The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

ΑΡΧΑΙΑ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η αρχαία Κινεζική αρχιτεκτονική αποτελεί ένα μικρό κομμάτι της μακραίωνης ιστορίας και της κουλτούρας της Κίνας. Χαρακτηρίζεται από την περιοχή, την εποχή και την θρησκεία. Η αρχαία αυτή αρχιτεκτονική που έχει διακριτά γνωρίσματα στα απλά κτίρια, στα αρχιτεκτονικά σύνολα και στην διακοσμητική τέχνη, αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα των ανατολικών αρχιτεκτονικών στύλ.



Από τον καιρό των  πρωτόγονων  κοινωνιών, τις πρώτες δυναστείες (όπως των Σάνγκ του 16ου π.Χ.αι.) ως την δυναστεία των Χάν, η τεχνική της κατασκευής των κτιρίων με ξύλο βελτιώθηκε σταδιακά και τελειοποιήθηκε. Οι χτίστες απέκτησαν δεξιότητες και με τον καιρό έμαθαν να χτίζουν με τούβλα και πέτρες, ενώ άρχισαν να προσθέτουν πίνακες και γλυπτά για να τα κάνουν πιο εντυπωσιακά. Την εποχή των Βέι και Τσιν δυναστειών χτίστηκαν πολλά ξύλινα βουδιστικά κτίρια, ενώ κατά τις δυναστείες Σούι και Τάνγκ η χρήση των τούβλων είχε γίνει της μόδας. Συγχρόνως σημειώθηκε πρόοδος στο ψήσιμο του γυαλιού.

Η περίοδος της δυναστείας Σονγκ ήταν σπουδαία για την κινεζική αρχιτεκτονική. Μεγάλες βελτιώσεις σημειώθηκαν, αν και το μέγεθος των κτιρίων ήταν γενικότερα μικρότερο σε σύγκριση με εκείνα της δυναστείας Τάνγκ. Ωστόσο, ήταν ωραιότερα, φανταχτερά και με μεγάλη γκάμα στα σχήματα. Επιπλέον υπήρχαν πολλά είδη κτιρίων: παλάτια, επαύλεις, πολυώροφα κτίρια και πολλές ταράτσες.
Κατά την εποχή της δυναστείας Χουάν χτίστηκαν πολλοί Θιβετιανοί Βουδιστικοί ναοί και Ισλαμικά τεμένη. Τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό όλο το κινεζικό έθνος.



Η αρχαία κινεζική αρχιτεκτονική έφτασε στο ζενίθ της κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αυτοκρατορικών δυναστειών των Μίνγκ και των Τσίνγκ. Η παραγωγή των τούβλων είχε αυξηθεί σημαντικά, η ποιότητα και η ποσότητα του γυάλινων πλακιδίων ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και τα δημόσια κτίρια απέκτησαν πολύ υψηλά στάνταρντς.
Οι εσωτερικοί τοίχοι χρησιμεύουν στον διαχωρισμό των δωματίων, αλλά δεν έχουν βάρος- ένα μοναδικό τοπικό χαρακτηριστικό.

ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ

Α. Ευέλικτη κατασκευή: Στα αρχαία κτίρια χρησιμοποιούσαν το ξύλο ως κύριο υλικό και για τα εξαρτήματα προτιμούσαν τις στήλες, τα δοκάρια και κεραίες, συνδεδεμένα με  τόρνους και εγκοπές στα ίδια τα ξύλα. Υπάρχει επίσης ένα μοναδικό σχέδιο που ονομάζεται Ντουγκόνγκ- ένα σύστημα παρενθέσεων που εισχωρούν ανάμεσα στην κορυφή μιας στήλης και στην τραβέρσα- και αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό της αρχαίας κινεζικής αρχιτεκτονικής.
Β. Υπέροχη και κομψή εμφάνιση: Τα αρχαία αρχιτεκτονικά κινεζικά στυλ υμνούνται συνήθως για τις κομψές τους γραμμές και τις ξεχωριστές δομές, για παράδειγμα, τις κρεμαστές μαρκίζες, τις ανασηκωμένες γωνίες στις στέγες, καθώς και τα διάφορα είδη των στεγών. Τους ενδιέφερε να παράγουν κτίρια πρακτικής εφαρμογής, τα οποία συγχρόνως εξυπηρετούσαν και την ομορφιά.
Γ. Κανονική διάταξη: στην Κίνα, κτίρια όπως παλάτια, ναοί και απλές οικίες είναι σύνθετα συνδυασμένα. Ένας κτιριακός συνδυασμός μπορεί να διαιρείται  σε κτίρια που έχουν ως κέντρο διαφορετκές αυλές και κατόπιν σε απλά δωμάτια. Τα περισσότερα κτίρια ακολουθούν αυστηρά την αρχή που στηρίζεται σ’ ένα άξονα που έχει συμμετρικές προεκτάσεις, δίνοντας έτσι την αίσθηση της συμμετρίας στην αριστερή και στην δεξιά πλευρά τους, χαρίζοντας το μέτρο της αρμονίας και της συμμετρίας που διέπει την αρχαία εποχή.
Δ. Υπέροχα διακοσμητικά στολίδια: Οι αρχιτέκτονες έδιναν μεγάλη σημασία στα στολίδια, άλλοτε σε μέρος και άλλοτε στο σύνολο του κτιρίου, χρησιμοποιώντας διαφορετικά χρώματα βαφής, ανάλογα με τα τοπικά έθιμα και τις ανάγκες. Σε αρκετά κτίρια έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά χρώματα για να δημιουργηθεί αντίθεση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν απλά και κομψά χρώματα.


