The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Διαβάστε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Writersgr τη συνέντευξη της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




1.    Πείτε μας πως αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο;
Πρόκειται για μια πραγματική ιστορία που μου διηγήθηκαν εδώ και καιρό και με συγκλόνησε η σκληρότητά της.
2.    Μέσα από το βιβλίο σας θέλετε να στείλετε κάποια μηνύματα;
Ναι, το μήνυμα είναι ένα: μη φοβάστε την επαφή με τους ανθρώπους που είναι γύρω σας, ως οικογένεια, φίλοι, απλοί γνωστοί. Η έλλειψή της είναι καταστροφική για την ψυχική μας ισορροπία.
3.     Ποια είναι η ανταπόκριση του κοινού μέχρι τώρα;
Το αντιμετωπίζουν με... πάθος!

4.    Ποιο είναι το συναίσθημα ενός συγγραφέα που πιάνει πρώτη φορά το βιβλίο του στα χέρια του;
Θεωρώ ότι για τον καθένα είναι διαφορετικό. Εγώ χαίρομαι που βλέπω τις σκέψεις μου δεμένες σε χαρτί, μεταμορφωμένες σε βιβλίο, έτοιμο να συναντήσει τον αναγνώστη του.

5.    Πόσο ταυτίζεστε με την ηρωίδα του βιβλίου;

Δεν έχω καμία σχέση με την ηρωίδα του βιβλίου μου.

6.     Όταν ήσασταν μικρή  πώς φανταζόσασταν τον εαυτό σας;
Με φανταζόμουν μια φημισμένη στον κόσμο αρχιτέκτονα που θα κατόρθωνε να φτιάξει μια πόλη ονειρική για τους κατοίκους της.

7.    Είστε ευαίσθητη;
Σε κάποια πράγματα ναι, σε άλλα όχι. Έχει πάντα σχέση με το τί μας ευχαριστεί και τι μας ενοχλεί.

8.     Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να δω την πατρίδα μου κατεστραμένη και υποδουλωμένη.
9.    Ποιά μουσική σας αρέσει;
Έχω μια αδυναμία στην κλασική, αλλά μου αρέσει και η ροκ( είναι η μουσική της νιότης μου), η έντεχνη ελληνική μουσική(π.χ. Χατζηδάκις) και οι παραδοσιακές μουσικές διαφόρων χωρών.

10.     Τι όνειρα έχετε για το μέλλον ;

Πολλά και μεγάλα. Θέλω να δω ν’ ανθίζει το χαμόγελο στα πρόσωπα των φίλων μου,να δω τα όνειρα  των παιδιών μου να γίνονται πραγματικότητα, να δω την Ελλάδα όρθια,  ελεύθερη και φωτεινή.

11.     Τι σας στεναχωρεί ;

Η  κατάπτωση όλων των αξιών, η καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η απάθεια στο βλέμμα των  συνανθρώπων μου.

12.    Πείτε μας τρία χαρακτηριστικά  σας.

Οργανωτική, υπεύθυνη,αποφασιστική.

13.Πώς μπορεί κάποιος να προμηθευτεί το βιβλίο σας;
Πηγαίνοντας στο αγαπημένο του βιβλιοπωλείο και παραγγέλοντάς το. Εκτός αν προτιμά να απευθυνθεί στα μεγάλα βιβλιοπωλεία ή στα ηλεκτρονικά.
    14.  Ετοιμάζετε κάτι άλλο τώρα;

      Ναι, πάντα κάτι ετοιμάζω. Αυτόν τον καιρό, εν μέσω των παρουσιάσεων, συλλέγω και μελετώ τις πληροφορίες που χρειάζομαι για υλικό του επόμενου βιβλίου.

    15. Πώς ξεκινήσατε τη συγγραφή;

   Απολύτως μαγικά και ονειρικά. Ήταν ένας ορμητικός ποταμός που πίεζε  ν’ αλλάξει κοίτη, να πατήσει άλλα εδάφη, αναπάντεχα και συναρπαστικά.

     16. Πόσα βιβλία έχετε γράψει και ποιά είναι αυτά;

Θα αναφερθώ σε όσα έχουν εκδοθεί μέχρι τώρα. «Σαν  σταχυα στο χρόνο»(2012), «Στη σκιά των αιώνων» (2013), «Από ξύλο και ασήμι» (2015) και «Ανεξέλεγκτο πάθος» (2017). Έχω γράψει κι άλλα, τα οποία περιμένουν τη σειρά τους να εκδοθούν, και εξακολουθώ να γράφω.
17.   Τι αγαπήσατε περισσότερο στο τελευταίο βιβλίο σας;

Αγάπησα και εμπνεύσθηκα για ακόμη μια φορά  από την δύναμη του ανθρώπου να επιβιώσει μέσα από καταστροφές, να αγωνιστεί για το δίκαιο, να γνωρίσει και να ταξιδέψει σ’ όλη τη γη, να βάλει το δικό του λιθάρι στην αστραπή που λέγεται ζωή.

    18.Οταν τελειώσατε το βιβλίο σας ποιός/ά το διάβασε πρώτος;

Η επιμελήτριά μου.

 19.Ποιές αντιδράσεις είχαν η οικογένειά σας, τα αγαπημένα σας πρόσωπα όταν έμαθαν ότι θα εκδώσετε το βιβλίο σας;

Θεωρώ ότι εννοείτε το πρώτο μου βιβλίο... Χάρηκαν πολύ, με αγκάλιασαν και μου ευχήθηκαν τα καλύτερα.

