The world I love:my novels, my favorite themes

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016


ΤΑΜΟΥΖ Ή Ο ΘΕΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Φίλες και φίλοι,

Ο αρχαιότερος, ίσως ο πρώτος από εκείνους τους θεούς που παραδόθηκαν στα ερέβη του Κάτω Κόσμου και ανακλήθηκαν αργότερα στη ζωή  είναι ο θεός Ταμούζ, τον θάνατο του οποίου θρηνούσαν κάθε χρόνο οι γυναίκες της Παλαιστίνης, της Φοινίκης και της Μεσοποταμίας.
«Τότε μ’ έφερε στην είσοδο της βορεινής πύλης του ναού του Κυρίου, όπου κάθονταν οι γυναίκες και θρηνολογούσαν τον θάνατο του Ταμούζ...» θα γράψει ο προφήτης Ιεζεκιήλ.
Αυτός ο θεός που τον κλαίνε οι γυναίκες των Σημιτών (απόγονοι του Σημ), στα σουμερικά ονομάζεται Ντουμμουζί και τού άρεσε να τον αναπαριστούν ως βοσκό, με χέρια και μέτωπο να τρέχουν γάλα. Ήταν ο θεός της γονιμότητας, σύζυγος της μεγάλης θεάς Ιναννά-Ιστάρ. Η Ιστάρ, πότε πλανεύτρα και πότε αδίστακτη, ικανή να εμπνέει φόβο ακόμη και στον Γκιλγκαμές, είχε στο ενεργητικό της πάμπολους εραστές ή συζύγους, με κοινά σημεία το κακό τους τέλος (διαμελισμένοι, δολοφονημένοι, κατασπαραγμένοι) και την ανεύρεση τους στον Κάτω Κόσμο.

Ένα ακκαδικό κείμενο, «Η Κάθοδος της Ιστάρ στον Άδη», εξιστορεί αυτές τις αδυσώπητες ενώσεις/σχέσεις και προέρχεται από μια προγενέστερη σουμερική εκδοχή που είχε τίτλο «Η Κάθοδος της Ιναννά στον Άδη».
Η Ιναννά-Ιστάρ κυβερνούσε τους ζωνατνούς, έκανε τα σπαρτά να καρπίζουν και τους ανθρώπους να λυγίζουν κάτω από το δεσποτικό ζυγό της, αλλά όλα αυτά τα σπουδαία δεν τής αρκούσαν. Ήθελε να κυβερνήσει και τους νεκρούς και να γίνει η Κυρά του κόσμου. Όμως, ο κάτω κόσμος ανήκε στην αδελφή της και βασίλισσα Ερεσκιγκάλ, που, φυσικά, δεν είχε καμία διάθεση να παραχωρήσει το βασίλειό της σε κανέναν.
Έτσι, η Ιναννά-Ιστάρ κατέβηκε μέχρι την είσοδο του Κάτω Κόσμου και, σύμφωνα πάντα με την σουμερική εκδοχή, παρουσιάστηκε στην Πρώτη Πύλη.

«Άνοιξε, πυλωρέ, τον οίκο τούτο, άνοιξε τον οίκο τούτο κι ολομόναχη θα μπώ!»
Ο Νέτι, ο πρώτος πυλωρός του Άδη, αποκρίθηκε στην θεϊκή Ιναννά:
«Ποιά είσαι εσύ, παρακαλώ;»
«Είμαι η άνασσα του ουρανού, απ’ όπου ανατέλλει ο ήλιος».
«Αν είσαι η άνασσα του ουρανού,απ’ όπου ανατέλλει ο ήλιος, τι γυρεύεις στη Χώρα που δεν έχει γυρισμό; Γιατί σε οδήγησε η καρδιά σου στο δρόμο από όπου ο ταξιδιώτης ποτέ πίσω δεν γυρίζει;»
(από το βιβλίο του Σ.Ν. Κράμερ, Η ιστορία ξεκινά στη Σουμερία)




