The world I love:my novels, my favorite themes

Σάββατο 13 Μαΐου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ: ΑΓΓΛΙΑ , ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Από την Δήμητρα Παπαναστασοπούλου




Σεργιάνι στα εγγλέζικα ακρογιάλια μας πάει ο Καζαντζάκης αυτή την εβδομάδα: στο Folkstone. Είναι ένα σεργιάνι καζαντζακικό, ενδιαφέρον και απόλυτα διαφορετικό από ό,τι ίσως περιμένετε. Τον ακολουθούμε...

Περπατώ στο λιμάνι του Φώκστον μ’ ένα νεαρό Εγγλέζο που είχα πιάσει μαζί του φιλίες, τώρα να, περνώντας τη Μάγχη. Είχε πάει στο Παρίσι-γαμήλιο πνεματικό ταξίδι, δώρο του πατέρα του πέρυσι πού τελείωσε τις σπουδές του στην Οξφόρδη- και γύριζε τώρα, κι ο νους του έλαμπε από το παιχνιδιάρικο, τόσο επιπόλαιο και τόσο βαθύ λαμποκόπημα του Παριστού.
   Για ένα σοβαρό Εγγλέζο, ένα τέτοιο ταξίδι είναι ταξίδι στα Κύθηρα, όπου η φαντασία ανοίγει τα πανιά κι ο απλοϊκός, συνεπαρμένος από την άνοιξη της ήβης, ταξιδιώτης, παραμορφώνει εκστατικά την φραντζέζικη λογική και την κάνει ξεγνοιασιά κι αλαφράδα. Και τώρα που γυρίζει στην πουριτανική Αγγλία, κοκκινίζει λίγο, χαμογελάει κρυφά, σα να γυρίζει, ξημερώματα, από ύποπτο σπίτι κι ανοίγει κλεφτά την πατρική θύρα και τρέμει μην τρίξουν οι σκάλες που ανεβαίνει. Και ξερογλείφει τα χείλια του ευτυχής και ντροπιασμένος.
   Και δεν ένιωσε-κι αυτό αποτελεί όλη τη γοητεία του ταξιδιού, αλλιώς πώς θα’ ταν γαμήλιο;- δεν ένιωσε πως το σπίτι απ’ όπου γυρίζει είναι το πιο νοικοκυρεμένο, πιο θετικό και νηφάλιο σπίτι της Ευρώπης.
   Χαίρουμαι να νιώθω στο βόρειο τούτο λιμάνι μιαν τέτοια νεανική χνουδομάγουλη αθωότητα δίπλα σ’ έναν Ανατολίτη με χιλιοχρονίτικη, απραχτική, χωρίς καμιάν αφέλεια ψυχή.
   Κάποτε συλλογιέμαι πως εμείς που ερχόμαστε από τ’ανατολίτικα λιμάνια, τα πολυβασανισμένα, τα πολυδουλεμένα, που ο αγέρας τους, χιλιάδες τώρα χρόνια, είναι κορεσμένος από λαχτάρες, είμαστε σαν παμπόνηροι γέροι που πάμε στον αθώο και βάρβαρο εφηβικό βορρά και το μάτι μας είναι αχόρταγο πάντα κι αρπαχτικό, μα αλαφριά κουρασμένο και περιπαιχτικό, σα να ‘ξερε τα πάντα. Γριές ό,τι κι αν κάνουν οι ράτσες  τούτες της Ανατολής, θύμησες βαριές, προαιώνιες, και στο πιο ασήμαντο ανατολίτικο παιδί μορφάζει μια ζωή που ξεπερνάει τη λιγόχρονη εμπειρία του ατόμου και πιάνει ολόκληρη τη μνήμη της ράτσας.
   Δεν έπρεπε η εγγλέζικη γλώσσα να’ χει την έκφραση τούτη: ¨Πόσο γέρος είσαι;» όταν ρωτά για την ηλικία κι ενός ακόμα παιδιού∙ έπρεπε να την είχαμε εμείς, και τ’ανατολίτικα παιδιά ν’ απαντούν: «Είμαι γέρος δυο χρονών... τριών χρονών...»

   Στράφηκα στον νεαρό χνουδομάγουλο Εγγλέζο:
   -Και τώρα, τον ρωτώ, τι σκοπεύετε να κάμετε; Τελειώσατε την Οξφόρδη, πήγατε και χαρήκατε το Παρίσι, το ρομάντσο τέλειωσε, αρχίζει η πραγματικότητα. Κατά πού;
   Μού έδειξε τη θάλασσα, νοτιοανατολικά.
   -Κατά κει! Αποκρίθηκε ήσυχα.
   -Ιντίες;
   -Ιντίες. Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος εκεί, θα γίνω κι εγώ. Θ’ ακολουθήσω τον ίδιο δρόμο. Γεννήθηκα εκεί πέρα, σε μιαν τροπική φύση, κάτω από μεγάλες μπανανιές. Στην Κεϋλάνη. Το κλίμα είναι βαρύ για μας, ο πατέρας μου επέμενε να πάω καλύτερα στον Καναδά ή στην Αυστραλία∙ μα οι Ιντίες με τραβούν. Με τραβά ο κίντυνος.
   Οι Εγγλέζοι όταν μιλούν, το μάτι τους σβαρνίζει και τις πέντε ηπείρους. Το παρατήρησα κι αργότερα σε όλο μου το ταξίδι, οι Εγγλέζοι μιλούν sub specie globi.Τίποτα δεν τους φαίνεται μακριά, εξορία, άκρα του κόσμου∙ μετατοπίζουνται με άνεση από τη μιαν ήπειρο στην άλλη, γνώριμα.Νιώθεις πως περπατούν και δρασκελούν τη γη σα να’ναι δική τους.
   Ο αφελής τούτος νέος μιλούσε για Ιντίες, Καναδά, Αυστραλία σαν τρία σημεία του ορίζοντα κοντινά και στάθηκε μια στιγμή να διαλέξει. Άλλοι λαοί μετατοπίζουνται από χώρα σε χώρα, στο νού τους, πεζοί ή με γαϊδουράκια ή με μαούνες∙ ή το πολύ πολύ με βαπόρια και σιδηρόδρομους∙ οι Εγγλέζοι μετατοπίζουνται με αεροπλάνα.

