The world I love:my novels, my favorite themes

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ (1786-1854)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Γιός του ιερέα Αναστασίου- αποκαλούμενου Παπαναστασίου- και της Άννας (ή Σωσάννας), ο Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του, λόγω της ωμότητας των Τούρκων στα Δολιανά του Ζαγορίου, όπου διέμεναν. Υπήρξε λόγιος και διδάσκαλος του Γένους, καταφέρνοντας, όχι μόνο να μεταδίδει γνώση, αλλά να εξοικειώνει τους μαθητές του με το βαθύτερο νόημα της κλασικής παιδείας, με απώτερο σκοπό την δημιουργία ιδανικών για την ελευθερία και την εθνική απελευθέρωση. Αρκετοί από τους μαθητές του απετέλεσαν μέλη του Ιερού Λόχου.
Έχασε τον πατέρα του σε πολύ μικρή ηλικία και η μητέρα του επέστρεψε στα Δολιανά, όπου διέμεναν οι συγγενείς της.Έτσι, ο Γεώργιος ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στα Δολιανά και τη συνέχισε στα Ιωάννινα.
Το 1797, μόλις έντεκα ετών, τον έστειλαν σε έναν θείο του, ο οποίος ήταν ηγούμενος σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου. Εκεί, στάθηκε τυχερός και μαθήτευσε κοντά στον διάσημο λόγιο, διαφωτιστή και δάσκαλο Λάμπρο Φωτιάδη(1752-1805).
Ενώ άρχισε να σπουδάζει Ιατρική, γρήγορα τον κέρδισε η φιλολογία και το 1804 φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, με καθηγητή τον Ερνέστο Βέμπερ.
Επέστρεψε στο Βουκουρέστι το 1814 και άρχισε να εργάζεται ως οικοδιδάσκαλος. Αργότερα δίδαξε στην περίφημη Αυθεντική Σχολή Βουκουρεστίου, ως βοηθός του Νεόφυτου Δούκα, ο οποίος δίδασκε εκεί.

Το 1817 προσκλήθηκε στην Οδησσό να οργανώσει την Ελληνική Εμπορική Σχολή και γνώρισε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έμεινε εκεί και δίδαξε τρία χρόνια, εμψυχώνοντας το ελληνικό στοιχείο και εκδίδοντας το εξάτομο έργο «Στοιχειώδης Εγκυκλοπαίδεια Παιδικών Μαθημάτων», συνεργαζόμενος με τον Γεώργιο Λασσάνη, ένα μνημειώδες έργο που αποτελεί την πρώτη σειρά παιδικών βιβλίων.
Ήδη μυημένος στην Φιλική Εταιρία, επιστρέφει το 1820 στο Βουκουρέστι για να προετοιμάσει τον αγώνα εναντίον των Τούρκων. Μετά την αποτυχία στο Δραγατσάνι επέστρεψε στην Οδησσό και μετά στη Λειψία για να ολοκληρώσει τις φιλοσοφικές και θεολογικές του σπουδές.
Το 1824 τον βρίσκει στο Ναύπλιο και το 1826 στην εκστρατεία της Καρύστου. Στην ανατολή της μικρής ελεύθερης Ελλάδας, ο Γεώργιος Γεννάδιος ασχολείται με το ορφανοτροφείο της Αίγινας και τον σχηματισμό της δημόσιας βιβλιοθήκης της πρώτης πρωτεύουσας της Ελλάδας.
Το 1829 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την συγκρότηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Από αυτή τη θέση οργάνωσε το Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, στο οποίο διετέλεσε και διευθυντής, ενώ από το 1835 και μέχρι το τέλος της ζωής του υπηρέτησε ως Γυμνασιάρχης στο Α΄Γυμνάσιο Αθηνών.
Συγχρόνως, δίδαξε στο Αρσάκειο, στη Ριζάρειο και στο Παναεπιστήμιο της Αθήνας. Το 1838 αναγορεύθηκε επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Λειψίας, ένας τίτλος που δόθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα.

Ήταν παντρεμένος με την Άρτεμη Μπενιζέλου- της γνωστής αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων- και απέκτησε οκτώ παιδιά(τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια).
Είχε την τύχη να διακριθούν τα περισσότερα στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.
-Ο Αναστάσιος υπήρξε πολιτικός και καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, ο Ιωάννης συλλέκτης, διπλωμάτης και αυτός που δώρισε έναν αξιόλογο αριθμό βιβλίων στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη( εξ ού και η ονομασία της), ο Παναγιώτης έγινε γεωπόνος και η Κλεονίκη ζωγράφος.

Πέθανε στην Αθήνα το 1854, κατά τη διάρκεια επιδημίας πανώλης.


Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου





Σάββατο σήμερα και το αφιέρωμα στον συγγραφέα της χρονιάς συνεχίζεται.
Σειρά έχει ένα απόσπασμα από την Αναφορά, ένα βιβλίο-σταθμό, ένα βιβλίο που θεωρείται από πολλούς «δύσκολο». Δύσκολη είναι πάντα η εξομολόγηση, όμως, και όπως λέει ο ίδιος «αναγνώστη,στις σελίδες ετούτες θα βρεις την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες».
Η Αναφορά θα μας συντροφέψει και τα υπόλοιπα Σάββατα του Ιανουαρίου- έτσι, για να λυθούν τα μάγια και να απολαύσουμε την ομορφιά της γραφής και της σκέψης του συγγραφέα.

