The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ (1083-1153)
Μεγάλη Κομνηνή ή Αναχουτλού
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Η Άννα, η Μεγάλη Κομνηνή, εκτός από πριγκίπισσα ήταν γιατρός και ιστορικός, μια πραγματική λόγια της εποχής της.
Πρωτότοκη κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Ειρήνης Δούκαινας, εγγονή της Άννας Δαλασσηνής και συγγραφέας του αξιολώτατου έργου Αλεξιάς, γεννήθηκε στην Πορφύρα, δηλαδή στο δωμάτιο του ανακτόρου της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο γεννιούνταν οι αυτοκρατορικοί γόνοι. Για ένα διάστημα ήταν διάδοχος του πατέρας της, μέχρι που γεννήθηκε ο αδελφός της Ιωάννης Μέγας Κομνηνός.
Έλαβε εξαιρετική μόρφωση, ιδιαίτερα στην κλασσική γραμματεία, ενώ παράλληλα σπούδασε μαθηματικά, μουσική, αστρονομία και ιατρική.

Το 1091, σε ηλικία μόλις εννέα ετών μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄και εννέα χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Δούκα, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.
Στα 1118 πέθανε ο πατέρας της, αλλά ο σύζυγός της δεν συνέδραμε στην συνωμοσία εναντίον του αδελφού της και νόμιμου διαδόχου του θρόνου, στην οποία την οδήγησε η ματαιοδοξία και η φιλοδοξία της, με αποτέλεσμα να αποτύχει.
Ο Βρυέννιος πέθανε το 1137 και η Άννα αποσύρθηκε στην Αγία Μονή Κεχαριτωμένης, όπου συνέγραψε το μεγάλο της έργο Αλεξιάς (15 κεφάλαια/βιβλία), όπου αναφέρεται στην ιστορία του αγαπημένου της πατέρα. Τόσο η γλώσσα, όσο και η μορφή του κειμένου αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα του αττικισμού. Είναι ένα σημαντικό έργο-πηγή για την Α΄Σταυροφορία και πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.
Πηγές της, εκτός των προσωπικών της βιωμάτων, υπήρξαν ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ατταλειάτης, ο Σκυλίτζης και ο Βρυέννιος.

Αναφερόμενη στον πατέρα της, η Άννα Κομνηνή τον επαινεί με αναφορές στην ρητορική του δεινότητα και στο παρουσιαστικό του («στον βασιλικό θρόνο είχε και χάρη και μεγαλείο») παρά το γεγονός ότι ο Αλέξιος Α΄ήταν μεν γυμνασμένος, αλλά κοντόχοντρος. Τα εγκωμιαστικά της λόγια- που κινούνται στα όρια της ιστορικής πραγματικότητας, χωρίς αναφορές στο ηγεμονικό του έργο- είναι μία ακόμη απόδειξη της εξαιρετικής της κλασικής παιδείας και της συγγραφικής της ικανότητας.

Να, ένα δείγμα από την Αλεξιάδα, σε μετάφραση της ιστορικού Αλόης Σιδέρη:

"Ακάθεκτος κυλάει ο χρόνος και στην αέναη κίνησή του παρασύρει και παραλλάζει τα πάντα και τα καταποντίζει στο βυθό της αφάνειας. Πότε πράγματα ασήμαντα και πότε μεγάλα και αξιομνημόνευτα και, όπως λέει ο τραγικός ποιητής, φέρνει στο φως τα άδηλα και κρύβει τα φανερά. Αλλά ο λόγος της ιστορίας γίνεται φράγμα πανίσχυρο για το ρεύμα του χρόνου και σταματάει κατά κάποιον τρόπο την ακάθεκτη ροή του κι απ' όσα συμβαίνουν στο κύλισμά του, συγκρατεί και περισφίγγει όλα όσα επιπλέουν και δεν τ' αφήνει να ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς. Αυτή τη διαπίστωση έχω κάμει εγώ, η Άννα, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών".

