The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΤΖΙΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Η Πλατεία Κοτζιά είναι μια από τις πιο σημαντικές κεντρικές πλατείες της πρωτεύουσας.  Κατά την Τουρκοκρατία στη συμβολή των οδών Ευπόλιδος και Απελλού υπήρχε ένας ναός του Αγ. Δημητρίου, του επονομαζόμενου Τζηρίτη. Αυτό το προσωνύμιο οφειλόταν στο «τζιρίτι» που σήμαινε «έφιππος ακοντισμός». Ήταν ένα πολεμικό τούρκικο αγώνισμα το οποίο ελάμβανε χώρα εκεί ακριβώς, αν και υπήρχαν κι άλλες περιοχές της Αθήνας που το φιλοξενούσαν.
Στο πρώτο πολεοδομικό σχέδιο των Αθηνών (1833) οι Στ. Κλεάνθης και Εδ. Σάουμπερτ οραματίζονταν μια μεγάλη πλατεία, τον περίφημο «κήπο του λαού», που θα εκτεινόταν από την Ομόνοια ως την οδό Ευριπίδου.
Η πλατεία αυτή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, θα περιελάμβανε κτίρια με στοές, όπου θα υπήρχαν κατοικίες στον όροφο και καταστήματα στο ισόγειο, ενώ ο ελεύθερος χώρος θα κοσμούνταν με δενδροστοιχίες και αναβρυτήρια.
Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, λόγω του τεράστιου κόστους της απαλλοτρίωσης των οικοπέδων. Έτσι, το 1851 με Βασιλικό Διάταγμα καταργήθηκε και μέρος της περιοχής οικοπεδοποιήθηκε. Διατηρήθηκε ελεύθερο μόνο το κεντρικό μέρος της, αυτό που σήμερα βρίσκεται μπροστά από το Δημαρχείο και την Εθνική Τράπεζα, επειδή τα ρέματα που το διέσχιζαν δυσκόλευαν την οικοδόμηση.
Εκείνα τα χρόνια, η περιοχή ήταν γνωστή ως «στα Κανόνια» ή «Πλατεία Γυμνασίων», λόγω των πυροβόλων που βρίσκονταν σε υπόστεγο στην ανατολική πλευρά, καθώς και των στρατιωτικών ασκήσεων που εκτελούνταν εκεί. Οι σπουδαστές της Σχολής Ευελπίδων έκαναν επίσης τις ασκήσεις ιππασίας σ’ αυτόν τον χώρο. Λεγόταν ακόμη και «Πλατεία Λουδοβίκου», μια αναφορά στον πατέρα του βασιλιά Όθωνα.
Όταν την δεκαετία του 1870 άρχισε να κατασκευάζεται το Δημοτικό Θέατρο, το όνομα άλλαξε σε «Πλατεία Νέου Θεάτρου». Πληθώρα ονομάτων ακολουθούν λόγω των επιβλητικών κτιρίων που την περικλείουν σιγά-σιγά: «Πλατεία Ταχυδρομείου», «Πλατεία Εθνικής Τραπέζης», «Πλατεία Δημαρχείου».
Επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη πραγματοποιήθηκε ασφαλτόστρωση των δρόμων γύρω από το Δημοτικό Θέατρο, ενώ αναμορφώθηκε ο Κήπος μεταξύ Εθνικής Τραπέζης και Δημοτικού Θεάτρου με φοίνικες και παρτέρια. Τότε τοποθετήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων- όπως έγινε και σε άλλες πλατείες της πόλης- ένα μικρό ξύλινο κιόσκι.
Στον μεσοπόλεμο, γύρω από την πλατεία υπήρχαν υπαίθρια μαγαζάκια προσφύγων μικροπωλητών: τσαγκάρηδων, κουρέων κλπ.  Το 1939 το Δημοτικό Θέατρο κατεδαφίστηκε με πρωτοβουλία του υπουργού-διοικητή πρωτευούσης Κ.Κοτζιά, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες. Ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς είχε χρηματίσει Δήμαρχος Αθηναίων μεταξύ 1934-1936 και έμεινε γνωστός για την κατασκευή των προσφυγικών κατοικιών της οδού Αλεξάνδρας.
Το 1951, μετά δηλαδή τον θάνατο του Κ.Κοτζιά, η πλατεία πήρε το όνομά του. Δύο χρόνια μετά, όταν με την ανακατασκευή της πλατείας Ομονοίας απομακρύνθηκαν από εκεί τα ανθοπωλεία, μεταφέρθηκαν στην Πλατεία Κοτζιά και τα περίπτερα στήθηκαν παράλληλα με την οδό Αιόλου. Στο κέντρο της πλατείας τοποθετήθηκε ένα μαρμάρινο συντριβάνι και γύρω του παρτέρια πρασίνου.
Κατά την μεταπολεμική περίοδο πολυώροφα κτίρια υψώθηκαν γύρω από την πλατεία τόσο από μπετόν όσο και από γυαλί. Εργάτες έκαναν στέκι την πλατεία, αναζητώντας ένα μεροκάματο.
Το 1977 η πλατεία άλλαξε πάλι όνομα και έγινε «Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως». Τα Κυριακάτικα πρωινά εμφανιζόταν τότε ο Σαμψών επιδεικνύοντας το ρωμαλέο του σώμα.
Αν και έχουν περάσει από τότε σαράντα ακριβώς χρόνια, οι Αθηναίοι δίνουν ραντεβού στην «Πλατεία Κοτζιά»...



ΗΩΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης, η Ηώς, σύμφωνα με κάποιες δοξασίες είχε μητέρα τη Νύχτα και πατέρα έναν Γίγαντα, τον Πάλλαντα. Ο Βορράς, ο Νότος και ο Ζέφυρος είναι γιοί της που τους απόκτησε από τον Αστραίο, ενώ ο Ησίοδος προσθέτει και ένα τέταρτο γιό, τον Εωσφόρο-εκείνον που φέρνει την αυγή∙ τα αμέτρητα άστρα του ουρανού είναι επίσης δικά της παιδιά.

Το μοναδικό θέαμα της χαραυγής με τη σύγχρονη υποχώρηση του σκότους και την «εξαφάνιση» των φωτεινών άστρων, οι αρχαίοι μας πρόγονοι τα «έδεσαν» στο πρόσωπο της Ηώς, της προσωποποίησης της Αυγής αποδίδοντάς της τα υπέροχα επίθετα της ροδοδάχτυλης, της χιονβλέφαρης, της φωτεινής, της χαρωπής, της λευκής, αλλά και της χρυσοπέδιλης.
Είναι εκείνη που τρέχει στον ουρανό πετώντας με τα φτερά της ή ιππεύοντας το άλογό της ή οδηγώντας το δικό της άρμα με τα λευκά ή κόκκινα άλογα, έχοντας προπομπό τον Αυγερινό και συνοδεία τους αέρινους γιούς της. Είναι εκείνη που στο πέρασμά της η Νύχτα φεύγει υποχωρώντας στην μακρινή Δύση και η θεά του φωτός απλώνεται πάνω σε θάλασσες και στεριές, χύνει με το άπατο κανάτι της δροσιά στη γη, ξυπνά όλη την πλάση και ετοιμάζει τον ερχομό του Ήλιου.
Οι παραδόσεις την θέλουν να έχει εξοργίσει την Αφροδίτη, αφού ο Άρης βρέθηκε στο κρεββάτι της, κι εκείνη να την καταριέται να μη βρίσκει ποτέ ικανοποίηση, παρά ν αβρίσκεται σε μια διαρκή και μάταιη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου.

Τι έκρυβαν οι δοξασίες της Ηούς;
-την αρχέγονη ιδέα της θεάς του φωτός που καταδιώκει, αιχμαλωτίζει και εξουσιάζει τον δαίμονα του σκοταδιού, έναν γίγανατ του νυχτερινού ουρανού, κι αυτό το καταδεικνύουν οι ετυμολογίες των ονομάτων Ωρίων, Κέφαλος και Αστραίος.
-τον συσχετισμό της θεάς του πρωινού με την αυγή της ζωής του ανθρώπου και την πίστη ότι η γυναικεία θεότητα παίρνει μαζί της τα παλικάρια που πεθαίνουν πάνω στη νιότη τους.
-την πίστη ότι η θεά, ως γυναίκα, απαιτεί το μερίδιό της από τα όμορφα παλικάρια της ανθρώπινης κοινότητας, μια πίστη κατοχυρωμένη με σχετικό λατρευτικό  τυπικό που προβλέπει ανθρωποθυσίες, και
-το προνόμιο της βασίλισσας στις μητριαρχικές κοινωνίες στην ύπαρξη πολλών εραστών, διαδοχικών ή ταυτόχρονων, έναν θεσμό που διαφαίνεται και μέσα από τους μύθους της Ελένης και της Πηνελόπης.