Να το πορτραίτο του πατέρα του στην ακόμη τουρκοκρατούμενη Κρήτη, με μικρή επικεφαλίδα ο κύρης. Πίσω από τη σκαιά περιγραφή, διακρίνεται ένας τεράστιος σεβασμός και θαυμασμός σ’ εκείνο το αγρίμι, που όταν αναφερόταν στον δικό του πατέρα έλεγε: «τον κύρη μου έπρεπε να δεις,όχι εμένα∙ δράκος σωστός∙ εγώ μπροστά του τι ‘μαι; ξεφυσίδι»

«Ο πατέρας μου σπάνια μιλούσε, δε γελούσε, δε μάλωνε∙ κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια του ή έσφιγγε τη γροθιά του, κι αν τύχαινε να κρατάει κανένα πικραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά του και τόκανε σκόνη.
Ένα μεσημέρι που γύριζε σπίτι να φάει, άκουσε, σ’ ένα στενό που περνούσε, γυναίκες να σκληρίζουν και πόρτες να σφαλνούν κι ένας μεθυσμένος τουρκαλάς είχε βγάλει το γιαταγάνι του και κηνυγούσε τους χριστιανούς. Ως να δεί τον πατέρα μου, χύθηκε καταπάνω του∙ κάψα, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε κέφι ο πατέρας μου για καυγάδες∙ μια στιγμή τού πέρασε από το νού να στρίψει από το στενό να φύγει, κανένας δεν τον έβλεπε∙μα ντράπηκε.
Ξεζώστηκε την ποδιά που φορούσε, τύλιξε τη γροθιά του, και την ώρα που σήκωνε ο τουρκαλάς απάνω από το κεφάλι του το γιαταγάνι, τού ‘δωκε μια γροθιά στην κοιλιά και τον έστρωσε χάμω∙έσκυψε, τού ξεγάντζωσε το γιαταγάνι από τη φούχτα και τράβηξε κατά το σπίτι. Η μητέρα μου τού ‘φερε πουκάμισο ν’ αλλάξει, είχε γίνει μουσκίδι στον ιδρώτα, κι εγώ, θα ‘μουν ως τριών χρονών, κάθομουν στον καναπέ και τον κοίταζα∙όλο τρίχες ήταν το απανωκόρμι του, άχνιζε∙ κι άμα άλλαξε και δροσέρεψε, πέταξε το γιαταγάνι στον καναπέ, δίπλα μου∙ στράφηκε στη γυναίκα του:
-Σα μεγαλώσει ο γιός σου, τής είπε, και πάει στο σκολειό, δώσ’ του το να ξύνει το μολύβι του.
 Ποτέ δε θυμούμαι να μού ‘πε τρυφερό λόγο∙μια φορά μονάχα∙ ήμασταν στη Νάξο, την επανασταση, και πήγαινα στη φράγκικη Σχολή, στους φραγκοπαπάδες∙είχαμε δώσει εξετάσεις κι είχα πάρει κάμποσα βραβεία, μεγάλα, χρυσοδεμένα βιβλία∙ δεν μπορούσα μόνος μου να τα σηκώσω, πήρε ο πατέρας μου τα μισά και γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο δεν άνοιξε το στόμα∙προσπαθούσε να κρύψει τη χαρά του που ο γιός του δεν τον ντρόπιασε∙ και μονάχα όταν μπήκαμε στο σπίτι, χωρίς να με κοιτάξει:
-Δεν ντρόπιασες την Κρήτη, είπε με κάποια τρυφεράδα.
 Μα ευτύς θύμωσε με τον εαυτό του που προδόθηκε κι έδειξε πώς ήταν συγκινημένος, κι όλη η βραδιά απέφυγε να με κοιτάξει κι ήταν κατσουφιασμένος.
 Βαρύσκιωτος,αβάσταχτος. Όταν τύχαινε να’ ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, αν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαιρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμήλωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακιέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζονταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν.
 Μισούσε τους παπάδες∙ σα συναντούσε κανένα στο δρόμο, έκανε το σταυρό του, να ξορκίσει το κακό συναπάντημα, κι όταν ο παπάς φοβισμένος τον χαιρετούσε: «Καλημέρα, καπετάν-Μιχάλη!», αυτός τού αποκρίνονταν: «Την κατάρα σου νά’ χω!» Δεν πήγαινε ποτέ να λειτουργηθεί, για να μη δει παπάδες∙μονάχα μετά τη λειτουργία, κάθε Κυριακή,όταν έφευγαν όλοι, έμπαινε στην εκκλησιά κι άναβε ένα κερί ομπρός στο θαματουργό κόνισμα του Άη-Μηνά. Πάνω από Χριστούς και Παναγίες προσκυνούσε τον Αη-Μηνά, γιατί αυτός ήταν ο καπετάνιος του Μεγάλου Κάστρου.
 Όμως η καρδιά του δεν αλάφρωνε. «Γιατί ποτέ δε γελάει το χείλι σου καπετάν-Μιχάλη;» αποκότησε μια μέρα να τον ρωτήσει ο καπετάν Ελιάς από τη Μεσαρά. «Γιατί ο κόρακας είναι μαύρος, καπετάν Ελιά;» τού απολογήθηκε ο πατέρας μου κι έφτυσε το αποτσίγαρο που δάγκανε».
 




Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΠΑΡΑΔΟΥΝΑΒΙΕΣ ΗΓΕΜΟΝΙΕΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΡΣΑΚΗΣ(1790 ή1792-1874)

Μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 19ου αιώνα

Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Εύχομαι ολόψυχα σε όλους το 2017 να γίνει απαρχή μιας καλύτερης εποχής, σε όλους τους τομείς.
Κάνω αρχή με την παρουσίαση ανθρώπων-ίσως ξεχασμένων, χαμένων στη σκόνη του παρελθόντος- τα έργα των οποίων εύχομαι να μας θυμίσουν πώς πρέπει να φαίρεται ένα πολιτισμένο άτομο, ένας Έλληνας πάνω απ’ όλα και να γίνουν φάροι, μαγνήτες, μέντορες.

