The world I love:my novels, my favorite themes

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Η ΚΑΣΣΙΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou



Η σημερινή ημέρα είναι μία από τις πλέον λαοφιλείς της  Μεγάλης Εβδομάδας που διανύουμε. Ο λόγος είναι το περίφημο τροπάριο «της Κασσιανής» που ψάλλεται στην απογευματινή λειτουργία του Νυμφίου, αφιερωμένο στην πόρνη που έχυσε μύρο στα πόδια του Ιησού, εκλιπαρώντας την σωτηρία της ψυχής της.
Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, αυτή την υπέροχη γυναίκα που πολλοί θεώρησαν θύμα της εποχής της, αλλά εγώ θεωρώ ότι πρόκειται για μια ανεξάρτητη γυναίκα με γνώση, η οποία επέλεξε να μην την κρύψει, να μην παραστήσει ότι είναι κάποια άλλη. Αυτή της η απόφαση μπορεί να της στέρησε το στέμμα της Αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, που θα την άφηνε άσημη, να φέρεται απλά ως η σύζυγος του Θεοφίλου, αλλά της χάρισε την αιωνιότητα με την αναγόρευσή της ως Οσία και με τα μελωδικά τροπάρια που συνέθεσε και μελοποίησε, ζώντας αποτραβηγμένη σε μοναστήρι.

Η Κασσιανή ή Κασσία ή Εικασία γεννήθηκε ανάμεσα στο 805 και 810 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στην Κάσο περί το 890, αφού ταξίδεψε στην Ιταλία και στην Κρήτη. Ο πατέρας της ήταν μέλος επιφανούς φεουδαρχικής οικογένειας και φέρεται να του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Κανδιδάτου στην αυτοκρατορική αυλή.
Η ζωή και το έργο της καλύπτονται από ασάφειες. Αρχικά, το όνομά της, το οποίο απαντάται στις πηγές με τις αναφερόμενες παραλλαγές. Το πρώτο, Κασσιανή, ίσως να προέκυψε επειδή δεν ήταν συνηθισμένο και της δόθηκε ως καλογερικό το γνωστό Κασσιανός. Το δεύτερο, Κασ(σ)ία, χρησιμοποιείται από την ίδια στην ακροστιχίδα του μοναδικού σωζόμενου κανόνα της. Τέλος η παραλλαγή Εικασία (ή Ικασία), προέκυψαν από λάθος ενός αντιγραφέα που προσέθεσε το «ΕΙ» ή το «Ι».

Πρώτος βυζαντινός χρονογράφος που μας παρέχει στοιχεία για τη ζωή της είναι ο Συμεών ο Μάγιστρος, τον οποίο και ακολουθούν πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων ο Λέων ο Γραμματικός, ο Ιωάννης Ζωναράς, ο Γεώργιος Αμαρωλός κ.ά. Σύμφωνα με αυτούς η Κασσιανή ήταν ωραιότατη, σεμνή, αγνή, σοφή, παρθένος, φιλοσοφούσα και τω θεώ μένον ζώσαν, με αρχοντική καταγωγή, ενώ είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τα γράμματα.
Ο Κρουμπάχερ, ο οποίος θεωρείται πατέρας της ιστορίας της βυζαντινής λογοτεχνίας, γράφει για την Κασσιανή: «Η Κασσιανή υπήρξε η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια. Προσωπικότητα ενδιαφέρουσα και σαν άτομο και σαν λογοτέχνης. Παρουσιάζεται στη ζωή της με απλότητα, αξιοπρέπεια και θάρρος στο να διατυπώνει τις απόψεις της. Ήταν άλλωστε πολύ μορφωμένη».
Και ήταν, πράγματι, αυτά τα χαρίσματα που ώθησαν την Ευφροσύνη, την μητριά του Θεόφιλου, να την περιλάβει ως υποψήφια νύφη του γιού της.
Τρεις από τους παραπάνω χρονικογράφους επιβεβαιώνουν ότι η Κασσιανή έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης  για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Η τελετή της επιλογής τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830, κατά την οποία ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο.