20. Πώς αντιμετωπίζετε γενικά τις κριτικές, είτε θετικές είτε αρνητικές;

Θέλω να διαβάζω κριτικές, μ’ ενδιαφέρει να ξέρω πώς περνά το ύφος της γραφής μου στους αναγνώστες και στους βιβλιοκριτικούς. Επιδιώκω την βελτίωσή μου και μια τρίτη ματιά- όχι κακοπροαίρετη- είναι πάντα πιο φρέσκια, πιο αντικειμενική, έστω κι αν είναι αρνητική. Εννοείται ότι στις θετικές χαίρομαι αφάνταστα.

21. Τι προσφέρει το βιβλίο σας στον αναγνώστη;
Πολλά ταξίδια σε διάφορα μέρη, μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ζωντανούς χαρακτήρες όλων των αποχρώσεων(από τον καλύτερο ως τον χειρότερο).

22. Όταν γράφατε γνωρίζατε από πριν την ιστορία ή είχατε κατεύθυνση από τους ήρωες σας;

Για το συγκεκριμένο , όπως προείπα, γνώριζα την ιστορία.

23. Το τέλος το ορίζετε εσείς ή ο ήρωας σας;

Πάντοτε εγώ αποφασίζω. Ο ήρωας είναι δικό μου δημιούργημα, εγώ τον ζωντανεύω, εγώ του δίνω τα χαρακτηριστικά του. Αυτό, φυσικά, δεν ισχύει για το «Ανεξέλεγκτο πάθος».

24. Από τι εμπνέεστε;

Από ό,τι κυκλοφορεί γύρω μου και μακριά μου. Από ό,τι μπορεί να δω, να πέσει το βλέμμα μου σε μια φωτογραφία ή σε μια γωνιά του χάρτη. Όλα είναι έμπνευση και όλα αλλάζουν στην φαντασία μου.

25. Ποιο είναι το αγαπημένο σας μουσικό κομμάτι;

Είναι πολλά τα μουσικά κομμάτια που αγαπώ, αλλά θα αναφέρω ένα: Οι τέσσερις εποχές του Βιβάλντι.

26. Ποια είναι η πιο ευτυχισμένη παιδική σας ανάμνηση;

Ευτυχώς, είναι πολλές. Οι περισσότερες, όμως, έχουν έναν κοινό παρονομαστή: το παιγνίδι μέχρι τελικής πτώσεως στον ελεύθερο από αυτοκίνητα δρόμο, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες που δεν είχαμε μαθήματα και η ανάπαυση στην αγκαλιά της μητέρας. Ήταν κι εκείνη εκεί, στον δρόμο, μαζί με τις γειτόνισσες, συζητώντας και περιμένοντας να βραδυάσει, να ανάψουν τα φώτα και να με δεχτεί (να μας δεχτούν) στην αγκαλιά τους.

27. Ποια ήταν η πιο σημαντική στιγμή της ζωής σας;
Η αναχώρηση από την γενέθλια γη για τις σπουδές μου.
28. Γίνατε αυτό που ονειρευόσασταν να γίνετε; 
Όχι, έγινα κάτι άλλο, αλλά στάθηκα τυχερή επειδή αυτό το «άλλο» που προέκυψε μου άρεσε και πέτυχα.
29. Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε στη συγγραφή; Ή μετά τη συγγραφή;
Δεν έχω δυσκολίες ή εμπόδια κατά τη συγγραφή. Τα όποια προβλήματα τα αντιμετωπίζω μετά, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς. Κι αυτό είναι η μικρή χρονική παρουσία των βιβλίων στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Αν ο αναγνώστης δεν προλάβει να ενημερωθεί για την έκδοση ενός νέου βιβλίου, λίγους μήνες αργότερα θα παιδευτεί πολύ να το βρει. Και θα μπεί στην διαδικασία του ψαξίματος, αν και μόνον αν έχει ακούσει για το συγκεκριμένο βιβλίο μέσω ενός φίλου, στον οποίο έτυχε να αρέσει.
30. Καριέρα ή οικογένεια; Τι από τα δυο επιλέγετε;
Η επιλογή αυτή έχει γίνει προ πολλού. Η καρριέρα προηγήθηκε της οικογένειας. Ήταν μια πετυχημένη καρριέρα και την έβαλα στο πλάι  όταν ήρθε η ώρα της οικογένειας, με αίσθημα πληρότητας και ευχαρίστησης.
31. Για τι έχετε μετανιώσει;
Δεν μετανιώνω, αλλά είναι πολλές οι φορές που αναρρωτιέμαι πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή μου αν είχα επιλέξει να κάνω καρριέρα στο εξωτερικό.

32. Τι σας ενοχλεί περισσότερο στους άλλους;
Η ψεύτικη συμπεριφορά.
33. Τι σας αρέσει να διαβάζετε;
Τα πάντα- ό,τι είναι σε γραπτή μορφή... Κυρίως ιστορία, λαογραφία, μυθολογία, αρχιτεκτονική, διακόσμηση, λογοτεχνία, περι τεχνών, περι πολιτισμών και ό,τι άλλο μπορεί να τραβήξει την  προσοχή μου.

34. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;
Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση, αφού αγαπώ πολλούς και είναι τρομερά δύσκολο να διαλέξω έναν. Θα διαλέξω, λοιπόν δύο, έναν από τη νιότη μου – τον Ντοστογιέφσκι, και έναν από τα μετέπειτα χρόνια- τον Ουμπέρτο Έκο.
35. Πείτε μας δυο πράγματα που δεν συγχωρείτε σε μια σχέση;
Δεν συγχωρώ την ψευτιά και την απιστία.
36. Ένα όνειρο που είχατε από παιδί κι έχει πραγματοποιηθεί;
Έχω αληθινούς φίλους.
37. Έχετε κάποια χόμπι;
Μου αρέσει υπερβολικά το διάβασμα. Ύστερα έρχονται τα ταξίδια –ανάγκη και δίψα ψυχής-, η ανακάλυψη ωραίων και παλιών αντικειμένων.
38. Ποιά ήταν η τελευταία φορά που κλάψατε και γιατί;
Όταν πέθανε η μητέρα μου.
39. Ποια ήταν η τελευταία φορά που γελάσατε και γιατί;
Γελώ πολύ συχνά με τα κατορθώματα του μικρού εγγονού μου.
40. Πείτε  μας μια μέρα της καθημερινότητάς σας;
Μετά τον πρωινό καφέ ασχολούμαι με το σπίτι, το φαγητό, τις απαραίτητες τηλεφωνικές επικοινωνίες. Μετά το μεσημεριανό ξεκινά η ουσιαστική μου ημέρα: διαβάζω, γράφω, διορθώνω, μέχρι τα μεσάνυχτα.
41. Τι λατρεύετε περισσότερο;
Τα μεγάλα ταξίδια.
42. Σε τι δεν μπορείτε να αντισταθείτε;
Σε μια πρόσκληση συνάντησης με ανθρώπους που αγαπώ.
43. Έχετε σκεφτεί κάποια από τις ιστορίες των βιβλίων σας ως θεατρικό έργο ή κινηματογραφική ταινία;
Α, αυτό πρέπει να το σκεφτούν κάποιοι άλλοι...
44. Υπάρχει κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας από το βιβλίο σας τον οποίο θα σκεφτόσασταν να ξαναζωντανέψετε και σε επόμενα βιβλία;
Δύο αξιόλογοι άνθρωποι που διάβασαν –και μίλησαν- για το βιβλίο αυτό, μου ζήτησαν να γράψω ένα είδος συνέχειας με μία από τις ηρωίδες. Θα δούμε...

45. Πείτε κάτι που θα θέλατε να ξέρει για εσάς το αναγνωστικό κοινό και οι θαυμαστές σας.
Θα ήθελα να γνωρίζουν ότι η γραφή είναι το οξυγόνο μου, ότι προσπαθώ καθημερινά και επίμονα να βελτιώνω το ύφος της γραφής, να το κάνω καλύτερο. Ότι θα βρίσκουν πάντα στα βιβλία μου σύνθετες ιστορίες με ενδιαφέρον, κάθε φορά διαφορετικές στη δομή και στην εποχή. Ότι το θεωρώ σπουδαίο και σημαντικό όταν με πλησιάζουν, μου μιλούν και ζητούν την γνώμη μου. Η ανθρώπινη επαφή είναι απόλυτα αναζωογονητική και ουσιαστική και την έχουμε όλοι μας ανάγκη.


Η Δήμητρα Παπαναστασοπούλου
 γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρισα. Σπούδασε ξενοδοχειακά στη Ρόδο (ΑΣΤΕΡ) και οικονομικά στη Θεσσαλονίκη(Ανωτάτη Βιομηχανική), όπου έμεινε και εργάστηκε για 20 χρόνια. Είναι παντρεμένη και ζει στην Αθήνα.
Εργα της:
ΣΑΝ ΣΤΑΧΥΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ(2012)
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ(2013)
ΑΠΟ ΞΥΛΟ ΚΑΙ ΑΣΗΜΙ(2015)
ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ (2017)


ΗΛΙΟΣ
Ο βασιλιάς των θεών
Μέρος Α΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Με την ημέρα να μεγαλώνει και τον ήλιο να γίνεται θερμότερος, θεώρησα ότι  θα σας άρεσε μια αναφορά σ’ αυτόν τον μεγάλο ευεργέτη της ζωής μας.
Ήταν η ανελιπής εμφάνιση και η ταυτόχρονη εξαφάνισή του, ο ζωτικός του ρόλος στην ζωή και την ανάπτυξη της ζωής εν γένει  που έκαναν τον πρωτόγονο άνθρωπο να τον λατρέψει πρώτον απ’ όλους και να του δώσει την υψηλότερη θέση στο  αναρίθμητο  πάνθεο των θεοτήτων που χρειάστηκε να λατρέψει και  να καλοπιάσει, για να κερδίσει μια ευκολότερη ζωή.
Οι αρχαίοι Έλληνες φαντάστηκαν τον ηλιακό δίσκο σαν μάτι του ουρανού που επιβλέπει από ψηλά την κάθε μορφή ζωής ή σαν πρόσωπο με πλούσια χρυσόξανθα μαλλιά να το περιβάλλουν ή σαν στέμμα. Η ανελιπής ημερήσια διαδρομή του πρόσθεσε φτερά, ένα άρμα από φτερωτά άλογα και ένα τόξο με βέλη- τις ακτίνες που πέφτουν στη γη.
Να πώς τον παρουσιάζει ο Όμηρος:

Τον ήλιο τον ακάματο κι όμοιο με τους αθάνατους
που φέγγει και για τους θνητούς και τους αθάνατους θεούς
καβάλα στ’ άλογά του∙ τον που με μάτια τρομερά
πίσω από’ το κράνος το χρυσό βλέπει
και που απ’ αυτό λαμπρές ακτίνες όλο φως γυαλίζουν,
κι απ’ τους κροτάφους μάγουλα που λάμπουν
και που κρατούν σ’ όλο το πρόσωπο το φεγγοβόλο
τη χάρη απλωμένη∙
κι όμορφο γύρω απ’ το κορμί λεπτουργημένο
το υφάδι λάμπει στων ανέμων την πνοή
και κάτωθέ του τ’ άλογα τ’ αρσενικά,
που ζεύει με χρυσά λουριά άρμα και άλογα μαζί,
θεσπέσιος και τα πάει μεσ’ απ’ τον ουρανό κι ως τον ωκεανό.