Εκτός από τα χρώματα, στα αρχαία κτίρια υπάρχει ισορροπία στην εσωτερική διακόσμηση, στα έπιπλα και στα εξωτερικά στολίδια.


ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Ο κατάλογος Νεών στο Β΄βιβλίο της Ιλιάδας, με τις λεπτομέρειες για τους αριθμούς και την προέλευση των πλοίων, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, ταιριάζει με την κατανομή των κυρίων μυκηναϊκών  τοποθεσιών στην νότια Ελλάδα.
Κάποιες από αυτές, όπως η Μεσσηνία, δεν αποτελούσαν πλέον σημαντικά κέντρα όταν ο Όμηρος δημιούργησε τα έπη του. Ο αριθμός των πλοίων και των ανδρών που παραχωρήθηκαν από τους συμμάχους του Αγαμέμνονα αντιστοιχεί επαρκώς με τη δυνατότητα κάθε περιοχής, απέχοντας άπό την ποιητική άδεια. Ή, λοιπόν, ο Όμηρος διέθετε εξαιρετική γνώση γεωγραφίας, μαζί με πηγές ή είχαν καταφέρει να διασωθούν εξαιρετικά μνήμες εκείνης της εποχής ως τις μέρες του ποιητή.
Κάθε μια πόλη επικεντρώνεται γύρω από μια οχυρωμένη ακρόπολη σε στρατηγικό σημείο, κοντά στο πολύτιμο νερό και σε εύφορη αγροτική περιοχή, πολύ συχνά κοντά στη θάλασσα. Η ιστορία της καθεμιάς ποικίλλει: ορισμένα μέρη, όπως οι Μυκήνες, απλά εξελίχθηκαν σε χωριά ή κάτι παραπάνω, ενώ στην Αθήνα η οικοδόμηση κατά την Αρχαϊκή και Κλασσική Περίοδο απομάκρυνε τα περισσότερα ίχνη της Ηρωϊκής Εποχής.
Η αρχαιολογική έρευνα και η περίπτωση της ανακάλυψης είναι τόσο άνισα μεταξύ τους, ώστε κάθε τοποθεσία/πόλη παρουσιάζει ένα διαφορετικό, μερικές φορές ασύνδετο τμήμα της μυκηναϊκής κοινότητας και των επιτευγμάτων της.
Ας δούμε, τώρα, τις πόλεις:

 Άργος

Υπήρξε ένα έλασσον κέντρο που πθανόν ήλεγχε τους δρόμους από τον Αργείο κάμπο ως τα βουνά της Αρκαδίας. Τα ερείπια περιλαμβάνουν σημαντικά κτίσματα και πολυάριθμους θαλαμωτούς τάφους, καθώς και έναν θολωτό.
Στο τέλος της μυκηναϊκής περιόδου το Άργος εξελίχθηκε και παρέμεινε ως το τέλος η πιο σημαντική πόλη της Αργολίδας. Ο Αισχύλος μας το δείχνει όταν αποκαλεί τους Μυκηναίους «Αργείους».

Αθήνα

Τα Κυκλώπεια τείχη της γύρω από την Ακρόπολη πιθανόν να διασώθηκαν μέχρι την Περσική λεηλασία το 480π.Χ. Ελάχιστοι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι και ένας θολωτός στο Μενίδι, στις νότιες παρυφές της σύγχρονης Αθήνας έχουν σωθεί μέσα στους αιώνες, λόγω της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας.
Δεν γνωρίζουμε τίποτε για την τύχη της Αθήνας κατά τις καταστροφές του 1200π.Χ., ωστόσο η πόλη άκμαζε και ήταν μία από τις πλέον ευημερούσες κοινότητες της Σκοτεινής Υπομηκυναϊκής Περιόδου.  Η παράδοση υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι της Αθήνας ήταν αυτόχθονες και όχι νεοφερμένοι.

