να κάμει την εμφάνισή της. Δεν ήταν μόνον ο φόβος και το τρακ της πρεμιέρας που δημιούργησαν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στα παρασκήνια. Ήταν πολλά μυθεύματα, συκοφαντίες και προπάντων εχθρότητες που περιτριγύριζαν τότε την Παπαδάκη, διαδόσεις ότι θα γίνονταν ταραχές στην αίθουσα και ότι η παράσταση θα κατέληγε σ’ ένα μεγάλο φιάσκο.
   Από τις πρώτες σκηνές το παίξιμό της και η απόδοση του κειμένου είχαν μια απίθανη ένταση, ένα συνεχές ανέβασμα, τόσο δυνατό, ώστε ο Σικελιανός που παρακολουθούσε την παράσταση διερωτάτο:
   «Μα, πώς αρχίζει έτσι η Παπαδάκη, πού θα φθάσει;;»
   Γιατί η Ελένη άρχισε την απαγγελία της σε τόνο ψηλό, με φωνή δυνατή και έπρεπε στη συνέχεια του κειμένου όλο και να ανεβαίνει φωνητικά και υποκριτικά. Γοήτεψε το ακροατήριο, όπως και τον Άγγελο Σικελιανό, από την πρώτη στιγμή. «Στην μουσικότητά της οφείλεται ο άθλος που πέτυχε στην Εκάβη», έγραψε ο Στρατής Μυριβήλης. «Ήταν ολόκληρη η ερμηνεία της ένα τραγούδι, μια μουσική ερμηνεία,που σπάνια τις χάρηκε το ελληνικό θέατρο, η δημιουργία της ήταν μια εξαίσια ολοκλήρωση από ηθοποιία, μουσική και όρχηση. Το ζευγάρωμα των τριών τεχνών που ζητούσαν οι αρχαίοι Έλληνες».

Με τα φωνητικά χαρίσματα της Παπαδάκη ασχολήθηκαν στις κριτικές τους και οι δύο κορυφαίες μουσικοκριτικοί του τότε αθηναϊκού τύπου, η Σπανούδη και η Λαλαούνη: «Τον υπέροχο θρήνο της αρχαίας τραγικής ηρωίδας δόξασε η Ελένη Παπαδάκη με όλο το μεγαλείο και την πληρότητα μιας συνειδητοποιημένης, όσο και αυθόρμητης δημιουργίας. Οι μακρόσυρτες τραγικές κραυγές  της στάθηκαν μια αποκάλυψη.Συγκλόνισαν με τις δραματικότατες μεταπτώσεις τους όλους χωρίς εξαίρεση. Η Ελένη Παπαδάκη θάμβωσε τον κόσμο σαν ένας συγκεντρωτικός φακός. Ο λόγος της, λαξευμένος υπέροχα, χρωματισμένος, αντηχούσε σαν φλογερός ορείχαλκος, ένας λόγος πολύρρυθμος, διονυσιακός...»
  
Μια μεγάλη «μικρή στιγμή» από την ερμηνεία της περιγράφει παραστατικότατα η Μαρία Αμαριώτου, δείχνοντας την επεξεργασία ως την πιο παραμικρή λεπτομέρεια της Ελένης Παπαδάκη στο στήσιμο του ρόλου:
   «... Μια νοερή ζυγαριά λες και κρατεί μπροστά της και τη γεμίζει από τη μια μεριά με τις χαμένες ευτυχίες..., τι θα βάλει στην άλλη μεριά ή πραγματικότητα; Σ’ αυτήν η Ελένη αφήνει να πέσει του Ευριπίδη η απάντηση, βαριά σαν μολύβι,φορτωμένη την απογοήτευση και την πίκρα όλων των γελασμένων ανθρώπων... Κανένας ρητορισμός και καμιά έμφαση... Μια λέξη, έτσι που την είπε η Ελένη Παπαδάκη, είναι το φοβερό κενό, το απέραντο και απόλυτο μηδέν, το απαρηγόρητο εκείνο «τίποτα», το «μηδέν» του αρχαίου κειμένου. Η κάθε κίνηση των χειλιών, όλη η μιμική του προσώπου, το βλέμμα, της φωνής το άδειο χρώμα,όλα στάζουν την πίκρα τόσο έντονα... Καθώς άκουγες εκείνο το «τίποτα» λεςκαι άδειαζε ο κόσμος του αδύνατου ανθρώπου και βούλιαζε μέσα του συνόνειρος και συνέλπιδος».