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης  της αφιέρωσε το ποίημα  Άννα Κομνηνή στα 1920, παρουσιάζοντάς την να θρηνεί για τη χηρεία της:        


Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της.
 «Και ρείθροις δακρύων», μας λέγει,
 «περιτέγγω τους οφθαλμούς..... Φευ των κυμάτων»
 της ζωής της,
 «φευ των επαναστάσεων».
Την καίει η οδύνη
 «μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».
Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε(κι ας μην τ’ ομολογεί)
η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει·
μα την πήρε σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Όταν πέθανε η Άννα Κομνηνή- εξακολουθεί να είναι άγνωστο το πότε ακριβώς- τάφηκε κοντά στον πατέρα της, στην Μονή Παμμακάριστου.







.








ΤΟ ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑ Της ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou




Πρόκειται για ένα πραγματικό αριστούργημα, ένα γλυπτό φτιαγμένο από τον  φημισμένο Φειδία, το πιο αναγνωρίσιμο λατρευτικό άγαλμα στην αρχαία Αθήνα.Η μεγαλοπρέπειά του ασκούσε καταλυτική επίδραση σε όποιον το έβλεπε. Η επιβλητική παρουσία της θεάς, ανέδιδε συγχρόνως γενναιότητα, ανδρεία, ψυχικό μεγαλείο και τα χαρακτηριστικά του προσώπου έδειχναν φιλειρηνικότητα και πολεμική υπεροχή.

Η περιγραφή από τον Παυσανία, που το είδε όταν επισκέφθηκε την Αθήνα, είναι λεπτομερής: Η θεά παρθένος στέκει ορθή στον σηκό του Παρθενώνα και το ύψος της είναι σχεδόν 13 μέτρα, φθάνοντας στα 15 μαζί με το βάθρο.
Τα μάτια της έχουν οβάλ σχήμα, μήκος 25 εκ. και πλάτος 12 εκ. Είναι αδαμάντινα, σκορπώντας λάμψεις και αφήνοντας άναυδους τους προσκηνητές.
Τα γυμνά μέρη του σώματός της είναι από ελεφαντόδοντο και το μακρύ και δωρικό ένδυμά της ολόχρυσο. Η λυγερή της μέση τονίζεται από μια ζώνη που καταλήγει σε δύο όφεις.
Τα πέδιλά της είναι διακοσμημένα με ανάγλυφες παραστάσεις από την μάχη των Λαπιθών και των Κενταύρων.
Στο κράνος που έφερε στην κεφαλή της παρουσιαζόταν η σφίγγα, πλαισιωμένη από δύο φτερωτούς γρύπες, ενώ η ασπίδα της, ύψους πέντε μέτρων, έφερε το γοργόνειο, περιβαλλόμενο από όφεις,- έναν ακόμη συμβολισμό της προστασίας της πόλης από κάθε εξωτερική εχθρική επιβουλή- και περιφερειακά ανάγλυφες παραστάσεις από την Αμαζονομαχία εξωτερικά, την Γιγαντομαχία εσωτερικά, ενώ  στη βάση της εμφανιζόταν η γέννηση της Πανδώρας.
Στο δεξί της χέρι, το οποίο στηριζόταν σε έναν λεπτοκαμωμένο κίονα, κρατούσε μια φτερωτή Νίκη, ύψους δύο μέτρων, συμβολίζοντας τη νικηφόρο έκβαση των μαχών των Αθηναίων και στο άλλο, που ακουμπούσε την ασπίδα της, κρατούσε ένα δόρυ, διακοσμημένο με τον δράκοντα, τον γιό της Γαίας, με την όψη του εριχθόνιου όφι. Ο όφις, που φαίνεται να στηρίζει την ασπίδα, είναι ανυψωμένος και όχι έρπων. Είναι μια στάση που σημαίνει ότι κι αυτός προασπίζει την πόλη της Αθήνας, συνεπικουρουμενος από  τις χθόνιες δυνάμεις, που με τη σειρά τους συμβάλλουν στην διαφύλαξη των νόμων.