Ιθάκη

Παρά τις προσπάθειες για τον εντοπισμό της Ιθάκης του Οδυσσέα, ελάχιστα έχουν βρεθεί που να υποδεικνύουν με βεβαιότητα το θρυλικό βασίλειο. Πάνω στο νησί της σημερινής Ιθάκης υπάρχουν μυκηναϊκές τοποθεσίες, μαζί και με την σπηλιά του όρμου της Πόλης, η οποία εντοπίστηκε ακριβώς στη θέση της Ομηρικής περιγραφής, αλλά δεν βρέθηκε κανένα σημαντικό κτίσμα ή τάφος.
Η Κεφαλλονιά, που ήταν μέρος της επικράτιας του Οδυσσέα, έχει κοιμητήρια με μεγάλους θαλαμωτούς τάφους του 12ου π.Χ. αι. και κάποια κομμάτια από χάλκινους τρίποδες, σαν εκείνους που είχε κρύψει ο Οδυσσέας, αλλά, πάλι, τίποτε άλλο σημαντικό.

Ιωλκός

Ήταν το λιμάνι του βασιλείου  του Ιάσονα, στον μυχό του Παγασητικού Κόλπου. Βρέθηκαν ουσιαστικά μυκηναϊκά ερείπια- κάτω από την σύγχρονη πόλη του Βόλου- και ένας αξιόλογος αριθμός τάφων στην περιοχή. Οι αρχαιολόγοι εξετάζουν και την περίπτωση, η αρχαία Ιωλκός να βρισκόταν στο σημερινό Διμήνι, μόλις λίγα χιλιόμετρα παραμέσα, όπου βρέθηκαν σύο εντυπωσιακοί θολωτοί τάφοι και μια μυκηναϊκή πόλη. Η αρχαία πόλη ήταν σημαντική κατά τη διάρκεια της Σκοτεινής Περιόδου.

  

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

ΑΡΧΑΙΑ ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Τα πρώτα γραπτά πάνω στην αρχιτεκτονική περιλαμβάνουν το Kao Gong Ji  από την Κίνα του 7ου-5ου π.Χ. αι., το Shilpa Shastras της αρχαίας Ινδίας και το Manjusri Vasthu Vidya Sastra της Σρι Λάνκα.
Η αρχιτεκτονική των διαφόρων περιοχών της Ασίας αναπτύχθηκε με εντελώς διαφορετικές γραμμές από εκείνη της Ευρώπης. Βουδιστική, Χιντού και Σιχ αρχιτεκτονικές, η κάθε μία παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Η βουδιστική αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα, παρουσίασε μεγάλες διαφορές ανά περιοχή. Οι ναοί Χιντού που αναπτύχθηκαν γύρω στον 3ο π.Χ. αι. χαρακτηρίζονται από ιδέες και θέματα πάνω στα sastras και εκφράζουν τόσο τον μακρόκοσμο όσο  και τον μικρόκοσμο.
Σε πολλές ασιατικές χώρες, οι πανθεϊστικές θρησκείες οδήγησαν σε αρχιτεκτονικές φόρμες που σχεδιάστηκαν ειδικά για να επιτείνουν το φυσικό τοπίο που τις περιβάλλουν.
Η ισλαμική αρχιτεκτονική εμφανίστηκε τον 7ο αι. μ.Χ., επηρεασμένη από τις φόρμες της Μέσης Ανατολής και του Βυζαντίου, αλλά λαμβάνοντας υπ’ όψιν της τις θρησκευτικές  και τις κοινωνικές ανάγκες της κοινωνίας των λαών της.