Οι διθυρμβικές κριτικές δεν έχουν τελειωμό... ο θρίαμβος υπήρξε μοναδικός, ηχηρός. Τόσος που ξύπνησε όλους τους δαίμονες της ζήλειας, της μικρότητας, του φθόνου και της εκδίκησης. Μιας σκοτεινιάς που μας στέρησε πρώιμα το φως της.  

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Μέρος Δ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ο κύκλος των πόλεων κλείνει σήμερα με την αναφορά στην Θήβα και την Τίρυνθα.

Θήβα

Καμία άλλη αρχαία πόλη της Ηρωικής Εποχής δεν είχε τόσους μύθους, όπως συνέβη με τη Θήβα την επτάπυλη, τον θρόνο του Κάδμου και ον τραγικό Οιδίποδα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στην κορυφή ενός λόφου στον βοιωτικό κάμπο, πάνω στον οποίο εντοπίζεται μια ακρόπολη, βρέθηκαν κυκλώπεια τείχη και μεγάλα ανακτορικά κτίσματα, με τμήματα αξιόλογων τοιχογραφιών που ανάγονται στον 14ο και 13ο π.Χ.αιώνες. Οι «επτά πύλες» δεν βρέθηκαν, αλλά η πόλη της Θήβας έχει επτά φυσικές εισόδους στο σημείο όπου βρίσκονταν οι πύλες της Κλασικής Θήβας.
Διάφορες αίθουσες κοντά στην αποκαλούμενη Οικία του Κάδμου περιείχαν πολλά διακοσμητικά αντικείμενα από χρυσό, λάπις λάζουλι και ελεφαντόδοντο, όπως επίσης χάλκινα όπλα, πανοπλίες και στομίδες αλόγων. Πιο εντυπωσιακή  είναι μια «αρχαιολογική» συλλογή με σαράντα δύο κυλινδρικές σφραγίδες από την Εγγύς Ανατολή, τριάντα εννέα από λάπις λάζουλι και τρεις από φαγεντιανή.  Μερικές ήταν ήδη χιλίων ετών όταν το κτίσμα καταστράφηκε από φωτιά.
Πινακίδες Γραμμικής Β γραφής έχουν ανακαλυφθεί στην περιοχή. Πολλοί τάφοι/τύμβοι έχουν σμιλευτεί μέσα στους λόφους. Μεταξύ τους κι ένας μεγάλος θάλαμος, κατασκευασμένος μέσα στον βράχο και διακοσμημένος με προσωπογραφίες γυναικών πάνω στις κολώνες της πόρτας. Διέθετε δύο εισόδους, οδηγώντας τον αρχαιολόγο να εντάξει τον συγκεκριμένο τάφο στους τύμβους των γιών του Οιδίποδα- Ετεοκλή και Πολυνείκη. Έχει ενδιαφέρον και η άποψη ότι από την αρχαιότητα πίστευαν ότι ακριβώς αυτός ο λόφος κάλυπτε τους τύμβους των δύο τραγικών αδελφών.
Τα ανακτορικά κτίρια καταστράφηκαν προς το τέλος του 13ου π.Χ. αιώνα.