Σύμφωνα με την παράδοση, θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσιανής, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε:  «ς ρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τ φαλα» (Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά), αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα.
Η Κασσιανή, ετοιμόλογη, του απάντησε: «λλά κα διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» (Και από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα καλά), αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας.

Λέγεται ότι ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε, απέρριψε την Κασσιανή και επέλεξε τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας για σύζυγό του. Ωστόσο, ο διάλογος αυτός δεν είναι πρωτότυπος ενώ και η σκηνή είναι μάλλον μύθος. Ο διάλογος ευρίσκεται σε λόγο Εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου που αποδίδεται στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ή τον Γρηγόριο τον Θαυματουργό, αλλά ίσως και να προέρχεται από τον Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως.
Κατ’ άλλους, οι διηγήσεις του επεισοδίου εμφανίζονται 100 περίπου χρόνια αργότερα από την εποχή που έζησε η Κασσιανή, το διήγημα περιέχει μοτίβα από την περιοχή του μύθου και της μεταγενέστερης δημώδους παράδοσης, η οποία δημιουργήθηκε σταδιακά μέσα στους εικονολατρικούς κύκλους, ως αντίδραση ενάντια στο μεροληπτικό εγκώμιο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.
Η Κασσιανή, πάντως, όταν έχασε τον θρόνο, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά την Παναγία, κλείστηκε σε μοναστήρι και αφοσιώθηκε στον Χριστό.

Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για εκείνη είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. 
Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου της αποδίδει διαφορετικά κίνητρα. Η Κασσιανή διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της.
Στον μοναχικό βίο της, στο μοναστήρι που η ίδια ίδρυσε, είχε την ευκαιρία να καλλιεργήσει το ποιητικό της ταλέντο και να δημιουργήσει θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους. Αναδείχθηκε με την πίστη της, με την ασκητική της ζωή και το Θείο Χάρισμα της ποίησης, αθάνατη υμνωδός της εκκλησίας. Κατά τις ώρες της προσευχής και της κατάνυξης εμπνεύστηκε θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια ιδιόμελα και ειρμούς.

Η Κασσιανή είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα, σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ το φαινόμενο να μη σώζεται το όνομα του υμνογράφου είναι πολύ συχνό.
Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται κυρίως για «γνωμικά», όπως για παράδειγμα το παρακάτω:
«Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός».
Στη συνέχεια η Κασσιανή εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο, αν και καμιά βυζαντινή ή άλλη πηγή, κοσμική ή εκκλησιαστική δεν μας πληροφορεί αν εξορίστηκε από τους εικονομάχους ή τους εικονόφιλους αυτοκράτορες.

Το πιο γνωστό της τροπάριο είναι αυτό στο οποίο αναφέρεται στην ανώνυμη αμαρτωλή του Ευαγγελίου, το «Τροπάριο της Κασσιανής».
Η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα που αφού την έσωσε από το λιθοβολισμό ο Χριστός της είπε: «πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» συνάντησε το Χριστό στη Βηθανία στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου. Είναι πια σεμνή και ηθική και πλησιάζει το Χριστό μ’ ευγνωμοσύνη, πλένει τα πόδια του με μύρο και με δάκρυα και τα σκουπίζει με τα ξέμπλεκα μαλλιά της, κλαίγοντας και ζητώντας θεϊκό έλεος.
Αυτό το κομμάτι του ευαγγελίου, αυτή η απλή και συγχρόνως πολύπλευρα βαθιά περιγραφή, συγκλόνισε την Κασσιανή και δημιούργησε αυτό το αριστούργημα.
Επιστρέφοντας στα της παράδοσης, ο Θεόφιλος, παρά την επιλογή του, παρέμεινε ερωτευμένος με την Κασσιανή σε όλη του τη ζωή. Επιθυμώντας να την δει για  τελευταία φορά πριν πεθάνει, πήγε στο μοναστήρι όπου εκείνη εμόναζε.
Η Κασσιανή, μόνη στο κελί της γράφει το συγκεκριμένο τροπάριο,  όταν αντιλαμβάνεται την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Για να αποφύγει τη συνάντηση, που προφανώς θα την τάραζε συναισθηματικά, άφησε το κελί της και κρύφτηκε μέσα σ’ ένα ντουλάπι, αφήνοντας το μισοτελειωμένο τροπάριο πάνω στο μικρό της τραπέζι.
Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί και μπήκε σ’ αυτό ολομόναχος. Ο αυτοκράτορας έκλαψε, μετανοιώνοντας για εκείνη τη μοιραία στιγμή υπερηφάνειας, εξ αιτίας της οποίας έχασε τη συμβίωση με μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια είδε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι,  τα διάβασε και αποφάσισε να προσθέσει κι εκείνος έναν στίχο. Αντελήφθηκε την κρυμένη Κασσιανή, σεβάστηκε την επιθυμία της και έγραψε:
 «ν ν τ παραδείσ Εα τ δειλινόν, κρότον τος σν χηθεσα, τ φόβ κρύβη».