Ποιός ήταν ο Απόστολος Αρσάκης;
Γιός του Βορειοηπειρώτη Κυριάκου Αρσάκη, ο οποίος ήταν εξάδελφος των αδελφών Τοσίτσα, γεννήθηκε στο χωριό Χοταχόβα της Βόρειας Ηπείρου. Η Πρεμετή ήταν κοντά και η οικογένεια, καθώς ήταν Βλάχοι, μετακόμισαν εκεί πολύ νωρίς.
Στα οκτώ του χρόνια ο πατέρας του τον έστειλε στον εύπορο αδελφό του Γεώργιο, κάτοικο Βουκουρεστίου και μέχρι το 1804, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στο Βουκουρέστι. Ο Κυριάκος Αρσάκης ασχολήθηκε με το εμπόριο και δεν άργησε να αποκτήσει μια σημαντική περιουσία.
Ο Απόστολος πήγε σε γυμνάσιο της Βιέννης, σπουδάζοντας  συγχρόνως Αρχές Φιλοσοφίας με καθηγητή τον μεγάλο διδάσκαλο Νεόφυτο Δούκα. Όταν αποφοίτησε από το γυμνάσιο, έγραψε ένα βουκολικό ειδύλλιο σε αρχαία δωρική διάλεκτο, μιμούμενος τον Θεόκριτο και το αφιέρωσε στον Μέγα Ναπολέοντα, με σκοπό να τον συγκινήσει για να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Το 1810 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χάλλης στη Σαξονία, πήρε το πτυχίο του το 1813 και την επόμενη χρονιά επέστρεψε στο Βουκουρέστι, ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού και συγγράφοντας σημαντικές διατριβές.

Ηγεμόνας της Βλαχίας την περίοδο 1812-1818 ήταν ο Ιωάννης Καρατζάς- ένας από τους πλέον αξιόλογους Φαναριώτες της εποχής. Ο Απόστολος έγινε ιδιαίτερος γραμματέας του και προσωπικός του γιατρός.
Το 1814 παντρεύτηκε την Αναστασία Δάρβαρι, κόρη του μεγαλογιατρού της Βλαχίας Κων/νου Δάρβαρι, και απέκτησε τρία παιδιά: τον Γεώργιο, την Ελένη και την Ολυμπία. Η Αναστασία πέθανε νωρίς (το 1833), γλυτώνοντας την πίκρα που θα της προκαλούσε η αυτοκτονία του γιού της δύο χρόνια αργότερα.
Το άστρο του Απόστολου Αρσάκη έλαμπε: εξαιρετικά ευφυής, γλωσσομαθής(γαλλικά, γερμανικά, ελληνικά, τουρκικά, αλβανικά, ρουμανικά και λατινικά- όλα άπταιστα), πτυχιούχος πανεπιστημίου με μεγάλο κύρος, γνώστης των ευρωπαϊκών ηθών.
Ο επόμενος ηγεμόνας, Αλέξανδρος Γκίκας τον διόρισε γραμματέα επικρατείας(1836-1839), το 1857 πρωτοεκλέχθηκε βουλευτής και για δύο χρόνια ήταν μέλος της τετραμελούς επιτροπής για την ένωση της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι οποίες αποτέλεσαν τις κατοπινές Ηνωμένες Ρουμανικές Ηγεμονίες με το όνομα Ρουμανία. Αυτή η τετραμελής επιτροπή επεξεργάστηκε νομοθετικά την συνένωση των δύο ηγεμονιών, δηλαδή, η δημιουργία της Ρουμανίας φέρει την υπογραφή του Απόστολου Αρσάκη.
Στα τέλη Απριλίου 1861 έγινε Υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας και από την 8η ως την 24η Ιουνίου της επόμενης χρονιάς διετέλεσε προσωρινός Πρωθυπουργός, στη θέση του δολοφονηθέντος Μπαρμπου Καταρτζίου.
Στη συνέχεια παραιτήθηκε από τα κυβερνητικά του αξιώματα και παρέμεινε απλός βουλευτής, για να αποχωρήσει πλήρως από την ενεργό πολιτική δράση το 1866.
Ορκισμένος Έλληνας στην καρδιά του, συνέδραμε ποικιλοτρόπως στην αναγέννηση της νεώτερης Ελλάδας, υπέγραφε συχνότατα στα ελληνικά, ενώ δήλωσε «Έλληνας» στην απογραφή του πληθυσμού της Βλαχίας το 1838.

Στην ελεύθερη Ελλάδα έγινε γνωστός μόνον ως ευεργέτης της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας. Οι μεγάλες δωρεές του απέσπασαν την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη του ελληνισμού, αφού έγινε αντιληπτό ότι είχαν ως κέντρο την μόρφωση και την εκπαίδευση των μελλουσών μητέρων και παιδαγωγών- ένα τεράστιο έργο που ήταν αναγκαίο στα πρώτα χρόνια μετά την αποτίναξη της τουρκικής δουλείας.
Το κτίριο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας στην οδό Πανεπιστημίου αποπερατώθηκε με δαπάνες του Απόστολου Αρσάκη. Το 1850 το Δ.Σ. της Εταιρίας τον ανακήρυξε Μέγα Ευεργέτη και ονόμασε τα σχολεία της Αρσάκεια.
Εκτός αυτών ο Απόστολος δώρισε σημαντικά ποσά στη Βόρειο Ήπειρο για τη ανέγερση σχολείων και εκκλησιών.

Όταν ο Απόστολος Αρσάκης πέθανε στις 16 Ιουλίου 1874, το συμβούλιο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας στο Βουκουρέστι όρισε πένθος 40 ημερών σε όλο το προσωπικό του Αρσακείου, τελώντας το μνημόσυνό του στην Μητρόπολη Αθηνών.



Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΚΡΗΤΙΚΟ
ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου






Τελευταίο κείμενο της χρονιάς, και πρώτο της νέας. Το 2017 είναι «έτος Καζαντζάκη» κι εγώ βιάζομαι να το προλάβω...
Τι να πρωτοπώ για τούτον τον γίγαντα, που και μόνη η προσπάθεια μίμησης της ελάχιστης δικής του προσφοράς/προσπάθειας φαντάζει ηράκλειος άθλος;

Θα αρχίσω με ένα απόσπασμα της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ, του εκπληκτικού του ποιήματος, του ικανού να φέρει δάκρυα ακόμη και στα μάτια του αρχαίου δημιουργού της, του Ομήρου, με την υπόσχεση να σας μεταφέρω κάθε Σάββατο από ένα δικό του πόνημα.
Γιατί με την Οδύσσεια; Επειδή οι ζωές μας είναι άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγάλες οδύσσειες. Επειδή θέλω να εξοβελίσουμε τα μαύρα σύννεφα που δυσκολεύουν την αναπνοή μας, επειδή- ως Ελληνίδα- θέλω να βλέπω πάντοτε τον ήλιο κατάματα, πλαισιωμένο από το γαλάζιο του ουρανού μας, που ενώνεται με το γαλάζιο της θάλασσάς μας και γίνονται ένα.
Επειδή το όνειρο που έχω είναι φωτεινό και καταγάλανο για όλους.

«Η Ελένη στέναξε, απ’ την ομορφιά του κόσμου λαβωμένη∙ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το νυχτοδροσοβόλι,
θαμποκοιμόντα αντίκρα το βουνό στο απόλιγο φεγγάρι κι ο γκιώνης στάλαζε μες στις ελιές σταξιά σταξιά το θρήνο.
Την ώρα αυτή συκώνουντα οι νεκροί, δέναν τα κόκκαλά τους με λουροπέτσια και σκοινιά σφιχτά, μη σκορπιστούν στο αγέρι,
γλυκιά η βραδιά, φεγγάρι λιγοστό, δροσοφυσάει το αγιάζι
κι αρχίζει πάλε το αγριοπάλεμα στ’ ακρόγιαλα της Τροίας.
Ίσκιοι τα παλικάρια χύνουνται να φαν τους άλλους ίσκιους, άχνα δε βγάνουν τ’ άσπρα χείλια τους, και τα κοντάρια ανοίγουν
βαθιές πληγές αναίματες, κουφές, σα να ξεσκίζουν αγέρα.
Και μια θεά με μάτια κίτρινα, μια ολάσπρη κουκουβάγια, σε ξέρακα κουφάλα μουλωχτή, με το χουχούτισμά της
κουκί κουκί μετράει το ασκέρι της, κουκί κουκί τη νύχτα.
Συνεπαρμένη η μαρμαρόλαιμη τη μοναξιά γρικούσε
Να περπατάει στ’ αχνά μεσάνυχτα με τ’ απαλά ποδάρια,και σούρνα οι λαμπηδόνες κι οι σκορπιοί τη βελουδένια ουρά της.
Κρυφοστενάζει η περδικόστηθη, τα χνουδωτά της μάτια μες στη δροσάτη σιγαλιά βυθάει, στη νύχτα τ’ αρμενίζει∙
ίσκιοι σηκώνουνται στα φρένα της, γλυκές φωνές, κεφάλια παλικαριών πού στου άγιου κόρφου της την άχνα λιγωθήκαν∙ και μακρινά σμαράγδια ακρόγιαλα κι ερωτικές αγκάλες.
Και συλλογάται λαχταρίζοντας, κι ο κόρφος της αχνίζει,
πόσους ανθούς και δε μυρίστηκε, περβόλια και δεν μπήκε, και θα σαπούν τα χείλια της στη γης, δεν θα προφτάσει, Θέ μου,
όλη του κόσμου τη χαρά να πιεί στα δυό μικρά χεράκια».


Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ΦΑΙΔΡΑ
Έρμαιη του πάθους της

Της Dimitra Papanastasopoulou




Η τελευταία ανάρτηση του χρόνου είναι αφιερωμένη στα δόλια καμώματα του έρωτα που δεν βρίσκει ανταπόκριση και χάνει τα λογικά του, με επίσημη καλεσμένη μας την Φαίδρα, κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης. Το όνομά της προέρχεται από το φαιδρός= φωτεινός, επομένως υποδηλώνει την φωτεινή, τη λαμπερή και γεμάτη χάρη.

Όταν ο θρόνος της Κρήτης δόθηκε στον αδελφό της Δευκαλίωνα, εκείνος θέλησε να κάνει ειρήνη με τους Αθηναίους και ν’ αφήσει τις πληγές του παρελθόντος να κλείσουν πια. Για να δείξει την καλή του θέληση, έστειλε τον βασιλιά της Αθήνας Θησέα, την Φαίδρα ως γυναίκα του. Το ζευγάρι έκανε δύο γιούς: τον Ακάμαντα και τον Δημοφώντα.
Ο Θησέας είχε αποκτήσει από την Ιπολύτη ένα ακόμη γιό, τον πανέμορφο Ιππόλυτο, γνωστό για τις επιδόσεις του στο κυνήγι και την πίστη του στην παρθένο θεά Άρτεμη. Ο νέος ζούσε μακριά από την Αθήνα, στο σπίτι του προπάππου του Πιτθέα(παππούς του Θησέα από την πλευρά της μητέρας του Αίθρας), με σκοπό να τον διαδεχθεί στο θρόνο μετά τον θάνατό του.
Η Φαίδρα τον γνώρισε όταν ταξίδεψε μέχρι την Τροιζήνα με τον Θησέα. Και με την πρώτη ματιά, ένα ανομολόγητο πάθος ξέσχισε τις σάρκες της, θόλωσε το μυαλό της και εξαφάνισε την λογική της. Ήθελε τον όμορφο και αγνό νεαρό, περισσότερο και από το οξυγόνο που ανέπνεε...
Ο μύθος λέει ότι κοντά στο ιερό της Αφροδίτης στην Τροιζήνα, υπήρχε μια μυρτιά. Η Φαίδρα παρακολουθούσε τον Ιππόλυτο να γυμνάζεται πιο κάτω, κρυμμένη πίσω
Από το δέντρο και τρυπώντας τα φύλλα του με την περόνη των μαλλιών της, εξ ου και η επωνυμία της Αφροδίτης ως Κατασκοπίας. Και πίσω στην Αθήνα, η Φαίδρα ίδρυσε ένα ιερό για την Αφροδίτη, στην ΝΔ πλευρά της Ακρόπολης. Από εκεί, μπορούσε να ατενίζει την Τροιζήνα.