Από τα τρία παραπάνω αναφερόμενα αρχαία χειρόγραφα θα ασχοληθούμε με το τρίτο, επειδή παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Το Manjusri Vasthu Vidya Sastra είναι ένα χειρόγραφο του 5ου ή 6ου αι. που παρέχει τις βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομούνται τα βουδιστικά μοναστήρια της Σρι Λάνκα και περιλαμβάνει λεπτομερειακές πληροφορίες πάνω σε σχέδια, δομές και τις πλέον ευοίωνες τοποθεσίες για την εύρεση των υλικών.
Ο E.W. Marasinghe, ο μεταφραστής του κειμένου, θεωρεί ότι το κείμενο αφορά μόνο την περιοχή της Σρι Λάνκα, αλλά στην ουσία είναι περισσότερο γενικευμένο σε ό,τι ονομάζεται Vaastu Shastras. Τα Vaastu Shastras είναι κείμενα που αφορούν σε χτίσιμο μικρών και μεγάλων σπιτιών, κάστρων, ναών, καλυβιών, στάβλων και οποιοδήποτε έιδος κτιρίου. Αυτό, όμως, το συγκεκριμένο επικεντρώνεται στα βουδιστικά μοναστήρια, αν και οι κανόνες του εφαρμόζονται και σε άλλου είδους κτίρια. Χρησιμοποιήθηκε στα αρχαία χρόνια για να χτιστούν με μαθηματική ακρίβεια ενεργά κτίρια σε όλον τον κόσμο. Αν και εξωτερικά μπορεί να διαφέρουν, οι βασικές τους αρχές χρησιμοποιήθηκαν από τα χρόνια του βασιλιά Σολομώντα.
Το κείμενο δίνει 12 διαφορετικά arama(=σχέδια), το καθένα με δύο εναλλακτικές, δηλαδή 24 σε σύνολο.Τα σχέδια φέρουν ονόματα όπως hastiarama ή padmarama και είναι διαφορετικά, ανάλογα με το αν το μοναστήρι βρίσκεται μέσα σε πόλη, σε χωριό, σε βασιλικό πάρκο, κοντά σε ποτάμι, κοντά σε θάλασσα, μέσα σε δάσος κ.ο.κ. Υπάρχει πρόβλεψη για εισόδους στον βορρά, στο νότο, στην ανατολή και στη δύση, αλλά όλα αυτά εξαρτώνται από διάφορες προϋποθέσεις. Όλοι οι χώροι έχουν συγκεκριμένες θέσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες.
Το κείμενο του Manjusri έδινε συμβουλές για την τοποθεσία, το είδος του εδάφους, καθώς και τις διαδικασίες για τον έλεγχο του εδάφους. Επίσης, συμβούλευε για το είδος των δένδρων που έπρεπε να φυτευθούν και το είδος των ζωγραφικών θεμάτων των πινάκων που θα τοποθετούνταν σε ανάλογες πάλι θέσεις. Όλα έπρεπε να λάβουν την πιο ευοίωνη θέση!
Συγκεκριμένοι ύμνοι ψάλλονταν σε κάθε φάση της ανέγερσης του ναού. Ο πρώτος λίθος έπρεπε να τοποθετηθεί από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα, ειδικά ντυμένον και κοιτώντας την ανατολή. Οι πόρτες έπρεπε να ανοίγουν προς το εσωτερικό για καλύτερα αποτελέσματα κι αν οι πίνακες δεν τοποθετούνταν στα σωστά σημεία, κινδύνευε η υγεία και η ζωή του υπεύθυνου του ναού.



ΜΥΚΗΝΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ




ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (14Ος-13Ος π.Χ. αι.)

Το χτίσιμο των τελευταίων και μεγαλύτερων θολωτών τάφων πραγματοποιήθηκε στις αρχές αυτής της περιόδου (Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες, Θησαυρός του Μινύα στον Ορχομενό της Βοιωτίας). Δυστυχώς, και τα δύο συλλήθηκαν από την αρχαιότητα και δεν έμειναν πολλά από το περιεχόμενό τους για παρατήρηση και μελέτη.

