The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

ΜΥΚΗΝΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ




ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (14Ος-13Ος π.Χ. αι.)

Το χτίσιμο των τελευταίων και μεγαλύτερων θολωτών τάφων πραγματοποιήθηκε στις αρχές αυτής της περιόδου (Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες, Θησαυρός του Μινύα στον Ορχομενό της Βοιωτίας). Δυστυχώς, και τα δύο συλλήθηκαν από την αρχαιότητα και δεν έμειναν πολλά από το περιεχόμενό τους για παρατήρηση και μελέτη.

Στα τέλη του 13ου π.Χ. αι. οι μεγάλες πόλεις των Μυκηνών, δηλαδή η Τίρυνθα και η Μιδέα στην Αργολίδα, η πόλη των Αθηνών και η Γλάς στην Βοιωτία, είχαν τεράστια κυκλώπεια οχυρωματικά τείχη, χτισμένα από τόσο μεγάλες πέτρες, ώστε οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι είχαν χτιστεί από γίγαντες- από τους Κύκλωπες(εξ ου κυκλώπεια). Ανάκτορα έχουν ανακαλυφθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στην Πύλο( της Πύλου χωρίς οχύρωση), ενώ υπάρχουν υποψίες ύπαρξης τειχών στην Αθήνα πάνω στην Ακρόπολη, καθώς και στην Θήβα κάτω από την σύγχρονη πόλη. Οι τοιχογραφίες είναι συνηθισμένες στις ανακτορικές τοποθεσίες, αλλά κομμάτια τοιχογραφιών έχουν βρεθεί και σε οικιακό ή ταφικό πλαίσιο.
Ενα αρχείο πινακίδων Γραμμικής Β από την Πύλο ρίχνει φως σε πολλά θέματα που αφορούν στη διοίκηση των μυκηναϊκών ανακτόρων. Επιπλέον, πινακίδες έχουν βρεθεί στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στη Θήβα. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για πόλεις και συνηθισμένα σπίτια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν εξερευνηθεί ώστε να γίνει δυνατή η σύγκριση με τις ήδη ανασκαμένες πόλεις(Γουρνιά και Παλαίκαστρο στην Κρήτη).
Τουλάχιστον, τα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα ήταν απόλυτα αναμεμιγμένα με το μεσογειακό εμπόριο, εισάγοντας πρώτες ύλες (π.χ. χαλκός, κασσίτερος, ελεφαντόδοντο) και εξάγοντας αρώματα, μάλλινα υφάσματα και ανθρώπινο δυναμικό.
Οι σαφέστερες ενδείξεις αυτού του εμπορίου φαίνονται στα άφθονα προϊόντα μυκηναϊκής αγγειοπλαστικής που βρέθηκαν στην αιγυπτιακή πόλη Τελ-ελ-Αμάρνα, την πρωτεύουσα του αιρετικού φαραώ Ακενατών ( βασίλεψε στα μ΄σα του 14ου π.Χ.αι.).


Η ΝΕΟΤΕΡΗ (ΥΣΤΕΡΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΙΙΙ) ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (12Ος-11Ος π.Χ.αι)

Γύρω στα 1200 τα ανάκτορα καταστράφηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν. Η ανακτορική διοίκηση εξαφανίστηκε μαζί με τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανακτόρων. Για παράδειγμα, δεν υπάρχεουν ενδείξεις για τοιχογραφίες ή περίτεχνη αριτεκτονική, ενώ η παραγωγή πολυτελών αντικειμένων μειώθηκε σημαντικά.
Η αιτία αποτελεί γρίφο ανάλογο με των προγενέστερων καταστροφών  των μινωικών ανακτόρων. Αυτά τα γεγονότα συνέπεσαν με μεγάλες αναταραχές στην ανατολική Μεσόγειο, όπως η αιφνίδια εισβολή των Λαών της Θάλασσας στην Αίγυπτο και η μερική κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων.
Στην Ελλάδα, δεν αρκεί πλέον η απόδοση ευθυνών στους Δωρειείς της κλασικής παράδοσης, με την κατηγορία των εισβολέων από τον βορρά, διότι δεν υπάρχει τίποτε το απτό που να σηματοδοτεί την κάθοδό τους.