Όσο για τα ονόματα που τού αποδόθηκαν, πολλά: Ερυθραίος, Ξάνθος, Πυρόεις, Φλέγων, Στεροπή, Φαέθων, Αίθων, Αιθίοψ, Λάμπος, Ήωος, Ακταίων, Χρόνος, Φιλόγαιος...
Τα αθάνατα άλογά του ο Ήλιος τα έτρεφε μ’ ένα μαγικό βοτάνι που φύτρωνε την άνοιξη στα Νησιά των Μακάρων, κάτι σαν την αμβροσία των θεών.
Οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο Ήλιος ξεκινούσε το πρωί από την πλευρά του Μεγάλου Ωκεανού, ο οποίος περιέβρεχε όλη τη γη, άφηνε πίσω του την Αία- την δική του χώρα- την Ερυθρά θάλασσα και την χώρα των Αιθιόπων, όπου κατά τη διάρκεια του χειμώνα παρέμενε περισσότερο, για να υψωθεί στο κέντρο του ουράνιου θόλου και να κατηφορίσει μετά προς τα βουνά και την άλλη πλευρά του Ωκεανού, στην Ερύθεια, την χώρα των δυτικών Αιθιόπων, των μαύρων γενικότερα του δυτικού κόσμου- εκεί όπου βοσκούσαν τα ιερά κοπάδια του και τα κατακόκκινα βόδια του. Στο ξεκίνημα και στην επιστροφή του τον χαιρετούσαν και τον παράστεκαν οι Ώρες και οι Νηρηίδες. Η Θέτις κάθε πρωί άνοιγε την πόρτα του αμαξοστασίου για να ξεκινήσει το χρυσό άρμα, ενώ το βράδυ τον περίμενε ο Ποσειδώνας με τον Φωσφόρο, που  παραλάβαινε τα άλογα για να τα καθαρίσει και να τα ξεκουράσει.
Να πώς περιγράφει ο Στησίχορος την δύση, παρομοιάζοντας τον ήλιο με καλό οικογενειάρχη:

Κι ο ήλιος εκατέβαινε σε χρυσαφένιο τάσι,
ο γιός του Υπερίωνα, τον Ωκεανό περνώντας,
να φτάσει μέσα στης νυχτός της ιερής τα βάθη
στη μάνα, στη γυναίκα του, στ’ αγαπητά παιδιά του.

Και ο Αισχύλος:

Το ιερό της θάλασσας της κόκκινης το ρεύμα,
τον πορφυρένιο το βυθό, την παντοτρόφο λίμνη
των Αιθιόπων τη λαμπρή, στου Ωκεανού την άκρη,
όπου τ’ αθάνατο κορμί ο παντεπόπτης Ήλιος
και των ατιών τον κάματο πάντα σ’ αυτόν τον τόπο
χύνοντας απ’ το μαλακό θερμό νερό αναπαύει.

Φυσικά, οι αρχαίοι που δεν γνώριζαν ότι η γη είναι σφαιρική και είναι εκείνη που στρέφεται γύρω από τον ήλιο, είχαν μεγάλη απορία πώς κατάφερνε ο Ήλιος να πηγαίνει από τη Δύση στην Ανατολή. Έτσι, ο Μίμνερμος περιγράφει ένα χρυσό, φτερωτό κρεβάτι που μεταφέρει τον κοιμισμένο θεό στην ανατολή και ο Στησίχορος μιλά για ένα χρυσό τάσι, όμοιο με σχεδία που επίσης ταξιδεύει τον κοιμώμενο θεό. Ήταν αυτό το τάσι που έδωσε στον Ηρακλή για να φτάσει στις εσχατιές της Ερύθειας και να πάρει τα βόδια του Γηρυόνη. Κι αυτό έγινε, επειδή ο Ηρακλης, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, όταν οι ακτίνες του ήλιου έκαιγαν τη σάρκα του, τόλμησε να σηκώσει το τόξο του, με σκοπό να τον λαβώσει. Κι ο Ήλιος τον εθαύμασε και του έδωσε το τάσι του.


ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Το μεγάλο πέτρινο γεφύρι, ξακουστό σε όλη την Ελλάδα από τον θρύλο της κρυμμένης στα σπλάχνα του ζοφερής ανθρωποθυσίας- θαμμένου ζωντανού ανθρώπου και όχι σκοτωμένου- διατρέχει τους αιώνες.
Πρώτη φορά φέρεται να κατασκευάζεται στα χρόνια του βασιλιά Πύρρου Α΄στην αρχαία Αμβρακία, πρωτεύουσα τότε  του βασιλίου του. Στα ρωμαϊκά χρόνια με την Νικόπολη να αναπτύσσεται, είναι βέβαιο ότι έγιναν κάποιες βελτιωτικές εργασίες. Αργότερα, στα βυζαντινά χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, χτίστηκαν  τέσσερις μεγάλες καμάρες, πατώντας στις αρχαίες βάσεις με οκτώ τοξωτά ανοίγματα, ώστε να διοχετεύονται τα νερά σε περίπτωση πλημμύρας. Η κατασκευή της μεγαλύτερης καμάρας δημιούργησε προβλήματα στην κατασκευή και χρειάστηκε να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί περισσότερες από μια φορά κατά την Τουρκοκρατία. Η κατασκευή της άρχισε το 1612 και τελείωσε το 1615. Αυτή η καμάρα είναι μεγαλύτερη και ψηλότερη από τις υπόλοιπες τρείς, χωρίς ίχνος συμμετρίας.
Είναι η καμάρα που γέννησε το θρύλο και το αντίστοιχο δημοτικό τραγούδι.