Στα τέλη του 13ου π.Χ. αι. οι μεγάλες πόλεις των Μυκηνών, δηλαδή η Τίρυνθα και η Μιδέα στην Αργολίδα, η πόλη των Αθηνών και η Γλάς στην Βοιωτία, είχαν τεράστια κυκλώπεια οχυρωματικά τείχη, χτισμένα από τόσο μεγάλες πέτρες, ώστε οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι είχαν χτιστεί από γίγαντες- από τους Κύκλωπες(εξ ου κυκλώπεια). Ανάκτορα έχουν ανακαλυφθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στην Πύλο( της Πύλου χωρίς οχύρωση), ενώ υπάρχουν υποψίες ύπαρξης τειχών στην Αθήνα πάνω στην Ακρόπολη, καθώς και στην Θήβα κάτω από την σύγχρονη πόλη. Οι τοιχογραφίες είναι συνηθισμένες στις ανακτορικές τοποθεσίες, αλλά κομμάτια τοιχογραφιών έχουν βρεθεί και σε οικιακό ή ταφικό πλαίσιο.
Ενα αρχείο πινακίδων Γραμμικής Β από την Πύλο ρίχνει φως σε πολλά θέματα που αφορούν στη διοίκηση των μυκηναϊκών ανακτόρων. Επιπλέον, πινακίδες έχουν βρεθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στη Θήβα. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για πόλεις και συνηθισμένα σπίτια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν εξερευνηθεί ώστε να γίνει δυνατή η σύγκριση με τις ήδη ανασκαμένες πόλεις(Γουρνιά και Παλαίκαστρο στην Κρήτη).
Τουλάχιστον, τα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα ήταν απόλυτα αναμεμιγμένα με το μεσογειακό εμπόριο, εισάγοντας πρώτες ύλες (π.χ. χαλκός, κασσίτερος, ελεφαντόδοντο) και εξάγοντας αρώματα, μάλλινα υφάσματα και ανθρώπινο δυναμικό.
Οι σαφέστερες ενδείξεις αυτού του εμπορίου φαίνονται στα άφθονα προϊόντα μυκηναϊκής αγγειοπλαστικής που βρέθηκαν στην αιγυπτιακή πόλη Τελ-ελ-Αμάρνα, την πρωτεύουσα του αιρετικού φαραώ Ακενατών ( βασίλεψε στα μ΄σα του 14ου π.Χ.αι.).


Η ΝΕΟΤΕΡΗ (ΥΣΤΕΡΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΙΙΙ) ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (12Ος-11Ος π.Χ.αι)

Γύρω στα 1200 τα ανάκτορα καταστράφηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν. Η ανακτορική διοίκηση εξαφανίστηκε μαζί με τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανακτόρων. Για παράδειγμα, δεν υπάρχεουν ενδείξεις για τοιχογραφίες ή περίτεχνη αριτεκτονική, ενώ η παραγωγή πολυτελών αντικειμένων μειώθηκε σημαντικά.
Η αιτία αποτελεί γρίφο ανάλογο με των προγενέστερων καταστροφών  των μινωικών ανακτόρων. Αυτά τα γεγονότα συνέπεσαν με μεγάλες αναταραχές στην ανατολική Μεσόγειο, όπως η αιφνίδια εισβολή των Λαών της Θάλασσας στην Αίγυπτο και η μερική κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων.
Στην Ελλάδα, δεν αρκεί πλέον η απόδοση ευθυνών στους Δωρειείς της κλασικής παράδοσης, με την κατηγορία των εισβολέων από τον βορρά, διότι δεν υπάρχει τίποτε το απτό που να σηματοδοτεί την κάθοδό τους.

Μετά την καταστροφή των ανακτόρων, η ομοιομορφία του Μυκηναϊκού Πολιτισμού άρισε να διασπάται, παρ’ όλο που υπήρξε μερική ανάκαμψη της ευημερίας. Περιφερειακές τεχνοτροπίες της κεραμικής και τοπικές προτιμήσεις στις ταφικές συνήθειες έγιναν όλο και πιο χαρακτηριστικές, αλλά και οι δύο συνέχισαν τις καθιερωμένες παραδόσεις.
Τα μεγάλα τείχη της ακρόπολης εξακολούθησαν να προσφέρουν προστασία σε πολλές τοποθεσίες. Πλούσιες ταφικές προσφορές εξακολούθησαν να γίνονται και η περίτεχνη αγγειοπλαστική εξακολούθησε να παράγεται, αν και μειωμένη. Ωστόσο, αυτού του είδους η ανάκαμψη ήταν βραχυπρόσθεσμη.  Η οικονομική παρακμή εδραιώθηκε και στα μέσα του 11ου π.Χ. αι. είχαν απομείνει ελάχιστα που θα μπορούσαν  να θεωρούνται «μυκηναϊκά».

Η Ηρωϊκή Εποχή είχε τελειώσει, αλλά η ανάμνηση του πλούτου και των επιτευγμάτων της διατηρήθηκε με την προφορική ποίηση και παράδοση σε όλη τη διάρκεια της Σκοτεινής Υπομυκηναϊκής Εποχής, ώστε ο Όμηρος να καταφέρει να την απαθανατίσει στα δύο έπη του. 

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΘΩΣ ΨΥΧΟΡΡΑΓΩ, του Ουίλλιαμ Φώκνερ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Σκέφτηκα να κάνω μια μικρή αφιέρωση στον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα Ουίλλιαμ Φώκνερ επ’ ευκαιρία της επετείου της γέννησής του σαν σήμερα (25 Σεπτεμεβρίου 1897) και να αντιγράψω ένα απόσπασμα από το παραπάνω έργο του.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, που το διάβασα στα νιάτα μου σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, είναι ένα κατ’ εξοχήν «δικό» του βιβλίο, αφού περικλείει τον λογοτεχνικό του  κόσμο σε όλο του το μεγαλείο.
Λένε ότι ο Φώκνερ το έγραψε μέσα σε έξι εβδομάδες, ξενυχτώντας ενώ δούλευε σκληρά σ’ έναν σταθμό ηλεκτρικού ρεύματος.