Ο Φειδίας κατηγορήθηκε για κατάχρηση, λόγω της μεγάλης ποσότητας χρυσού που καταναλώθηκε για το ένδυμα της θεάς, αλλά κατάφερε να αθωωθεί, χάρη στη συμβουλή του Περικλή που ακολούθησε. Ο σπουδαίος στρατηγός τον είχε συμβουλεύσει να κάνει το ένδυμα συναρμολογούμενο. Ο Φειδίας για να υπερασπιστεί τον εαυτό του το αποσυναρμολόγησε και το ζύγισε... ‘Ετσι, γλύτωσε από την κατηγορία της κατάχρησης, αλλά βρέθηκε μπροστά σε μια νέα: εκείνη της αλαζονείας, επειδή είχε απεικονίσει τον εαυτό του και τον Περικλή σε σκηνή μάχης πάνω στην ασπίδα της θεάς. Καταδικάστηκε, αλλά κατάφερε να διαφύγει, να πάει στην Ολυμπία και να δημιουργήσει ένα από τα θαύματα της αρχαιότητας, το άγαλμα του Διός, για το οποίο έχουμε μιλήσει.

Οι περιπέτειες του αγάλματος άρχισαν το 296π.Χ., όταν ο τύραννος Λάχαρης αφήρεσε τα φύλλα χρυσού για να πληρώσει τον στρατό του, βάζοντας στη θέση τους χάλκινα, τα οποία καταστράφηκαν από μια πυρκαγιά το 165π.Χ.
Παρέμεινε, έστω απογυμνωμένο, μέσα στον Παρθενώνα μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα που το απομάκρυναν οι Ρωμαίοι.
Έκτοτε, αγνοείται η τύχη του. Κάποιες πηγές το θέλουν να έχει μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αιώνα, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο.







Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ

Κριτική από τον δημοσιογράφο Γιάννη Ρουσσιά
στο AKAMAS,WORDPRESS.COM
την 29 Ιανουαρίου 2017




Μια πραγματική ιστορία πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η Δήμητρα Παπαναστασοπούλου, την ιστορία μιας γυναίκας από τη Κοκκινιά, η οποία γεννήθηκε σε ένα προσφυγικό σπίτι, κατορθώνει να σπουδάσει μόνη της και αρπάζει μια καλή και απρόσμενη τύχη που της παρουσιάζεται. Η συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει άψογα τη ψυχολογία που κυβερνά κάθε στιγμή τη προσωπικότητα της ηρωίδας της και ταυτόχρονα να μας δώσει εικόνες από την ιστορία της Ελλάδας κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα, της προσφυγιάς, του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της Ελλάδας που ακολούθησε. Η γλώσσα του βιβλίου είναι αρκετά γλαφυρή, κατορθώνει κάθε στιγμή να αποτυπώσει τον συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του και να μας κάνει συμμέτοχους στις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Η δομή του, με τις συνεχείς παλινωδίες στο χρόνο, όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά διευκολύνει την ανάγνωση.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Τελευταίο Σάββατο του Ιανουαρίου, τελευταίο κομμάτι από την Αναφορά, φίλες και φίλοι. Απολαύστε ένα μέρος από το υποκεφάλαιο Έρημος- Σινά.