Τίρυνθα

Όπως συνέβη και με τις Μυκήνες, έτσι ακριβώς και η κραταιά ετούτη ακρόπολη, έδρα του βασιλιά τον Διομήδη, επέζησαν τα τείχη της για να καταπλήξουν με το ύψος και το πάχος τους.
Αρχικά η Τίρυνθα ήταν μια παράκτια πόλη στην άκρη του αργολικού κάμπου, που, ίσως, διέθετε λιμάνι. Η τοποθεσία ήταν ήδη σημαντική στις αρχές της Εποχής του Χαλκού (2.500 π.Χ.) και η μυκηναϊκή ακρόπολη, χωρισμένη σε τρία τμήματα, χτίστηκε πάνω σε στρώμα ασβεστόλιθου.
Στο ανώτατο τμήμα της ακρόπολης εκτεινόταν το ανάκτορο, ενώ σρο χαμηλότερο βρίσκονταν κτίρια που εξυπηρετούσαν τους αξιωματούχους του παλατιού. Η κύρια είσοδος βρισκόταν σε μια επικλινή ανατολική ράμπα, μέσα σ΄ένα στενό πέρασμα, περιβαλλόμενο από υψηλά τείχη και έκλεινε με μια ξύλινη θύρα.
Στενές σκάλες οδηγούσαν σε μια έξοδο στην δυτική πλευρά. Δύο περάσματα κάτω από τείχη του χαμηλότερου τμήματος φτιάχτηκαν το 1.200π.Χ. για να υπάρξει πρόσβαση στο νερό.  Το πάχος των τειχών χρησίμευε στην εξασφάλιση περισσότερου χώρου, μάλλον αποθηκευτικού.
Το ανάκτορο είναι εντυπωσιακό με τις σειρές των αυλών του, μέσω των οποίων εισέρχονταν σ’ αυτό, όπως και με την πέτρινη σμιλευμένη βάση του θρόνου που βρέθηκε στην κύρια αίθουσα του ανακτόρου, της αίθουσας του βασιλιά. Κομμάτια τοιχογραφιών βρέθηκαν κάτω από το δάπεδο, όπως μια σκηνή που απεικονίζει άλματα πάνω από ταύρους.
Έξω από τα τείχη υπήρχε ένας μεγάλος οικισμός, αλλά έχει ερευνηθεί ελάχιστα. Δύο θολωτοί τάφοι και μια σειρά θαλαμωτών ανακαλύφθηκαν στους ανατολικούς λόφους της πόλης.
Μερικά χιλιόμετρα ακόμη ανατολικότερα υπάρχει ένα τεράστιο φράγμα  που κατασκευάστηκε για να εμποδίζει έναν χείμαρρο και για να στρέφει το ποτάμι μακριά από την ακρόπολη- ένα επιπλέον δείγμα των ικανοτήτων των Μυκηναίων μηχανικών.


Μετά τις καταστροφές του 1.200π.Χ., η Τίρυνθα ήταν μάλλον η μοναδική μυκηναϊκή πόλη που διατήρησε τον ανακτορικό της χαρακτήρα. Το ίδιο το κτίριο χτίστηκε ξανά σε μικρότερη κλίμακα και η πόλη ίσως έγινε ακόμη μεγαλύτερη.      

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΙΝΚΑΣ
Της  Dimitra Papanastasopoulou