Η Ιναννά-Ιστάρ βρίσκει ένα πρόσχημα: είναι απόλυτη ανάγκη να δει την αδελφή της, τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Η είσοδος ανοίγει, αλλά ο κόσμος των νεκρών φυλάγεται άγρυπνα. Επτά θεόρατα τείχη την περιβάλλουν και η Ιναννά υποχρεώνεται σε κάθε Πύλη να αφήνει ένα κομμάτι από την αμφίεσή της.
Στην πρώτη της παίρνουν το στέμμα, στη δεύτερη το μαγικό ραβδί, στην τρίτη τα πετράδια του λαζουρίτη, στην τέταρτη τα κοσμήματα-φυλαχτά, στην Πέμπτη το χρυσό δαχτυλίδι, στην έκτη το εγκόλπιο και στην έβδομη την εσθήτα της. Έτσι γυμνή, βρέθηκε μπροστά στην τρομερή αδελφή της.

«Σκυμμένη ως κάτω οδηγήθηκε γυμνή μπρός στην Ερεσκιγκάλ. Η θεϊκή Ερεσκιγκάλ πήρε θέση στο θρόνο της. Οι Ανουνάκι, οι επτά δικαστές,απήγγειλαν την ετυμηγορία τους ενώπιόν της. Εκείνη κάρφωσε το βλέμμα της στην Ιναννά, βλέμμα θανάτου. Πρόφερε λόγο εναντίον της, κραυγή καταδίκης:
Η αδύναμη γυναίκα έγινε τότε πτώμα και το πτώμα το κρέμασαν σε ένα καρφί».
(από το παραπάνω βιβλίο)





Και να, λοιπόν, η Ιναννά νεκρή και κρεμασμένη ατιμωτικά σ’ ένα καρφί στα άδυτα του βασιλείου του σκότους...
Πάνω στη γη όλα μαραίνονται και πεθαίνουν. Τα φυτά αργοσβήνουν, νερό δεν υπάρχει, η ζωή λίγο-λίγο χάνεται από τον Πάνω Κόσμο και οι θεοί θορυβούνται.
Τι θα απογίνουν αν τα χωράφια δεν παράξουν τίποτε, αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να θυσιάζουν ζώα προς τιμήν τους;
Ο Ένκι, ο βασιλιάς των θεών, πλάθει δύο πήλινα όντα και τα στέλνει ταχύτατα στον Κάτω Κόσμο, εφοδιασμένα με την τροφή και το ποτό της ζωής. Τα πήλινα όντα φθάνουν μέχρι την κρεμασμένη, νεκρή θεά και τη ραντίζουν με το μαγικό ποτό. Η Ιναννά συνέρχεται, αλλά ο νόμος του Κάτω Κόσμου είναι σκληρός: αν η θεά ξανανέβει στον κόσμο του φωτός, κάποιος άλλος πρέπει να πάρει τη θέση της στο σκοτάδι.
Η Ιναννά, μετά από αυτά, άρχισε να περιφέρεται στον κόσμο, ακολουθούμενη πάντα από μικρούς και μεγάλους καταχθόνιους δαίμονες,αναζητώντας εκείνον που θα έπαιρνε τη θέση της στον άδη. Όλοι φρόντιζαν να εξαφανίζονται και μόνον ένας δε φοβήθηκε, μόνο ευτυχία ένοιωσε που ξαναείδε την Ιναννά. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον θεό-σύζυγό της Ντουμμουζί που έτρεξε να την προϋπαντήσει και να την αγκαλίασει, τελείως ανυποψίαστος.

«Η Ιναννά κάρφωσε πάνω του το βλέμμα της, βλέμμα θανάτου. Πρόφερε λόγο εναντίον του, λόγο οργής, άφησε μια κραυγή εναντίον του, κραυγή καταδίκης:
Αυτός είναι, πάρτε τον!
Έτσι, η θεϊκή Ιναννά παρέδωσε στα χέρια των δαιμόνων τον ποιμένα Ντουμμουζί»
(από το παραπάνω βιβλίο)

Εκείνος, του κάκου έκλαψε, του κάκου παρακάλεσε, του κάκου απευθύνθηκε στους άλλους θεούς. Φυλακίστηκε για πάντα στο σκοτεινό βασίλειο, ενώ η Ιναννά καλοπερνούσε στη γη, μέσα στις ηδονές και τις απολαύσεις της επίγειας ζωής.