   Κι ένα άλλο ακόμα: Παντού, και στην πιο καθυστερημένη κι απόμακρη χώρα, μπορούν και μένουν άνετα. Γιατί παντού κουβαλούν την Αγγλία.     

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

ΑΛΝΤΟ ΜΟΡΟ (1916-1978)
Μια πολιτική δολοφονία
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ο Μάϊος, όπως έχω ήδη πει, είναι γεμάτος αίμα. Αίμα που χύθηκε στους δρόμους και εξαφάνισε την μυρωδιά των λουλουδιών, που ρήμαξε την αναγέννηση της φύσης, που σκότωσε την άνοιξη, που έθαψε όσους θέλησαν να φέρουν μια αλλαγή. Όχι μόνο σε μια χρονιά, αλλά, δυστυχώς, σε πάρα πολλές, σε διάφορες χώρες και για πολλαπλούς λόγους.
Αφήνοντας τις ματωμένες δικές μας επετείους, που θα μνημονευθούν από πολλούς, θα σας ταξιδέψω μέχρι τη γειτονική Ιταλία, σχεδόν σαράντα χρόνια πριν- στον Μάϊο του 1978.

Ο Άλντο Μόρο, ένας σημαντικός Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός είχε διατελέσει πρωθυπουργός της γείτονος από το 1963 ως το 1968( τρείς κυβερνήσεις συνασπισμού) και από το 1974 ως το 1976(δύο κυβερνήσεις συνασπισμού).
Στην διετία 1974-1976 εγκαινίασε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο περιλάμβανε επιδόματα στις ασθενείς κοινωνικές ομάδες, σαρωτικές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, στην περίθαλψη και στην εκπαίδευση.
Ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Κεντρο-Δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού της δεκαετίας του ’60, αλλά και αυτός που ηγήθηκε των προσπαθειών «συνάντησης» Χριστιανοδημοκρατών και Κομμουνιστών στις αρχές της επόμενης δεκαετίας(’70), κίνηση που έμεινε γνωστή ως «ιστορικός συμβιβασμός ( compromesso storico).
Οι προσπάθειες διήρκεσαν από το 1976 ως το 1978 και οι Κομμουνιστές δέχτηκαν τελικά να μην καταψηφίσουν τις προτάσεις των Χριστιανοδημοκρατών στην Βουλή, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την εκπροσώπισή τους στην κυβέρνηση. Ήταν το αποτέλεσμα των λαμπρών ικανοτήτων του Μόρο να φέρνει πάντα κοντά ανταγωνιστικές ιδεολογίες και αντίπαλες πρακτικές, γεφυρώνοντας την απόσταση και δημιουργώντας «παράλληλες συγκλίσεις», όπως τις αποκαλούσε ο ίδιος.
Ο Μόρο έμεινε στην ιστορία για αυτούς ακριβώς τους λεπτούς και ευφυείς πολιτικούς τακτικισμούς.
Στην Ιταλία τότε κυριαρχούσε η ακροαριστερών πεποιθήσεων ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, τα εξτρεμιστικά μέλη της οποίας ήταν πλήρως αντίθετα με τον «ιστορικό συμβιβασμό» Δεξιάς και Αριστεράς που πρέσβευε ο  Άλντο Μόρο.
  
Εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό (16 Μαρτίου 1978) ήταν πολύ σημαντικό για τον Άλντο Μόρο. Έφευγε από το σπίτι του με προορισμό το Κοινοβούλιο, προκειμένου να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην πρώτη Κυβέρνηση, η οποία θα είχε τη στήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας- μια ευτυχής κατάληξη του οράματός του.
Ήταν εκείνο το πρωινό που μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών επέλεξαν να επιχειρήσουν κάτι παράτολμο: επιτέθηκαν, εκτέλεσαν τους πέντε σωματοφύλακες του Μόρο και απήγαγαν τον ίδιο, στέλνοντας την ίδια ώρα προκηρύξεις στην κυβέρνηση, στον τύπο και την οικογένεια του απαχθέντος, απαιτώντας ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του σημαίνοντος πολιτικού, την απελευθέρωση όλων των έγκλειστων ιδρυτικών τους μελών που περίμεναν την καταδίκη τους.

Η κυβέρνηση βρέθηκε σε δίλημμα: αν ενέδιδε στις απαιτήσεις των τρομοκρατών θα έθετε σε κίνδυνο απαγωγών ολόκληρη την πολιτική της χώρας. Αν δεν ενέδινε, θα έδινε την εντύπωση ότι αδιαφορούσε για τη σωτηρία του ενός, προτιμώντας την σωτηρία των μελών μιας τρομοκρατικής οργάνωσης.
Τελικά, επέλεξε να μην συνδιαλλαγεί με τους τρομοκράτες...
Στο μεταξύ, οι δυνάμεις ασφαλείας προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τον χώρο που είχε οδηγηθεί ο Άλντο Μόρο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Έπειτα από 54 μέρες αιχμαλωσίας, το πτώμα του δολοφονημένου πολιτικού βρέθηκε μέσα σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο Ρενό 4, σε έναν κεντρικό δρόμο της Ρώμης. Οι τρομοκράτες, συμβολικά, το είχαν αφήσει στα μισά της απόστασης μεταξύ των γραφείων του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και των αντίστοιχων του Κομμουνιστικού.
Το ημερολόγιο έδειχνε 9 Μαϊου και ολόκληρη η Ιταλία είχε συγκλονιστεί.
Σε μια εποχή ψυχρού πολέμου, με την Μόσχα και την Ουάσιγκτον σφόδρα αντίθετες σ’ αυτό το εγχείρημα, δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριξαν ότι η δολοφονία του Άλντο Μόρο ήταν «αναγκαίο κακό»...