Η Αρχιτεκτονική των Ίνκας είναι η σπουδαιότερη Προ-Κολομβιανή Αρχιτεκτονική της Νότιας Αμερικής. Οι Ίνκας την κληρονόμησαν από τους Τιγουανάκου που την εφάρμοσαν τον 2ο π.Χ. αιώνα στην σημερινή Βολιβία.
Η πρωτεύουσα των ίνκας, το Κούζκο(σημερινό Περού), εξακολουθεί να μας δίνει πολλά και εξαιρετικά παραδείγματα αυτής της τέχνης, αν και πολλά κομμάτια τοίχων έχουν ενσωματωθεί σε κατασκευές του Ισπανικού αποικισμού.
Το φημισμένο παλάτι του Μάτσου Πίτσου είναι ένα ζωντανό δείγμα της αρχιτεκτονικής των Ίνκας, όπως και το Σακσαϊγουάμαν και το Ολλανταϊτάμπο.
Χρησιμοποιούσαν πέτρες ή ημιεπεξεργασμένα κομμάτια τους και πλιθιά- κάτι αρκετά συνηθισμένο. Τα υλικά εξαρτόντουσαν από την περιοχή, π.χ. κοντά στις ακτές χρησιμοποιούσαν τετράγωνα πλιθιά, ενώ ψηλά στις Άνδεις χρησιμοποιούσαν πέτρες. Τα πιο κοινά κτίρια των Ίνκας ήταν ισόγεια τετράγωνα, χωρίς ενδιάμεσα χωρίσματα και στέγη φτιαγμένη από ξύλινα δοκάρια και άχυρα. Τα κτίρια με όροφο δεν συνηθίζονταν, αλλά όποτε φτιαχνόντουσαν, η πρόσβασή τους γινόταν με μια εξωτερική σκάλα. Πόρτες και παράθυρα είχαν το σχήμα του τραπεζίου, προσαρτημένα και διακοσμημένα με διπλές ή τριπλές πλάκες. Μερικοί τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι ή διακοσμημένοι με μεταλλικές πλάκες και σε σπάνιες περιπτώσεις είχαμε γλυπτές αναπαραστάσεις ζώων ή γεωμετρικών σχεδίων πάνω τους.
Η πιο γνωστή σύνθετη φόρμα της αρχιτεκτονικής των Ίνκας ήταν η kancha, μια τετράγωνη κατασκευή που περιείχε τρία ή περισσότερα κτίρια- τετράγωνα κι αυτά- τοποθετημένα συμμετρικά γύρω από μια κεντρική αυλή. Αυτές οι κατασκευές εξυπηρετούσαν διάφορους σκοπούς, καθώς σχημάτιζαν τη βάση απλών κατοικιών, αλλά και παλατιών ή ναών. Μια μαρτυρία της σπουδαιότητας αυτών των ενώσεων στην αρχιτεκτονική των Ίνκας είναι το γεγονός ότι το κεντρικό τμήμα της πρωτεύουσας Κούζκο αποτελούνταν από μεγάλα kancha, συμπεριλαμβανομένου του Κουρικάντσα και των παλατιών. Τα πιο καλά διατηρημένα παραδείγματα kancha διασώζωνται στο Ολλανταϊτάμπο, κοντά στον ποταμό Ουρουμπάμπα.
Η αρχιτεκτονική των Ίνκας είναι διάσημη για την εξαιρετική τοιχοποιία της και την τεχνική κοπής και γυαλίσματος των λίθων, εμπνευσμένη από εκείνη των Τιγουανάκου στην Βολιβία που υπήρξαν αρκετούς αιώνες νωρίτερα από την αυτοκρατορία των Ίνκας.
Εδώ τίθεται ένα θέμα: πώς οι Ίνκας που εμφανίστηκαν τρεις αιώνες μετά την κατάρρευση των Τιγουανάκου κατάφεραν να υιοθετήσουν αυτές τις ήδη θαμένες/ ξεχασμένες τεχνικές;
Μια δεύτερη επιρροή προήλθε από τους Γουάρι, ένα λαό σύγχρονο με τους Τιγουακάκου, οι οποίοι είχαν χτίσει στην περιοχή του Κούσκο και τα κτίριά τους είχαν διασωθεί μέχρι την έλευση των Ίνκας.

Οι Ίνκας έκοβαν τις πέτρες χρησιμοποιώντας εργαλεία από πέτρα, χαλκό και μπρούντζο. Αν σκεφθούμε ότι δεν υπήρχε ο τροχός, τόσο η μετακίνηση όσο και η τοποθέτηση των λίθων πρέπει να απαιτούσαν μεγάλη μυϊκή δύναμη και  συνεργασία ενός πολυάριθμου πλήθους ατόμων.  
Συνήθως οι τοίχοι έκλιναν προς τα μέσα και οι γωνίες ήταν στρογγυλοποιημένες, κάτι που ενίσχυε την στατική τους ικανότητα και την αντοχή των κτιρίων στους σεισμούς.






ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Μέρος Γ΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Συνεχίζουμε την αναφορά μας αυτή την εβδομάδα με τις πόλεις Ορχομενός, Πύλος και Σπάρτη.