Αλληγορίες της ημέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους είναι και το αργό, ατελείωτο σβήσιμο της ζωής του Τιθωνού(του όμορφου θνητού νέου που ερωτεύθηκε βαθιά και τον πήρε μαζί της, ξεχνώντας να ζητήσει να του χαρισθεί η αιώνια νεότητα) σε βαθιά γεράματα, κάτω από την ακοίμητη φροντίδα της Ηούς, όπως και το ξεψύχισμα του Μέμνονα στην αγκαλιά της.
Το παλάτι της Ηούς ήταν στον μακρινό Ωκεανό κι εκεί έφερε στον κόσμο τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα, καρπούς του έρωτά της με τον Τιθωνό. Εκεί στο μεταίχμιο του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών, στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης, στο μεταίχμιο της ημέρας και της νύχτας. Έτσι, ο Μέμνων συμβόλιζε την νύχτα και ο Ημαθίων την ημέρα. Ο Ημαθίων βρίσκεται στη χώρα των Εσπερίδων, στα σύνορα της ημέρας, ενώ ο Μέμνων βασιλεύει στην χώρα των Αιθιόπων, σύμβολο της νύχτας.
Ο Μέμνων ξεκίνησε από τη χώρα των Αιθιόπων με μεγάλο στρατό να βοηθήσει τους Τρώες που πολεμούσαν με τους Έλληνες. Εκεί, έπεσε νεκρός από το χέρι του Αχιλλέα. Η Ηώς πήρε το νεκρό σώμα του γιού της και το μετέφερε στον Κάτω Κόσμο, χύνοντας δάκρυα πυκνά, δάκρυα που μούσκεψαν τη γη και χλώμιασαν το πρωινό, δάκρυα που μάζεψαν σύννεφα και έκρυψαν τον Ήλιο. Ή θεά του φωτός ήταν τόσο απλεπισμένη, που το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μείνει για πάντα εκεί, στο βασίλειο των σκιών και του θανάτου, να φέγγει μόνο για το γιό της.
Όμως, η τάξη των πραγμάτων την ήθελε στο φως κι εκεί ξαναγύρισε, βρίσκοντας τη λησμονιά σε άλλες, αμέτρητες ερωτικές περιπέτειες.


   