Πυκνό σκοτάδι κρύβει ως σήμερα (μετά από 4 δίκες και αμέτρητες έρευνες) τον υπεύθυνο ή τους υπεύθυνους της δολοφονίας του, αν και ο φάκελος της απαγωγής/δολοφονίας του άνοιξε ξανά πριν λίγα χρόνια. Κάποια στοιχεία έδειξαν πιθανή εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών της Ιταλίας, του Τζούλιο Αντρεότι (επίσης Ιταλού πολιτικού που χρημάτισε πρωθυπουργός), της σοβιετικής KGB και Αμερικανών διπλωματών, τόσο κατά την απαγωγή όσο και στην απόφση της δολοφονίας.
Επι κεφαλής της έρευνας ήταν ο επιθεωρητής της αντιτρομοκρατικής Ενρίκο Ρόσι. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να καταλήξει ο φάκελος και πάλι στο αρχείο, αφού δεν υπήρξαν αποδείξεις, σύμφωνα με την άποψη της εισαγγελίας της Ρώμης. 







ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ
Η γέννηση του Θεού- γιατρού
Της Dimitra Papanastasopoulou




Στην Λακέρνια, μια πόλη της νοτιοανατολικής Θεσσαλίας πολύ κοντά στην λίμνη  Βοίβη (γνωστή σε μας ως Κάρλα), βασίλευε ο απόγονος των Λαπιθών Φλεγύας, γιός του θεού Άρη. Ο Φλεγύας είχε μια όμορφη κόρη, την Κορωνίδα. Μια μέρα η Κορωνίδα πήγε ως τη λίμνη και θέλησε να δροσίσει τα πόδια της στα ήσυχα νερά της. Τότε την είδε ο θεός Απόλλωνας και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Πάντα βιαστικός και λίγο άτσαλος στα ερωτικά, πλησίασε την Κορωνίδα και την έκανε δική του.
Η Κορωνίδα γύρισε στο πατρικό παλάτι ντροπιασμένη και δεν είπε σε κανέναν τι είχε συμβεί. Ήταν ήδη αρραβωνιασμένη με τον Ισχύ, γιό του Έλατου, ο οποίος βασίλευε στην Αρκαδία.
Την ημέρα της τέλεσης των γάμων τους, ένα κοράκι, αφού παρακολούθησε κάμποσο τις ετοιμασίες, πέταξε προς τους Δελφούς για να μεταφέρει τα νέα στον Απόλλωνα. Ο θυμωμένος θεός πρώτα καταράστηκε το κοράκι:
«Έτσι που μου μαύρισες την καρδιά με όσα μού είπες, το ίδιο κι εσύ, από άσπρος που ήσουν μέχρι τώρα, να μαυρίσεις για πάντα! Να μάθεις να μη βιάζεσαι να φέρεις άσχημα νέα!»
Ύστερα, πήρε το τόξο και τα βέλη του και σκότωσε τον Ισχύ, ενώ ζήτησε από την αδελφή του Άρτεμη να αποτελειώσει την Κορωνίδα και τις ακολούθους της.
Ωστόσο, η Κορωνίδα ήταν έγκυος στο παιδί του Απόλλωνα... Η Άρτεμη αποφάσισε να σώσει το θεϊκό παιδί, λίγο πριν καεί το σώμα της μητέρας του. Ο Απόλλων το πήρε στα χέρια του και το οδήγησε στον Κένταυρο Χείρωνα για να το μεγαλώσει και να το αναθρέψει. Το όνομα του παιδιού ήταν: Ασκληπιός.

Ο Ασκληπιός μεγάλωσε στο όμορφο και ήσυχο περιβάλλον του Πηλίου, έχοντας για σπίτι του την σπηλιά του Χείρωνα. Ο σοφός Κένταυρος του δίδαξε, μεταξύ άλλων, πώς να γιατρεύει κάθε ασθένεια και κάθε μορφής πληγή των σωμάτων, είτε με ξόρκια είτε με ματζούνια είτε με μαλακτικά βότανα είτε με χειρουργική επέμβαση.
Ο Ασκληπιός αναδείχθηκε σύντομα σε έναν άριστο γιατρό και η φήμη του εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Πληθος κόσμου πήγαιναν να τον συναντήσουν και να γιατρευτούν.
Ο Ασκληπιός άρχισε να αισθάνεται πολύ ισχυρός και το μυαλό του γύριζε όλο και συχνότερα στο να βρει τρόπο, όχι πια να γιατρεύει, αλλά και να ανασταίνει τους νεκρούς...Το αμάρτημα της αλαζονείας, στο οποίο υπέπεσε, έπρεπε να τιμωρηθεί, μιας και ήταν ημίθεος, θνητός, με τον θάνατο να καραδοκεί να πάρει και τη δική του ζωή. Κι αυτός ο θάνατος τον βρήκε από ένα αστροπελέκι που έρριξε ο Δίας καταπάνω του.