«Πώς θα μπορέσω ποτέ να ξεχάσω την πρώτη νύχτα που πέρασα στο φρούριο του Θεού της ερήμου; Η σιωπή είχε στοιχειώσει κι είχε πυργωθεί γύρα μου,σα νά ‘πεσα στο βυθό σκοτεινού ξεροπήγαδου∙κι άξαφνα η σιωπή έγινε φωνή, κι η ψυχή μου πήρε να τρέμει:
-Τι ζητάς εδώ στο σπίτι μου; Δεν είσαι αγνός,δεν είσαι τίμιος, το μάτι σου παίζει δεξά και ζερβά, δε σού ‘χω εμπιστοσύνη. Είσαι έτοιμος κάθε στιγμή να προδώσεις∙ η πίστη σου είναι ένα ανόσιο μωσαϊκό από πολλές απιστίες. Και δεν κατέχεις πως στην άκρα του κάθε δρόμου κάθεται ο Θεός και περιμένει∙ μα εσύ πάντα σου θα βιάζεσαι,θα λιποψυχάς μεσοστρατίς και θα γυρίζεις πίσω να παίρνεις άλλο δρόμο. Ο χαμαδός λαός δεν βλέπει Σειρήνες,δεν ακούει τραγούδια στον αέρα∙ τυφλός, κουφός, λάμνει σκυμμένος στ’ αμπάρια της γης∙ μα οι πιό διαλεχτοί, οι καπεταναίοι, γρικούν εντός τους μια Σειρήνα, την ψυχή τους, κι ακολουθούν παλικαρίσια τη φωνή της. Τι άλλη αξία έχει θαρρείς η ζωή; Μα οι μισεροί καπετάνιοι γρικούν τη Σειρήνα και δεν πιστεύουν, είναι ταμπουρωμένοι πίσω από τη φρόνηση και την αναντρία,ζυγιάζουν το Ναι και τ’ Όχι με φλωροζυγαριά σε όλη τους τη ζωή. Κι ο Θεός, μην ξέροντας πού να τους ρίξει, να μη στολίσουν τον Άδη,μα νη μολέψουν την Παράδεισο, προστάζει να τους κρεμάσουν ανάμεσα φθοράς και αφθαρσίας, ανάποδα στον αέρα.
   Η φωνή σώπασε∙ περίμενα ακόμα, τα μάγουλά μου είχαν πυροκοκκινίσει από τη ντροπή και το θυμό∙ και τότε, ποιός μού ‘δωκε τη δύναμη, η ίδια άραγε η έρημος; Νάσκώσω κεφάλι και ν’αντιμιλήσω;
-Έφτασα ως την άκρα∙ και στην άκρα του κάθε δρόμου βρήκα την άβυσσο.
-Βρήκες την αναξιότητά σου να πας πιό πέρα! Άβυσσο λέμε ό,τι δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε. Δεν υπάρχει άβυσσος, δεν υπάτχει άκρα∙ υπάρχει μονάχα η ψυχή του ανθρώπου, κι αυτή δίνει ονόματα στα πάντα, σύμφωνα με την αντρεία ή την αναντρία της. Ο Χριστός, ο Βούδας,ο Μωϋσής, βρήκαν άβυσσο∙ μα έριξαν γεφύρι και πέρασαν. Και πίσω τους περνούν, αιώνες τώρα, τ’ ανθρώπινα κοπάδια.
-Άλλος γίνεται ήρωας από Θεού, άλλος με τον εδικό του αγώνα∙ αγωνίζουμαι.
   Γέλιο τρομαχτικό ξέσπασε δεξά, ζερβά μου και μέσα μου:
-Ήρωας; Μα ήρωας θα πει πειθαρχία σε ανώτερο από το άτομο ρυθμό. Κι εσύ ‘σαι ακόμα όλος ανησυχία και ρεμπελιό.Δεν μπορείς να υποτάξεις το χάος μέσα σου και να δημιουργήσεις τον ακέραιο Λόγο∙ και κλαψουρίζοντας δικαιολογιέσαι: «Δε χωρώ στις φόρμες τις παλιές...» Μα προχωρώντας στον στοχασμό ή στην πράξη θα μπορούσες να φτάσεις στα σύνορα τα ηρωικά όπου άνετα να χωρούν και να δουλεύουν δέκα ψυχές σαν την ψυχή σου. Θα μπορούσες, παίρνοντας φόρα από τα γνωστά σύμβολα της θρησκείας, να ορμήσεις σε δικές σου θεϊκές απόπειρες και να δώσεις αυτό που ζητάς και δεν το ξέρεις: συγχρονισμένη μορφή στα αιώνια πάθη, του Θεού και του ανθρώπου.
-Είσαι άδικος∙ η καρδιά σου δε γνωρίζει έλεος. Σε ξανάκουσα, ώ ανελεήμονη φωνή,σε κάθε σταυροδρόμι όπου σκέκουμουν για να διαλέξω.
-Θα με ακούς πάντα, σε κάθε σου φυγή.
-Ποτέ δεν έφυγα∙ πάντα προχωρώ, παρατώντας ό,τι αγάπησα και ξεσκίζεται η καρδιά μου.
-Ως πότε;
-Ως να φτάσω στην κορφή μου∙εκεί θ’αναπαυτώ,
-Κορφή δεν υπάρχει∙ υπάρχει μονάχα ύψος. Ανάπαψη δεν υπάρχει∙ υπάρχει μονάχα αγώνας. Τι γουρλώνεις τα μάτια ξαφνιασμένος; Ακόμα δεν με γνώρισες; Θαρρείς πως είμαι η φωνή του Θεού; Όχι, είμαι η φωνή σου∙ ταξιδεύω πάντα μαζί σου, δε σ’ αφήνω∙αλίμονο να σε άφηνα μονάχο!   