Μετά την καταστροφή των ανακτόρων, η ομοιομορφία του Μυκηναϊκού Πολιτισμού άρισε να διασπάται, παρ’ όλο που υπήρξε μερική ανάκαμψη της ευημερίας. Περιφερειακές τεχνοτροπίες της κεραμικής και τοπικές προτιμήσεις στις ταφικές συνήθειες έγιναν όλο και πιο χαρακτηριστικές, αλλά και οι δύο συνέχισαν τις καθιερωμένες παραδόσεις.
Τα μεγάλα τείχη της ακρόπολης εξακολούθησαν να προσφέρουν προστασία σε πολλές τοποθεσίες. Πλούσιες ταφικές προσφορές εξακολούθησαν να γίνονται και η περίτεχνη αγγειοπλαστική εξακολούθησε να παράγεται, αν και μειωμένη. Ωστόσο, αυτού του είδους η ανάκαμψη ήταν βραχυπρόσθεσμη.  Η οικονομική παρακμή εδραιώθηκε και στα μέσα του 11ου π.Χ. αι. είχαν απομείνει ελάχιστα που θα μπορούσαν  να θεωρούνται «μυκηναϊκά».

Η Ηρωϊκή Εποχή είχε τελειώσει, αλλά η ανάμνηση του πλούτου και των επιτευγμάτων της διατηρήθηκε με την προφορική ποίηση και παράδοση σε όλη τη διάρκεια της Σκοτεινής Υπομυκηναϊκής Εποχής, ώστε ο Όμηρος να καταφέρει να την απαθανατίσει στα δύο έπη του. 

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΘΩΣ ΨΥΧΟΡΡΑΓΩ, του Ουίλλιαμ Φώκνερ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Σκέφτηκα να κάνω μια μικρή αφιέρωση στον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα Ουίλλιαμ Φώκνερ επ’ ευκαιρία της επετείου της γέννησής του σαν σήμερα (25 Σεπτεμεβρίου 1897) και να αντιγράψω ένα απόσπασμα από το παραπάνω έργο του.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, που το διάβασα στα νιάτα μου σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, είναι ένα κατ’ εξοχήν «δικό» του βιβλίο, αφού περικλείει τον λογοτεχνικό του  κόσμο σε όλο του το μεγαλείο.
Λένε ότι ο Φώκνερ το έγραψε μέσα σε έξι εβδομάδες, ξενυχτώντας ενώ δούλευε σκληρά σ’ έναν σταθμό ηλεκτρικού ρεύματος.

Ο Μένης Κουμανταρέας γράφει στον μικρό του πρόλογο- απολογούμενος για την απόδοση της γλώσσας του αμερικάνικου νότου που χρησιμοποιεί ο Φώκνερ - ότι «άφησα τη γλώσσα να εξελιχτεί καταπώς θα μιλιόταν από έναν απλό μέσο άνθρωπο στις κωμοπόλεις και στα χωριά μας,χωρίς να ξεχνώ πάντα πως βασικά πρόκειται για μια οικογένεια αγροτών...δε θέλησα να απομακρυνθώ από ένα ύφος απλοϊκό και συνάμα λόγιο που χαρακτηρίζει τον πεζό λόγο του Φώκνερ, καθώς η παντρειά των δύο αυτών στοιχείων μοιάζει αμετάθετη για το κείμενο και που δίχως αυτήν το ίδιο το κείμενο δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

---

  
Όταν  ήμουν μικρό παιδί πρωτόμαθα πόσο γευστικότερο γίνεται το νερό σαν έχει μείνει κομμάτι μέσα σε κουβά από κέδρο. Χλιαρό προς δροσερό, μ’ ανεπαίσθητη γεύση- ίδιο το άρωμα ζεστού αέρα τον Ιούλη μεσ’ από κέδρους. Πρέπει να μείνει έξι ώρες τουλάχιστον και να πιωθεί από φλασκί. Το νερό δεν πρέπει να πίνεται ποτέ από μέταλλο.
   Κι ακόμα καλύτερα τις νύχτες. Ξάπλωνα σ’ αχυρένιο στρώμα στο δάδρομο περιμένοντάς τους ωσότου κοιμηθούν όλοι, έπειτα σηκωνόμουν και ξαναγύριζα στο μαστέλο. Μαύρος ο κάδος, το σανίδι μαύρο, η ακύμαντη επιφάνεια του νερού ένα στρόγγυλο χάσμα στην ανυπαρξία, όπου προτού την αναταράξω ξυπνώντας την μες στο κανάτι μπόραγα ίσως να δω κανένα αστέρι ή δυο μές στο μαστέλο και ίσως μες στο κανάτι κανένα αστέρι ή δυο προτού το πιω. Ύστερα, έριξα μπόι, αντρώθηκα. Τότες περίμενα μέχρι να πλαγιάσουν όλοι, για να μπορώ να μένω ξαπλωμένος, με την άκρια της πουκαμ΄σας μου ανασηκωμένη, ακούοντάς τους βυθισμένους σε ύπνο, νιώθοντας εμένα τον ίδιο χωρίς ν’ άγγίζομαι,νιώθοντας τη δροσερή σιωπή να φυσάει πάνω στα μεριά μου και βασανίζοντας το μυαλό μου να βρω αν πέρα εκεί μες στο σκοτάδι ο Κας έκανε κι αυτός το ίδιο,κι αν είχε αρχίσει να το κάνει τα τελευταία δύο χρόνια, προτού θελήσω είτε μπορέσω να το κάνω εγώ.