Ο Απόλλων θρηνούσε, βράζοντας από θυμό, αποφασισμένος να εκδικηθεί τον θάνατο του πολύτιμου γιού του. Αδυνατώντας να έρθει σε σύγκρουση με τον Δία, στράφηκε στους Κύκλωπες που ετοίμαζαν τα αστροπελέκια του Δία( τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον Άργη) και τους σκότωσε.
Και ο Δίας σκεφτόταν πώς να τιμωρήσει τώρα τον ίδιο τον Απόλλωνα για το τριπλό φονικό που διέπραξε...
Στην αρχή, σκέφτηκε να τον ρίξει στα Τάρταρα. Πήγε κι έπεσε, όμως, στα πόδια του η Λητώ να τον παρακαλέσει, να ελαφρύνει την τιμωρία, να σκεφθεί ότι ο Απόλλωνας είναι παιδί του. Και ο αρχηγός των Θεών την άκουσε.
Ωστόσο, ο μύθος θέλει τον Ασκληπιό να έχει βρει τον τρόπο να ανασταίνει νεκρούς, πριν τον θανατώσει ο Δίας.  Να πώς τα κατάφερε: μοιράστηκε με την θεά Αθηνά το αίμα που έτρεξε από τις φλέβες της αποκεφαλισμένης Μέδουσας. Αυτό το αίμα είχε διπλή δύναμη. Μπορούσε είτε να σώζει τους ανθρώπους, ανασταίνοντάς τους είτε να τους εξοντώνει. Κάποιοι υποστήριζαν ότι καταστρεπτική δύναμη είχε το αίμα που χύθηκε από την αριστερή πλευρά του γοργόνειου και αυτό το χρησιμοποίησε η Αθηνά. Ο Ασκληπιός χρησιμοποίησε το αίμα της δεξιάς πλευράς. Και κάποιοι άλλοι είπαν ότι ο Ασκληπιός ανάσταινε θνητούς, κινούμενος από το πάθος της φιλαργυρίας, για να μαζεύει δηλαδή το χρυσάφι τους, και όχι από την πλευρά του γιατρού-προστάτη. Και αυτός ήταν ο λόγος που ο Δίας τον κατακεραύνωσε.

Μια άλλη, ενδιαφέρουσα παραλλαγή του μύθου, αναφέρει ότι η Κορωνίς γέννησε στην Επίδαυρο, ταξιδεύοντας ως εκεί με τον πατέρα της Φλεγύα. Ο Απόλλων, για να αποφύγει τον έλεγχο του Φλεγύα στο παιδί του, το εξέθεσε στο όρος Μύρτιο (αργότερα ονομάστηκε Τίτθιο, που σημαίνει όρος του θηλασμού),                  στέλνοντας μια γίδα να το θηλάζει κι ένα σκυλί να το προστατεύει.
Ο βοσκός και ιδιοκτήτης της γίδας, ο Αρεσθάνος, ψάχνοντάς την την ανακάλυψε να θηλάζει το βρέφος. Κατάλαβε αμέσως ότι επρόκειτο για θεϊκό μωρό, λόγω ενός απαστράπτοντος φωτός που το περιέβαλε.

Ο Ασκληπιός, σύμφωνα με αυτή την παραλλαγή, έμεινε πάντα εκεί, αλλά η φήμη του ως γιατρού συνεχώς μεγάλωνε.  

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ :ΑΓΓΛΙΑ (ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ)
Της Δήμητρας  Παπαναστασοπούλου




Μπήκε ο Μάϊος με τις ευωδιές των λουλουδιών, με την αναγέννηση της φύσης σε όλο της το μεγαλείο.
Η ταξιδιωτική ανάγκη μεγαλώνει, όλο σου το είναι φωνάζει, απαιτεί να αγγίξει, να μυρίσει, να γίνει κομμάτι της. Έτσι, σκέφτηκα να ταξιδέψουμε μέσα από την πένα του μεγάλου μας Κρητικού, του οποίου το αφιέρωμα συνεχίζω.