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΤΕΛΛΟ ΑΓΡΑ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Ο Τέλλος Άγρας άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 Ιουνίου 1907, γενναίος και περήφανος  ως το τέλος. Ήταν μόλις 27 ετών.
Στο μυθιστόρημά μου ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ που κυκλοφόρησε το 2013, αφιερωμένο στην Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της, διάσημους και άσημους, σημαντικούς και ασήμαντους, αναφέρω και τον ήρωα Τέλλο Άγρα, τον άνδρα που αψήφισε τη ζωή του για την ελευθερία της πατρίδας. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το παραπάνω βιβλίο και μιλά για τις τελευταίες μέρες και ώρες της ζωής του.
---
Τον Απρίλιο ήρθε εντολή από το Προξενείο της Σαλονίκης να εγκαταλείψει τον Αγώνα ο Άγρας- και μαζί του ένα σωρό άλλοι αρχηγοί που είχαν πολύ καιρό εκεί, για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους, ξεκούραστους. Ο Άγρας, όμως, είχε στο μυαλό του τις πληροφορίες που έρχονταν καθημερινά στο σπίτι όπου έμενε. Αυτές έλεγαν ότι το ηθικό των Βουλγάρων ήταν πεσμένο, η υπεροχή των Ελλήνων μεγάλη και ένας σημαντικός αριθμός κομιτατζήδων ήθελε να έρθει στην πλευρά τους. Ο Άγρας ήταν ενθουσιασμένος. Όταν πήρε γράμμα από τον ισχυρό Βούλγαρο βοεβόδα Ζλατάν, που δήλωνε την πρόθεσή του όχι μόνο να προσχωρήσει ο ίδιος στα ελληνικά σώματα, αφού ασπασθεί το Πατριαρχείο, αλλά και να φέρει μαζί του μια πολύ μεγάλη ομάδα κομιτατζήδων, η καρδιά του Άγρα πήρε φωτιά. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν κι άλλοι Βούλγαροι, έτοιμοι κι εκείνοι για συναδέλφωση και κοινούς αγώνες. Ο Άγρας, προσεχτικός στην αρχή, άρχισε να γίνεται όλο και πιο τολμηρός, όταν έπρεπε να συναντηθεί μαζί τους. Μέρα τη μέρα έπεφτε στην παγίδα τους τόσο εύκολα, τόσο ανέλπιστα για εκείνους.
   Η τελική συνάντηση ορίστηκε για τις 3 Ιουνίου. Τα παρακάλια του Πιέρ να πάρει κάποιες προφυλάξεις δεν εισακούστηκαν. Ο Βούλγαρος είχε ορίσει σημείο συνάντησης μέσα στο δάσος, δυτικά της Νάουσας. Ο Άγρας δέχτηκε,αλλά πρόσταξε όλους να μείνουν πίσω, να φυλάνε την περιοχή. Δεν άκουγε κανέναν.
   Ο καιρός ήταν ζεστός και ο πυρετός τον ταλαιπωρούσε πάλι. Ο Πιέρ τον έπεισε να πάρει λίγο φάρμακο, μιας και είχε να κάνει δρόμο. Με χίλια παρακάλια ο Άγρας πήρε ένα τουφέκι και δέχτηκε να τον συνοδέψουν δύο οδηγοί, ο Αντώνης Μίγγας και ο Πιέρ. Όταν έφτασαν στο σημείο της συνάντησης δεν βρήκαν κανέναν. Μετά από λίγο, εμφανίστηκαν δύο Βούλγαροι και πίσω τους ο κοκκινογένης Ζλατάν, οπλισμένος σαν αστακός.
   Ο Άγρας τον περιγέλασε για τα όπλα του και ο πονηρός Βούλγαρος πρότεινε ν’ αφήσουν και οι δύο τα όπλα τους και να συνεχίσουν άοπλοι πιο κάτω, εκεί που τους περίμεναν και οι άλλοι βοεβόδες. Συγχρόνως, ρωτούσε πού είναι οι άντρες του Άγρα. Πήρε την αγέρωχη απάντηση ότι η συμφωνία ήταν να πάει μόνος- να, λοιπόν, μόνο τέσσερις άντρες είχε μαζί του.
   Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν ένα σωρό Βούλγαροι, κύκλωσαν την ελληνική ομάδα κι έπιασαν τον Άγρα. Του έδεσαν τα χέρια πίσω, ενώ εκείνος έβριζε. Ο Ζλατάν, με τα δύο άνισα, περίεργα μάτια του ν’ αστράφτουν, είπε στους υπόλοιπους Έλληνες να φύγουν. Οι οδηγοί έφυγαν. Ο Μίγγας και ο Πιέρ έμειναν.
   «Φύγετε, είπα», έβγαλε φωνή ο Ζλατάν.
   Δεν πήρε απάντηση. Οι δύο άντρες έκαναν ακόμη ένα βήμα προς τον Άγρα. Ο Ζλατάν κατάλαβε.
   «Δέστε τους κι αυτούς και βγάλτε τους τα παπούτσια. Άϊντε, κουνηθείτε!»
   Οι Βούλγαροι, με αλαλαγμούς, όρμησαν στους τρεις άντρες με τα μαχαίρια έτοιμα.
   «Σφάξτε τον, κρεμάστε τον, σκίστε τον!»
   Η άγρια φωνή του Ζλατάν επέβαλε σιωπή.
   «Στα χωριά, να τον δουν τα χωριά μας!»
   Το μαρτύριο άρχισε. Δεμένοι και ξυπόλυτοι άρχισαν να περπατούν, να σκοντάφτουν, να πέφτουν και να ξανασηκώνονται. Οι Βούλγαροι χτυπούσαν με τους υποκοπάνους των όπλων, έφτυναν, έβριζαν και περιγελούσαν τον Άγρα. Εκείνος, με το κεφάλι ψηλά, τους θύμωνε περισσότερο. Τους έσερναν στα γύρω βουλγάρικα χωριά σαν λάφυρα επί τέσσερις ολόκληρες μέρες. Ο Άγρας, κάθε τόσο, γύριζε στους δυο πιστούς φίλους του και τους ενθάρρυνε, τους έλεγε αστεία. Ούτε τα πληγιασμένα πόδια, ούτε η πείνα, ούτε η δίψα τον πτοούσαν.
...
   Ανάμεσα στα χωριά Τέχοβο και Βλάδοβο (σήμερα Καρυδιά και Άγρας) οι Βούλγαροι έστησαν τρεις κρεμάλες στα κλαδιά μιας καρυδιάς. Ο Άγρας, ο Μίγγας και ο Πιέρ άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί, στη χώρα της Μακεδονίας, έξω στη φύση που τους αγκάλιασε στοργικά.
...
   Στο στήθος του Άγρα, ένα καρφιτσωμένο χαρτί έγραφε:
   «Έτσι θα τιμωρηθούν όλοι όσοι αντιστέκονται στη θέληση των Βουλγάρων.
     Κασάπτσε Ζλατάν»

...
   Στ΄αυτιά του ήρθε η μελωδία ενός θρήνου, τραγουδισμένου στο τοπικό ιδίωμα του ζωριού από γυναίκες. Ο Ηλίας δεν καταλάβαινε και ο Γιώργης του το μετέφρασε:
   «Δεν έχεις μάνα, γλυκό παιδί, για να σε κλάψει;
    Δεν έχεις αδελφή, να σε πενθήσει;
    Πώς σε ξεγέλασαν;
    Πώς σ΄έφεραν εδώ και σε κρέμασαν στην καρυδιά;
    Να σε φέρουν σε ξένη γη,
    ξένες μάνες να σε κλάψουν,
    ξένες αδελφές να σε μοιρολογήσουν...»