  



Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

ΤΖΟΡΝΤΑΝΟ ΜΠΡΟΥΝΟ (1548-1600)
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Ο λόγος για ένα ελεύθερο πνεύμα που έζησε και μαρτύρησε σε χρόνους σκοτεινούς. Υπήρξε φιλόσοφος, μαθηματικός, αστρονόμος, ποιητής, κοσμολόγος, αποκρυφιστής.
Οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις επί του απείρου του σύμπαντος και περί της υπάρξεως και άλλων κόσμων θεωρήθηκαν αιρετικές κακοδοξίες, επομένως και ο ίδιος αιρετικός. Υποστήριζε σαν ενοποιοό δύναμη τον Θεό, αλλά δεν δεχόταν τη θεϊκή υπόσταση του Ιησού.
Από την κοσμολογία του Αριστοτέλη πέρασε στην αντίστοιχη του Κοπέρνικου για να την ξεπεράσει, εγκαταλείποντας την ιδέα του ήλιου ως κέντρο.
«Δεν υπάρχει κανένα άστρο στο κέντρο του σύμπαντος, διότι το σύμπαν εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις με τον ίδιο τρόπο. Κάθε αστέρι είναι ένας ήλιος σαν το δικό μας, και γύρω από το καθένα από αυτά τα αστέρια περιστρέφονται άλλοι πλανήτες, αόρατοι στα μάτια μας, αλλά υπάρχουν. Συνεπώς, υπάρχουν αναρίθμητοι ήλιοι και άπειρος αριθμός Γαιών που περιστρέφονται γύρω από αυτούς τους ήλιους, σαν τις επτά «Γαίες», η Γη, η Σελήνη, και οι πέντε γνωστοί πλανήτες: ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας, ο Κρόνος που βλέπουμε να περιστρέφονται γύρω από τον κοντινό μας ήλιο."