«Απλές, παράταιρες ψηφίδες. Μα όπως από ένα νύχι μπορεί ν’ ανασυνθέσεις ολάκερο λιοντάρι, όμοια ένα γυμνασμένο μάτι μπορεί ίσως ν’ ανακαλύψει πού οι απλές τούτες σποραδικές ψηφίδες, σε ποιά σκόρπια μέλη απάνω στο σύνολο είναι τοποθετημένες, κι έτσι να μαντέψει ολάκερο το λιοντάρι της Μεγάλης Βρετανίας.
   Μα δεν πρέπει να βιάζεσαι. Βρίσκεσαι στη χώρα της υπομονής, της επιμονής, του αργού και σίγουρου στοχασμού, όπου, για πρώτη φορά, η νεώτερη επιστήμη βρήκε τα στέρεα θεμέλιά της∙ όχι πια τα μεγάλα σύννεφα της αφηρημένης θεωρίας παρά τα μικρά θετικά πετραδάκια της καθημερινής εμπειρίας.
   Εδώ η φρονιμάδα καταντά αρετή, η σιωπή καταπαχτή μεγάλης κραυγής και το αργό βάδισμα ο ασφαλέστερος τρόπος να φτάσεις. Χωρίς άλλο το τοτέμ της χώρας τούτης δεν είναι ο λαγός∙ είναι η χελώνα.
   Αφήνω λοιπόν να σεργιανίζουν ήσυχα, χωρίς ανυπομονησία, τις πέντε αίστησες απάνω στο τρυφερό χορτάρι, στα βαριά μουτζαλωμένα χτίρια, στις δαντελωτές εκκλησιές και στις ξανθές πλεξούδες της Αγγλίας. Τα μάτια χαίρουνται, τ’ αυτιά αφουγκράζουνται, δέχεται η ψυχή παθητικά, σα γης, σα γυναίκα. Αφήνουμαι να με διαπερνά αθόρυβα, σιγά, καθεμέρα, χωρίς λογικό πρόγραμμα κι ερωτική βιάση, η Αγγλία.
   Από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως στη χώρα τούτη αυτός είναι ο δρόμος. Σε άλλους τόπους ορμούσα αρπαχτικά, κούρσευα ό,τι μπορούσα γρήγορα γρήγορα κι έφευγα∙ εδώ μια τέτοια πειρατική μέθοδο θα’ ταν επιπόλαιη κι άγονη. Εδώ πρέπει να μείνεις ήσυχος, αμίλητος, υπομονετικός, να δώσεις καιρό στον εγγλέζικο ρυθμό- κλίμα, θάλασσα, προαιώνια χλόη, κοινωνική ζωή, παλιά Πανεπιστήμια, τένις, γκόλφ, λιμάνια, φάμπρικες, επαφή και κουβέντες με ανθρώπους- να ρυθμίσει το αίμα σου.
   Να μετατοπίσεις αξίες, να βάλεις την υπομονή και το πείσμα πιο πάνω από την ορμή κι από τη ρέμπελη σκέψη και να νιώσεις πως ο λόγος είναι πιο βαρύ πολύτιμο μέταλλο, όρκος και λόγος είναι καμωμένοι από την ίδια ουσία.
   Να μάθεις ν’ αγαπάς και να σέβεσαι τα καθημερινά μικρά γεγονότα∙ στα γεγονότα μονάχα να’χεις εμπιστοσύνη και να ξέρεις πως μονάχα υποταζόμενος σ’ αυτά κι ακολουθώντας τα πιστά μπορείς να τα ξεπεράσεις∙ απάνω τους μονάχα, στη Γη ετούτη, μπορεί να στηριχτεί η ανθρώπινη ελευτερία. Ζυγός και φτερούγα είναι κακωμένα από την ίδια ουσία.
   Να ονειροπολείς και να κρατιέσαι στερεά από την πραγματικότητα∙ να κρατιέσαι σταθερά από την πραγματικότητα και ν’ αφήνεις στην κορφή της να κυματίζει τ’ όνειρο. Αλίμονο στην πράξη που δεν περικυκλώνει σαν περίσωμα αόρατο και δεν τη θρέφει η χίμαιρα∙ αλίμονο στη χίμαιρα που άνεργη κι εκστατική κάθεται στα πόδια του Κυρίου και λιώνει. Μάρθα και Μαρία πρέπει να γίνουν ένα. Μάρθα-Μαρία, έτσι λέγεται η ακέραιη ψυχή.
   Δύσκολος, αντρίκειος ρυθμός, μα πολύ ταιριαστός, ο μόνος άνετος σε μιαν περήφανη ψυχή. Ν’ αγαπάς με πάθος, να μισείς με πάθος και το πρόσωπό σου να μένει γαλήνιο και κλειστό το στόμα. Να νικάς και να μην ξεφωνίζεις∙ να νικιέσαι και να σφίγγεις τη γροθιά, να ξαναρχίζεις . Να ριχτείς ολάκερος στο επικίντυνο παιγνίδι της ζωής, νά’ χεις σφοδρές επιθυμίες και να μάθεις πως είναι μεγάλη χωριατιά να τις διαλαλείς και πως μια είναι η ανώτατη αρετή του αντρός∙ να συγκρατιέται.
   Ένας ναός της Όρθιας Άρτεμης είναι η Αγγλία. Ίσια με το αίμα στη χώρα τούτη μαστιγώνεσαι για να μάθεις να δαγκάνεις τα χείλια και να ξεκινάς.»



Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ
Απόδοση και ερμηνεία
Της Dimitra Papanastasopoulou



Από τους αρχαϊκούς χρόνους γράφηκαν ύμνοι σε όλους τους θεούς. Με τη σημερινή ανάρτηση, την τελευταία για τον θεό Διόνυσο, θα σας διηγηθώ  τον ύμνο προς τιμήν του Βάκχου και την ερμηνεία του.
Ο ύμνος λέγεται ότι γράφηκε ανάμεσα στον 7ο και τον 4ο π.Χ. αιώνα. Δεν διευκρινίζεται σε ποιά ακτή αναμένει ο Διόνυσος το πλοίο που ναύλωσε, αλλά ο Απολλόδωρος λέει ότι πρόκειται για το λιμάνι της Ικαρίας και ότι σκοπός του θεού ήταν να πάει με πλοίο μέχρι τη Νάξο.
Οι κουρσάροι «Τυρρηνοί» που αναφέρονται ήταν προφανώς Ετρούσκοι της Ιταλίας, οι οποίοι λυμαίνονταν την Μεσόγειο κατά τον 6ο π.Χ.αιώνα. Ωστόσο, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, Τυρρηνοί αποκαλούνταν και οι Πελασγοί, οι παλιότεροι κάτοικοι της Ελλάδας, οι οποίοι όταν εγκαταστάθηκαν στην Λήμνο δρούσαν ως κουρσάροι.