   Οι πατούσες του πατέρα είναι ισοπεδωμένες, τα δάχτυλα στραβά, καμπούρικα, παραμορφωμένα, χωρίς καθόλου νύχι πάνω στα μικρά του δέχτυλα, κι αυτά όλα για να εργάζεται έτσι σκληρά μέσα στην υγρασία και μέσα σε παπούτσια χειροποίητα από παιδί. Δίπλα στην καρέκλα του κάθονται οι αρβύλες του. Μοιάζουν σάμπως να τις έχουν πετσοκόψει με αμβλύ πελέκι περασμένο πρώτα απ’ τη φωτιά. 

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΠΡΩΙΜΗ ΜΥΚΗΝΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ(16Ος-15Ος π.Χ. αι.)
Της Dimitra Papanastasopoulou



Η προέλευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού  έχει συζητηθεί πολύ. Το γεγονός ότι οι Μυκηναίοι ήταν Έλληνες δεν χωρά αμφιβολία,αφού η αποκρυπτογράφηση των πήλινων πινακίδων από την Ανακτορική περίοδο σε Γραμμική Β έδειξε ότι ήταν χαραγμένες σε μια πρώιμη μορφή Ελληνικών. Το πότε έφτασαν στην Ελλάδα –αν δεν ήταν αυτόχθονες- εξακολουθεί να παραμένει ασαφές, αλλά είναι σαφές ότι η καταγωγή τους έρχεται από τους κατοίκους της νότιας Ελλάδας κατά τη μέση εποχή του χαλκού (2.00-1.600π.Χ.), αφού τα δείγματα της αρχαιολογικής σκαπάνης έφεραν στο φως ταφικά έθιμα, όπλα και αγγειοπλαστική εκείνης της εποχής.
Τα πλούτη και οι επαφές τους αυξάνονταν ταυτόχρονα με τους Μινωίτες της Κρήτης, οι οποίοι παρουσίαζαν μια εξελιγμένη και υπερεκλεπτυσμένη εγγράμματη κοινωνία από το 2.000π.Χ. και άρχισαν να ενδιαφέρονται ακόμη περισσότερο με το εμπόριο στο Αιγαίο και την ενδοχώρα των γειτόνων τους.
Η μείξη ήταν αποτέλεσμα των γηγενών εθίμων και των εισαγόμενων ιδεών, καθώς φαίνονται στα τεχνουργήματα των πλούσιων ταφών στους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών και στους πρώτους θολωτούς τύμβους της Μεσσηνίας. Τόσο οι ιδέες όσο και τα υλικά προέρχονται από τον βορρά και τη δύση.

Καθώς ο Μυκηναϊκός πολιτισμός άρχιζε να απλώνεται, οι λακκοειδείς τάφοι και οι τύμβοι έπαψαν να χρησιμοποιούνται και αντικαταστάθηκαν από μεγαλύτερους, πιο περίτεχνους θολωτούς για τους βασιλείς και τους πρίγκιπες, και θαλαμωτούς, με έναν τετράγωνο ή κυκλικό θάλαμο, σκαμμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Οι θαλαμωτοί τάφοι ήταν αρχικά ομαδικοί για τις πλούσιες οικογένειες κάθε κοινότητας. Συχνά αυτοί οι τάφοι έχουν ξεχωριστά και σπάνια ευρήματα, το ίδιο πλούσια με εκείνους των πρώιμων χρόνων: χρυσά αγγεία, δαχτυλίδια, όπλα κλπ.
Η αρχαιότερη γνωστή ευρωπαϊκή πανοπλία- ένας πλήρης χάλκινος θώρακας- βρέθηκε στα Δενδρά, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις Μυκήνες. Δεν έχουμε μάθει πολλά για τον τρόπο που ζούσαν οι άνθρωποι- ενώ γνωρίζουμε πολλά για τον θάνατό τους- επειδή δεν έχουν ανακαλυφθεί παρά ελάχιστα κτίρια. Μια έπαυλη ή ένα μικρό ανάκτορο βρισκόταν κοντά και έξω από τη Σπάρτη, σε μια τοποθεσία που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως ιερό για την Ελένη και τον Μενέλαο. Κομμάτια πρώιμων τοιχογραφιών στην Τίρυνθα και στις Μυκήνες δείχνουν τους προκατόχους των ανακτόρων κατά τον 13ο π.Χ.αι.
Η καταστροφή της πλειοψηφίας των μινωικών ανακτόρων το 1425π.Χ. ήταν ιδιαίτερης σημασίας για τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα αίτια αυτής της καταστροφής παραμένουν ασαφή: οι Μυκηναίοι θεωρήθηκαν συχνά ως υπεύθυνοι. Οι θαλαμωτοί τάφοι και η ταφή όπλων, πράγμα χαρακτηριστικό για την ηπειρωτική χώρα, εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά την καταστροφή, ενώ τα αρχεία της Κνωσού, του μοναδικού ανακτόρου που σώθηκε από αυτές τις καταστροφές, είναι γραμμένα με Γραμμική Β στα ελληνικά. Πιο σημαντικό απ’ όλα, οι Μυκηναίοι ήταν πια σε θέση να κυριαρχήσουν σε όλο το νότιο Αιγαίο αναλαμβάνοντας το πάλαι ποτέ μινωικό εμπόριο στην ανατολική Μεσόγειο.
Από τότε, η μυκηναϊκή κεραμεική, και οχι η μινωική, βρίσκεται στην Αίγυπτο, στη Συρία και στην Κύπρο.
 