Οι επιρροές του προέρχονται από την αραβική αστρολογία, τον νεοπλατωνισμό, τον ερμητισμό της Αναγέννησης, τον Θωμά Ακινάτη, τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, τον Αβερόη, με τον οποίο συμφωνεί στην ιδέα για ένα «παγκόσμιο μυαλό».
Δομινικανός ιερέας από το 1572( τότε άλλαξε το πραγματικό του όνομα από Φίλιππος σε Τζορντάνο),  ανέπτυξε ένα μοναδικό και πολύπλοκο μνημονικό σύστημα που βασίζεται στην οργάνωση της γνώσης. Ο Πάπας τον καλεί να του το παρουσιάσει και τον συγχαίρει για τις ικανότητές του- ήταν ακόμη ουδέτερες.
Η μοναστική του ζωή μπορεί να θεωρηθεί «άτακτη»: δύο φορές αφήρεσε τα αγαλματίδια των αγίων, αφήνοντας μόνο τον Σταυρό, δίδαξε αμφιλεγόμενες θεολογικές ερμηνείες και να η πρώτη κατηγορία: κάτω από το στρώμα του κρύβει τα απαγορευμένα κείμενα του... Έρασμου!
Μαθαίνει ότι οι άλλοι μοναχοί θα κινούσαν τη διαδικασία της σύλληψής του(1576) και αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Νάπολη.
Έτσι ξεκινούν οι περιπλανήσεις του. Πρώτα πηγαίνει στη Γενεύη για να αφοριστεί και να απογοητευθεί από τον τυφλό δογματισμό των καλβινιστών. Δεύτερος σταθμός η Λυών, μετά η Τουλούζ και ύστερα το Παρίσι. Εκεί δίνει πολλές διαλέξεις και αποκτά μεγάλη φήμη, την εύνοια του βασιλιά Ερρίκου Γ’ και πολλών ισχυρών Γάλλων.
Ο Ερρίκος Γ’ τον στέλνει στην Αγγλία. Τα πράγματα γίνοντα δύσκολα επειδή προκαλεί οι Άγγλοι δεν δέχονται τις ιδέες του. Ο Τζορντάνο θα δεχτεί επίθεση από εξοργισμένο όχλο και θα εγκαταλείψει το Λονδίνο.
Επόμενος προορισμός το Βίτενμπεργκ της Γερμανίας, όπου δίνει διαλέξεις πάνω στον Αριστοτέλη. Δεν θα μείνει πολύ και θα μετακινηθεί στην Πράγα. Οι Λουθηρανοί θα τον αφορίσουν με τη σειρά τους και θα βρεθεί στην Φραγκφούρτη το 1591. Εκεί θα γνωριστεί με τον Ιταλό πατρίκιο Τζοβάνι Μοτσενίγκο, ο οποίος τον πείθει να πάνε στην Βενετία και να του μάθει την τέχνη της απομνημόνευσης.
Δύο μήνες αργοτερα ανακοινώνει στον ισχυρό μαθητή του ότι επιθυμεί να εγκαταλείψει τα μαθήματα και την Βενετία.  Λέγεται ότι ήταν ο Μοτσενίγκο αυτός που τον κατέδωσε στην Ιερά Εξέταση της Βενετίας, ως Σύμβουλος Ιεροεξεταστής που ήταν, και τον συνέλαβαν στις 22 Μαϊου 1592. Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Μοτσενίγκο τον ζήλευε και αφού τον κατηγόρησε ότι ήθελε να κρατήσει τις γνώσεις του για τον εαυτό του, τον κατέδωσε ως αιρετικό. Οι κατηγορίες: βλασφημία, αίρεση, ηθική παρεκτροπή.
Επί επτά χρόνια ζει φυλακισμένος και βασανιζόμενος στις φυλακές της Ρώμης, αρνούμενος να αποκηρύξει τις θέσεις του. Εξετάζεται κι αυτός από τον Ιησουϊτη ιεροεξεταστή Μπελλαρμίν που είχε κιόλας καταδικάσει τον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο. Τελικά, τον Φεβρουάριο του 1600 ο Πάπας Κλήμης Η΄ τον καταδικάζει σε θάνατο δια της πυράς και ο Τζορντάνο το μαθαίνει, υποχρεωμένος να είναι πεσμένος στα γόνατα. Εν τούτοις, έχει κάτι να πει:
«Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ».

Πιστός στις ιδέες του, καταδικάστηκε σε θάνατο δια της πυράς από την Ιερά Εξέταση της Ρώμης. Οι φλόγες κατασπάραξαν το φθαρτό του σώμα στις 17 Φεβρουαρίου 1600, αποτυγχάνοντας να αγγίξουν το πάντα ελεύθερο πνεύμα του.
Τρείς αιώνες αργότερα, στο σημείο που στήθηκε η πυρά, οι Ιταλοί έστησαν τον αδριάντα του Τζορντάνο Μπρούνο. Του ανθρώπου που μπήκε στην Ιστορία ως σύμβολο της ελεύθερης σκέψης, ως ο άνθρωπος που αναζητούσε την αλήθεια χωρίς να φοβάται το κόστος. 
Δεν φοβάμαι τίποτε, δεν περιμένω τίποτε, είμαι λεύτερος, θα φώναζε τον 20ό αιώνα, ένα άλλο ατίθασο πνεύμα, αυτή τη φορά ελληνικό.



Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΘΕΟΣ ΘΝΗΣΚΩΝ
Της Dimitra Papanastasopoulou