Η Κασσιανή βγήκε από το ντουλάπι μετά την απομάκρυνση του Θεόφιλου, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον υπέροχο ύμνο.

Κριε, ν πολλας μαρταις περιπεσοσα γυν,                      
      Κύριε, η γυναίκα που έπεσε    σε   πολλές αμαρτίες,
τν σν ασθομνη θετητα, μυροφρου ναλαβοσα τξιν,
   σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
δυρομνη, μρα σοι, πρ το νταφιασμο κομζει.
   και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
Ομοι! λγουσα, τι νξ μοι πρχει, οστρος κολασας,
   κι έλεγε οδυρόμενη:  Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα  μου είναι   νύχτα κατασκότεινη
ζοφδης τε κα σληνος ρως τς μαρτας.
   και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της  αμαρτίας.
Δξαι μου τς πηγς τν δακρων,
   Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
νεφλαις διεξγων τς θαλσσης τ δωρ·
   εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
κμφθητ μοι πρς τος στεναγμος τς καρδας,
  Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
κλνας τος ορανος τ φτ σου κενσει.
   εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Καταφιλσω τος χρντους σου πδας,
   Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
ποσμξω τοτους δ πλιν τος τς κεφαλς μου βοστρχοις·
   και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
ν ν τ παραδεσ Εα τ δειλινν,
  αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
κρτον τος σν χηθεσα, τ φβ κρβη.
   τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
μαρτιν μου τ πλθη κα κριμτων σου βσσους
   Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
τς ξιχνισει, ψυχοσστα Σωτρ μου;
   ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μ με τν σν δολην παρδς, μτρητον χων τ λεος.
   Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.






Δευτέρα 10 Απριλίου 2017


Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Αγαπημένοι μου,
Θέλοντας να εκφράσω τις σκέψεις και τις ευχές μου για Καλή Ανάσταση των ψυχών και Καλό Πάσχα στις καρδιές μας, βρήκα το παρακάτω συμπηκνωμένο κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη και σας το αφιερώνω.
Είθε να βγούμε όλοι νικητές στην πάλη με το σκοτάδι, είθε το φως να πλημμυρίσει το σύμπαν!

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή ταυτόχρονα το ξεκίνημα  κι ο γυρισμός κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της Ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς την σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς τον θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει σαν παράνομη φαίνεται,σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση  στις σκοτεινές αιώνιες πηγές μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου. Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες  τούτες άναρχες, ακατάλυτες ορμές και με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίζουμε το στοχασμό μας και την πράξη».
Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Βραχόκηπος»

.
ΛΑΥΡΙΟ 1896
Η απεργία των μεταλλωρύχων
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου



Φαίνεται ότι παρά το γεγονός ότι ο Απρίλιος είναι ο μήνας της αναγέννησης της φύσης, για μας, τους Έλληνες, υπήρξε πολλές φορές πικρός. Το ίδιο έγινε και το 1896 με την απεργία των μεταλλωρύχων που βάφηκε από το αίμα τεσσάρων εξ αυτών.
Ας δούμε τι συνέβη.