Ο νεαρός και ωραιότατος θεός, στέκει κοντά στο λιμάνι ατενίζοντας τη θάλασσα. Το ελαφρό αεράκι παίζει με τους μαύρους  και λαμπερούς βοστρύχους  των μαλλιών του και ένας πορφυρός μανδύας καλύπτει τους γεροδεμένους ώμους του. Ένα καράβι γεμάτο Τυρρηνούς  κουρσάρους πλησιάζει και ο καπετάνιος βλέπει με τα αχόρταγα μάτια του έναν πλούσιο νέο. Αμέσως ορέγεται τον πλούτο του πατέρα του και διατάζει να πλευρίσουν όσο το δυνατόν κοντά του.
Οι άνδρες του τον αρπάζουν, τον οδηγούν στο καράβι και φεύγουν με βιάση. Στο μυαλό του κουρσάρου-καπετάνιου γυαλίζει το χρυσάφι που θα πάρει από τον πατέρα του νέου, μόλις ο νέος δώσει το όνομά του.
Προσπαθούν να τον δέσουν χειροπόδαρα, αλλά εις μάτην∙ τα σκοινιά λύνονται και πετάγονται μακρυά. Ο νέος παραμένει σιωπηλός και χαμογελαστός, χωρίς διάθεση να φέρει αντίσταση.
Ο τιμονιέρης που παρακολουθεί, φωνάζει με αγωνία:
«Αφήστε τον ελεύθερο! Δεν είναι θνητός, αλλά θεός! Πάμε πίσω να τον αφήσουμε εκεί που τον βρήκαμε, γιατί σαν θυμώσει θα μας ρίξει σε θύελες και τρικυμίες!»
Ο αρχι-κουρσάρος θυμώνει με τον τιμονιέρη που τολμά να έχει γνώμη αντίθετη με τη δική του και να την εκφράζει:
«Τη δουλειά σου εσύ! Να μη σε νοιάζει τι κάνουμε εμείς που είμαστε ανδρείοι με τούτον εδώ. Λέω να τον πάμε στην Αίγυπτο ή στην Κύπρο ή ακόμα μακρύτερα. Όσο και να μη μιλά, κάποια στιγμή θα μιλήσει, θα μας φανερώσει ποιός είναι ο πατέρας του και πόσο βιός έχει. Δώρο από κάποιον θεό μας ήρθε για να κερδίσουμε μπόλικο χρυσάφι!»
Το καράβι άνοιξε πανιά προς το νότο και πήρε ν’αρμενίζει. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλοι οι κουρσάροι κοκκάλωσαν. Το καράβι πλυμμηρίζει με κρασί ευωδιαστό, τα πανιά κυκλώνονται από κλήματα, από τα οποία κρέμονται τσαμπιά με ώριμα σταφύλια, το κατάρτι καλύπτεται στη στιγμή από πυκνό και καταπράσινο κισσό, οι σκαρμοί των κουπιών γεμίζουν και στεφανώνονται από λουλούδια. Ο τρόμος και ο φόβος τους κόβει τα ύπατα. Βρίσκουν κουράγιο και φωνάζουν στον τιμονιέρη ν’ αλλάξει ρότα, να γυρίσει πίσω, ν’ αφήσουν τον νέο στη στεριά που τον βρήκαν.
Είναι, όμως, πολύ αργά, δεν υπάρχει επιστροφή... Ο Διόνυσος, μεταμορφώνονεται ευθύς σε δυνατό αρσενικό λοντάρι και ορμά από την πλώρη, έχοντας πρώτο στόχο τον αρχηγό, τον βέβηλο καπετάνιο. Ξεσκίζει το σώμα του, το κομματιάζει, σκορπίζοντας κι άλλο τρόμο στους άλλους. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, μια αρκούδα εμφανίζεται στην πρύμνη και ρίχνεται με φοβερά μουγκρητά πάνω τους. Πολλοί ρίχνονται στη θάλασσα να γλυτώσουν από τα θηρία και μεταμορφώνονται σε δελφίνια μόλις τα σώματά τους έρχονται σε επαφή με το νερό.
Μέσα σ’ αυτόν τον πανικό, ο μόνος ήρεμος και ήσυχος είναι ο τιμονιέρης, βέβαιος ότι ο θεός δεν θα τον τιμωρήσει, αφού από την αρχή υποστήριζε ότι έπρεπε να τον αφήσουν ελεύθερο. Και μαντεύει σωστά, μιάς και ο Διόνυσος, όταν μένουν οι δυό τους στο καράβι του φανερώνεται :
«Είμαι ο Διόνυσος, ο γιός της Σεμέλης και του Δία!»

Αυτά μας εξιστορεί ο ύμνος. Οι μεταμορφώσεις του Διόνυσου, ιδιαίτερα σε λιοντάρι είναι χαρακτηριστικές της ταυτότητας και της παρουσίας του. Το ίδιο είχε κάνει όταν θέλησε να φοβίσει τις κόρες του Μινέα που δεν ακολούθησαν τις υπόλοιπες γυναίκες του Ορχομενού στην τέλεση των τελετών του:
«εγένετο ταύρος και λέων και πάρδαλις και εκ των κελεόντων ερρύη νέκταρ αυτώ και γάλα» (Αντωνίνος Λιβεράλης).
Όσο για την μεταμόρφωση των κουρσάρων σε δελφίνια, πρόκειται για την παράδοση που θέλει τα έξυπνα δελφίνια να προέρχονται από ανθρώπους και γι’ αυτόν τον λόγο είναι πάντα φιλικά.

Καλό κι ευωδιαστό μήνα σε όλους!





Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΜΑΔΡΙΛΕΝΩΝ ΣΤΑ 1808 (2 ΜΑΙΟΥ)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Ο Μάϊος είναι ένας με διπλό πρόσωπο: από τη μία οι μοσχοβολιές των λουλουδιών απλώνονται και μυρώνουν την ατμόσφαιρα ∙ από την άλλη, κύματα επαναστάσεων πυροδοτούν ολόκληρο τον κόσμο, ξεκινώντας με την πρώτη του κιόλας μέρα, την Πρωτομαγιά που γιορτάζεται σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σήμερα θα ασχοληθούμε με τα γεγονότα της εξέγερσης της  2ης Μαϊου του έτους 1808 στη Μαδρίτη, γεγονότα που αποτελούν μέρος του Ισπανικού Πολέμου Ανεξαρτησίας.