Φίλες και φίλοι,

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο. Οι περιπέτειες των ηρώων που εξετάσαμε είχαν να κάνουν με την πάλη εναντίον του θανάτου. Όρθωσαν το ανάστημά τους στις σκοτεινές δυνάμεις , πολέμησαν τα τέρατα των πηγών ή των βοτάνων της αθανασίας. Τι συμβαίνει, όμως, μετά, όταν ο άνθρωπος νικά; Πού τον οδηγεί αυτή η νίκη;
Εδώ δεν υπάρχουν μαρτυρίες, μόνο φαντασία. Οι μύθοι οι σχετικοί με τα έσχατα του ανθρώπου και τού κόσμου- οι λεγόμενοι εσχατολογικοί- δεν μπορούν να στηριχθούν σε καμία άμεση εμπειρία. Ο άνθρωπος προβάλλει σε έναν μελλοντικό και απρόβλεπτο κόσμο τους φόβους και τους πόθους του, και, ίσως, τα οράματα που προκύπτουν από αυτή τη διεργασία, να είναι να πιο γνήσια μυθικά.
Αυτοί οι μύθοι δεν προσπαθούν να ερμηνεύσουν, αλλά να μαντέψουν. Στο μέτρο που ο άνθρωπος αισθάνεται ταγμένος να περπατήσει στο δρόμο που αυτοί οι μύθοι χαράζουν, στο μέτρο που πιστεύει στο όποιο περιεχόμενό τους, αυτοί οι μύθοι επενεργούν καταλυτικά στη ζωή του, στο παρόν και στις επιλογές του. Αυτός είναι ο λόγος που οι εσχατολογικοί μύθοι, παρά τον συνήθως φανταστικό ή αυθαίρετο χαρακτήρα τους, είναι οι πλέον ουσιώδεις και πλούσιοι σε συνέπειες, γιατί ο φόβος για την Κόλαση ή η λαχτάρα για τον Παράδεισο υπαγορεύουν όλη την επίγεια συμπεριφορά του.
Το άγνωστο επηρεάζει το γνωστό, το αόρατο βαραίνει πάνω  στο ορατό με την αδυσώπητη ετυμηγορία του, μιας και οι πράξεις του ανθρώπου εδώ στη γη προδιαγράφουν το ουράνιο μέλλον του.
Είναι μια αλήθεια που συνάγουμε από όλους τους μύθους, ασχέτως θρησκειών. Ο Χριστιανισμός επι του προκειμένου εξέφρασε με πιο σαφείς, και κυρίως ρηξικέλευθους όρους, την ίδια αλήθεια που ο αρχαίος παγανιστής είχε κιόλας προβλέψει.




Τι πιο απλό για την ανθρώπινη φαντασία από να στείλει τους ήρωές του, εκεί, στο άγνωστο και στο αόρατο; Μ’ αυτόν τον τρόπο το άγνωστο του θανάτου απαλύνεται και το υπερπέραν, έστω κι αν εξακολουθεί να προκαλεί φόβο, χάνει κατά ένα μέρος το μέγεθος του τρόμου.
Κάθε θρησκεία, κάθε λαός έχει τους δικούς του εξερευνητές, θεούς ή ήρωες, αφού όσα ανακαλύψουν εκείνοι θα χρησιμεύσουν σαν οδηγίες για όλους τους ανθρώπους.

Η ιστορία των θεών που κατεβαίνουν στον Άδη και επιστρέφουν στη γη μας παραδίδεται από σχετικά όψιμα κείμενα, γραμμέαν σε μια εποχή που οι άνθρωποι είχαν προσδώσει σ’ αυτό το άγνωστο μια μορφή. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι πρόκειται για αλληγορική και συμβολική διατύπωση, αναφερόμενη στη φύση. Πρέπει να γνωρίζουμε να διακρίνουμε ανάμεσα από τα γραφόμενα, να ανιχνεύουμε πίσω από την πλοκή.
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εμείς, όλοι, σήμερα στην αρχή του 21ου αιώνα έχουμε τη γνώση της ερμηνείας του κύκλου των εποχών, της εναλλαγής ημέρας και νύχτας, πράγμα που δεν συνέβαινε στον αρχαίο άνθρωπο. Εκείνος πίστευε ότι η ζωή του εξαρτιόταν από τη βλάστηση των φυτών, από την αναγέννηση της χλωρίδας, από τις φάσεις της σελήνης. Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος υπόκειται σε ένα διαφορετικό καθεστώς, φαντάστηκε για τον εαυτό του  μια ανάλογη μοίρα με εκείνη των σπόρων και των φυτών∙ανάλογη, όχι όμοια.
Η δύναμη και η ενέργεια που περικλείονται στα στοιχεία της φύσης, η ζωτική αρχή που κάνει τους σπόρους να ξαναφυτρώνουν, το φεγγάρι να ξαναγεννιέται, συγχωνεύθηκαν και πήραν τη μορφή ενός θεϊκού όντος, το οποίο αποσπάστηκε σιγά-σιγά από το φυτικό του περίβλημα και πήρε ανθρώπινη όψη.
Αυτό συνέβη με τη Γη, μια θεότητα άμορφη στις αρχές, που ο Ησίοδος συνάπτει, δίνοντάς της το όνομα Γαία, με μια απέραντη μήτρα που βαθμιαία αντικαθίσταται με τη σειρά της από την ανθρωπόμορφη Δήμητρα- μια θεά που αγαπά τους θνητούς. Με μια ανάλογη αντιστοιχία, η ζωτική και φαντασμαγορική δύναμη που κάνει τους χυμούς να αναβλύζουν στην καρδιά του ασάλευτου δάσους, απέκτησε σταδιακά τη μορφή του θεού Διόνυσου.