Χίλιοι τριακόσιοι χτίστες, εξήντα μαθητές και σαράντα πέντε μάστορες, κάτω από τις οδηγίες του Αρχιμάστορα δούλευαν, προσπαθώντας να στήσουν την μεγάλη καμάρα. Θυμωμένος ο Άραχθος ποταμός, συννεφιασμένος ο ουρανός. Η σκληρή δουλειά της ημέρας πήγαινε χαμένη, όταν οι άνθρωποι πήγαιναν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν. Το πρωί, σαν από θαύμα, όσα είχαν φτιάξει ήταν γκρεμισμένα, πεταμένα στα νερά του ποταμού, που τα απόδιωχνε με ορμή. Ο Αρτινός παντοπώλης που έβαζε τα χρήματα να φτιαχτεί η γέφυρα που θα έφερνε χρυσάφι στις τσέπες του ήταν απελπισμένος...
Ένα πουλί, λέει η παράδοση, είπε στον Αρχιμάστορα ότι έπρεπε να θυσιάσει την όμορφη γυναίκα του για να στεριώσει το γεφύρι. Κι εκείνος, απελπισμένος, αλλά αναγκασμένος να υπακούσει σ’ αυτόν τον άγραφο κι απάνθρωπο νόμο, έστειλε το πουλί να τη φωνάξει. Της ζήτησε να ψάξει το δαχτυλίδι του που είχε πέσει στο ποτάμι κι εκείνη προσπάθησε να το βρει. Η πανώρια ομορφιά της δεν συγκίνησε κανέναν. Πέτρες έπεσαν πάνω της και την πλάκωσαν, το βάρος ασήκωτο, η θυσία τεράστια κι απόκοσμη. Απόκοσμες και οι κατάρες της γυναίκας. Έφτασε η αναφορά του αδελφού της «μην τύχει και περάσει» από τη γέφυρα, για ν’ αλλάξει τις κατάρες με ευχές.
Γιατί το γεφύρι ζητούσε θυσία ανθρώπινη; Επειδή στις συνειδήσεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής ήταν ακόμη ζωντανή η πανάρχαια δοξασία που έλεγε ότι για να χτιστεί και να στεριώσει ένα μεγάλο κτίσμα, πρέπει να «στοιχειώσει» στα θεμέλιά του ένα ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα. Ανθρώπινο, επειδή πίστευαν ότι η ψυχή μετά τον θάνατο αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις, επομένως θα ήταν σε θέση να προφυλάγει το κτίσμα.
Ο θυσιαζόμενος έπρεπε επί πλέον να είναι καλός, αγαθός, αλλιώς δεν θα είχε δυνάμεις ν’ αποδιώξει το κακό.
Ο φόβος και η αγωνία μπροστά στο απρόοπτο κατά την θεμελίωση, η πίστη για την ύπαρξη δαιμονίων εχθρικών ως προς το κτίσμα τα οποία ζητούσαν ικανοποίηση και θυσίες, είχαν σαν αποτέλεσμα την γέννηση προλήψεων. Μόνος τρόπος αποφυγής, η εξιλέωση, η θυσία.

Τι κρύβεται, όμως, πίσω από τον θρύλο;
Όταν χρειάστηκε να περάσει από την περιοχή μια μεγάλη τουρκική στρατιωτική δύναμη, οι Τούρκοι ζήτησαν τη βοήθεια των κατοίκων για την κατασκευή της γέφυρας. Πολλοί έτρεξαν, λέγοντας ότι γνώριζαν πώς χτίζεται μια γέφυρα, προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοια των κατακτητών.
Ωστόσο, οι υπόλοιποι, διαφωνώντας και θέλοντας να εμποδίσουν το πέρασμα των Τούρκων, πήγαιναν τη νύχτα και γκρέμιζαν όσα είχαν χτιστεί την ημέρα. Οι Τούρκοι ρωτούσαν τι συνέβαινε και οι Αρτινοί είπαν ότι είναι στοιχειωμένο, πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι θα φοβηθούν και θα φύγουν. Εκείνοι, συνέλαβαν τον Αρχιμάστορα και τη γυναίκα του και ο διοικητής τους διέταξε την θανάτωση και των δύο.
Ο κόσμος τρόμαξε στη σκέψη ότι η ίδια μοίρα τους περίμενε και βιάστηκαν να το τελειώσουν, αναθεματίζοντας τους Τούρκους και ρίχνοντας κατάρες. Αργότερα, στους χρόνους του μεγάλου ξεσηκωμού του 1821, με την ελπίδα της απελευθέρωσης από τον ελληνικό στρατό, άλλαξαν τις κατάρες σε ευχές.





Σάββατο 20 Μαΐου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΑΓΓΛΙΑ- ΜΠΕΡΜΙΑΜ
Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Από την Dimitra Papanastasopoulou




Ακολουθούμε τον μεγάλο μας ταξιδευτή ανασαίνοντας τον αέρα που εκείνος ανάσανε, βλέποντας με τα μάτια της καρδιάς όσα εκείνος είδε και κατέγραψε. Τούτη τη φορά πήγε στο Μπέρμινχαμ- Μπέρμιαμ το ονομάζει. Να τι είδαν τα μάτια του και τι σκέψεις γέννησε ο νους του:

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί τη Δευτέρα, πήρα πάλι τους δρόμους. Ευτυχώς, ο ήλιος είχε σήμερα εξαφανιστεί∙ κατέβαινε η ομίχλη πηχτή, πασάλειβε τους τοίχους, έκρυβε τις ασκήμιες, όλα έγιναν πάλι μυθικά σύμβολα, υπερβόρεια, και τα μάτια των ανθρώπων γυάλιζαν μέσα στην ασάλευτη πάχνη. Για έναν που γεννήθηκε στις χώρες του ξαδιάντροπου ήλιου, που όλα τα γυμνώνει ανήλεα, η μέρα τούτη η πεπλοφόρα ήταν γιομάτη διακριτική ευγένεια και μυστήριο.
   Μπουλούκια εργάτες και εργάτριες, τυλιγμένοι ομίχλη, τρέχαν, κρατώντας ένα μικρό πακετάκι στο χέρι, το φαϊ τους, και χάνουνταν σε πανύψηλες, ολόμαυρες πόρτες. Ένα πικρό φραντσέζικο τραγούδι του 12ου αιώνα αβέβαινε σα μοιρολόϊ μέσα απ’ τις φάμπρικες κι έσφιγγε την καρδιά του ανθρώπου:

Πάντα μεταξωτά πανιά θα υφαίνουμε.
και πάντα θα’ μστε ντυμένοι με κουρέλια.
Πάντα στη μαύρη φτώχεια θα σαπίζουμε
και θα πεθαίνουμε της πείνας πάντα!

   Γυρίζω από φάμπρικα σε φάμπρικα κι ολοένα η καρδιά μου σφίγγεται. Η «Χαρούμενη Αγγλία» έχασε τη χαρά της, πήρε φόρα ο τροχός, κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει.Πάει πια η απλοϊκή πατριαρχική οργάνωση του Μεσαίωνα που σμίγαν οι τεχνίτες σε συντεχνίες και δούλευαν. Οι φάμπρικες ολοένα θεριεύουν, εξαφανίζουν τις συντεχνίες, η φτώχεια πλακώνει. Ολοένα οι λίγοι, οι κεφαλαιούχοι εργοδότες, εκμεταλλεύουνται τους πολλούς, τους εργάτες.
   Παράλληλα ο πληθυσμός της Αγγλίας αυξαίνει,νέες αγορές ανοίγουνται, τελειοποιούνται οι μηχανές,έχουν ανάγκη τώρα από πολύ αφθονότερες ύλες, παραμερίζουνται τ’ ανθρώπινα χέρια και στη θέση τους μπαίνουν ο ατμός κι αργότερα μια άλλη όλο μυστήριο δύναμη, ο ηλεχτρισμός. Συνάμα,τα μέσα της μεταφοράς τελειοποιούνται∙ αντί άλογα και κάρα,έχουμε σιδηροδρόμους κι αυτοκίνητα, αντί ιστιοφόρα, βαπόρια. Οι πολιτείες καταβροχθίζουν τα χωριά, οι χωριάτες ολοένα εξαφανίζουνται.
   Οι παλιές θεωρίες των συντεχνιών και του μερκαντιλισμού παραμερίζουνται, καθένας ελεύτερος, χωρίς κρατικήν επέμβαση, μπορεί να παράγει ό,τι θέλει, όσο θέλει, αφού πάντα βρίσκει αγορές να πλασάρει την παραγωγή του. Ιδρύουνται Τράπεζες, σχηματίζουνται τεράστιες περιουσίες, οι νέοι βιομήχανοι πλούτισαν κι υποσκελίζουν τους παλιούς ευγενείς γαιοχτήμονες, αλλάζει η όψη της Αγγλίας∙ δεν είναι πια πράσινη σαν τη χλόη, είναι μαύρη σαν το κάρβουνο.
   Οι μηχανές θριαμβεύουν, ο άνθρωπος του 19ου αιώνα, ενθουσιασμένος με τους νέους σιδερένιους σκλάβους, ρίχνεται πια ασυγκράτητος, με παράφορες ελπίδες, με απλοϊκή αισιοδοξία στην κατάχτηση της ύλης. Οι νεώτεροι άνθρωποι θαρρούν πως τούτος είναι ο ασφαλέστερος δρόμος να καταχτήσουν την ευτυχία∙ κι οι πιο εκλεχτοί, πως τούτος είναι ο ασφαλέστερος δρόμος να καταχτήσουν το πνέμα.
   Ο άνθρωπος- κι αυτό είναι το οικόσημο της ευγένειάς του- θα μάχεται αιώνια ν’ αντικαταστήσει τους απάνθρωπους φυσικούς νόμους με τους νόμους της καρδιάς του. Έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και ομοίωσή του- τη διακιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω από την επιθυμία του ανθρώπου. Η ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους- την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή.
   Όμως, ο άνθρωπος μάχεται ενάντια στους φυσικούς νόμους, δεν υπογράφει, δεν καταδέχεται, ο κόσμος του φαίνεται-και είναι- κατώτερος από την καρδιά του και θέλει να φτιάσει κόσμο δικό του, αντάξιό του.
   Οι φρόνιμοι κι οι βολεμένοι αντιστέκουνται. «Καλά είμαστε βολεμένοι», φωνάζουν, «καλός είναι ο κόσμος, μην τον χαλνάτε!» Μα πότε καταδέχτηκε η φλόγα που καίει τα σωθικά του ανθρώπου ν’ ακούσει τη φωνή τους; Η φλόγα αυτή δεν είναι βολεμένη ποτέ. Ο Οδοιπόρος, που οδοιπορεί μέσα στην ανθρωπότητα, βιάζεται∙ πεινάει, διψάει κι αγναντεύει πλάνους δροσερούς αντικαθρεφτισμούς στην έρημο- τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία- και βιάζεται.

   Ανυπομονεί να φτάσει∙ τ’ αλογα που τον τραβούσαν ως τώρα τού φάνηκαν πως σούρνονταν ανυπόφορα αργά, κι αυτός, είπαμε, βιάζεται. Κι έφτιασε καινούρια ατσαλένια αλόγατα που διαπερνούν γοργά τη στεριά, τη θάλασσα, τον αγέρα. Οι στεριές κι οι θάλασσες μίκραιναν, τυλίχτηκε η υδρόγεια σφαίρα μέσα σε πυκνά κι αόρατα σύρματα, όπου χύνεται αστραπή η σκέψη του ανθρώπου.   