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε καταλάβει την πόλη της Μαδρίτης στις 19 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς (1808), αναγκάζοντας τον Ισπανό βασιλιά Κάρολο Δ΄να παραιτηθεί προς χάριν του γιού του Φερδινάνδου Ζ΄. Τέσσερις μέρες αργότερα, τα γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μέγα Δούκα Ιωακείμ Μουράτ εισήλθαν στην πόλη.

Η πρόθεση του Γάλλου Μεγάλου Δούκα Ιωακείμ Μουράτ, να μετακινήσει την κόρη, Μαρία Λουίζα, και τον νεότερο γιό του Καρόλου Δ΄ ινφάντη Φραγκίσκο ντε Πάουλα στην γαλλική πόλη Μπαγιόν, δημιούργησε δυσφορία στο κυβερνητικό συμβούλιο, το οποίο διαφώνησε. Ο Μουράτ στάθηκε τυχερός, λαμβάνοντας ένα σημείωμα από τον Φερδινάνδο Ζ΄, ο οποίος συναινούσε στην μετακίνηση των αδελφών του καθώς ήδη βρισκόταν στην Μπαγιόν.
Την 2η Μαϊου πλήθος κόσμου άρχισε να μαζεύεται μπροστά στο Βασιλικό Παλάτι της Μαδρίτης και να εισέρχεται στην μεγάλη του αυλή, επιδιώκοντας να ματαιώσουν την μετακίνηση των πριγκίπων και ιδιαίτερα του νεαρότατου Φραγκίσκο ντε Πάουλα.
Ο στρατηγός Μουράτ έστειλε ένα τάγμα γρεναδιέρων της Αυτοκρατορικής Φρουράς στο παλάτι μαζί με ένα απόσμασμα πυροβολικού. Συγχρόνως περιόρισε τα ισπανικά στρατεύματα μέσα στα στρατόπεδά τους, καθιστώντας τα ανίκανα να αντισταθούν.
Το πυροβολικό άνοιξε πυρ στο συγκεντρωμένο πλήθος και η εξέγερση άρχισε να απλώνεται και σε άλλα μέρη της πόλης. Ο Μουράτ μετακίνησε γρήγορα τα στρατεύματά του και τα διέσπειρε μέσα στην πόλη∙ η σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ  των άριστα οπλισμένων στρατιωτών και των σχεδόν άοπλων πολιτών κράτησε ώρες πολλές με μεγαλύτερη ένταση στην Πουέρτα ντελ Σόλ και την Πουέρτα ντε Τολέδο.
Κάποια ισπανικά στρατεύματα που βρίσκονταν σε στρατόπεδα του Μοντελεόν αποφάσισαν να αντισταθούν και ενώθηκαν με τον κόσμο εναντίον των Γάλλων. Δύο από τους αξιωματικούς τους, ο Λουίς ντε Τόρρες και ο Πέντρο Βελάρντε υ Σατντιλλάν μνημονεύονται ως σήμερα σαν ήρωες της εξέγερσης. Σκοτώθηκαν και οι δύο εκείνη την ημέρα.
Η εξέγερση πνίγηκε τελικά στο αίμα  και τη βία των γαλλικών στρατευμάτων. Ο Μουράτ κήρυξε στρατιωτικό νόμο την ίδια μέρα, παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία. Οι Γάλλοι πολύ σύντομα είχαν τον έλεγχο ολόκληρης της πόλης, μιας πόλης ματωμένης από τους εκατοντάδες νεκρούς της.
Ο στρατηγός Γκρουσύ που επελέγη από τον Μουράτ ως επι κεφαλής της στρατιωτικής επιτροπής επιβολής του στρατιωτικού νόμου διέταξε  το ματωβαμμένο βράδυ της 2ης Μαϊου εκατοντάδες καταδίκες εις θάνατον σε όσους έφεραν όπλο- οποιοδήποτε όπλο...
Ο Μουράτ ανακοίνωσε: «Ο πληθυσμός της Μαδρίτης παρασύρθηκε και αφέθηκε στην εξέγερση και στον θάνατο. Γαλλικό αίμα χύθηκε και ζητά εκδίκηση. Όλοι όσοι συνελλήφθησαν κρατώντας όπλο θα εκτελεστούν».
Οι δημόσιες συγκεντρώσεις απαγορεύθηκαν και μια ανακοίνωση επέβαλε να παραδοθούν όλα τα όπλα στις Αρχές. Και, ενώ τα παιδιά του Καρόλου Δ΄βρίσκονταν στην Μπαγιόν, στην Μαδρίτη ανακηρυσσόταν βασιλιάς ο αδελφός του Βοναπάρτη, ο Ιωσήφ, την 15η Ιουνίου, εγκαινιάζοντας μια γενικευμένη αντι-γαλλική εξέγερση σε ολόκληρη την Ιβηρική Χερσόνησο.

Ο Μουράτ ήταν γαμπρός του Ναπολέοντα και λίγο αργότερα έγινε βασιλιάς της Νάπολης.