Ο Ιππόλυτος χρειάστηκε να ταξιδέψει μέχρι την Αθήνα για να πάρει μέρος στα Παναθήναια. Η Φαίδρα, που κοιμόταν και ξυπνούσε με τη μορφή του, κάνει το τόλμημα: στέλνει στον νέο ένα ερωτικό γράμμα. Εκείνος την αποκρούει, όπως έκανε και με κάθε άλλη γυναίκα.
Το μυαλό της γυναίκας, όμως, δεν ήταν στη θέση του. Το πάθος υπερίσχυσε της όποιας λογικής. Έσκισε το φόρεμά της και δεν δίστασε να εμφανιστεί μπροστά στον Θησέα και να κατηγορήσει τον Ιππόλυτο- ότι εκείνος της επιτέθηκε με ερωτικές ορέξεις κι εκείνη τον απέκρουσε.
Ο Θησέας θυμωμένος εξορίζει τον Ιππόλυτο και ζητά από τον Ποσειδώνα να τον σκοτώσει. Ο θεός της θάλασσας στέλνει στο δρόμο του νέου ένα τέρας, το οποίο τρομάζει τα άλογα και ο Ιππόλυτος πέφτει νεκρός.
Η είδηση του θανάτου του, γεμίζει τη Φαίδρα με τύψεις. Πάλι μακριά από τη λογική, αυτοκτονεί.
Μια άλλη εκδοχή θέλει τη Φαίδρα να ενημερώνει με γράμμα τον Θησέα πριν αυτοκτονήσει, ένα γράμμα γεμάτο ψέμματα για τον Ιππόλυτο. Ο Θησέας, γυρίζοντας από ένα ταξίδι, βρίσκει τη γυναίκα του κρεμασμένη και το γράμμα που κατηγορούσε τον Ιππόλυτο. Θολωμένος, καταρριέται το παιδί του και ζητά από τον θεό-πατέρα του Ποσειδώνα να εκπληρώσει μια από τις τρείς ευχές που τού είχε υποσχεθεί και εξόρισε τον Ιππόλυτο. Ο Ποσειδώνας έστειλε έναν ταύρο, ο οποίος βγήκε από τη θάλασσα, στο δρόμο του Ιππόλυτου, τα άλογα τρόμαξαν, τα λουριά τους κόπηκαν, τυλίχτηκαν στο σώμα του Ιππόλυτου, που, χάνοντας την ισορροπία του, έπεσε πάνω σε πέτρες, παρασυρμένος από τα αφηνιασμένα άλογα, βρίσκοντας τραγικό θάνατο.

Αυτός ο μύθος ενέπνευσε πολλούς ποιητές από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας (π.χ. Ευριπίδης, Σενέκας, Ρακίνας, Ρίτσος), ενώ γυρίστηκε και ταινία.
Διάλεξα τον Ρίτσο για να σας μεταφέρω κάποια αποσπάσματα από τη  δική του Φαίδρα.

Ο Γιάννης Ρίτσος θεωρεί την Φαίδρα έρμαιο της Μοίρας, το πάθος της θεόσταλτο από την Αφροδίτη και το δηλώνει από την αρχή, μεταφέροντας στίχους από τον Ευριπίδη «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν».
Η σκηνή στην οποία μας βάζει ο ποιητής είναι ένα δωμάτιο όπου κάθεται η Φαίδρα, μέχρι που μπαίνει ορμητικά ο Ιππόλυτος, επιστρέφοντας από κυνήγι, ιδρωμένος και πανέμορφος. Η Φαίδρα του Ρίτσου ανάβει τσιγάρο και απευθύνεται στον Ιππόλυτο:

«Σε κάλεσα. Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω. Περιμένω να βραδιάσει,
να μεγαλώσουν στον κήπο οι σκιές, να μπουν στο σπίτι
οι σκιές των δέντρων και των αγαλμάτων, να μου κρύψουν το πρόσωπο, τα χέρια,
να μου κρύψουν τα λόγια που, ασχημάτιστα ακόμη, διστάζουν· αυτά που δεν ξέρω, που τα φοβάμαι.
Η αγιότητα της στέρησης –έτσι έλεγες· δεν καλοθυμάμαι· (της στέρησης ή της άρνησης έλεγες;)
Τι αστόχαστα λόγια –η νίκη της θέλησης έλεγες – ποια θέληση; ποια νίκη; -
………………………………………………………….
Την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω·  ανημπόρια τη λέω, δειλία τη λέω· το ανυπόταχτο ερωτικό πάθος της την ωθεί στην επιθυμία να φορέσει τα ρούχα κάποιου δούλου του, και να τον ακολουθήσει στα κυνήγια του.
Κάποτε σκέφτηκα να φορέσω τα ρούχα ενός δούλου σου ή ενός ιπποκόμου για να ’ρθω μαζί σου στο κυνήγι, να σε γνωρίσω στο χώρο σου, πώς τρέχεις, πώς σκοπεύεις, πώς σκοτώνεις,
να παρακολουθήσω τις ωραίες, ανεξάρτητες κινήσεις σου…
…………………………………………………………………
Δε σ’ το κρύβω:
πολλές φορές ονειρεύτηκα να κρυφτώ σ’ ένα θάμνο, στο δάσος,
να κινώ σαν αγρίμι τα κλαδιά, να με τοξεύσεις, να ’μαι το σπάνιο θήραμά σου· όταν θα μ’ έπαιρνες μετά στα χέρια σου να με φέρεις στο αμάξι
θα ’χα στα μάτια μου λέω δυο πράσινα φύλλα για να μπορείς να σκύψεις
σιμότερα στο πρόσωπό μου.