Σε αντιδιαστολή με τις αγροτικές θεότητες (Δήμητρα, Ιστάρ, Κυβέλη) που κατεβαίνουν στον Άδη με τη θέλησή τους για να αναζητήσουν την κόρη ή το γιό τους, οι θεότητες της βλάστησης πεθαίνουν από βίαιο θάνατο, φονεύονται ή διαμελίζονται, καίγονται ή εξαφανίζονται στα σκοτάδια, και μόνο χάρη στις φροντίδες της μητέρας ή της ερωμένης τους επανέρχονται στη ζωή.
Όπως και με τις μάχες με τους δράκοντες, το δραματικό πεπρωμένο των θεών της βλάστησης εμφανίζει σε κάθε μύθο μια σειρά παραλλαγών, και η κάθε λεπτομέρεια σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο δρόμο και τρόπο που ο κάθε λαός επέλεξε να ξορκίσει το θάνατο.


 
ΣΚΩΤΙΑ: Η ΜΑΥΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ 1919
Της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου




Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις των Σκώτων της Γλασκώβης, γνωστή και ως Ματωμένη Παρασκευή ή Μάχη της Πλατείας Γεωργίου.
Ο εργατικός κόσμος κατέβηκε στο δρόμο να φωνάξει για λιγότερες ώρες εργασίας.  Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην Αστυνομία της Γλασκώβης και τους διαμαρτυρόμενους, έκανε τον Υπουργό Πολέμου, Ουίνστον Τσώρτσιλ να διατάξει στρατιώτες και τανκς να πάνε στην Γλασκώβη για να εμποδίσουν επεισόδια βίας, λόγω των φόβων της Αγγλικής Κυβέρνησης για εξέγερση Μπολσεβίκων. Μη λησμονούμε ότι μόλις δύο χρόνια πριν οι Κομμουνιστές είχαν καταλύσει το Τσαρικό Καθεστώς στη Ρωσία, εγκαθιδρύοντας τον Κομμουνισμό, ενώ η Μ. Βρετανία  δεν έχει προβεί ακόμη στην αναγνώριση του νέου καθεστώτος.
Οι υποστηρικτές της την είχαν αποκαλέσει «σοσιαλιστική επανάσταση», κάτι που παρέπεμπε κατευθείαν στη Ρωσία του 1917, αλλά και σε παρόμοιες ενέργειες στην Γερμανία και στην Αυατρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία.