Τα νέα έφτασαν την ίδια μέρα στην γειτονική πόλη Μοστόλες. Ο Χουάν Περέζ Βιλλαμίλ, Δημόσιος Κατήγορος του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου, έπεισε τους δημάρχους Αντρές Τορρεχόν και Σιμόν Χερνάντεζ  να υπογράψουν μια διακήρυξη πολέμου, καλώντας όλους τους Ισπανούς εναντίον των Γάλλων εισβολέων. Η επικεφαλίδα της διακήρυξης ήταν «Bando de los alcaldes de Móstoles» ή «bando de la Independencia», δηλαδή «Διακήρυξη Ανεξαρτησίας».
Οι Γάλλοι πίστεψαν ότι μετά την καταστολή της εξέγερσης της Μαδρίτης θα έπαιρναν πολύ εύκολα τον έλεγχο ολόκληρης της Ισπανίας. Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο. Τις επόμενες εβδομάδες ξέσπασαν εξεγέρσεις σε πολλές πόλεις της χώρας.

Ο πίνακας του Φρανθίσκο Γκόγια, «Η έφοδος των Μαμελούκων» ή «Η 2η Μαϊου 1808» αντικατοπτρίζει τις μάχες που έγιναν στους δρόμους της Μαδρίτης και ιδιαίτερα μια σκηνή που έλαβε χώρα στο Calle de Alcalá, κοντά στην πλατεία Πουέρτα ντελ Σόλ, παρουσιάζοντας μια δραματικά χαοτική σκηνή, δοσμένη με ρεαλισμό που κόβει την ανάσα.
Οι Μαμελούκοι ήταν  Τούρκοι στρατιώτες, ενταγμένοι στον γαλλικό στρατό του Ναπολέοντα, εκείνοι που συνόδεψαν τους Ισπανούς πρίγκιπες στην Γαλλία.
Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 1814, μετά την απέλαση των Γάλλων και την επιστροφή του Φερδινάνδου Ζ΄στον ισπανικό θρόνο. Ωστόσο, ο Φερδινάνδος Ζ΄ δεν ικανοποιήθηκε, βλέποντας τους Μαδριλένους να πολεμούν με μαχαίρια και ο πίνακας (μαζί με το «ταίρι» του που δείχνει τις εκτελέσεις της επόμενης ημέρας (3 Μαϊου), δεν εκτέθηκε δημόσια για πολλά χρόνια.



ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ
ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
30/04/2017
Συγγραφή & ανάγνωση
Πάθος μη ελεγχόμενο...
Παρουσίαση-κριτική Γιώργος Αρκουλής


Η λαρισαία συγγραφέας Δήμητρα Παπαναστασοπούλου, με το τέταρτο -μέσα σε μια πενταετία- μυθιστόρημά της «Ανεξέλεγκτο πάθος», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τη φροντίδα του οίκου Εμπειρία Εκδοτική, στέλνει σημαντικό μήνυμα ότι θα μας απασχολήσει στο μέλλον όχι τόσο όσο ως δημιουργός ρομάντσων, που είναι βεβαίως της μόδας, αλλά ως συγγραφέας που δουλεύει σχολαστικά το ιστορικό στοιχείο πριν αρχίσει να πλέκει την υπόθεση του βιβλίου της.

Αυτήν τη φορά, με το «Ανεξέλεγκτο πάθος», η Δ. Π. σκύβει για τα καλά στον μεταπολεμικό Πειραιά, με τη φτώχεια του (Κοκκινιά) αλλά και την αστική του υπεροχή (Καστέλλα), μεταφέροντας στις σελίδες στοιχεία που υπηρετούν εντυπωσιακά τη λογοτεχνία και την ιστορία.

Κι αν ένα ρομάντσο θεωρείται εύκολο, η ιστορία είναι που με τη δυσκολία της θα οδηγήσει σε συναρπαστικό -και ίσως ζόρικο- αποτέλεσμα. Άλλωστε, τα πρώτα βιβλία της Μεϊμαρίδου, με τις τεράστιες πωλήσεις, στηρίχτηκαν ακριβώς πάνω σε αυτήν τη συνταγή (με τη Σμύρνη να παίρνει τη θέση του γοητευτικού -πριν από 60 χρόνια- Πειραιά). Όσο για την υπόθεση του μυθιστορήματος; Μοιάζει να είναι μια ερωτική ιστορία που αναπαράγει και αντανακλά το χάος, σε μια διαδρομή από τον Πειραιά στη Γρανάδα της Ανδαλουσίας και από εκεί στο Λονδίνο και την πλανεύτρα Θεσσαλονίκη. Στην παρουσίαση του βιβλίου, στην Αίθουσα «Βαρώνου Κίμωνος Ράλλη», στον ιστορικό Πειραϊκό Σύνδεσμο της πλατείας Κοραή (που δυστυχώς θυμίζει ενοχλητικό σκουπιδότοπο, από το συνεχιζόμενο έργο εγκατάστασης του τραμ, έργο που έχει διχάσει τους Πειραιώτες), ένας από τους ομιλητές διέγνωσε σεβασμό της συγγραφέως στις λέξεις, στη μουσική, στα χρώματα και στη θάλασσα, τονίζοντας ότι η Παπαναστασοπούλου με το «πάθος» της ανεβάζει τον πήχη της δουλειάς της.

Από μια άποψη, το βιβλίο θυμίζει αρκετά στοιχεία από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Πειραιώτη Κώστα Μουρσελά, ίσως και από το «Τάλγκο» του Βασίλη Αλεξάκη, που είχαν κάνει εξαιρετική πορεία όταν κυκλοφόρησαν. Η Παπαναστασοπούλου δείχνει να βαδίζει σε αντίστοιχο βεληνεκές επιτυχώς, αν και προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο, χωρίς να προσπερνά το ερωτικό στόρι: Την καταγραφή ιστορικών ντοκουμέντων, που, ευτυχώς, προσθέτουν αρκετή γοητεία σε μια υπόθεση «ανεξέλεγκτου πάθους».