Ορχομενός

Σύμφωνα με τον μύθο ήταν πατρίδα του βασιλιά Μινύα. Η τοποθεσία βρίσκεται πάνω σε ένα βραχώδες ύψωμα στην ΒΔ λεκάνη της λίμνης Κωπαϊδας, μιας ρηχής λίμνης που πλημμύριζε ένα μέρος του κάμπου, καθώς τα νερά της ανέβαιναν και κατέβαιναν.
Ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, το 2500π.Χ. ο Ορχομενός ήταν πολύ σημαντικός και υπάρχουν ίχνη μυκηναϊκών κτισμάτων κάτω από την κλασική και την ελληνιστική πόλη. Μια ποικιλία από κομμάτια τοιχογραφιών από πολλές περιοχές παρέχει περαιτέρω αποδείξεις για την ευημερία των κατοίκων του.
Ο πλούτος του άρχοντα του Ορχομενού φαίνεται μέσα από τα ερείπια ενός εξαιρετικά περίτεχνου  θολωτού τάφου, ο οποίος μπορεί άνετα να συγκριθεί με τον Θησαυτρό του Ατρέα στις Μυκήνες.  Αν και έχουν σωθεί μόνον οι χαμηλότεροι τοίχοι και ο παράπλευρος θάλαμος, εφ’ όσον η τοιχοποιία αφαιρέθηκε σε μεγάλο ποσοστό για να χτιστεί ελληνιστικό θέατρο, η ποιότητα του χτισίματος και η εξαιρετική εγχάρακτη διακόσμηση της σκεπής του πλαϊνού θαλάμου εντυπωσιάζουν.
Η τεράστια ακρόπολη, σήμερα γνωστή ως Γλας, περίπου δέκα χιλιόμετρα μακριά στην άλλη πλευρά της λίμνης, ήταν σίγουρα εξαρτώμενη από τον άρχοντα του Ορχομενού. Τα κυκλώπεια τείχη της, μήκους 2,6 χλμ. Κατασκευάστηκαν κατά τον 13ο π.Χ. αι. πάνω σ’ ένα κομμάτι γης που κάποτε ήταν νησίδα.
Είναι, όμως, σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος της λίμνης αποξηράνθηκε από Μυκηναίους μηχανικούς την ίδια εποχή για να αυξηθεί η καλλεργήσιμη γη – ένα έργο που χρειάστηκε να περάσουν δεκάδες δεκάδων αιώνων μέχρι να επιχειρηθεί ξανά. 
Εντός των τειχών υπήρχαν μεγάλα κτίρια σε ανακτορικό ρυθμό, σιταποθήκες  και- ίσως- στάβλοι. Μια φωτιά κατέστρεψε τα πάντα στα τέλη του 13ου π.Χ. αιώνα και δεν    ξανακατοικήθηκε.

Πύλος

Η περιοχή του Νέστορα, του γηραιότερου και σοφότερου των Αχαιών ηρώων, είχε το κέντρο της στην αμμώδη Πύλο. Έχουμε τουλάχιστον τρείς περιοχές στην Πελοπόννησο να μοιράζονται αυτό το όνομα κατά την Κλασική Περίοδο, ωστόσο, η ανακάλυψη ενός μυκηναϊκού ανακτόρου στον άνω Εγκλιανό, κοντά στον κόλπο του Ναβαρίνου,κάνει σαφές ότι η Πύλος ήταν πρωτεύουσα της Μεσσηνίας  κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και το ανάκτορο είναι γνωστό ως Ανάκτορο του Νέστορα.
Από την αρχή της Μυκηναϊκής Περιόδου πλούσιες ταφές σε τύμβους και θολωτούς τάφους που έχουν βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή υποδηλώνουν ότι υπήρξε μία από τις πλέον ευημερούσες περιοχές της Πελοποννήσου.
Το ανάκτορο βρίσκεται σχετικά κοντά στη θάλασσα, σε μια τοποθεσία με εύφορο, αλλά ανώμαλο έδαφος, πάνω σε μια κορυφογραμμή ανάμεσα σε δύο ρεματιές που προσφέρουν φυσική προστασία.
Σε μια πρώιμη περίοδο, το ανάκτορο, τοποθετημένο πάνω σ’ έναν χαμηλό λόφο, περιβαλλόταν από ένα οχειρωματικό τείχος, αλλά το μεταγενέστερο κτίσμα-πιο κοντά στη θάλασσα- φαίνεται απροστάτευτο. Πρόκειται για την καλύτερα διατηρημένη μυκηναϊκή τοποθεσία ανακτόρου.
Το ανάκτορο καταστράφηκε από μια μεγάλη και βίαιη φωτιά κατά τη διάρκεια του 13ου π.Χ. αιώνα, πιθανόν πριν την καταστροφή των Μυκηνών.