Οι 1.800( ή 2.500 κατά τον «Ριζοσπάστη» της εποχής) εργάτες των μεταλλείων του Λαυρίου κηρύττουν απεργία. Διεκδικούν από τον σκληρό Ιταλό εργοδότη τους Σερπιέρι αύξηση μισθού, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έγκαιρη μεταφορά τους σε νοσοκομείο, σε περίπτωση τραυματισμού... και κατάργηση των εργολάβων (μεσαζόντων που έπαιρναν το έργο μιας στοάς από τη διεύθυνση της εταιρίας και φρόντιζαν να βάζουν τους εργάτες να δουλεύουν για δικό τους λογαριασμό. Η εταιρία τους έδινε και τον μισθό των εργατών, αλλά οι εργολάβοι κρατούσαν το μεγαλύτερο μέρος).
Οι συνθήκες εργασίας φρικτές. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί συνεχώς τη ζωή τους είναι η μολυβδίαση, από την οποία δεν γλυτώνει κανείς- μετά από λίγα χρόνια εργασίας οι εργάτες αχρηστεύονται ενετελώς. Ένας γιατρός είπε χαρακτηριστικά: «αν κόψω ένα κομμάτι από τη σάρκα σας και το πετάξω σ’ ένα σκυλί, το σκυλί θα ψοφήσει».
Η εταιρία είχε υποσχεθεί στους τεχνίτες αυξήσεις της τάξεως του 5% , αλλά δεν το έκανε. Εκείνοι σχημάτισαν μια επιτροπή και έθεσαν τα αιτήματά τους στην διεύθυνση. Ο υποδιευθυντής Κοντιέ, όμως, τους βρίζει... 
Εργάτες και τεχνίτες συγκρότησαν τότε μια Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή. Την επόμενη μέρα (2 Φεβρουαρίου) ο αριθμός των απεργών έφτασε στους 2.100.
Τέσσερις μέρες αργότερα, ένα πλήθος εργατών ξεχύνονται στις εγκαταστάσεις των μεταλλείων για να πείσουν κι άλλους να τους ακολουθήσουν. Οι χωροφύλακες πυροβολούν και ο εργάτης Συρίγος πέφτει νεκρός.
Οι απεργοί απαντούν με πέτρες και ο χώρος μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Οι χωροφύλακες πετούν τα όπλα και τρέπονται σε φυγή. Κι άλλοι εργάτες ενώνονται στο απεργιακό κύμα που ξεσπά μανιασμένο, τυφλό από οργή στη θέα του αίματος του Συρίγου.
Στην κηδεία του φτωχού Συρίγου πέφτουν κατάρες για τους δολοφόνους από μια λαοθάλασσα που υπερβαίνει τα 7.000 άτομα...