Τι κυνηγάς, αλήθεια; Μήπως όλα σου τα θηράματα τα προσφέρεις στην Άρτεμη; Πολύ θα το ’θελα ωστόσο ένα φτερό σε χρώμα βαθυγάλαζο για το καπέλο μου· ίσως θα μπορούσες ν’ αφιερώσεις κάτι και σε μένα. Βαθυγάλαζο, ναι, όπως τα μάτια μου, και τα δικά σου εξάλλου…
………………………………………………….
 Ίσως και συ να το ξέρεις:
τα πιο όμορφα πράγματα τα λέμε συνήθως για ν’ αποφύγουμε να πούμε μιαν αλήθεια· κ’ ίσως αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια να ’ναι που δίνει
τη μεγάλη ομορφιά κι αοριστία σ’ αυτά τα τετριμμένα ξένα λόγια…
Η αοριστία πάντα μαρτυράει κάτι βαθύ κι ορισμένο – πιθανόν τραγικό ή και κτηνώδες –μια θυσιασμένη επιθυμία…
…………………………….
Τούτο το σπίτι είναι γεμάτο απ’ τον ίσκιο σου. Το σπίτι είναι σώμα,  το αγγίζω, με αγγίζει, κολλάει απάνω μου, τις νύχτες ιδίως…
Δεν έχω πια πού να κρυφτώ. Κλείνω σφιχτά τα μάτια και φέγγω ολόκληρη και βλέπομαι στιλπνή, γλιστερή, αμετακίνητη.
Το σπίτι είναι σώμα· είναι το σώμα σου, μαζί με το δικό μου…

Βράδιασε πια. Σκοτείνιασε. Δε βλέπω τη μορφή σου. Καλύτερα.
Δε βλέπω την προσωπίδα σου (γιατί φορείς και συ προσωπίδα· αγιότητα πες την,
αγνότητα πες την – προσωπίδα). Καλύτερα έτσι.
Μαντεύω μές στον ίσκιο τον αποτροπιασμό σου. Ω ανόητε ωραίε,  να το θυμάσαι:
αυτοί που πόνεσαν πολύ γνωρίζουν να εκδικούνται…
Τι πικρά που νυχτώνει. Βγήκαν τ’ αστέρια. Τρυπούν σαν αγκάθια…
Μη τάχα προορισμός της γυναίκας είναι η γέννηση; ή μήπως προορισμός της αθέλητος ο έρωτας;  το μαρτύριο κ’ η δόξα του ανθρώπου.
Μπορείς να πηγαίνεις.

Φύγε, λοιπόν. Τι μου στέκεις εκεί απολιθωμένος; Έμπα στο λουτρό σου,
έμπα να ξεπλυθείς απ’ τα ανόσιά μου λόγια, απ’ τα ανόσιά μου μάτια, απ’ τα κόκκινα, λασπωμένα μου μάτια.
Ίσως κει μέσα ν’ αφαιρέσεις για λίγο και συ το προσωπείο σου, τη γυάλινή σου πανοπλία, την παγωμένην αγιοσύνη σου, τη φονική σου δειλία. Φεύγα σου λέω.
Δεν αντέχω την ύβρη της σιωπής σου…»

Καλή χρονιά!!!!!




Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

ΔΕΝΤΡΟ Η ΚΑΡΑΒΑΚΙ; 
Καραβάκι.
Της  Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Εγώ είμαι βέβαιη, όσο βέβαιη είμαι για την καταγωγή μου. Κι όταν πρόκειται για μια γιορτή ανάμνησης, παράδοσης, μια γιορτή που συγκεντρώνει τις οικογένειες όλου του κόσμου στο σπίτι, με φαγητό της μαμάς, γλυκό, επίσης της μαμάς, γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο αγάπη και στοργή, τότε, είναι να ρωτάς; Καραβάκι δαγκωτό.
Δεν θα σας πω τίποτε για το έλατο αληθινό(έγκλημα) ή ψεύτικο. Μπορείτε να βρείτε πληροφορίες παντού, όπως και τα στολίδια του. Εγώ θα σας μιλήσω για το καραβάκι και τα λαμπιόνια του, άντε και μερικά κιβώτια στ’ αμπάρια του. Θα σας μιλήσω για τη σημασία του και, ίσως, να σας συγκινήσω κομμάτι, όπως τραγουδούσε ο Σαββόπουλος κάποτε.

Τι συμβολίζει το καράβι για τους Έλληνες; Τον τρόπο που έμαθαν τον κόσμο, πλέοντας με τη βοήθεια των αστεριών, σε τόπους μακρινούς ή κοντινούς, σε εκείνους τους τόπους που δεν μπορούσαν να πάνε με τα πόδια ή το πιστό τους άλογο.
Γύρω μας η θάλασσα, γαλάζια, γκρίζα ή μαύρη, να συνορεύει μ’ έναν ουρανό που τη συντροφεύει στα όνειρα και στα χρώματα: ό,τι χρώμα έχει η θάλασσα, τέτοιο ντύνεται και ο ουρανός μας.
Πόσοι είναι οι ναυτικοί μας; Αμέτρητοι, όσες και οι προσευχές των γυναικών και των μανάδων στον Άη Νικόλα, όσες οι ικεσίες στην αρχαιότητα στον τότε αφέντη των νερών, στον Ποσειδώνα.
Ο λαογράφος Στίλπων Κυριακίδης σημειώνει:
«το καράβι αυτό (το χριστουγεννιάτικο) ενθυμίζει το πραγματικόν πλοίον, το οποίον κατά την εορτήν των Ανθεστηρίων στας Αθήνας εφέρετο επί τροχών επαναφέρον τον Διόνυσον, τον θεόν της βλαστήσεως».