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1204-1461)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Η διάρκειας  δυόμιση αιώνων αυτοκρατορία  ήταν ένα από τα τρία διάδοχα κράτη που προέκυψαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Σε αντίθεση, όμως με τα υπόλοιπα δύο ( η αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου), δεν ιδρύθηκε ως συνέπεια της άλωσης- απλά συνέπεσε χρονικά.
Η ίδρυσή της ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας να διατηρηθεί η εξουσία των Κομνηνών.
Ο Ανδρόνικος Α΄Κομνηνός σκοτώθηκε στην εξέγερση του 1185 και ο θρόνος πέρασε στην δυναστεία των Αγγέλων. Οι δύο εγγονοί του Ανδρόνικου Α΄,  Αλέξιος και Δαβίδ, μετά την τύφλωση του πατέρα τους Μανουήλ, κατέφυγαν με την μητέρα τους  Ρουσουδάν στην αδελφή της και βασίλισσα των Ιβήρων (Γεωργία) Θαμάρ(1184-1212)∙με τη δική της βοήθεια, και την σύγχρονη συνεργασία των Γεργιανών στρατιωτών, των σχολάριων αρχόντων που διέφυγαν από την Πόλη και των εντοπίων Ποντίων αριστοκρατών, κατέλαβαν την Τραπεζούντα και ίδρυσαν το 1204 το κράτος τους κατά μήκος της ΝΑ ακτής του Ευξείνου Πόντου- μια περιοχή που ήταν πάντα απομονωμένη από το βυζαντινό κέντρο. Έμβλημά τους είχαν τον μονοκέφαλο αετό, σε αντιδιαστολή με τον δικέφαλο της Κωνσταντινούπολης και ο τίτλος τους ήταν : Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας.




Έχοντας έδρα την πρωτεύουσα την πόλη Τραπεζούντα η δυναστεία των Κομνηνών, των αποκαλούμενων Μεγαλοκομνηνών, σύμφωνα με την ποντιακή παράδοση, επιβίωσαν, έστω και υπό την επικυριαρχία των Σελτζούκων Τούρκων, των Μογγόλων και των Οθωμανών. Όμως, η αδυναμία συνεννόησης με την αυτοκρατορία της Νίκαιας είχε αρνητικές επιπτώσεις στις προσπάθειες αναχαίτισης των Λατίνων και των Σελτζούκων.
Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258 ανέδειξε την Τραπεζούντα ως δυτικό τέρμα του δρόμου του μεταξιού, και με την προστασία των Μογγόλων απέκτησε σημαντικά πλούτη, λόγω του συγκεκριμένου εμπορίου.
Όταν το 1261 η αυτοκρατορία της Νίκαιας κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, οι Κομνηνοί διαπίστωσαν με πίκρα ότι δεν θα κατάφερναν ποτέ να επιστρέψουν στον αρχικό τους θρόνο και από τότε προσπάθησαν να ισχυροποιήσουν την δική τους αυτοκρατορία.