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ
Οι ψυχές των αγωνιστών
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Στο Φραγκοκάστελλο των Σφακίων, στη νότια Κρήτη, τα τελευταία 189 χρόνια παρουσιάζεται ένα εκπληκτικό οπτικό φαινόμενο κατά τις πρωινές ώρες, που συνοδεύονται από τις στάλες της δροσιάς, μεταξύ Μαϊου και Ιουνίου, όταν υπάρχει απόλυτη νηνεμία. Παράξενες, κινούμενες σκιές, που μοιάζουν με εξαϋλωμένους καβαλάρηδες και πολεμιστές, οι οποίοι φορούν απαστράπτουσες πανοπλίες, εμφανίζονται στον κάμπο του Φραγκοκάστελλου λίγο πριν την ανατολή του ήλιου και κινούνται από το ερειπωμένο μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους προς το Φραγκοκάστελλο.
Το φαινόμενο διαρκεί περίπου δέκα λεπτά και έχει πάρει το όνομα Δροσουλίτες, επειδή εμφανίζεται στη δροσιά της χαραυγής.
Επιστημονικά αποδίδεται ή στο φαινόμενο του αντικατοπτρισμού εικόνων από τις βόρειες ακτές της Αφρικής, δηλαδή οι σκιές των καβαλλάρηδων είναι αντικατοπτρισμός καμηλιέρηδων της ερήμου, ή σε οφθαλμαπάτη, η οποία προκαλείται από την εξάτμιση της πρωινής δροσιάς με ταυτόχρονη ύπαρξη ελαφριάς ομίχλης.
Ωστόσο, αντικατοπτρισμός δεν υφίσταται όταν η απόσταση είναι πάνω από 40 μίλια (οι ακτές της Αφρικής απέχουν πολλά περισσότερα).
Απομένει η οφθαλμαπάτη. Η θέση από όπου ανατέλλει ο ήλιος εκείνες τις ημέρες σε σχέση με τις τοπικές ιδιομορφίες των γύρω οροσειρών, σε συνδυασμό με την νηνεμία, την ύπαρξη υγρασίας και ελαφριάς ομίχλης το συγκεκριμένο 10λεπτο πριν την εμφάνιση του ήλιου, φαίνεται ότι κάνει το... θαύμα.   

Η παράδοση λέει ότι αυτό το φαινόμενο άρχισε να παρουσιάζεται μετά από μια φονική μάχη μεταξύ Ελλήνων, με επι κεφαλής τον Ηπειρώτη Χατζημιχάλη Νταλιάνη και Τούρκων, με επικεφαλής τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά, η οποία έλαβε χώρα την 17η Μαϊου 1828 στο Φραγκοκάστελλο.
Ο Νταλιάνης Χατζημιχάλης είχε πάει στην Κρήτη από τις αρχές του Ιανουαρίου(1828),  καλεσμένος από τους Κρήτες, για να βοηθήσει στον αγώνα τους εναντίον των Τούρκων. Γρήγορα οργάνωσε ένα σώμα 100 ιππέων και 500 αξιόμαχων πεζών επιλέγοντας ως ορμητήριό του, μετά τη Γραμβούσα, τα Σφακιά.
Στις αρχές Μαϊου κατέλαβε το Φραγκοκάστελλο, επισκεύασε τους προμαχώνες και περίμενε τον Τούρκο Πασά, που  ερχόταν με πολυάριθμο στρατό και κανόνια.
Οι Σφακιανοί συμβούλευσαν τον Νταλιάνη να μη συγκρουστεί στο Φραγκοκάστελλο, αλλά να ανέβει στα ψηλά και να αντιμετωπίσει από εκεί τον εχθρό, αλλά εκείνος δεν πείσθηκε. Η άνιση μάχη άρχισε το πρωί της 17ης Μαϊου.Οι Έλληνες ηττήθηκαν κατά κράτος, οι γενναίοι πολεμιστές σκοτώθηκαν - ανάμεσά τους και ο Νταλιάνης. Το σώμα του κατακρεουργήθηκε από τους Τούρκους και το κεφάλι του έφτασε στον Πασά. Το κάστρο ερημώθηκε, τα παλικάρια έμειναν άταφα. Η άμμος τα λυπήθηκε και τα σκέπασε στοργικά. Αλλά για τους Έλληνες, ο άταφος νεκρός δε βρίσκει ποτέ ησυχία. Και από τότε, στην επέτειο της μάχης και όταν ο καιρός το επιτρέπει, οι ψυχές των ηρωικών πολεμιστών επιστρέφουν και δίνουν την μάχη τους ξανά και ξανά.
Η Κρητική λαϊκή μούσα τους τιμά ανάλογα:

«Μ’ ακόμη και το σήμερο, στις δεκαεφτά του Μάη
Ούλο τ’ ασκέρι φαίνεται με τον Χατζημιχάλη.
Και πολεμούν στα σύννεφα κι ακούγοντ’ οι μπουρμπάδες.
Φωνές και αλογοπεταλιές στου Καστελλιού τσι μπάντες.
Ούλ’ οι ξι-αλαφρόστρατοι, θωρούν τσι και τρομάζουν,
Μα κείνοι-Θεός σχωρέσει των- κανένα δεν πειράζουν...
Άραγες κι είντα θέλουσι κι είνται μασε θυμίζουν;
Αυτούς που σφάχτηκαν εκειά και τα βουνά ραϊζουν...»