Δεμένη η πατρίδα μας με τη θάλασσα και τα πλεόυμενα που άλλαζαν μορφή κάθε τόσο: να γίνονται πιο γερά, πιο μεγάλα, πιο σίγουρα. Ένα παντοτινό όνειρο που μεταφέρθηκε στο σπίτι- ένα μικρό ομοίωμα στολισμένο με φωτάκια- απαρράλαχτο με τα κανονικά που τα βρέχει η αλμύρα, όπως φωτίζονται στις ναυτικές γιορτές και τα Θεοφάνεια, με γεμάτα τ’ αμπάρια και μια προσευχή: να γυρίσει ο ναυτικός στο σπίτι του, στην οικογένειά του.
Πρώτοι μπήκαν στο χορό οι νησιώτες, αφού αυτοί είχαν τους περισσότερους ξενιτεμένους στα επικίνδυνα νερά, έρμαιοι των στοιχείων της φύσης και αιώνια μαγεμένοι.
Τα παιδιά τους, φτιάχνοντας ένα καραβάκι με χρωματιστά χαρτάκια και μικρά σχοινιά, έλεγαν τα κάλαντα στη γειτονιά, κρατώντας το ευλαβικά στα χεράκια τους. Τα μικρά του αμπάρια γέμιζαν με γλυκά, χριστόψωμα και ευχές για «γρήγορη επιστροφή». Μια ευχή βάλσαμο για τα παιδιά που λαχταρούσαν να δουν τον κύρη τους, την ίδια στιγμή που βιάζονταν να μεγαλώσουν και να ταξιδέψουν μαζί του.
Αν και οι άνεμοι των αλλαγών και της «προόδου» το εκτόπισαν σοβαρά κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, στις μέρες μας παρατηρείται μια στροφή στην παράδοση. Είναι πολλοί οι δήμοι που επιλέγουν να κατασκευάσουν και να φωτίσουν ένα καράβι, αντί για ένα έλατο.
Η Χίος, ένα από τα παραδοσιακά ναυτικά μας νησιά, συνεχίζει να τηρεί το παλιό έθιμο του φωτισμένου καραβιού, αποτείοντας κι ένα φόρο τιμής στους ναυτικούς της (... και καπετάνιο Χιώτη, ήθελε το τραγούδι του... Χιώτη), κρατώντας συγχρόνως ζωντανή την παράδοση.
Κάθε Πρωτοχρονιά αναβιώνει το έθιμο με τα πρωτοχρονιάτικα καραβάκια. Ομάδες ατόμων, που εκπροσωπούν τις συνοικίες της πρωτεύουσας του νησιού, κατασκευάζουν λεπτομερείς απομιμήσεις εμπορικών και πολεμικών πλοίων.

Στα  παραδοσιακά πρωτοχρονιάτικα Κυκλαδίτικα κάλλαντα το καραβάκι έχει την τιμητική του:

«Σένα σού πρέπει αφέντη μου καράβι ν’ αρματώσεις
και τα σκοινιά του καραβιού να τα μαλαματώσεις.
...
Σένα σού πρέπει αφέντη μου καράβι από την Πόλη
όντας το φέρεις στο νησί να το ζηλεύουν όλοι.
Νάχει απάνω το Σταυρό και την Άγια Σοφία
όντας γυρνάς στα πέλαγα να έχεις ευλογία.
...
Σένα σού πρέπει αφέντη μου καράβι από τη Μάλτα
Κι εκείνο πού’ χεις στο νησί να το τραβάς για βάρκα».

Καλή κι ευτυχισμένη χρονιά για όλο τον κόσμο!








Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
Μια καταραμένη μάγισσα
Της Dimitra Papanastasopoulou




Δεν υπάρχει τίποτε σκληρότερο από το να λες την αλήθεια και να μη σε πιστεύει κανένας... Αυτό ήταν το δράμα της Κασσάνδρας.