Η Τραπεζούντα αυτούς τους δυόμιση αιώνες γνώρισε οικονομική, πνευματική και καλλιτεχνική άνθιση, ενώ ανεγέρθησαν σπουδαία οικοδομήματα. Οι Κομνηνοί φρόντισαν για την οχύρωση της πόλης και στα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Β΄(1297-1330) χτίστηκε ένας νέος περίβολος για την προστασία της αποκαλούμενης «κάτω πόλης» και του λιμανιού, που μέχρι τότε ήταν ανοχύρωτα.
Ωστόσο, από τη μια οι επιθέσεις των Σελτζούκων και από την άλλη οι εισβολές των Μογγόλων, έκαναν επιτακτική την ανάγκη νέων οχυρώσεων.
Η ακρόπολη, όπου βρισκόταν και το παλάτι των Κομνηνών, επισκευάστηκε πολλές φορές και έγιναν προσθήκες τον 13ο και τον 14ο αι.  Υπάρχουν ίχνη, μέχρι σήμερα, από αρκετές εκκλησίες (Αγία Σοφία, Άγιος Ευγένιος-προστάτης της δυναστείας),με προεξάρχουσα την Παναγία Χρυσοκέφαλο, στην οποία γινόντουσαν οι στέψεις των Κομνηνών.
Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας κατάφερε να επιζήσει λόγω του ανθηρού της εμπορίου, της φυσικής οχυρής θέσης  και των τειχών της, αλλά και χάρη στις στρατηγικές επιγαμίες των βασιλέων της, οι οποίοι είχαν συνάψει δεσμούς με τους Παλαιολόγους στην Πόλη, με τους Γεωργιανούς βασιλείς και με τους Τουρκομάνους εμίρηδες.
Η υποταγή του Σουλτάνου του Ικονίου στους Μογγόλους μετά το 1243 ενίσχυσε τη θέση του κράτους των Κομνηνών και τις βλέψεις τους στην περιοχή του Πόντου.




Τον Αύγουστο του 1461, επί βασιλείας του τελευταίου Κομνηνού( η δυναστεία έδωσε 21 αυτοκράτορες),του Δαβίδ, η Τραπεζούντα, πολιορκημένη από ξηρά και θάλασσα, παραδόθηκε στους Οθωμανούς. Ο πρωτοβεστιάριος Αμιρούτζης έπεισε εύκολα τον, σχετικά δειλό, Δαβίδ να παραδώσει την Τραπεζούντα στον Μωάμεθ Β΄παρότι ο λαός είχε άλλη γνώμη.
Η πτώση της πόλης, μετά από πολιορκία ενός μόνο μηνός, σηματοδότησε και την πτώση της αυτοκρατορίας.



ΤΟ ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΣΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ
Της Dimitra Papanastasopoulou





Μια  εκπληκτική κατασκευή του Φειδία, που άντεξε σχεδόν χίλια χρόνια,ύψους περίπου 13 μέτρων, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου μιλάμε για το διάσημο άγαλμα του αρχηγού των θεών, του Δία, το οποίο δέσποζε στο εσωτερικό δυτικό άκρο του ναού του στην Ολυμπία, τοποθετημένο σε μια υπερυψωμένη βάση διαστάσεων 6,5 Χ10 μέτρα, η οποία σχημάτιζε τρία σκαλοπάτια και περιτριγυρισμένο από τριάντα έξ γρανίτινες κολώνες.
Ο Φειδίας έστησε το εργαστήριό του εκεί, στην  Ολυμπία και τού χρειάστηκαν κατ’ άλλους οκτώ και κατ’ άλλους δώδεκα χρόνια για να το τελειώσει (430π.Χ.).