(Ο Πιέρ και ο Ηλίας είναι μυθιστορηματικοί ήρωες).

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Κριτική του Λευτέρη Μανδαλιάνου
της 31ης Μαϊου 2017





Μετά το ανυπέρβλητης αξίας ΑΠΟ ΞΥΛΟ ΚΑΙ ΑΣΗΜΙ , με την ενδελεχή και αναλυτική ιστορική έρευνα πάνω στην οποία πάτησε ο μύθος, η Δήμητρα Παπαναστασοπούλου  επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινή ιστορία, το οποίο θα συγκινήσει, θα συγκλονίσει και τέλος θα αφήσει πίσω του αναρίθμητα μηνύματα ζωής. 

Μέσα στις σχετικά λίγες σελίδες του, ο αναγνώστης θα ταξιδέψει σε μέρη μαγικά, σε εποχές αλλοτινές, από το κοντινό μέχρι το πολύ μακρινό παρελθόν. Από τα Γερμανικά της Κοκκινιάς στον Πειραιά, από τη δεκαετία του '60 στο 1922, από το αριστοκρατικό και μουντό Λονδίνο στην μεσογειακή και γεμάτη ένταση Ισπανία. Ο αναγνώστης θα ζήσει καρέ καρέ την άφιξη των προσφύγων της Σμύρνης, την άθλια υποδοχή τους από τους εντόπιους και θα βιώσει μέσα από τις συγκλονιστικές περιγραφές της συγγραφέως τον πόνο, τη θλίψη, την αίσθηση της χαμένης πατρίδας και της συνταρακτικής απώλειας. Έπειτα θα χαζέψει νοερά τις βιτρίνες του Λονδίνου, θα ερωτοτροπήσει μέσα από τις παθιασμένες φιγούρες των φλαμένγκο και θα αισθανθεί στη μύτη του τη μυρωδιά του αίματος στη ματωμένη αρένα των ταυρομαχιών στην Ισπανία.

Μετά από σοβαρή και σε βάθος έρευνα στα ιστορικά γεγονότα αλλά και σε εμπορικές ή ναυτιλιακές τακτικές η συγγραφέας καταφέρνει να χαρίσει ένα μυθιστόρημα πυκνογραμμένο που κάθε σελίδα του κρύβει και κάτι διαφορετικό. Ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει άριστα την σφιχτοδεμένη πλοκή με τις πολλές και συγκλονιστικές ανατροπές με τις πληροφορίες σχετικές με τη ναυτιλία, το εμπόριο και τις επιχειρήσεις, τα ιστορικά γεγονότα αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες καθώς επίσης τα ήθη, τα έθιμα και τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε χώρας και εποχής. Έτσι η συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει όλο το κοινωνικό φόντο των εποχών στις οποίες έχει τοποθετήσει τους ήρωες της και να ταξιδέψει νοερά τον αναγνώστη σε τόπους μαγικούς και εποχές πλούσιες σε ιστορία και γεγονότα.

Οι ήρωες, άρτια ψυχογραφημένοι χαρακτήρες, αιχμάλωτοι στα πάθη και τα λάθη τους βιώνουν έντονα συναισθήματα. Ο αναγνώστης κοινωνός αυτών των συναισθημάτων καθώς και των πράξεων των ηρώων, συγκλονίζεται, συγκινείται, χαίρεται και συμμετέχει σίγουρα έντονα σε κάθε ανατροπή.

Η Δήμητρα Παπαναστασοπούλου κατάφερε να ξεφύγει από τα τετριμμένα και να γράψει ένα μυθιστόρημα πολύπλευρο, μεστό, πυκνογραμμένο, συνταρακτικό. Η σφιχτοδεμένη πλοκή αλλά και η περιγραφική δεινότητα μπορεί σίγουρα να συναρπάσει ακόμη και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.  Όσοι, αν και λίγοι, δεν το διαβάσατε, σας προτρέπω να το κάνετε άμεσα. Θα κερδίσετε πολλά. Ευχαριστώ θερμά!