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Πρόκειται για τον  πασίγνωστο φιλόλογο και μετέπειτα συγγραφέα και θεατράνθρωπο  Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, τον πρώτο Έλληνα συγγραφέα που έγινε γνωστός σε όλη την Ευρώπη με το έργο του : Το βιβλίο της Αυτοκράτειας Ελισάβετ.
Ο Χρηστομάνος, άσχημος και καμπούρης (ο Βάρναλης τον χαρακτήρισε ως ελεεινό πήλινο σκεύος),ήδη αναγορευμένος Διδάκωρ Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ το 1891, κλήθηκε να δώσει μαθήματα ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας στην πανέμορφη Ελισάβετ της Αυστρίας, τη γνωστή ως  πριγκίπισσα Σίσσυ.
Ήταν εκείνος που τη λάτρεψε πλατωνικά  και της εμφύσησε την αγάπη για την αρχαία Ελλάδα, ακολουθώντας την στα ταξίδια της. Από τη Βιέννη έφυγε το 1899 με τον τίτλο του Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ.
Το παραπάνω έργο του δημοσιεύτηκε αμέσως μετά την δολοφονία της Ελισάβετ το 1898, γεγονός που δυσαρέστησε το παλάτι και είχε ως συνέπεια την αποπομπή του από το πανεπιστήμιο. Το βιβλίο, αφού κυκλοφόρησε πρώτα στην Ιταλία και τη Γαλλία, το 1901 κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα στην δημοτική γλώσσα.
Να ένα μικρό απόσπασμα:

   Το θαλαμηγό της Αυτοκράτειρας είναι κομψό και λουσάτο. Οι καμπίνες πουναι προορισμένες για τη Μεγαλειότητά Της, πολύ βαθιά στην καρίνα του πλοίου, έχουν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κατοικίας ενός ναυτικού. Είναι απλούστατες και πρακτικά βαλμένες, κι όμως μαντεύει κανείς αμέσως τη διαμονή μιας υπέροχης προσωπικότητας. Κι’ εδώ όλα τα έπιπλα σκεπασμένα με άσπρα λινα ντύματα που κάτω τους δε βάζει ο νους το μετάξι∙ και παντού λουλούδια. Η καμπίνα του λουτρού είναι στ’ αλήθεια το κυριώτερο διαμέρισμα και με περισσότερη ευμάρεια από τ’ άλλα ταχτοποιημένο. Στα ταξίδια της η Αυτοκράτειρα κάνει μόνο θαλάσσια λουτρά: μια βαρκούλα, ενόσω περπατεί το πλοίο, τραβά αλάργα στο πέλαγος και της φέρνει το νερό τ’ αμάλαγο απ’ τα βαθιά. Στο κατάστρωμα επάνω είναι στημένο ένα κιόσκι στρογγυλό όλο κρύσταλλα, που βλέπει απ’ όλες τις μεριές τη θάλασσα: είναι ντυμένο από μέσα με γαλάζιο μετάξι καπιτονέ κι έχει στόρια που ανεβοκατεβαίνουν κι ένα ντιβάνι ημικυκλικό, όλα από μετάξι ομοιόχρωμο. Εώ μέσα η Αυτοκράτειρα κάθεται και τη χτενίζουν το πρωί και συνάμα διαβάζει ή γράφει μαζί μου∙ ενόσω βρίσκεται σ’ αυτό το κιόσκι, όλα τα παραπετάσματα είναι κατεβασμένα.
....