Το πελώριο άγαλμα απεικόνιζε τον Δία καθιστό, με το δαφνοστεφανωμένο κεφάλι του να αγγίζει σχεδόν την οροφή.
Ο Παυσανίας μας πληροφορεί ότι τα μάτια του θεού είχαν πολύτιμες πέτρες και το δάφνινο στεφάνι ήταν φτιαγμένο από πράσινο σμάλτο. Ο θεός κρατούσε στο δεξί του χέρι  μια Νίκη από ελεφαντόδοντο και χρυσό και στο αριστερό ένα σκήπτρο από πολλά είδη μετάλλων, το οποίο κατέληγε σε έναν αητό. Τα σανδάλια και ο χιτώνας του ήταν από ατόφιο χρυσάφι, χρυσάφι στολισμένο με άνθη και εικόνες ζώων, ενώ ο επιβλητικός θρόνος ήταν διακοσμημένος με χρυσό, πολύτιμους λίθους, έβενο και ελεφαντόδοντο. Κοντά στα πόδια του Δία υπήρχαν δύο απομιμήσεις λεόντων σε ανάπαυση.

Τους βραχίονες του θρόνου στήριζαν γλυπτές απεικονίσεις Σφιγγών, οι οποίες απήγαναν νεαρούς Θηβαίους. Η θανάτωση των παιδιών της Νιόβης από τον Απόλλωνα και την Άρτεμη αναπαριστανόταν κάτω από τις Σφίγγες. Σε κάθε πόδι του θρόνου υπήρχαν συνολικά τέσσερις Νίκες, ενώ άλλες δύο εμφανίζονταν κοντά στα πέλματα των ποδιών του θεού.
Πάνω από την κεφαλή του Διός, στο ψηλότερο σημείο του θρόνου του, ο Φειδίας σμίλεψε από τη μια πλευρά τις Χάριτες και από την άλλη τις Ώρες. Στις πλαϊνές πλευρές του θρόνου υπήρχαν μεταλλικές πλάκες που είχαν χαραγμένες τις μορφές της αναδυομένης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ήλιου και το άρμα της Σελήνης.
Οι τοιχογραφίες γύρω από το άγαλμα, που εμπόδιζαν την πρόσβαση στο θρόνο, αποδίδονται στον ζωγράφο Πάναινο, που άλλες πηγές τον εμφανίζουν ως ανιψιό και άλλες ως αδελφό του Φειδία. Κάποιες από αυτές παρίσταναν τον Άτλαντα που στήριζε τον ουρανό και τη γη, έχοντας κοντά του τον Ηρακλή.
Η στέγη ακριβώς πάνω από το άγαλμα ήταν ανοιχτή για να δέχεται το φως ανεμπόδιστα.
Η παράδοση θέλει τον Πάναινο να ρωτά τον Φειδία πώς εμπνεύστηκε την εξαιρετικά χαρισματική και επιβλητική μορφή του Δία και τον Φειδία να τον παραπέμπει στον Όμηρο, σε μια περιγραφή που ο θεός είναι τόσο αυστηρός, ώστε ένα νεύμα του κεφαλιού του ήταν ικανό να κάνει τον Όλυμπο να τρέμει.
Όταν το έργο τελείωσε, ο Φειδίας προσευχήθηκε στον Δία, ζητώντας ένα του σημάδι που θα έδειχνε την ευαρέσκειά του. Ένας κεραυνός έπεσε την ίδια ώρα αρκετά πιο πέρα, σε ένα σημείο που, μέχρι την εποχή του Πυσανία ήταν τοποθετημένη μια χάκινη υδρία.