Κόρη του βασιλιά της Τροίας και της Εκάβης, αναφέρεται και ως Αλεξάνδρα.
Μια όμορφη κοπέλα, «καλλίστη πασών» κατά τον Όμηρο, που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα ο θεός Απόλλωνας. Κι αυτός ο έρωτας ήταν μοιραίος για την Κασσάνδρα.
Για να δεχθεί τον έρωτα του θεού, ζητά να την κάνει αλάνθαστη μάντισσα. Εκείνος δέχεται και την προικίζει με το χάρισμα της μαντείας. Η Κασσάνδρα, νομίζει ότι τώρα, έχοντας αποκτήσει ό,τι ήθελε, μπορεί να αποφύγει τον Απόλλωνα. Πατά την υπόσχεσή της και αρνείται να του δοθεί.
Ο Απόλλωνας  θυμώνει, αδυνατώντας να πάρει πίσω το δώρο του. Ζητά από την πονηρή Κασσάνδρα να του δώσει μόνο ένα φιλί. Εκείνη δέχεται και ο Απόλλων φτύνει στο στόμα της το σάλιο του, αφαιρώντας τη δύναμη της πειθούς: ό,τι και να λέει η νεαρή μάντισσα, δεν θα γίνεται πιστευτό...
Πρώτη αναφορά για τα παραπάνω γίνεται από τον Αισχύλο, στο έργο του Λυκόφρων. Στο έργο, η Κασσάνδρα παρουσιάζεται φυλακισμένη από τον Πρίαμο, επειδή κανείς δεν άντεχε να ακούει τις γεμάτες αίμα, συμφορές και θανάτους προφητείες της, έχοντας, ωστόσο, δώσει εντολή στον δεσμοφύλακά της να καταγράφει τα λεγόμενά της.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η Εκάβη γέννησε δίδυμα:την Κασσάνδρα και τον Έλενο. Κάποια χρονιά που οι γονείς τους γιόρταζαν τα γενέθλιά τους στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, έξω από τις πύλες της Τροίας, τα παιδιά αποκοιμήθηκαν μέσα στο ιερό, ξεχασμένα από τους γονείς τους, που, μεθυσμένοι, επέστρεψαν στο παλάτι χωρίς τα παιδιά τους.
Εκεί, τα κοιμισμένα παιδιά δέχονται επισκέψεις φιδιών-συμβόλων του Απόλλωνα- που γλείφουν τα αυτιά τους, καθαρίζουν τα αισθητήριά τους. Έτσι, τα παιδιά θα ακούν μυστικές φωνές, ασύλληπτες από τους κοινούς ανθρώπους.
Όταν ο Πρίαμος και η Εκάβη ξύπνησαν, τα αναζήτησαν. Κάποιες υπηρέτριες τα βρήκαν μέσα στο ναό, κυκλωμένα από τα ιερά φίδια. Τρομαγμένες, έβαλαν τις φωνές και τα φίδια απομακρύνθηκαν.
Τα δίδυμα, επομένως, έχουν πάρει το χάρισμα της μαντικής από τα παιδικά τους χρόνια. Ο θεός είχε αποφασίσει η Κασσάνδρα να προλέγει το μέλλον, μετά από τη δική του παρέμβαση, όπως έκαναν και οι Πυθίες, και ο Έλενος θα ερμήνευε τις κινήσεις των πουλιών (οιωνοσκοπία).
(Σ’ αυτή την εκδοχή δεν έχουμε εξήγηση για την κατάρα που συνοδεύει την Κασάνδρα).



Το δράμα της Κασσάνδρας είναι φοβερό. Κάθε τόσο προβλέπει καταστροφές: όταν γεννιέται ο Πάρις, όταν ο Πάρις χάνεται και ξαναβρίσκεται, όταν φεύγει για την Σπάρτη, όταν επιστρέφει με την Ωραία Ελένη, όταν κατά τη διάρκεια του Τρωϊκού Πολέμου εμφανίζεται ο Δούρειος Ίππος. Ποτέ και κανείς δεν δίνει σημασία, ούτε θυμάται ότι την προηγούμενη φορά είχε πει την αλήθεια.
Ήταν η πρώτη που γνώριζε ότι ο Πρίαμος θα έπειθε τον Αχιλλέα να του δώσει τη σωρό του Έκτορα.

Μετά την άλωση της Τροίας κατέφυγε στο ναό της Αθηνάς. Οι Αχαιοί έμπαιναν να ληστέψουν την πόλη, ενώ ο Αίας ο Λοκρός έτρεχε στον ναό της Αθηνάς, αδιαφορώντας για τα λάφυρα. Μέσα στο ναό βρήκε την Κασσάνδρα και οι διαθέσεις του ήταν κάτι παραπάνω από άγριες. Η Κασσάνδρα αγκάλιασε το άγαλμα-ξόανο της θεάς και ικέτευσε για έλεος. Η Αθηνά κώφευσε.
Ο Αίας, αδιαφορώντας για τον ιερό χώρο, τράβηξε την ικέτιδα από τα μαλλιά και το άγαλμα σείστηκε από τη βάση του. Ο Αίας αδιαφόρησε, άρπαξε την Κασσάνδρα και την βίασε μέσα στο ναό... Όσοι Έλληνες βρέθηκαν εκεί φρύαξαν, πολύ περισσότερο βλέποντας μπροστά στα μάτια τους το ξόανο να ζωντανεύει, την θεά απαστράπτουσα να στρέφει τα μάτια της στον ουρανό.
Για να την εξευμενίσουν, αποφασίζουν να λιθοβολήσουν τον Αίαντα. Εκείνος, όμως, κρύφτηκε στον βωμό της Αθηνάς- της θεάς που είχε προσβάλει λίγο νωρίτερα- και σώθηκε, ικετεύοντάς την. Κατά ένα περίεργο τρόπο, η Αθηνά φαινόταν να είναι  με το μέρος του.
Αλλά δεν ήταν. Όταν ο Αίας φεύγει από την Τροία, μαζί με τους άλλους Λοκρούς, η Αθηνά βυθίζει το πλοίο του, εν μέσω μιας φοβερής καταιγίδας. Ο Αίας καταφέρνει και σύρεται σ’ έναν βράχο της Εύβοιας και κάνει ένα μοιραίο λάθος: στρέφει τα μάτια του στον ουρανό και απευθυνόμενος στους θεούς, φωνάζει ότι θα επιβιώσει, παρά τη θέλησή τους. Η τιμωρία έρχεται από τον έξαλο Ποσειδώνα. Με την τρομερή του τρίαινα, διαλύει το βράχο και ο Αίας βυθίζεται για πάντα στο υγρό βασίλειο, αφήνοντας την τελευταία του πνοή εκεί.



Οι Έλληνες μοιράστηκαν τις γυναίκες των ηττημένων Τρώων. Η Κασσάνδρα κληρώθηκε στον Αγαμέμνονα, ο οποίος την ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά- ας είχε προηγηθεί ο άγριος βιασμός της από τον Αίαντα.
Όταν έφτασαν στις Μυκήνες, η τύχη τους ήταν κοινή: δολοφονήθηκαν από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο.

Άρα γε, η Κασσάνδρα το πρόβλεψε κι αυτό; Το είπε στον Αγαμέμνονα κι εκείνος την αγνόησε; Είδε και τον δικό της θάνατο, αλλά τον άφησε να έλθει για να τη λυτρώσει;