Πριν τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ήταν 54. Κάποιες εθνικές διαπραγματεύσεις είχαν καταλήξει σε 47 ώρες εργασίας την εβδομάδα για τους εργάτες των ναυπηγείων και των μηχανικών, και υποτίθεται ότι θά άρχιζε να εφαρμόζεται από το 1919. Κάποια άλλα συνδικάτα μίλησαν για 30 ώρες, αλλά αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν στις 40, από τη στιγμή που ανακατεύτηκε το Εμπορικό Επιμελητήριο της Γλασκώβης.
Η προσπάθεια ήταν να καταφέρουν να μοιράσουν την εργασία και σε όσους είχαν γυρίσει από το Μέτωπο και περιφέρονταν άνεργοι στην πόλη. Αυτοί οι άνδρες ανέρχονταν σε αρκετές χιλιάδες.
Μια συνάντηση των απεργών έγινε στις 27 Ιανουαρίου με περισσότερους από 3.000 εργάτες να συγκεντρώνονται στις αίθουσες του Αγίου Ανδρέα, στην μεγάλη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης. Εκείνη την ημέρα κατέβηκαν σε απεργία περισσότεροι από 40.000 εργάτες στην Πλατεία Γεωργίου και μέχρι την Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου είχαν υπερβεί τις 60.000. Τέτοια μαζική συγκέντρωση είχε να συμβεί από το 1820, στον πόλεμο Ράντικαλ (γνωστός και ως Σκωτική Εξέγερση). Δύο εκπρόσωποι της Αγγλικής Κυβέρνησης εμφανίστηκαν και έδωσαν την απάντηση στα αιτήματα στον Πρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Γλασκώβης, Εμάνιουελ Σίνγουελ.

Η σύγκρουση με την αστυνομία άρχισε βίαια, όταν κάποια μέλη ενός συνδικάτου (Clyde Workers’)έφεραν αντίρρηση για τα τεκταινόμενα. Πριν προλάβει ο Σίνγουελ να βγει στην πλατεία και να ζητήσει να ησυχάσουν, ο Πρόεδρός τους χτυπήθηκε από τους αστυνομικούς και έπεσε στο έδαφος, ενώ ο Σίνγουελ συνελλήφθη με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας  στη συγκέντρωση μεγάλου πλήθους  με σκοπό την εξέγερση.
Ο σερίφης προσπάθησε να διαβάσει στο πλήθος τον Νόμο εναντίον των εξεγέρσεων, αλλά δεν τα κατάφερε. Το πλήθος άρπαξε τα χαρτιά από τα χέρια του και τα έσκισε. Η σύγκρουση συνεχίστηκε όλο και πιο άγρια, επεκτάθηκε και στους δρόμους γύρω από την πλατεία. Οι εργάτες πήραν σίδερα  για να αμυνθούν, ενώ άλλοι πετούσαν μπουκάλια. Όλες οι προσπάθειες της αστυνομίας να διώξουν τον κόσμο από την πλατεία απέτυχαν. Κάποια στιγμή σχηματίστηκε μια άλλη ομάδα για να προχωρήσει προς το πάρκο, αλλά και πάλι η αστυνομία απέτυχε να τους εμποδίσει.
Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και τη νύχτα σε πολλά σημεία της πόλης, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν και γυναίκες και παιδιά. Πάνω από 12 απεργοί συνελλήθφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή για να δικαστούν αργότερα στο Εδιμβούργο.

Το Λονδίνο του Λλόϋντ Τζώρτζ δυσαρεστήθηκε. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ έστειλε δέκα χιλιάδες στρατιώτες οπλισμένους με πολυβόλα, τανκς και ένα χόβιτσερ (τύπος κανονιού) στην Γλασκώβη, μια δύναμη που μάζεψε από διάφορα σημεία, και που έφθασαν το βράδυ της Παρασκευής.
Το χόβιτσερ τοποθετήθηκε στο Κυβερνείο, πολυβόλα στήθηκαν σε καίρια σημεία, ενώ οι στρατιώτες ακροβολίστηκαν στους σταθμούς ηλεκτρικού και στις αποβάθρες, ενώ περιπολούσαν στους δρόμους. Έμειναν εκεί επί μία εβδομάδα, γαι να είναι σίγουροι ότι δεν θα συνέβαινε τίποτε άλλο.
Κανένας σταρτιώτης δεν προερχόταν από τη Γλασκώβη, από φόβο μήπως ενωθεί με τους απεργούς.

Οι απεργοί επέστρεψαν στις εργασίες τους με την εγγύηση των 47 ωρών – δέκα λιγότερες από όσες εργάζονταν μέχρι τότε και στις εκλογές τού 1923 η Μ.Βρετανία είδε για πρώτη φορά να κερδίζει το Εργατικό Κόμμα με τον Ράμσεϋ ΜακΝτόναλντ.