Ο Φεβρουάριος κυλά αργά και βαρύθυμα. Κάπου στη μέση του μήνα οι εργάτες των μεταλλείων εμποδίζουν το ατμόπλοιο «ΜΑΡΙΑ» του εφοπλιστή Βλάση να ξεφορτώσει κάρβουνο. Το πλοίο βάζει πλώρη για τον Πειραιά, αλλά η εκεί Ένωση Εργατών Λιμένος Πειραιώς δεν το επιτρέπει. Οι απεργοί επιμένουν με τις καρδιές τους ζεσταμένες από τα μηνύματα και τα όσα χρήματα λαμβάνουν από διάφορα συνδικάτα.
Έχουμε φθάσει στα μέσα Μαρτίου, όταν το «ΜΑΡΙΑ», στρατολογώντας και 35 απεργοσπάστες από τον Πειραιά, κάνει προσπάθεια να ξεφορτώσει στο Λαύριο.
Στην προκυμαία τους περιμένει ένα πλήθος πάνω από 3.000 ανθρώπους. Μπροστά από τους άνδρες στέκουν οι γυναίκες και οι μάνες τους. Οι απεργοσπάστες τα παρατούν φοβισμένοι και καταφεύγουν στο αμπάρι. Το πλήθος εξαγριωμένο ορμά στη σιδερένια πόρτα, οι χωροφύλακες υποχωρούν, αλλά χτυπούν με τους υποκοπάνους. Οι γυναίκες, όμοια θηρία ουρλιάζουν και ορμούν με πέτρες, ξυλοκάρβουνα, ξύλα και ό,τι άλλο βρίσκουν στο λιμάνι.
Πίσω τους ακούγεται ποδοβολητό και απειλές από το στόμα του ανθυπομοίραρχου Λέκκα «θα σας σκοτώσω...!» Μια ηλικιωμένη σπάζει το ραβδί της στο πρόσωπό του, η σύγκρουση γίνεται αγριότερη, σώμα με σώμα. Γυναίκες αρπάζουν τα όπλα από τους χωροφύλακες και τα πετούν στη θάλασσα, αλλά όλο και περισσότεροι εμφανίζονται ετοιμοπόλεμοι και δεν αργούν να επικρατήσουν, σέρνοντας τις γυναίκες από τα μαλλιά ως σφάγια. Οι καμπάνες χτυπούν και οι υποκόπανοι πέφτουν πάνω στα σώματα των απεργών, το αίμα βάφει το χώμα.
Το πείσμα των απεργών αποδεικνύεται μεγάλο. Η απεργία και τα επεισόδια συνεχίζονται.

Ο Σερπιέρι, κρυμμένος στην πολυτελή του βίλα, μόλις λίγα μέτρα μακρύτερα, φυγαδεύτηκε, μεταμφιεσμένος σε ιερέα και σώθηκε, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από τη μανία των απεργών...
Αστυνομικές δυνάμεις έφτασαν στα ορυχεία τις επόμενες μέρες για να απωθήσουν τους απεργούς, αλλά εκείνοι επέμειναν. Η κυβέρνηση έστειλε στρατιωτικές δυνάμεις αυτή τη φορά, κι έναν πολεμικό πλοίο για να τους τρομοκρατήσει.
Στις συμπλοκές σκοτώθηκαν άλλοι δύο εργάτες, τραυματίστηκαν πολλοί, ενώ συνελλήφθησαν και δικάστηκαν δεκαπέντε από τους είκοσι πέντε απεργούς για τους οποίους υπήρχαν εντάλματα σύλληψης.

Στις 21 Απριλίου η απεργία έληξε βίαια. Οι απεργοί πέτυχαν μόνον μια μικρή αύξηση στο μεροκάματο (από 2,5 σε 3,5 δρχ).
Μετά την απεργία εγκαταστάθηκε μόνιμα στα μεταλλεία ένα στρατιωτικό σώμα, για να αποτρέπει κάθε πιθανή εξέγερση, ενώ οι εργάτες δούλευαν πλέον κάτω από καθεστώς τρομοκρατίας.
  





Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

ΗΦΑΙΣΤΟΣ
Μέρος β΄
Της Dimitra Papanastasopoulou



Ήταν κοινή συνείδηση στους αρχαίους Έλληνες ότι ο Ήφαιστος εκπροσωπούσε τη φωτιά. Σ’ έναν ορφικό ύμνο αναφέρεται ότι «αιθήρ, ήλιος, άστρα, σελήνη, φως αμίαντον» ήσαν «Ηφαίστου μέλη» και ότι ο θεός βρισκόταν σε «πάντα οίκον, πάσαν πόλιν, έθνεα πάντα, σώματα τε θνητών».
Η πτώση του θεού από τον Όλυμπο ταιριάζει με την μυθολογική γενική άποψη των περισσοτέρων λαών ότι η φωτιά «έπεσε από τον ουρανό».
Με τις εκδοχές ότι ο Ήφαιστος έμεινε κουτσός ή ότι τα πόδια του είναι ισχνά λόγω της απασχόλησής του, υποδηλώνεται ότι για την συντήρηση της φωτιάς απαιτείται κάποια βάση όπως είναι η εστία, ένα καμίνι κλπ.
Και βέβαια, οφείλουμε να σκεφθούμε ότι σ’ όλες τις αρχαίες κοινωνίες, οι αρτιμελείς προορίζονταν για τον πόλεμο, ενώ οι «άλλοι» γινόντουσαν τεχνίτες παντός είδους. Έτσι, ο αρχιμάστορας των θεών δεν θα μπορούσε να παραβεί αυτόν τον κανόνα.
Η τοποθέτηση του εργαστηρίου του Ηφαίστου στο όρος Μόσυχλος της Μήμνου ή στην Αίτνα της Σικελίας, έχει να κάνει με τις ηφαιστειακής δραστηριότητας  εμπειρίες των αρχαίων σ’ αυτά τα μέρη. Και τα ηφαίστεια ανήκαν στη σφαίρα επιρροής του θεού.
Η ανάμειξη του Ηφαίστου στον μύθο του τυφλού Ωρίωνα εξηγείται από την λαϊκή αντίληψη ότι το μάτι λειτουργεί με φως ή φωτιά, που περιέχονται μέσα του, ενώ ο εξαγνισμός του Πέλοπα από τον Ήφαιστο δηλώνει υπόμνηση στις καθαρτήριες ιδιότητες της φωτιάς και στην ευρύτατη χρήση της από τη λατρεία σε τελετουργίες καθαρμού.
Εξάλλου, από την τεχνολογία που στηρίζεται στη χρήση της φωτιάς, εξηγείται η προβολή του Ηφαίστου ως φορέα πολιτισμού, σε ρόλο ανάλογο με του Προμηθέα και της Αθηνάς- επίσης συνδεδεμένους με τη φωτιά. Ιδιαίτερα η σχέση του Ηφαίστου με την Αθηνά, δηλαδή η επέμβασή του στη γέννησή της, η κατοπινή επιδίωξη να ενωθεί μαζί της και η από κοινού συνεργασία, έχουν κοινό παρονομαστή την συγγενική και κοινή τους λατρεία από τις συντ4χνίες της Αθήνας ( από όπου προέρχεται η Ηφαιστεία Αθηνά).
Το σμίξιμο, τώρα, του Ηφαίστου με την καλλονή Αφροδίτη υποδηλώνει αφ’ ενός την ανάμειξη φωτιάς και γης  στην δημιουργία μορφών, προϋποθέτοντας την ύπαρξη της κεραμεικής και αφ’ ετέρου τη στενή σχέση της ομορφιάς της φύσης με την ομορφιά της τέχνης.
Το δέσιμο της Ήρας στο θρόνο της από τον Δία, του Άρη πάνω στο κρεββάτι της Αφροδίτης και του Ηξίονα και της Ήρας στον ουρανό, αναφέρονται στην μαγική αντίληψη του «δεσίματος του εχθρού» (να μη λησμονούμε το δέσιμο των ανέμων στην Οδύσσεια...). Όταν το δέσιμο αυτό γίνεται με πρωτοβουλία του Ηφαίστου, τότε η αναφορά δεν περιορίζεται στην όποια μαγεία, αλλά επεκτείνεται στην λειτουργία της πάνω στην τέχνη, είναι μια υπόμνηση στην ιστορική της εξέλιξη από τα υποτυπώδη ξόανα  στα αγάλαμτα με τα απελευθερωμένα μέλη.
Η φιλική σχέση του Ηφαίστου με τον Διόνυσο μαρτυρά την γνώση ότι τα ηφαιστειακά εδάφη ευνοούν ιδιαίτερα την καλλιέργεια της αμπέλου, αλλά και εκείνη των καιρικών φαινομένων  ως συντελεστές αυτής της καλλιέργειας, κάτι που υποδηλώνεται και στην γέννηση του Διονύσου υπό τους ήχους βροντών και αστραπών.
Άλλωστε, το πλάσιμο του ανθρώπου από χώμα και νερό με την παρουσία της φωτιάς, στην περίπτωση π.χ. της δημιουργίας της Πανδώρας από τον Ήφαιστο, υποδηλώνει την διττή του προέλευση(πνεύμα και σάρκα, φθαρτό και άφθαρτο).