Σπάρτη

Ως μυθική πατρίδα του Μενελάου και της Ελένης, η Σπάρτη πρέπει να υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες μυκηναϊκές πόλεις. Καθώς βρίσκεται στην κοιλάδα του Ευρώτα, απολάμβανε πολλά φυσικά πλεονεκτήματα. Αν και τα ευρήματα είναι λιγοστά, μάλιστα στην περιοχή της κλασικής πόλης δεν έχει βρεθεί κανένα μυκηναϊκό στοιχείο,βρέθηκε ένας θολωτός τάφος στο Βαφειό, μέσα στον οποίο υπήρχαν σφυρήλατα χρυσά κύπελα, διακοσμημένα με σκηνές από κυνήγι ταύρων. Κοντά στο Μενελάειο- ένα μνημείο προς τιμήν του Μενελάου και της Ελένης από την Αρχαϊκή Περίοδο, υπάρχουν θεμέλια μιας σημαντικής έπαυλης, ίσως ενός πρώιμου ανακτόρου.
Η Σπάρτη ήταν μία από τις κύριες κοινωνίες των Δωριέων, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση έφθασαν στην Πελοπόννησο «ογδόντα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο». 


Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Μέρος Β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Συνεχίζουμε την εξερεύνηση των πόλεων του εκπληκτικού μυκηναϊκού πολιτισμού με αναφορές στην σπουδαία Κνωσό και στην πρωτεύουσα των Μυκηνών.

Κνωσός

Ήταν η πιο φημισμένη κρητική πόλη με το ανάκτορο του βασιλιά Μίνωα στο κέντρο της. Κατόρθωσε να επιζήσει από μια σειρά καταστροφών που συνέβησαν γύρω στο 1425 π.Χ., οι οποίες οδήγησαν τον Κρητικό Ανακτορικό Πολιτισμό στο τέλος του. Μπορεί οι Μυκηναίοι να ήταν αυτουργοί, λεηλατώντας τα άλλα ανάκτορα, αλλά διατηρώντας την Κνωσό ως το διοικητικό κέντρο  της νέας τους κατάκτησης, όμως η επιρροή τους   είναι ξεκάθαρη.
Αυτό το μεγαλλειώδες ανάκτορο, με τα κεντρικά και δυτικά προαύλια και τις σειρές των αποθηκευτικών αιθουσών όπου τοποθετούσαν το σιτάρι και το λάδι, συνέχισε να χρησιμοποιείται με κάποιες ελάχιστες αλλαγές και μετατροπές. Η προγενέστερη και ακόμη μη αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Α΄γραφή που χρησιμοποιούνταν για τα διοικητικά αρχεία, αντικαταστάθηκε από την Γραμμική Β΄στα ελληνικά. Θαλαμωτοί τάφοι κατασκευασμένοι με την τεχνοτροπία της ηπειρωτικής χώρας εμφανίζονται για πρώτη φορά γύρω από την Κνωσό- στο Σελλόπουλο και σε άλλα μέρη-και περιέχουν πολεμιστές με τα όπλα τους.
Μια μεγάλη καταστροφή, προσδιορισμένη χρονικά στα 1400 π.Χ. από τον Άρθουρ Έβανς, τελικά τοποθετείται στα 1250π.Χ. Ήταν τότε που καταστράφηκε το ανάκτορο και δεν ξαναφτιάχτηκε. Ορισμένα του μέρη που μπορούσαν να επιδιορθωθούν εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται και η ζωή γύρω από το ανάκτορο συνεχίστηκε. Η Κρήτη παρέμεινε ένα χαρακτηριστικό, σημαντικό μέρος του μυκηναϊκού κόσμου.
Αργότερα, στη διάρκεια της Σκοτεινής Υπομυκηναϊκής Περιόδου, η Κνωσός ήταν η πιο ευημερούσα κοινότητα της Ελλάδας, διατηρώντας τακτική επικοινωνία με την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Μυκήνες