Είναι πολλοί αυτοί που βεβαιώνουν ότι είδαν τους Δροσουλίτες και λένε ότι μπορεί κανείς να τους δει αν βρεθεί κάτω στην πεδιάδα και όχι στα υψώματα.
Υπάρχουν φήμες ότι στα 1890 ένα απόσπασμα Τούρκων ( το ίδιο συνέβη και αργότερα με τους Γερμανούς στην κατοχή) είδαν το φαινόμενο, πίστεψαν ότι ήταν αντάρτες και τους πυροβολούσαν.
Στα 1928 (εκατό χρόνια μετά τη μάχη) ο στρατηγός Χρήστος Χατζημιχάλης, δισέγγονος του Νταλιάνη, έγινε επίσης μάρτυρας του φαινομένου. Μάλιστα, έκανε μια έγγραφη αναφορά, συνοδευόμενη από ένα σχεδιάγραμμα της πορείας των πολεμιστών, και την παρέδωσε στον Πρόεδρο της εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, Άγγελο Τανάγρα.
Δεν σας κρύβω, ότι θα ήθελα πολύ να βρεθώ χαράματα στο Φραγκοκάστελλο κάποια 17η Μάη και με βοηθό τον καιρό, να σηκώσω τα μάτια μου ψηλά...












ΑΔΗΣ
Ο βασιλιάς θεός του κάτω κόσμου
Της Dimitra Papanastasopoulou




Πολλές και αντιφατικές είναι οι παραδόσεις για τους θεούς και τους δαίμονες  του αόρατου κόσμου, του κάτω, που ήταν –και εξακολουθεί να είναι- συνδεδεμένος με τον θάνατο του ανθρώπου, το τέλος της σύντομης, αλλά πολύτιμης ζωής του επί της γης, μαζί με την άγνοια, τον φόβο και τους άπειρους προβληματισμούς για το επέκεινα.
Μεγαλύτερος και ισχυρότερος από όλους αυτούς τους θεούς, από αρχαιοτάτων χρόνων, ήταν ο Άδης, ένας από τους τρείς Κρονίδες που μοιράστηκαν τον κόσμο. Το όνομα και το βασίλειό του έγιναν ταυτόσημα με τον σκοτεινό χώρο όπου μαζεύονταν οι ψυχές των νεκρών.
Πιο παλιά ο Ερμής Ψυχοπομπός οδηγούσε τις ψυχές στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Αργότερα όμως, σε πολλά και διαφορετικά μέρη πίστευαν ότι αυτό ήταν έργο του αθάνατου βαρκάρη, του Χάροντα, εκείνου που μετέφερε με τη βάρκα του τις ψυχές των νεκρών στον άλλο κόσμο δισχίζοντας τα νερά της λίμνης Αχερουσίας ή του ποταμού Αχέροντα.
Σύμφωνα με τους κοσμογονικούς μύθους, ο Δίας με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας, ξέφυγε από την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου. Κατόπιν, με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τα μεγαλύτερα αδέλφια του και ξεκίνησε τον πόλεμο με τους Τιτάνες και τον πατέρα του.
Σ’ εκείνον τον πόλεμο ο Δίας είχε συμμάχους τους Κύκλωπες- που του έδωσαν το φοβερό όπλο του κεραυνού-, τον Ποσειδώνα που κατείχε την τρίαινα και τον Άδη, ο οποίος έκλεψε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφο με την ικανότητα να κάνει αόρατο όποιον το φορούσε.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε και ο Δίας εστέφθη νικητής, μοίρασε τον κόσμο με κλήρο στα τρία: ο Δίας έλαβε την «εν ουρανώ δυναστείαν», ο Ποσειδώνας την «εν θαλάσση» και ο Άδης την κυριαρχία του Κάτω Κόσμου- του αόρατου, όπως είπαμε.
Ο Κάτω Κόσμος, τα «ευρώεντα δώματα» του Άδη, ήταν μια τεράστια, περιφραγμένη έκταση κάτω από τη γη με μία και μόνη είσοδο. Φρουρός αυτής της εισόδου ήταν ο Κέρβερος που επέτρεπε μόνον την είσοδο... Τα κλειδιά αυτής της εισόδου-πύλης πίστευαν ότι τα κατείχε ο Αιακός, έμπιστος του Άδη, ο πιο ευσεβής άνθρωπος όσο ζούσε, ο μόνος που οι προσευχές του εισακούονταν πάντα από τους θεούς.
Ήταν αυτή η πύλη όπου έφθαναν οι ψυχές των νεκρών, έχοντας διαπλεύσει τον Αχέροντα, ο οποίος ανήκε (όπως και η λίμνη Αχερουσία) στον επάνω φωτεινό κόσμο. Στο σημείο της απόβασης υπήρχε ένα συγκεκριμένο σημείο από όπου οι ψυχές εισχωρούσαν στον άλλο κόσμο, τον αιώνια σκοτεινό, και που εκεί βρίσκονταν τα νερά της Στύγας-νερό που πήγαζε από έναν βράχο. Η Στύγα ήταν τόσο φοβερή, ώστε ακόμη και οι θεοί που ορκίζονταν στο όνομά της την φοβόντουσαν.
Στον επάνω κόσμο, τώρα, υπήρχαν πολλά σημεία που ονομάζονταν «στόμια του Αδη» όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων και των δαιμόνων που κυβερνούσαν τον Κάτω Κόσμο και όπου οι άνθρωποι είχαν την δυνατότητα να ανακαλούν και να έρχονται σε επαφή με τις ψυχές των νεκρών.
Οι θεοί μπορούσαν , φυσικά, να πηγαινοέρχονται, αλλά για τους κοινούς θνητούς ήταν αδύνατο, παρά τις λίγες εξαιρέσεις( ο Ηρακλής που χρησιμοποίησε το στόμιο του Ταινάρου, ο Ορφέας κλπ), κατά τις οποίες ο Άδης έδινε την συγκατάθεσή του.