   Σήμερα πάλιν η θάλασσα είναι κυματούσα κι αγριεμένη. Μού ζήτησε να της διαβάσω μερικές σελίδες από τον Κύκλο της θάλασσας του Βορριά του Χάϊνε. Η δεύτερη στροφή  της Τρικυμίας μ’ έκαμε ν’ ανατριχιάσω καθώς τη διάβαζα, τόσο μού φάνηκε παρμένη από επάνω της :

Μάννα της ομορφιάς, της αφρογεννημένης!
Να τον που μύρισε κιόλας το Χάρο
Ο άσπρος γλάρος- το βρυκολακιασμένο Πουλί-
Και στο κατάρτι ακονίζει το ράμφος...

Και παρακάτω:

Στέκεται μιαν ώρια κι άρρωστη γυναίκα
Χλωμή και διάφανη σα μαρμαρένια...
Κι ο αγέρας αναδεύει τα μακριά μαλλιά της
Και παίρνει από το στόμα της το σκοτεινό τραγούδι
Και σέρνει το πάνω στ’ άραχνο και μανιασμένο πέλαγος...

Περίφοβα σήκωσα τα μάτια μου προς τα δικά της και είδα τα βλέμματά της να σέρνωνται μαζί με τον αγέρα πάνω στο άραχνο και μανιασμένο πέλαγος...






Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944
ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



(Απόσπασμα από το βιβλίο μου ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ)


«Σαν να τη βλέπω μπροστά μου. Τα λόγια της έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου, θυμάμαι μέχρι και σε ποιά σημεία σταματούσε, ανίκανη να συνεχίσει... Χώριζαν παιδιά και  άντρες  σε πεντάδες και τους έβαζαν να γονατίζουν με τα χέρια και τα κεφάλια σηκωμένα ψηλά, με κενά μεταξύ τους.  Οι γυναίκες, οι αδελφές  και οι μάνες  συνωστίζονταν λίγα μέτρα πιο πέρα,σφίγγοντας τα δόντια και τρώγοντας τα χέρια τους, ψάχνοντας με το βλέμμα να διακρίνουν τους δικούς τους ανάμεσα σε χιλιάδες άτομα.
   »Εμφανίστηκαν οι κουκουλοφόροι και άρχισαν να κοιτάζουν κρυμένοι τα σφιγμένα πρόσωπα. Ο εφιάλτης άρχισε. Οι σατανάδες διάλεγαν και απομάκρυναν από το πλήθος τους άτυχους. Απομάκρυναν όσους είχαν διαλέξει και τους έστηναν λίγο πιο πέρα, αντίκρυ από την εκκλησία, στη μάντρα του παλιού υφαντουργείου.Ο στριγγός ήχος των πυροβολισμών μαρτυρούσε σε όσους δεν έβλεπαν τι συνέβαινε. Ζητούσαν τις ταυτότητες και, όταν επρόκειτο για εκείνους που δούλευαν για τους Γερμανούς, τους έδιωχναν, τους ανέβαζαν σε καμιόνια και γλύτωναν.
   »Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά, η ζέστη μεγάλωσε μαζί με την αγωνία και τονν φόβο. Κάποια στιγμή είδαν τον Μιχάλη. Ο προδότης στάθηκε από πάνω του και ζήτησε την ταυτότητά του. Δεν έχω. Η μάνα, στο άκουσμα της δυνατής φωνής, πόνεσε, κρατήθηκε για να μην ουρλιάξει και πλησίασε όσο μπορούσε.
   »Αφήστε με να περάσω, το παιδί μου είναι, παρακαλούσε και ο δρόμος άνοιγε βαριά και σιωπηλά με σεβασμό και φόβο.
   »Ο κουκουλοφόρος θύμωσε και άρχισε να τον χτυπά άνανδρα και να τον προστάζει να πει το όνομά του. Ο Μιχάλης δε μιλούσε. Ένας άλλος κουκουλοφόρος πλησίασε, γιατί του φάνηκε γνωστή η φυσιογνωμία του.
   »Μη ρωτάς και πάρ’ τον. Καπετάνιος των ανταρτών είναι, τον ξέρω.
   »Τον οδήγησαν στη μάντρα και η μάνα πλησίασε, όσο επιτρεπόταν, τρεκλίζοντας και κρατώντας με τα δυό της χέρια σφαλιστό το στόμα που ήθελε να ουρλιάξει, να εξαπολύσει κεραυνούς.
   »Η καρδιά της δεν άντεχε αυτό που ζούσε∙ τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Το μυαλό της τρελαμένο, έκανε χίλιες σκέψεις. Γιατί μου έδωσε τη βέρα; Ποιός από τους δύο είναι και ποιόν προσπαθεί να γλυτώσει; Για όλα ήταν ικανοί οι γιοί της, το ήξερε καλά. Λίγα λεπτά αργότερα, όποιος από τους δύο κι αν ήταν, έπεσε νεκρός, στοιβαγμένος πάνω σε άλλους νεκρούς, ένας αποτρόπαιος λόφος πτωμάτων που έβαφαν και πότιζαν το χώμα της Κοκκινιάς με το αίμα της ανυπότακτης καρδιάς τους.
   »Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και όλες οι γυναίκες έμειναν να περιμένουν μέχρι να έρθει η ώρα για να πάρουν τους νεκρούς τους. Νωρίς το απόγευμα, οι Γερμανοί τους φόρτωσαν σε καμιόνια, τους πήγαν στο νεκροταφείο και, αφού τους έριξαν όλους μαζί σε μεγάλους λάκκους, έφυγαν. Αυτό που έκαναν οι γυναίκες μετά, ξεπερνά τα όρια της ψυχικής αντοχής. Άρχισαν να ψάχνουν με σεβασμό, να μετακινούν με πόνο, να γυρεύουν τον δικό τους νεκρό, ώρες ολόκληρες... Όμως οι νεκροί ήταν πολλοί, το ίδιο και οι λάκκοι, και οι τυχερές λίγες».


Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Με τις καμπάνες να ηχούν χαρμόσυνα, τη μελωδία των χαιρετισμών να γεμίζει την ατμόσφαιρα από την πρώτη μέρα του μήνα, ο μήνας της Παναγίας φθάνει στη μέση και στην κορύφωση των εορτασμών. Ένας μήνας ξεχωριστός για μένα για πολλούς προσωπικούς λόγους.  
Πολλοί ονομάζουν τον Δεκαπενταύγουστο «Πάσχα του Καλοκαιριού» και είναι, πράγματι τεράστια η λαμπρότητα με την οποία η Χριστιανοσύνη υμνεί και γιορτάζει την μετάσταση της Μητέρας όλων μας στους ουρανούς, την αιώνια Ανάσταση που προσφέρεται στον καθένα και που όλοι μας μπορούμε να βιώσουμε, αρκεί να έχουμε πίστη.

Σύμφωνα με την παράδοσή μας, τρείς μέρες νωρίτερα η Παναγία δέχτηκε την επίσκεψη του Γαβριήλ, ο οποίος της ανήγγειλε ότι «τα ανθρώπινα για σένα τελείωσαν». Η Παναγία έχει χρόνο να ετοιμαστεί για το μεγάλο και παντοτεινό της ταξίδι: διανέμει τα ρούχα της και αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο της στην προσευχή, ετοιμάζεται να αντικρύσει τη δόξα και τη λαμπρότητα του αιώνιου.

Η εικόνα της Κοίμησης που σας παρουσιάζω είναι έργο της νιότης του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και βρίσκεται στο νησί της Σύρου. Ο ζωγράφος ήταν περίπου 25 ετών όταν τη φιλοτέχνησε, ακολουθώντας την παραδοσιακή, αποκαλυπτική εικονογραφία της Ορθοδοξίας, με κάποιες μικρές παραλλαγές. Βλέπουμε, δηλαδή, μια δυναμική σύνθεση με την τοποθέτηση της Παναγίας ελαφρά διαγώνια και όχι σε ορθή γωνία, ταυτόχρονα με την σχεδόν ομόλογη του Ιησού, ο οποίος σκύβει προς εκείνη. Πρόκειται για λεπτομέρειες που δίνουν το στίγμα της εποχής και των ανησυχιών του ζωγράφου.




  

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΥ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η διπλή πολιτική δολοφονία που έγινε την 28η Ιουνίου 1914 στο Σεράγεβο, με θύματα τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκο Φερδινάνδο και την σύζυγό του Δούκισσα Σοφία του Χόχενμπεργκ, ήταν το έναυσμα για τον Μεγάλο Πόλεμο (Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).
Δράστης ένας Σερβοβόσνιος φοιτητής, ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ, και μέγας συντονιστής της ομάδας των επτά δολοφόνων ο Ντανίλο Ίλιτς. Στόχος η απόσπαση των νότιων σλαβικών επαρχιών της Αυστροουγγαρίας για την δημιουργία της Μεγάλης Σερβίας.