Ο Μένης Κουμανταρέας γράφει στον μικρό του πρόλογο- απολογούμενος για την απόδοση της γλώσσας του αμερικάνικου νότου που χρησιμοποιεί ο Φώκνερ - ότι «άφησα τη γλώσσα να εξελιχτεί καταπώς θα μιλιόταν από έναν απλό μέσο άνθρωπο στις κωμοπόλεις και στα χωριά μας,χωρίς να ξεχνώ πάντα πως βασικά πρόκειται για μια οικογένεια αγροτών...δε θέλησα να απομακρυνθώ από ένα ύφος απλοϊκό και συνάμα λόγιο που χαρακτηρίζει τον πεζό λόγο του Φώκνερ, καθώς η παντρειά των δύο αυτών στοιχείων μοιάζει αμετάθετη για το κείμενο και που δίχως αυτήν το ίδιο το κείμενο δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

---

  
Όταν  ήμουν μικρό παιδί πρωτόμαθα πόσο γευστικότερο γίνεται το νερό σαν έχει μείνει κομμάτι μέσα σε κουβά από κέδρο. Χλιαρό προς δροσερό, μ’ ανεπαίσθητη γεύση- ίδιο το άρωμα ζεστού αέρα τον Ιούλη μεσ’ από κέδρους. Πρέπει να μείνει έξι ώρες τουλάχιστον και να πιωθεί από φλασκί. Το νερό δεν πρέπει να πίνεται ποτέ από μέταλλο.
   Κι ακόμα καλύτερα τις νύχτες. Ξάπλωνα σ’ αχυρένιο στρώμα στο δάδρομο περιμένοντάς τους ωσότου κοιμηθούν όλοι, έπειτα σηκωνόμουν και ξαναγύριζα στο μαστέλο. Μαύρος ο κάδος, το σανίδι μαύρο, η ακύμαντη επιφάνεια του νερού ένα στρόγγυλο χάσμα στην ανυπαρξία, όπου προτού την αναταράξω ξυπνώντας την μες στο κανάτι μπόραγα ίσως να δω κανένα αστέρι ή δυο μές στο μαστέλο και ίσως μες στο κανάτι κανένα αστέρι ή δυο προτού το πιω. Ύστερα, έριξα μπόι, αντρώθηκα. Τότες περίμενα μέχρι να πλαγιάσουν όλοι, για να μπορώ να μένω ξαπλωμένος, με την άκρια της πουκαμ΄σας μου ανασηκωμένη, ακούοντάς τους βυθισμένους σε ύπνο, νιώθοντας εμένα τον ίδιο χωρίς ν’ άγγίζομαι,νιώθοντας τη δροσερή σιωπή να φυσάει πάνω στα μεριά μου και βασανίζοντας το μυαλό μου να βρω αν πέρα εκεί μες στο σκοτάδι ο Κας έκανε κι αυτός το ίδιο,κι αν είχε αρχίσει να το κάνει τα τελευταία δύο χρόνια, προτού θελήσω είτε μπορέσω να το κάνω εγώ.

   Οι πατούσες του πατέρα είναι ισοπεδωμένες, τα δάχτυλα στραβά, καμπούρικα, παραμορφωμένα, χωρίς καθόλου νύχι πάνω στα μικρά του δέχτυλα, κι αυτά όλα για να εργάζεται έτσι σκληρά μέσα στην υγρασία και μέσα σε παπούτσια χειροποίητα από παιδί. Δίπλα στην καρέκλα του κάθονται οι αρβύλες του. Μοιάζουν σάμπως να τις έχουν πετσοκόψει με αμβλύ πελέκι περασμένο πρώτα απ’ τη φωτιά. 