ΔΕΥΤΕΡΑ, 28 ΜΑΙΟΥ 1453
Η Τελευταία ελεύθερη μέρα της Βασιλεύουσας
Της  Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Γνωρίζω πολύ καλά ότι  για την θλιβερή επέτειο της 29ης Μαϊου 1453 θα γίνουν πλήθος αναφορές. Επιλέγω, λοιπόν, να αναφερθώ στην ακριβώς προηγούμενη, την τελευταία ελεύθερη μέρα, την ημέρα που οι πολιορκημένοι ανάσαναν τον αέρα της και τη μυρωδιά της θάλασσας, την ημέρα που τελέστηκε και η τελευταία χριστιανική λειτουργία στην εκκλησία της Αγίας του Θεού Σοφίας. Την λειτουργία που η παράδοση θέλει ατελείωτη, και που περιμένει «ξάγρυπνη» να έρθει η ιερή στιγμή που θα συνεχιστεί και θα ακουστεί η απόλυση από έναν χριστιανό ιερέα. Την μέρα την αξημέρωτη.

Είχαν κιόλας συμβεί πολλά και αποκαρδιωτικά. Ωστόσο, όλοι οι ηρωικοί υπερασπιστές της Πόλης, γνώριζαν ότι κάποια στιγμή ο Μωάμεθ θα έδινε το σύνθημα της τελευταίας εφόδου- της εφόδου του θανάτου και της καταστροφής. Κι όπως ετοιμαζόντουσαν οι Τούρκοι, ετοιμαζόντουσαν και οι Ρωμαίοι με τους δύο θεόσταλτους και τραγικούς αρχηγούς τους:
Πρώτον, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, έναν άλλο Λεωνίδα που μήνυσε στον Μωάμεθ ότι «το δε την Πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστίν ουτ’ αλλου των κατοικούντων εν ταύτη∙ κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών», με άλλα λόγια ένα άλλο «μολών λαβέ». Το ίδιο ακριβώς. Με το ίδιο τίμημα. Με το ίδιο στεφάνι της δόξας.
Δεύτερον, τον αρχιστράτηγο Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόγγο- το ατρόμητο παλικάρι από τη Χίο που έλκυε την καταγωγή του από την πλούσια οικογένια των Ιουστινιάνι της Γένουας∙ ένα παλικάρι που αποφάσισε μόνο του να θέσει τον εαυτό του και τους άριστα εκπαιδευμένους άνδρες του στη διάθεση του Παλαιολόγου και της ξακουστής Πόλης του.
Μου θυμίζει σε πολλά τον κατοπινό μας ήρωα Παύλο Μελά. Και οι δύο, από πλούσιες οικογένειες και έχοντας μπροστά τους μια λαμπρή καριέρα και ζωή, τα άφησαν όλα για την τιμή και την ελευθερία της πατρίδας. Έδωσαν το αγνό, νεανικό τους αίμα και τα ονόματά τους έμειναν για πάντα χαραγμένα με το ανεξίτηλο μελάνι της ανιδιοτέλειας του πραγματικού ήρωα, του πραγματικού πατριώτη.

Οι πολιορκημένοι προσεύχονται και κάνουν λιτανείες με περιφορές ιερών εικόνων μπροστά στα κατεστραμένα τείχη. Έγινε η τελευταία λειτουργία κι ο κόσμος έτρεξε, λησμονώντας τους ενωτικούς και τους ανθενωτικούς, όλοι όμοιοι μπροστά στον επικείμενο θάνατο, έτοιμοι να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων δίπλα στον αυτοκράτορά τους που πολεμά μαζί τους, που ξενυχτά μαζί τους, που τους εμψυχώνει ακόμη μια φορά, εκείνη την τελευταία νύχτα που τα πέπλα της έμελαν να μην αποσυρθούν με την εμφάνιση του ήλιου. Γιατί ο ήλιος της 29ης Μαϊου ήταν ψεύτικος, γιατί έλαμπε για τον εχθρό.
«Με θάρρος κι ακλόνητη πίστη χτυπάτε τους εχθρούς κι ο Κύριος και θεός μας θα μας βοηθήσει». Μ’ αυτά τα λόγια  τέλειωσε την ομιλία του ο Παλαιολόγος, κοινώνησε και πήρε μόνος το δρόμο για το παλάτι του- για τελευταία φορά.
"Ω, υπεραγία Δέσποινα, άπλωσε το χέρι ενώπιον του υιού σου και Θεού μας, προστάτεψέ μας Δέσποινα, από την οργή του Θεού κι από τον όλεθρο μας, γιατί αύτη τη στιγμή, Πάναγνη και Υπεράμωμη, είμαστε μπροστά στου άδη το στόμα: έλα, φιλέσπλαχνη και φιλάνθρωπη, και σώσε μας, πάρε μας στη δεξιά σου προτού μας καταβροχθίσει ο άδης κι όλοι θα δοξάζουν, και θα ευχαριστούν το υπεράγιο κι υπέρλαμπρο όνομα σου". Ήταν τα λόγια του Πατριάρχη που κρατούσε στα χέρια του τις άγιες εικόνες και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα.