Το Σεράγεβο, αν και μικρή πόλη, ήταν τότε πρωτεύουσα της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, περιοχές προσαρτημένες βίαια στους κόλπους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας μόλις από το 1908 (μέχρι τότε ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Η πόλη ήταν γεμάτη στενά σοκάκια και σπίτια με χαμηλές σκεπές και είχε έναν  κύριο δρόμο, την οδό Απέλ, να εκτείνεται κατά μήκος ενός χειμάρρου. Οι κάτοικοί της ήταν Ορθόδοξοι Σέρβοι, Καθολικοί Κροάτες, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι.
Τρείς μέρες νωρίτερα είχε φθάσει εκεί ο διάδοχος του αυτροουγγρικού θρόνου με την σύζυγό του, δίνοντας στην πόλη μια απρόσμενη εορταστική κίνηση. Ο διάδοχος βρισκόταν εκεί  ως γενικός επιθεωρητής των στρατιωτικών δυνάμεων και επρόκειτο να παραστεί σε δημόσια γυμνάσια.
Το Σεράγεβο είχε να δεχθεί τόσο επίσημα πρόσωπα από το 1910, όταν το επισκέφθηκε αυτοπροσώπως ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Ο αυτοκράτορας είχε σταθεί τυχερός τότε, αφού τα σχέδια της δολοφονίας του ναυάγησαν και ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του αυτοκτόνησε λόγω της αποτυχίας του.
Τώρα, το ζεύγος των νεαρών διαδόχων απολάμβανε μια ζεστή υποδοχή και μια μεγάλη εγκαρδιότητα από τους κατοίκους της μικρής πρωτεύουσας, έχοντας επιλέξει για διαμονή ένα ξενοδοχείο στο δυτικό προάστειο Ίλιτζα. Σκόπευαν να αναχωρήσουν αμέσως μετά τους εορτασμούς, αλλά ο στρατηγός και κυβερνήτης της περιοχής Όσκαρ Ποτιόρεκ τους έπεισε να παραμείνουν ως την Κυριακή, 28 Ιουνίου. Εκείνοι δέχτηκαν- πήραν μια απόφαση που αποδείχτηκε μοιραία για τις δικές τους ζωές, τις ζωές των τριών μικρών παιδιών τους, αλλά και τις ζωές εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών- θυμάτων του πολέμου.

Η τελευταία μέρα των πριγκίπων ξεκίνησε με την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Μετά, ανέβηκαν σε τρένο με προορισμό το κέντρο του Σεράγεβο, όπου θα επακολουθούσε παρέλαση. Η διαδρομή ήταν σύντομη- μόλις 15 λεπτά. Τους περίμενε ο ίδιος ο Ποτιόρεκ με μια τιμητική φρουρά που παρουσίασε όπλα με την εμφάνιση του πρίγκιπα. Ακολούθησε η επιβίβαση σε έξι αυτοκίνητα. Στο πρώτο κάθισαν ο αρχηγός της αστυνομίας και ο δήμαρχος της πόλης. Στο δεύτερο, ένα ανοιχτό σπόρ Gräf & Stift ανέβηκε το πριγκιπικό ζεύγος και ο στρατηγός.
Σε μικρή απόσταση από τον σταθμό υπήρχε ένας στρατώνας. Έγινε μια στάση και ο διάδοχος έκανε μια σύντομη επιθεώρηση. Όταν τα αυτοκίνητα μπήκαν στην οδό Απέλ, οι δείχτες των ρολογιών έδειχναν δέκα το πρωί. Η πομπή ακολουθούσε την όχθη του ποταμού και το συγκεντρωμένο πλήθος ζητωκραύγαζε, κάτω από τον πρωινό ήλιο. Είκοσι τέσσερις κανονιοβολισμοί ακούστηκαν από το κάστρο της πόλης και ο ευχαριστημένος Φραγκίσκος Φερδινάνδος κοιτούσε ολόγυρα, χωρίς να υποψιάζεται ότι ήταν στόχος, και μάλιστα πολύ εύκολος, λόγω της ελάχιστης ταχύτητας και της ανοιχτωσιάς του αυτοκινήτου.