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΠΡΩΙΜΗ ΜΥΚΗΝΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ(16Ος-15Ος π.Χ. αι.)
Της Dimitra Papanastasopoulou



Η προέλευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού  έχει συζητηθεί πολύ. Το γεγονός ότι οι Μυκηναίοι ήταν Έλληνες δεν χωρά αμφιβολία,αφού η αποκρυπτογράφηση των πήλινων πινακίδων από την Ανακτορική περίοδο σε Γραμμική Β έδειξε ότι ήταν χαραγμένες σε μια πρώιμη μορφή Ελληνικών. Το πότε έφτασαν στην Ελλάδα –αν δεν ήταν αυτόχθονες- εξακολουθεί να παραμένει ασαφές, αλλά είναι σαφές ότι η καταγωγή τους έρχεται από τους κατοίκους της νότιας Ελλάδας κατά τη μέση εποχή του χαλκού (2.00-1.600π.Χ.), αφού τα δείγματα της αρχαιολογικής σκαπάνης έφεραν στο φως ταφικά έθιμα, όπλα και αγγειοπλαστική εκείνης της εποχής.
Τα πλούτη και οι επαφές τους αυξάνονταν ταυτόχρονα με τους Μινωίτες της Κρήτης, οι οποίοι παρουσίαζαν μια εξελιγμένη και υπερεκλεπτυσμένη εγγράμματη κοινωνία από το 2.000π.Χ. και άρχισαν να ενδιαφέρονται ακόμη περισσότερο με το εμπόριο στο Αιγαίο και την ενδοχώρα των γειτόνων τους.
Η μείξη ήταν αποτέλεσμα των γηγενών εθίμων και των εισαγόμενων ιδεών, καθώς φαίνονται στα τεχνουργήματα των πλούσιων ταφών στους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών και στους πρώτους θολωτούς τύμβους της Μεσσηνίας. Τόσο οι ιδέες όσο και τα υλικά προέρχονται από τον βορρά και τη δύση.

Καθώς ο Μυκηναϊκός πολιτισμός άρχιζε να απλώνεται, οι λακκοειδείς τάφοι και οι τύμβοι έπαψαν να χρησιμοποιούνται και αντικαταστάθηκαν από μεγαλύτερους, πιο περίτεχνους θολωτούς για τους βασιλείς και τους πρίγκιπες, και θαλαμωτούς, με έναν τετράγωνο ή κυκλικό θάλαμο, σκαμμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Οι θαλαμωτοί τάφοι ήταν αρχικά ομαδικοί για τις πλούσιες οικογένειες κάθε κοινότητας. Συχνά αυτοί οι τάφοι έχουν ξεχωριστά και σπάνια ευρήματα, το ίδιο πλούσια με εκείνους των πρώιμων χρόνων: χρυσά αγγεία, δαχτυλίδια, όπλα κλπ.
Η αρχαιότερη γνωστή ευρωπαϊκή πανοπλία- ένας πλήρης χάλκινος θώρακας- βρέθηκε στα Δενδρά, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις Μυκήνες. Δεν έχουμε μάθει πολλά για τον τρόπο που ζούσαν οι άνθρωποι- ενώ γνωρίζουμε πολλά για τον θάνατό τους- επειδή δεν έχουν ανακαλυφθεί παρά ελάχιστα κτίρια. Μια έπαυλη ή ένα μικρό ανάκτορο βρισκόταν κοντά και έξω από τη Σπάρτη, σε μια τοποθεσία που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως ιερό για την Ελένη και τον Μενέλαο. Κομμάτια πρώιμων τοιχογραφιών στην Τίρυνθα και στις Μυκήνες δείχνουν τους προκατόχους των ανακτόρων κατά τον 13ο π.Χ.αι.
Η καταστροφή της πλειοψηφίας των μινωικών ανακτόρων το 1425π.Χ. ήταν ιδιαίτερης σημασίας για τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα αίτια αυτής της καταστροφής παραμένουν ασαφή: οι Μυκηναίοι θεωρήθηκαν συχνά ως υπεύθυνοι. Οι θαλαμωτοί τάφοι και η ταφή όπλων, πράγμα χαρακτηριστικό για την ηπειρωτική χώρα, εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά την καταστροφή, ενώ τα αρχεία της Κνωσού, του μοναδικού ανακτόρου που σώθηκε από αυτές τις καταστροφές, είναι γραμμένα με Γραμμική Β στα ελληνικά. Πιο σημαντικό απ’ όλα, οι Μυκηναίοι ήταν πια σε θέση να κυριαρχήσουν σε όλο το νότιο Αιγαίο αναλαμβάνοντας το πάλαι ποτέ μινωικό εμπόριο στην ανατολική Μεσόγειο.
Από τότε, η μυκηναϊκή κεραμεική, και οχι η μινωική, βρίσκεται στην Αίγυπτο, στη Συρία και στην Κύπρο.
 