Ο Ιουστινιάνης πήγε πάλι πίσω στην Πύλη του Ρωμανού, την τραγική πύλη της πολιορκίας. Για άλλη μια φορά έστησε με τους άντρες του, όπως μπόρεσε, τα πεσμένα τείχη. Και περίμενε άγρυπνος φρουρός τον εχθρό. Πιο κεί στάθηκε ο Παλαιολόγος- ο τελευταίος αυτοκράτωρ. Θα πολεμούσαν όλοι μαζί ανδρεία και παράτολμα, όπως είχαν κάνει τόσες και τόσες φορές. Αλλά ετούτη θα ήταν η τελευταία.  
Ο ήλιος έδυσε. Το τελευταίο φως χάθηκε.
Μέσα στην ασέλληνη νύχτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισε η πιο άγρια αντιπαράθεση που κατέληξε στην νίκη του Μωάμεθ που ονομάστηκε Πορθητής και στον θάνατο των δύο αρχηγών.




Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΙΟΥΔΗΘ ΣΤΗ ΒΕΘΟΥΛΗ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Είναι ένας αριστουργηματικός πίνακας του Σάντρο Μποτιτσέλλι των τελών του 16ου αιώνα, όπως αναγράφηκε σε μια απογραφή της ανεκτίμητης συλλογής των Μεδίκων. Φαίνεται ότι πρόκειται για ένα δίπτυχο, με ταίρι του τον πίνακα «η ανακάλυψη του πτώματος του Ολοφέρνη». Σήμερα βρίσκεται στα Ουφίτσι της Φλωρεντίας.

Η Ιουδήθ, μια πλούσια χήρα, για να γλυτώσει την πόλη της Βεθούλη από την πολιορκία των Ασσυρίων, σκαρφίστηκε ένα σχέδιο... Αφού ντύνεται με τρόπο πολύ ελκυστικό πηγαίνει με την υπηρέτριά της στο στρατόπεδο του εχθρού και κατορθώνει να φτάσει μέχρι τον αρχηγό, τον στρατηγό Ολοφέρνη. Εκείνος την ερωτεύεται κεραυνοβόλα και, επιθυμώντας να την κάνει δική του, την καλεί στην σκηνή του.
Μενουν μόνοι. Ο Ολοφέρνης πίνει και ξαναπίνει, μεθάει και αποκοιμιέται στην αγκαλιά της όμορφης ξένης. Η Ιουδήθ δεν διστάζει στιγμή: τον αποκεφαλίζει και παίρνει μαζί της το «τρόπαιο» της νίκης της.
Οι δύο γυναίκες επιστρέφουν στην υπο πολιορκία Βεθούλη με την κεφαλή του στρατηγού, ο θάνατος του οποίου γίνεται αιτία λύσης της πολιορκίας.

Το πιο σημαντικό υφολογικό στοιχείο του έργου είναι ο μοναδικός τρόπος που αποδίδονται και το τοπίο, αλλά και οι μορφές, που μοιάζουν να μην πατούν, σχεδόν στο έδαφος.

Αυτό το θέμα ήταν αρκετά συχνό και αγαπητό κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, σαν συμβολή στην αναφορά στην ελευθερία και την νίκη εναντίον της τυραννίας. Το τεράστιο κλαδί της ελιάς που κρατά στο χέρι η Ιουδήθ(στο άλλο κρατά το ξίφος που θανάτωσε τον εχθρό), είναι μια σαφής αναφορά στην ειρήνη.
ΗΛΙΟΣ
Ο βασιλιάς των Θεών
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou




Σύμφωνα με τον Ησίοδο, γονείς του Ήλιου ήταν οι Τιτάνες Υπερίων και Θεία, αδέλφια και συνάμα σύζυγοι. Ο Όμηρος φαίνεται να συμφωνεί ως προς τον πατέρα, ενώ μας λέει ότι μητέρα του Ήλιου ήταν η Ευρυφάεσσα, αν και κάνει φανερό ότι δεν εννοεί κάποια άλλη, αλλά την ίδια τη Θεία με διαφορετικό όνομα. Τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια μας κάνει εντύπωση η ταύτιση του Υπερίωνα με τον Ήλιο σε ένα και το αυτό πρόσωπο.
Σύζυγος του Ήλιου φέρεται ή η Σελήνη που ήταν αδελφή του ή η Ωκεανίδα Πέρση ή Περσηίδα ή ακόμη και η Πασιφάη, η γνωστή σε όλους σύζυγος του Μίνωα. Ωστόσο, πολλές παραλλαγές παρουσιάζουν την τελευταία ως κόρη του Ήλιου.
Παιδιά του Ήλιου και της Περσηίδας ήταν ο Αιήτης και η Κίρκη. Ο Αιήτης παντρεύτηκε την Ωκεανίδα Ιδυία και κόρη τους ήταν η μοιραία Μήδεια.