Στα τέλη του 4ου π.Χ. αι., ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Α΄ο Σωτήρ, έστειλε ως ανάθημα στον ναό του Διός στην Ολυμπία ένα μάλλινο παραπέτασμα, κοσμημένο με ασσυριακά υφαντά, βαμμένο στο χρώμα της πορφύρας. Το ύφασμα τοποθετήθηκε πίσω από το άγαλμα, προσθέτοντας μια διαφορετική επιβλητική διάσταση και συνδυάζοντας την ανατολική με τη δυτική τεχνική.
Στα μέσα του 2ου π.Χ. αι. Ο γλύπτης Δαμοφών ο Μεσσήνιος επισκεύασε κάποιες ρωγμές που παρουσιάστηκαν στο άγαλμα. Το έκανε με περισσή δεξιοτεχνία και σεβασμό.
Ο Καλιγούλας (1ος μ.Χ.αι.) θέλησε να το μεταφέρει στη Ρώμη και να του αλλάξει τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έτσι ώστε το άγαλμα να απεικονίζει τον ίδιο, και έστειλε τους ανάλογους τεχνίτες να κάνουν πράξη την επιθυμία του. Ωστόσο, σύμφωνα με τον βιογράφο του Σουητώνιο, οι τεχνίτες κατατρόμαξαν όταν άκουσαν να βγαίνει από το άγαλμα ένας δυνατός καγχασμός, γκρεμίζοντας το ικρίωμα που είχαν κατασκευάσει για τη μεταφορά του. Υπάρχει και μια άλλη παράδοση που λέει ότι οι τεχνίτες δεν κατάφεραν να μεταφέρουν το άγαλμα, επειδή έπεσε ένας κεραυνός στο πλοίο τους και το κατέστρεψε. Όπως και να έγιναν τα πράγματα, οι τεχνίτες γύρισαν άπρακτοι και , ευτυχώς για εκείνους, ο Καλιγούλας είχε κιόλας δολοφονηθεί.

Στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄τέθηκε εκτός νόμου η λατρεία των αρχαίων Ελλήνων, οι ναοί και τα μαντεία έκλεισαν, οι Ολυμπιακοί Αγώνες καταργήθηκαν(393μ.Χ.), το εργαστήριο του Φειδία στην Ολυμπία έγινε χριστιανικός ναός.

Όσο για την τύχη του αγάλματος, υπάρχουν δύο εκδοχές:
Σύμφωνα με την πρώτη, το 426 ο ναός πυρπολήθηκε και το άγλαμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε-οι συνθήκες της καταστροφής, όμως, παραμένουν άγνωστες.
Σύμφωνα με τη δεύτερη, το χρυσελεφάντινο άγαλμα μεταφέρθηκε το 390 από τον ίδιο τον Θεοδόσιο Α΄στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λαύσος, ένας Έλληνας ευνούχος, το πήρε στο παλάτι που είχε στις όχθες του Βοσπόρου, και το τοποθέτησε ανάμεσα σε πολλά άλλα έργα τέχνης. Ωστόσο, ή το 462 ή το 475, το παλάτι καταστράφηκε από πυρκαγιά και το άγαλμα καταστράφηκε.




Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017


ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟ ΠΑΘΟΣ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Το νέο μου βιβλίο κυκλοφορεί από την ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, του ομίλου ΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Το υπέροχο εξώφυλλο οφείλεται στο ταλέντο του Άγγελου Μαλλιάνου.

Είναι μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Μια δύσκολη ιστορία, που κρύβει μέσα της καταχωνιασμένα αισθήματα, αδυναμίες προσέγγισης του άλλου, όσο κοντινός και να είναι αυτός, αισθήματα, όμως, που εξακολουθούν να βράζουν, περιμένοντας την ώρα της εξομολόγησης, της λύτρωσης.