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Πρόκειται για τον  πασίγνωστο φιλόλογο και μετέπειτα συγγραφέα και θεατράνθρωπο  Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, τον πρώτο Έλληνα συγγραφέα που έγινε γνωστός σε όλη την Ευρώπη με το έργο του : Το βιβλίο της Αυτοκράτειας Ελισάβετ.
Ο Χρηστομάνος, άσχημος και καμπούρης (ο Βάρναλης τον χαρακτήρισε ως ελεεινό πήλινο σκεύος),ήδη αναγορευμένος Διδάκωρ Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ το 1891, κλήθηκε να δώσει μαθήματα ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας στην πανέμορφη Ελισάβετ της Αυστρίας, τη γνωστή ως  πριγκίπισσα Σίσσυ.
Ήταν εκείνος που τη λάτρεψε πλατωνικά  και της εμφύσησε την αγάπη για την αρχαία Ελλάδα, ακολουθώντας την στα ταξίδια της. Από τη Βιέννη έφυγε το 1899 με τον τίτλο του Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ.
Το παραπάνω έργο του δημοσιεύτηκε αμέσως μετά την δολοφονία της Ελισάβετ το 1898, γεγονός που δυσαρέστησε το παλάτι και είχε ως συνέπεια την αποπομπή του από το πανεπιστήμιο. Το βιβλίο, αφού κυκλοφόρησε πρώτα στην Ιταλία και τη Γαλλία, το 1901 κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα στην δημοτική γλώσσα.
Να ένα μικρό απόσπασμα:

   Το θαλαμηγό της Αυτοκράτειρας είναι κομψό και λουσάτο. Οι καμπίνες πουναι προορισμένες για τη Μεγαλειότητά Της, πολύ βαθιά στην καρίνα του πλοίου, έχουν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κατοικίας ενός ναυτικού. Είναι απλούστατες και πρακτικά βαλμένες, κι όμως μαντεύει κανείς αμέσως τη διαμονή μιας υπέροχης προσωπικότητας. Κι’ εδώ όλα τα έπιπλα σκεπασμένα με άσπρα λινα ντύματα που κάτω τους δε βάζει ο νους το μετάξι∙ και παντού λουλούδια. Η καμπίνα του λουτρού είναι στ’ αλήθεια το κυριώτερο διαμέρισμα και με περισσότερη ευμάρεια από τ’ άλλα ταχτοποιημένο. Στα ταξίδια της η Αυτοκράτειρα κάνει μόνο θαλάσσια λουτρά: μια βαρκούλα, ενόσω περπατεί το πλοίο, τραβά αλάργα στο πέλαγος και της φέρνει το νερό τ’ αμάλαγο απ’ τα βαθιά. Στο κατάστρωμα επάνω είναι στημένο ένα κιόσκι στρογγυλό όλο κρύσταλλα, που βλέπει απ’ όλες τις μεριές τη θάλασσα: είναι ντυμένο από μέσα με γαλάζιο μετάξι καπιτονέ κι έχει στόρια που ανεβοκατεβαίνουν κι ένα ντιβάνι ημικυκλικό, όλα από μετάξι ομοιόχρωμο. Εώ μέσα η Αυτοκράτειρα κάθεται και τη χτενίζουν το πρωί και συνάμα διαβάζει ή γράφει μαζί μου∙ ενόσω βρίσκεται σ’ αυτό το κιόσκι, όλα τα παραπετάσματα είναι κατεβασμένα.
....

   Σήμερα πάλιν η θάλασσα είναι κυματούσα κι αγριεμένη. Μού ζήτησε να της διαβάσω μερικές σελίδες από τον Κύκλο της θάλασσας του Βορριά του Χάϊνε. Η δεύτερη στροφή  της Τρικυμίας μ’ έκαμε ν’ ανατριχιάσω καθώς τη διάβαζα, τόσο μού φάνηκε παρμένη από επάνω της :

Μάννα της ομορφιάς, της αφρογεννημένης!
Να τον που μύρισε κιόλας το Χάρο
Ο άσπρος γλάρος- το βρυκολακιασμένο Πουλί-
Και στο κατάρτι ακονίζει το ράμφος...

Και παρακάτω:

Στέκεται μιαν ώρια κι άρρωστη γυναίκα
Χλωμή και διάφανη σα μαρμαρένια...
Κι ο αγέρας αναδεύει τα μακριά μαλλιά της
Και παίρνει από το στόμα της το σκοτεινό τραγούδι
Και σέρνει το πάνω στ’ άραχνο και μανιασμένο πέλαγος...

Περίφοβα σήκωσα τα μάτια μου προς τα δικά της και είδα τα βλέμματά της να σέρνωνται μαζί με τον αγέρα πάνω στο άραχνο και μανιασμένο πέλαγος...