Η Ωκεανίδα Λευκοθόη κέρδισε την καρδιά του Ήλιου σε τέτοιο σημείο, ώστε καθυστερούσε την πορεία του για να τη δει, παίρνοντας την μορφή της μητέρας της. Αντίζηλος ήταν μια άλλη Ωκεανίδα, η Κλυτίη. Από ζήλεια ορμώμενη, πήγε στον πατέρα της Λευκοθόης και του αποκάλυψε το μυστικό. Εκείνος, οργισμένος, έθαψε ζωντανή την Λευκοθόη. Ο Ήλιος, όμως, την μεταμόρφωσε σε δεντρολίβανο. Η Κλυτίη, πάντα παραμελημένη από τον Ήλιο έγινε ηλιοτρόπιο, στρέφοντας  σ’ όλη της τη ζωή προς την πλευρά του Ήλιου, εκλιπαρώντας την προσοχή του.
Μια άλλη αγαπημένη του Ήλιου ήταν η Κλυμένη, κόρη της Τυθύος και σύζυγος του Μέροπα, του βασιλιά των Αιθιόπων. Η Κλυμένη γέννησε τον Φαέθοντα, ο οποίος, όταν μεγάλωσε ζήτησε από τον Ήλιο να οδηγήσει το άρμα του. Το έκανε με πονηριά, βάζοντας τον Ήλιο να ορκιστεί στα νερά της Στύγας ότι θα του έκανε όποια χάρη ζητούσε. Και ο Ήλιος, υπέκυψε στο αίτημα του γιού του, γνωρίζοντας τι θα επακολουθούσε... Ο νεαρός Φαέθων έχασε γρήγορα τον έλεγχο των αλόγων προκαλώντας μια σειρά καταστροφών στη γη. Ο Δίας θύμωσε και τον κατακεραύνωσε.

Η πιο πολύτιμη, η πιο ποθητή γυναίκα για τον Ήλιο ήταν η Ρόδος, κόρη της Αμφιτρίτης ή της Αφροδίτης. Ο Πίνδαρος μας λέει ότι όταν οι θεοί μοίραζαν τη γη, ο Ήλιος δεν ήταν παρών, αφού ταξίδευε με το άρμα του, ως συνήθως. Οι θεοί τον ξέχασαν και δεν τού κράτησαν το δικό του μερίδιο. Όταν επέστρεψε, ο Δίας προθυμοποιήθηκε να ξανακάνει τη μοιρασιά του κόσμου από την αρχή, ο Ήλιος, όμως, είπε ότι δεν ήταν ανάγκη να γίνει κάτι τέτοιο. Του έφτανε να του αναγνωρίσουν την κυριότητα ενός μεγάλου νησιού, ενός νησιού που είχε δει ο ίδιος να αναδύεται από τα βάθη της θάλασσας. Όλοι συμφώνησαν. Ο Ήλιος πήγε με την Ρόδο στο νησί, τού έδωσε το δικό της όνομα κι εκείνη του χάρισε έναν γιό, τον Κέρκαφο. Εγγόνια του Ήλιου που γεννήθηκαν στο λατρεμένο νησί του ήταν ο Ιάλυσος, ο Κάμειρος και ο Λίνδος, κτήτορες των ομονύμων πόλεων.

Κατά την Γιγαντομαχία, ο Ήλιος ήταν με το μέρος του Δία. Λέγεται ότι σε κάποια φάση των μαχών πήρε στο άρμα του τον κουρασμένο Ήφαιστο. Ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή που ο Δίας του ζήτησε να καθυστερήσει την εμφάνισή του στον ουρανό, για να δώσει χρόνο στον Ηρακλή να βρει το μαγικό βότανο που θα τον καθιστούσε άτρωτο απέναντι στους Γίγαντες.
Μια άλλη φορά που ο Ηλιος δεν έκανε σωστά την πορεία του ήταν όταν η Ήρα, επιθυμώντας να τελειώσει ο πόλεμος Ελλήνων-Τρώων, του ζήτησε να βασιλέψει νωρίτερα.
Υπήρξε και μία- μόνον μία- φορά που ο Ήλιος ανέτειλε από τη Δύση. Ήταν καθαρή παρέμβαση του Δία, προς χάριν του Ατρέα που πήρε τη θέση του Θυέστη στον θρόνο, κερδίζοντας αυτό το αδύνατο στοίχημα!