Ήταν η πιο σημαντική μυκηναϊκή πόλη από πλευράς πλούτου και μεγέθους, μια ταιριαστή πρωτεύουσα για τον Αγαμέμνονα...
Η ακρόπολη βρίσκεται σε ένα βραχώδες ύψωμα, στο βορειότερο άκρο του Αργείου κάμπου, διατηρώντας έναν από τους κύριους δρόμους προς την Κορινθία με μια κοινότητα  γύρω της που καταλάμβανε περίπου τριακόσια είκοσι στρέμματα. Η διάνυση των τειχών έφθανε το ένα χιλιόμετρο μήκος και είχε ένα μικρό παραπόρτι και δύο κύριες εισόδους: τη μνημειώδη Πύλη των Λεόντων και την Βορειοανατολική Πύλη. Μια υπόγεια δίοδος κάτω από το βόρειο τείχος παρείχε πρόσβαση σε μια δεξαμενή νερού, κατασκευασμένη το 1200π.Χ. που γέμιζε από έναν κρυμμένο αγωγό, ώστε να υπάρχει παροχή σε περίπτωση πολιορκίας. Ερείπια του κυρίως ανακτόρου έχουν απομείνει στην κορυφή του λόφου, αν και μέρος του έχει καταρρεύσει μέσα στη ρεματιά, λίγο πιο κάτω.
Η ακρόπολη είναι γεμάτη από κτίρια του 13ου π.Χ. αι. με πιο επιβλητικά την Σιταποθήκη κοντά στην Πύλη των Λεόντων, την Οικία του Αγγείου του Πολεμιστή και την Νότια Οικία  στην περιοχή των βασιλικών τάφων (κυκλικοί), καθώς και την Οικία των Κιόνων στο νοτιότερο σημείο κάτω από το ανάκτορο.
Μέρος της δυτικής πλευράς της ακρόπολης περιείχε έναν αριθμό μικρών ιερών, συμπεριλαμβανομένου του Ναού και του Δωματίου με την Τοιχογραφία. Ένας αριθμός σπιτιών εκτός των τειχών έχει ήδη ερευνηθεί, όπως η Οικία του Λαδεμπόρου, η Οικία των Σφιγγών και η Οικία των Ασπίδων, όλα προφανώς πλούσια αστικά σπίτια, προστατευμένα από τα ανάκτορα. Ένα σημαντικό οδικό δίκτυο συνέδεε τις Μυκήνες με άλλες περιοχές και ίχνη επιστρωμένων δρόμων, γεφυρών και αποχετευτικών αγωγών βρέθηκαν στην περιοχή γύρω από την πόλη.
Οι πιο γνωστοί τάφοι είναι οι λακκοειδείς, βυθισμένοι κάτω από τον περίβολο των βασιλικών ανακτόρων, εκεί που ο Σλήμαν έφερε στο φως κτερίσματα τα οποία υποδήλωναν εξαιρετικό πλούτο. Έχουν βρεθεί εννέα θολωτοί τάφοι, συμπεριλαμβανομένου  του μεγαλειώδους Θησαυρού του Ατρέα και του λίγο μικρότερου Τάφου της Κλυταιμνήστρας, ενώ γύρω από την πόλη των Μυκηνών ανακαλύφθηκαν νεκροταφεία με πάνω από διακόσιους απλούς θαλαμωτούς τάφους.
Γύρω στα 1200π.Χ. τα ανάκτορα και πολλά άλλα κτίρια καταστράφηκαν και μόνο μια μικρή κοινότητα παρέμεινε εντός των τειχών. Τελικά, στα τέλη της Μυκηναϊκής Περιόδου, αυτή η κοινότητα ήταν τόσο συρικνωμένη, ώστε οι τάφοι τοποθετούνταν εντός των τειχών. Οι Μυκήνες έχασαν την αίγλη τους και δεν κατάφεραν να ανακάμψουν.