Μια βόμβα εκτοξεύεται από τον 19χρονο Νετζέλκο Τσαμπρίνοβιτς, έναν από την ομάδα των δολοφόνων, αλλά αστοχεί. Βρίσκει την διπλωμένη σκεπή του αυτοκινήτου, πέφτει, κυλά στο δρόμο και εκρύγνυται κάτω από το αυτοκίνητο που ακολουθούσε, τραυματίζοντας τον συνταγματάρχη Μερίτσι και άλλον έναν επιβάτη. Ο Τσαμπρίνοβιτς παίρνει κυάνιο και πέφτει στο ποτάμι. Η ατυχία εξακολουθεί να τον ακολουθεί: το κυάνιο είναι αλλοιωμένο και η ποσότητα μικρή, ανεπαρκής να φέρει τον ποθούμενο θάνατο. Επιπλέον, το ποτάμι-χείμαρρος δεν έχει νερό∙ το σώμα του Γαβρίνοβιτς προσγειώνεται σε στρώμα άμμου και το πλήθος τον συλλαμβάνει αμέσως...
Ο διάδοχος, αρκετά ψύχραιμος, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και ενημερώνεται για όσα συνέβησαν. Λίγο αργότερα, η πομπή συνεχίζει την πορεία προς το Δημαρχείο.
Ο ταραγμένος Δήμαρχος Fehim Effendi Curcic αρχίζει να εκφωνεί την ομιλία του:
«... οι κάτοικοι του Σεράγεβο υποδέχονται την Υψηλότητά σας με μεγάλο ενθουσιασμό...»
Ο διάδοχος χάνει την ψυχραιμία του και ξεσπά:
«Ήρθα εδώ ως καλεσμένος σας κι εσείς με υποδεχτήκατε με βόμβες!»
Ωστόσο, δεν ματαιώνει τη συνέχεια των εκδηλώσεων. Δεν επιθυμεί να ερμηνεύσουν μια τέτοια συμπεριφορά όσοι δεν αποδέχονται τους Αυστριακούς ως κυριάρχους.
Αλλά, οι τοπικές αρχές παραλείπουν- έστω κι εκείνη την ώρα- να τον η πληροφορήσουν ότι η συγκεκριμένη ημέρα, γιορτή του Αγίου Βίτου, ήταν συγχρόνως και ανάμνηση μιας σοβαρής ήττας των Σέρβων από τους Τούρκους, αρκετές εκατοντάδες χρόνια πριν, το 1389, στην περίφημη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (πεδίο των κοτσυφιών). Οι Σέρβοι είχαν καταφέρει να δολοφονήσουν τον Τούρκο Σουλτάνο( Μουράτ Α΄), αλλά κατακτήθηκαν από τους Τούρκους και έμειναν κατακτημένοι εως πρόσφατα (ως το 1908, όπως γράφω παραπάνω). Η παρουσία, επομένως, του νέου κυρίαρχου σ’ αυτή την επέτειο ήταν απόλυτα προκλητική για τους αντιφρονούντες...
Επιπλέον, παρά τις πληροφορίες των αρχών της Βιέννης ότι Σέρβοι εθνικιστές προετοίμαζαν τη δολοφονία του διαδόχου, οι υπεύθυνοι εκώφευσαν θεωρώντας τες λανθασμένες και παραπλανητικές, αν και η πηγή ήταν ο ίδιος ο Σέρβος πρωθυπουργός Νίκολας Πάσιτς...

Ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος, σε πλήρη άγνοια, εκφράζει την επιθυμία να επισκεφθεί τους τραυματίες στο νοσοκομείο. Η σύζυγός του Σοφία τον ακολουθεί.
Η πομπή συνεχίζει την μοιραία πορεία της, αλλά...
Οι ταραγμένοι Αυστριακοί, με τον επι κεφαλής τους(συνταγματάρχη Μερίτσι) βαριά τραυματισμένο, έχοντας αποφασίσει μια αλλαγή ασφαλείας, λησμονούν να την ανακοινώσουν στον οδηγό του αυτοκινήτου στο οποίο επιβαίνει το πριγκιπικό ζεύγος. Έτσι, όταν το σπορ ανοιχτό αυτοκίνητο φθάνει στην λεγόμενη Λατινική Γέφυρα, στρίβει δεξιά στην στενή οδό Φραγκίσκου Ιωσήφ (προς τιμήν του αυτοκράτορα και πατέρα του πρίγκιπα).
Ο στρατηγός Ποτιόρεκ αντιδρά, φωνάζει στον οδηγό να γυρίσει πίσω. Το σπόρ αυτοκίνητο σταματά. Δεν διαθέτει πίσω κίνηση και οι άνδρες το σπρώχνουν.
Σε ένα μικρό στέγαστρο βρίσκεται ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Πάσχοντας από διαβήτη, είχε μπει σε έναν φούρνο της οδού Φραγκίσκου Ιωσήφ να πάρει κάτι γλυκό να φάει. Βγαίνοντας είδε μπροστά του, ανέλπιστα, το σταματημένο αυτοκίνητο με τον άνθρωπο που ήθελε να δολοφονήσει να κάθεται στη θέση του.
Χωρίς να χάσει λεπτό, έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε δύο φορές. Η πρώτη σφαίρα πέτυχε την Σοφία στην κοιλιά, η δεύτερη τη φλέβα του λαμού του διαδόχου. Η Σοφία φεύγει πρώτη, πεσμένη στα γόνατα του συζύγου της. Ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος θα την ακολουθήσει δέκα λεπτά αργότερα.

Ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ συνελλήφθη, δικάστηκε και επειδή ήταν ανήλικος (κάτω των 21) δεν εκτελέστηκε, αλλά φυλακίστηκε. Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από φυματίωση.

Η Αυστροουγγαρία θεώρησε υπεύθυνη την Σερβία για τις δολοφονίες και της κήρυξε τον πόλεμο ένα μήνα αργότερα. Έναν πόλεμο στον οποίο θα εμπλακεί ολόκληρη η Ευρώπη (και οι ΗΠΑ το 1917), έναν πόλεμο που θα κρατήσει τέσσερα χρόνια και θα εξαφανίσει τις μεγάλες αυτοκρατορίες: Ρωσίας, Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας και Οθωμανών.